“Η ευτυχία είναι μια κατάσταση θεϊκή, γι΄αυτό και διαρκεί λίγο”

Συνέντευξη στο ποιητή Γιώργο Τσιβελέκο GTPoetry, prose&songs

  • Καλώς όρισες στο GTpoetry, prose & songs, Γεωργία Λαμπάρα! Αρχικά, θα θέλαμε να μας πεις μερικά πράγματα για εσένα, ώστε να σε γνωρίσουμε.

Καλώς σε βρήκα, Γιώργο! Να πω αρχικά πως γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά, σπούδασα Ψυχολογία κι ασχολήθηκα επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας.

Ως προς τα συγγραφικά, θα συστηθώ ως λάτρης της γραφής γενικότερα. Είναι μια ιδιότητα που την προτιμώ, επειδή μου αρέσει να καταπιάνομαι με διαφορετικά είδη γραφής. Η πρώτη μου ενεργή ενασχόληση ήρθε με τη μορφή μουσικών στίχων, τομέας ο οποίος παραμένει ακόμα αγαπημένος, αν και δεν ασχολούμαι επί του παρόντος. Έπειτα, ήρθε η ποίηση. Λόγω των σπουδών μου στην Ψυχολογία, τα ποιήματά μου εμπεριέχουν μια τάση διερεύνησης του εσωτερικού κόσμου και μια διακριτική παρότρυνση για αυτοβελτίωση.

Από την εργασία μου ως δασκάλα, αλλά και την ιδιότητά μου ως μητέρα προέκυψε η ανάγκη μου να γράψω παραμύθια. Τρέφω μεγάλη αγάπη για τα παιδιά και το παιδί που φυλάω στοργικά μέσα μου διψά ακόμα για μαγικές ιστορίες. Τέλος, το μυθιστόρημα, το οποίο θεωρώ έργο ζωής, είναι ο απώτερος στόχος, τον οποίο ελπίζω κάποια στιγμή να φτάσω.

Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω λογοτεχνία, ακούω μουσική και παίζω (εντελώς ερασιτεχνικά) αρμόνιο. Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής σε σχέση με το μυθιστόρημα  κι έχω συμμετάσχει σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπου έχουν βραβευτεί στίχοι και ποιήματά μου. Κείμενά μου έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστότοπους και τα τελευταία χρόνια διατηρώ το προσωπικό μου blog στο fotostalida.gr

  • Μπορείς να μας παρουσιάσεις με λίγα λόγια την ποιητική σου συλλογή “Ονειροδρόμιο”;

Το «Ονειροδρόμιο» είναι μια συλλογή 27 ποιημάτων τα οποία μιλούν για τον έρωτα που αναγεννά ή πληγώνει, αλλά μαθαίνει ν’ αντέχει. Σκιαγραφούν τον άνθρωπο που παλεύει να βρει το φως και να ξεφύγει απ’ το σκοτάδι. Ακολουθούν το ταξίδι της ζωής μέσα από τη μοναχικότητα της σύγχρονης εποχής και τα τραύματα του παρελθόντος. Σαν επιστέγασμα, αναζητούν την αυτογνωσία, ως τον υπέρτατο, μα συχνά άπιαστο σκοπό της ύπαρξης μας.

  • Αλήθεια, τι σημαίνει για σένα το Ονειροδρόμιο; Πώς επέλεξες αυτόν τον τίτλο;

Ο τίτλος προέρχεται από το ομώνυμο ποίημα που περιλαμβάνεται στη συλλογή. Δεν ήταν η πρώτη μου επιλογή, να σου πω την αλήθεια. Όμως θεωρώ πως εν τέλει είναι η πιο ταιριαστή για δυο κυρίως λόγους. Αν το πάρουμε εντελώς υλικά, είναι το πρώτο μου βιβλίο, επομένως, όπως για κάθε συγγραφέα, είναι ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Από νοηματικής πλευράς, το ονειροδρόμιο είναι η οδός στην οποία βαδίζει ο νους μας στην πορεία της ζωής. Καθώς τον περπατά, ονειρεύεται, στοχάζεται, διαμορφώνεται, αλλάζει. Φυσικά υπάρχουν και μονοπάτια που οδηγούν προς άλλες κατευθύνσεις με σκοπό να μας βγάλουν από τον προορισμό μας, γι’ αυτό και, όπως λέει ο στίχος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «στ’ ονειροδρόμιο του νου, οι εφιάλτες στοιχειώνουν πάντα τους παράδρομους». Όσο μένεις σταθερός στην πορεία σου, δεν κινδυνεύεις να χαθείς. Μήπως έτσι δεν κατακτούμε τα όνειρά μας εν τέλει;

  • Στα ποιήματα “Η ψυχή ένα ταξίδι”, “Φάρος άσβεστος”, “Σ’ αραξοβόλι απάνεμο” κ.ά. γράφεις ξεκάθαρα ή υπαινίσσεσαι ότι οι άνθρωποι έχουμε χάσει τον δρόμο μας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Τι θεωρείς ότι φταίει; Αν ακολουθούσαμε το φως του άσβεστου φάρου, πού θα οδηγούμασταν;

Παρατηρώ γύρω μου δυο τάσεις. Της στασιμότητας και της αλλαγής. Για όσους ακολουθούμε πεισματικά την δεύτερη, η στασιμότητα μοιάζει με βάλτος που λερώνει κάθε τι που επιθυμούμε να προοδεύσει και να εξελιχθεί. Οι εποχές, οι συνήθειες, οι καταστάσεις αλλάζουν, όμως οι άνθρωποι θα παραμένουμε μοιρασμένοι ανάμεσα στα άκρα αυτού του δίπολου. Είναι στη φύση μας. Θα ήταν ουτοπικό να πιστεύουμε ότι ο άσβεστος φάρος θα μπορούσε να σώσει όλα τα πλοία, ειδικά εκείνα που δε θέλουν να σωθούν. Όσα όμως βλέπουν το φως – αυτή τη «Φωτοσταλίδα», όπως έχω ονομάσει αλλιώς το φως της ψυχής – είναι ικανά να φτιάξουν τον δικό τους παράδεισο επί γης, το δικό τους απάνεμο αραξοβόλι. Στην ουσία όλοι έχουμε αυτήν τη δυνατότητα. Το αν και κατά πόσο την αξιοποιούμε είναι άλλο θέμα.

  • Αν μπορούσα να συνοψίσω το νόημα των ποιημάτων “Αν σου πουν”, “Τραύματα”, “Συστολή”, “Το τρένο που γερνά” και “Το χρώμα των νεκρών”, θα ήταν το εξής: η ζωή κερδίζεται με θάρρος. Θέλεις να μας πεις τη γνώμη σου επ’ αυτού;

Ναι, η ζωή θέλει θάρρος. Θάρρος να σταθείς στα πόδια σου παρά τις αναποδιές, να κοιτάξεις κατάματα τα τραύματά σου και να τ’ αγκαλιάσεις, να μην παρασύρεσαι από πρέπει και γνώμες που έχουν ως μόνο στόχο να σε κρατούν δέσμιο της στασιμότητας που είπαμε παραπάνω. Θέλει να προσπερνάς τα εμπόδια και τις σκιές και να προχωράς προς το φως. «Κι ας πονέσεις. / Κι ας ματώσεις. / Κι ας πληγωθείς. / Δεν είναι ο χρόνος που γιατρεύει τις πληγές, κι ας λένε. / Είναι που έφυγες από το γκρίζο.»

  • Σε αρκετά ποιήματα γίνεται λόγος και για τον έρωτα. Θεωρείς ότι σήμερα ερωτευόμαστε και αγαπιόμαστε “Σαν τον παλιό καιρό”;

Θεωρώ ότι ο έρωτας προσαρμόζεται με τις εποχές. Στις μέρες μας, έχει γίνει λιγότερο ρομαντικός και περισσότερο εγκεφαλικός κι αυτό έχει ως αιτία και συνέπεια παράλληλα το ότι οι άνθρωποι είναι πιο ανθεκτικοί στην πληγή του βέλους. Το τραβούν πιο εύκολα από την καρδιά τους, πράγμα που σίγουρα είναι επιθυμητό, αν διαπιστώνεται ασυμβατότητα. Ζούμε σε μια εποχή, όπου η προσωπική ευημερία και η ανάγκη οριοθέτησης της προσωπικότητάς μας μακριά από τοξικές και χειριστικές συμπεριφορές, αποτελεί πλέον ύψιστο αγώνα. Κι ο αγώνας αυτός έρχεται σε αντίθεση με τον έρωτα που απαιτεί εξ ορισμού να χάσεις τον εαυτό σου για τα μάτια ενός άλλου. Στεκόμαστε απέναντι στον έρωτα, προβάλλοντας τις δικές μας απαιτήσεις ως απάντηση στον παραλογισμό του. Έχουμε πιο ξεκάθαρα θέλω, αλλά μπορεί να φτάσουμε στα άκρα και ν’ αρχίσουμε να διυλίζουμε τον κώνωπα. Χωρίς ισορροπία ανάμεσα στην αυτογνωσία και το πάθος, δυσκολευόμαστε να αφεθούμε στην αγάπη, γιατί δεν αφήνουμε τον έρωτα να ωριμάσει. «Αυτό είναι η αγάπη. / Ο έρωτας που μεγάλωσε.» λέει ο στίχος από το «Κράτα μου το χέρι». Για να επιτευχθεί αυτή η μετάλλαξη, χρειάζονται υποχωρήσεις κι από τις δύο πλευρές, χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος της προσωπικής εξέλιξης. Θέλει συμπόρευση ο έρωτας για να γίνει αγάπη. Θέλει ωριμότητα. Γι’ αυτό και οι μεγάλοι έρωτες ήταν πάντα σπάνιοι.

  • Πότε σε βρήκε η έμπνευση για πρώτη φορά και ποτέ συνηθίζει να σε επισκέπτεται;

Η πρώτη μου επαφή με την έμπνευση ήταν μέσα στα μεταμορφωτικά σκοτάδια της εφηβείας. Από τότε έχουμε καλή σχέση – ευτυχώς – και με επισκέπτεται δίνοντάς μου μια διαφορετική οπτική πραγμάτων και καταστάσεων ή ιδέες για ιστορίες και παραμύθια, ανάλογα με το τι ασχολούμαι ή σε τι επικεντρώνομαι. Ως προς την ποίηση, βέβαια, έρχεται σε ακανόνιστες στιγμές. Λίγο πριν τον ύπνο, στον δρόμο ενώ περπατάω, όταν κοιτώ τη θάλασσα. Μου έχει συμβεί να με κατακλύζει πεισματικά ενώ ήμουν άρρωστη κι επειδή δεν είχα κουράγιο να γράψω, υπαγόρευσα στον σύζυγό μου τους στίχους που μου έρχονταν, για να μην τους ξεχάσω!

  • Στο ποίημα “Έμπνευση” ουσιαστικά ισχυρίζεσαι πως ο πόνος αποτελεί πηγή έμπνευσης, ενώ η ευτυχία ανασταλτικό παράγοντα. Πώς το εξηγείς;

Θα αναφέρω ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημά μου «Προμηθέας περί τέχνης» που πιστεύω είναι αντιπροσωπευτικό. «Η τέχνη δεν ανήκει στους Θεούς. Χρειάζεται πόνο, μόχθο, ύλη και θάνατο, για να πιάσει την ψυχή από την άβυσσο και να την ανεβάσει στα ουράνια. Θέλει σάρκα η τέχνη. Χέρια ροζιασμένα, κορμί αδύναμο και καρδιά ικανή για την υπέρβαση.» Η ευτυχία είναι μια κατάσταση θεϊκή, γι΄αυτό και διαρκεί λίγο. Όταν είσαι ευτυχισμένος, αισθάνεσαι πλήρης και θες να ζήσεις τη στιγμή στο έπακρο. Άθελά σου, λοιπόν, κλείνεις την πόρτα στην έμπνευση, η οποία πάντα σου δίνει κάτι που σου λείπει.

  • Ποιο είναι το μότο σου και το αγαπημένο σου απόσπασμα απ’ όσα έχεις γράψει;

Δύσκολή απάντηση! Δεν έχω ακριβώς μότο, αλλά αγαπημένη λέξη, η οποία με εκφράζει κι από την οποία ξεκίνησε η πορεία μου τα τελευταία χρόνια. Αυτή είναι η «φωτοσταλίδα» που είναι και το όνομα του ιστολογίου μου. Αν όμως επέλεγα τώρα ένα μότο θα ήταν ο στίχος «Γιατί και η ψυχή ένα ταξίδι είναι» από το ποίημα «Η ψυχή ένα ταξίδι», καθώς πιστεύω πως το νόημα της ζωής είναι αυτό το μοναδικό ταξίδι που κάνεις με οδηγό το φως της ψυχής. Είναι η μικρή – ή και μεγάλη – προσωπική σου Οδύσσεια. Κι επειδή στην Οδύσσεια του καθενός μας, ο έρωτας παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, ως αγαπημένο απόσπασμα, θα αναφέρω στίχους από το «Κράτα μου το χέρι», το οποίο είναι από τα ποιήματα που νιώθω πιο κοντά στην καρδιά μου. «Κράτα με γερά. / Άσε να ενωθούν οι γραμμές στα χέρια μας. / Να γίνει κοινή η μοίρα μας / όπως από την αρχή το διαλέξαμε και οι δύο. / Μέσα στις νύχτες της ζωής, να μην ξεχάσουμε την επιλογή μας. / Την επιλογή μας να γίνουμε ένα.»

  • Τι σημαίνει η συγγραφή για εσένα;

Να σου απαντήσω με ένα πολύ σύντομο βιωματικό ποίημα; «Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν τζογάρω. Αλλά γράφω. Κι αδερφέ μου, καλύτερο αλκοολίκι από την πένα δεν υπάρχει! Να ρουφά η ψυχή σου τα πικρά νέφη της αλήθειας, παίζοντάς τα όλα για όλα στο καζίνο της φαντασίας με κρουπιέρη την έμπνευση…»

  • Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια;

Θέλω να πιστεύω πως επόμενος σταθμός θα είναι το παραμύθι. Βρίσκομαι ήδη στα στάδια προετοιμασίας, πριν πάρω την απόφαση για το τελικό βήμα της έκδοσης. Έπειτα, απώτερος στόχος, όπως προανέφερα, είναι το μυθιστόρημα, το οποίο είναι ακόμα στα σκαριά. Βέβαια τις περισσότερες φορές, άλλα σχέδια κάνουμε εμείς, άλλα υπαγορεύει η έμπνευση!

  • Πώς κρίνεις το τοπίο του βιβλίου στις μέρες μας (και από άποψης αναγνωστών, και εκδοτικών);

Θα μιλήσω πρώτα από την πλευρά των συγγραφέων. Είμαστε πολλοί. Ίσως περισσότεροι από τους αναγνώστες, γεγονός διόλου ευοίωνο για τον χώρο των εκδόσεων. Από τη μία, έχουν αυξηθεί οι εκδοτικοί οίκοι γιατί υπάρχει ζήτηση για έκδοση, από την άλλη γίνονται επιλεκτικοί με βάση τη δημοφιλία του συγγραφέα ή/και του βιβλίου, προκειμένου να μειωθεί το ρίσκο. Στην προσπάθεια γεφύρωσης αυτών των δύο, το ρίσκο καταλήγει να το επωμίζεται τις περισσότερες φορές ο ίδιος ο συγγραφέας. Όλη αυτή η κατάσταση καθιστά δύσκολη τη συνεργασία συγγραφέα και εκδοτικού. Από άποψης αναγνωστών, το ποσοστό αναγνωστικού κοινού, το οποίο – αν θυμάμαι καλά – ανέρχεται κάπου στο 40% του πληθυσμού για την Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα μικρό για ν’ απορροφήσει τον όλο και αυξανόμενο αριθμό νεοεκδοθέντων βιβλίων. Κι εδώ θεωρώ πως όλα ξεκινούν από την παιδεία και την εμφύσηση της φιλαναγνωσίας στα παιδιά από μικρή ηλικία. Θέλω πολύ να είμαι αισιόδοξη πως οι επόμενες γενιές, παρά την μεγάλη επαφή τους με οθόνες, θα διαβάζουν περισσότερο, αλλά είναι δύσκολο.

Related Posts