«Τα γεμιστά τρώγονται κρύα, όπως η εκδίκηση» έλεγε η γιαγιά Ευαγγελία και ξυπνούσε από τα χαράματα για να τα μαγειρέψει, ώστε το μεσημέρι να έχουν την κατάλληλη θερμοκρασία. Τα εγγόνια της, η Βασιλική κι ο Γεράσιμος, ήξεραν πως δεν έπρεπε να την ενοχλούν όσο βρίσκεται στην κουζίνα της, οπότε έβγαιναν να παίξουν στην αυλή.
Αγαπούσαν τα καλοκαίρια στο εξοχικό με τον παππού και τη γιαγιά. Τα δύο χρόνια που τους χώριζαν, τους επέτρεπαν να παίζουν μαζί και να ευχαριστιούνται πάνω κάτω τα ίδια παιχνίδια. Η Βασιλική, ως μεγαλύτερη, το έπαιζε σοβαρή και μετρημένη μπροστά στους μεγάλους, αλλά πετούσε τη σκούφια της για σκαρφαλώματα και βόλτες στην παραλία. Άσχετα αν απολάμβανε να το παίζει δασκάλα σαν τη γιαγιά και να βάζει τον Γεράσιμο τιμωρία στο παλιό θρανίο που είχαν στην αυλή.
Ο παππούς Αποστόλης είχε μόνιμα την καρέκλα του στην παραλία, που απλωνόταν από την άλλη μεριά του δρόμου. Η γιαγιά τον φώναζε για να τη βοηθήσει πότε στο ένα και πότε στο άλλο, αλλά εκείνος ήταν υπερήφανος στ’ αυτιά και η Βασιλική με τον Γεράσιμο έπρεπε κάθε φορά να τρέχουν να τον φωνάξουν. Καμιά φορά, κάθονταν μαζί του και παρασύρονταν από τις ιστορίες του, αφήνοντας τη γιαγιά να ξεροσταλιάζει περιμένοντας για βοήθεια.
Η θάλασσα είχε γίνει η αγαπημένη θέα του παππού από όταν βγήκε στη σύνταξη. Κάθε λίγο και λιγάκι σηκωνόταν από την καρέκλα και έβρεχε τα πόδια του στο κύμα. Στεκόταν για λίγο με τις πατούσες του να χώνονται μέσα στην υγρή άμμο κι έπειτα γυρνούσε στη θέση του. Τα παιδιά, περίεργα εκ φύσεως, τον είχαν ρωτήσει γι’ αυτή του τη συνήθεια.
«Όταν έχεις νιώσει τόσες φορές την ανάσα του δράκου να σου γλείφει το δέρμα, το φιλί της θάλασσας δεν το χορταίνεις» τους είχε απαντήσει.
Ο παππούς Αποστόλης ήταν στα νιάτα του πυροσβέστης και μάλιστα στην πρώτη γραμμή. Εκείνος ήταν κι ο πρώτος που διέκρινε τον δράκο που είχε φωλιάσει στο απέναντι βουνό εκείνη τη μέρα. Δεν είχε κόσμο στην παραλία γιατί φυσούσε μανιασμένα.
«Να τος πάλι ο κερατάς!»
Τα παιδιά ακολούθησαν με το βλέμμα τους το δάχτυλο του παππού.
Ο δράκος είχε απλώσει τις πελώριες φτερούγες του και τριγυρνούσε ανάμεσα στα δέντρα φτύνοντας φλόγες από δω κι από κει.
«Εκεί είναι η φωλιά του, παππού;» ρώτησε ο Γεράσιμος.
«Δεν έχει φωλιά ο δράκος. Όποιο δάσος του καλαρέσει το κάνει λημέρι και θρονιάζεται μέχρι να τελειώσει τη δουλειά του. Μόλις κάψει όσα δέντρα λαχταρά η ψυχή του, βγαίνει να κάνει τις βόλτες του στον αέρα» τους εξήγησε ο παππούς.
«Είναι κακός αυτός ο δράκος!» δήλωσε η Βασιλική θυμωμένα, σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος.
«Είναι, τσούπρα μου».
«Θα τον διώξουν τον δράκο, παππού;» ρώτησε θλιμμένα το αγόρι.
«Πάντα τον διώχνουν, παιδί μου! Σημασία έχει να σώσουν όσα περισσότερα δέντρα και ζώα μπορούν».
«Υπάρχουν νεραϊδογοργόνες, παππού;» ρώτησε η Βασιλική
«Ναι καλέ, και είναι ασημένιες! Τις είδα χτες το πρωί όταν κατέβηκα στην παραλία!» πετάχτηκε ο Γεράσιμος και γύρισε να κοιτάξει την αδερφή του, η οποία του σβούριξε μια σφαλιάρα στον σβέρκο.
«Όλο ανοησίες είσαι! Σιγά μην τις είδες!»
«Αλήθεια σου λέω! Τις είδα με τη μάσκα μου!» διαμαρτυρήθηκε ο Γεράσιμος.
«Μην τσακώνεστε, παιδιά μου! Ελάτε, πάμε να φάμε τώρα γιατί θα φωνάζει πάλι η γιαγιά σας. Ξέρετε πως νευριάζει όταν μιλάμε γι’ αυτά!»
Πέρασαν τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. Μόλις μπήκαν στην αυλή, η Βασιλική κοντοστάθηκε.
«Η γιαγιά τον είδε τον δράκο;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά, ξεχνώντας ότι ο παππούς δεν ακούει και φυσικά δεν πήρε απάντηση.
Τα γεμιστά τούς περίμεναν σερβιρισμένα με μπόλικο φρέσκο ψωμί και φέτα. Έφαγαν με όρεξη, τσίμπησαν κι ένα παγωτό από την κατάψυξη και πήγαν στο δωμάτιό τους. Ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους κι άρχισαν να γλείφουν με λαιμαργία.
«Χτες είδα στον ύπνο μου τον δράκο» είπε ο Γεράσιμος ανάμεσα στις μπουκιές του.
«Ουφ! Πάλι άρχισες τα ψέματα;»
«Ωχ μωρε! Ποτέ δε με πιστεύεις!»
«Καλά…για πες!»
«Όχι δε σου λέω!» είπε και της γύρισε την πλάτη.
«Αφού θα μου πεις! Αλλιώς δε θα σ’ αφήσω να ξαναπάρεις τον φουσκωτό κροκόδειλο!»
«Εκβιάστρια!» είπε ο Γεράσιμος μισοκλείνοντας τα μάτια.
Η Βασιλική του έβγαλε τη γλώσσα που είχε γίνει άσπρη από το παγωτό βανίλια. Ο Γεράσιμος ανακάθισε με το παγωτό ακόμα στο χέρι.
«Είδα ότι ο δράκος επιτέθηκε στο σπίτι, εδώ, κι ο παππούς τον νίκησε με έναν πυροσβεστήρα!»
Τα γέλια της Βασιλικής ακούστηκαν μέχρι την κουζίνα που η γιαγιά έπλενε τα πιάτα.
«Ησυχία! Είναι μεσημέρι!» τους επέπληξε.
Της Βασιλικής της κόπηκε αμέσως το γέλιο, αλλά όχι κι η εύθυμη διάθεση.
«Νομίζω πως πρέπει ν’ αλλάξουμε κρεβάτια και να κοιμάσαι εσύ κάτω από την ονειροπαγίδα της γιαγιάς, μπας και δεις κάνα όνειρο της προκοπής!» του είπε δείχνοντας του με το κεφάλι τη χειροποίητη ονειροπαγίδα που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι της.
«Αλήθεια γιατί την έχει φτιάξει η γιαγιά;»
«Για να ξορκίζει, λέει, τα κακά πνεύματα της νύχτας που φέρνουν εφιάλτες».
«Μα εγώ δεν είδα εφιάλτη!»
«Καλά! Ό,τι πεις!» απάντησε αδιάφορα η Βασιλική και αποτελείωσε το παγωτό της.
«Τι θα γίνει με εσάς τους δύο; Μεσημεριάτικα βρήκε να σας πιάσει η πάρλα; Άντε τελειώνετε με τα παγωτά και ύπνο!»
«Μα δε νυστάζουμε!» είπαν με μια φωνή.
«Νυστάζετε δε νυστάζετε, θα μείνετε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια σας! Το απόγευμα πάλι παιχνίδι! Να! Πάρτε κάνα βιβλίο να διαβάσετε! Τόσα έχω στη βιβλιοθήκη! Το βράδυ θα έρθει κι ο πατέρας σας!» δήλωσε και πήγε να κλείσει το παντζούρι. Εκείνη την ώρα ο δράκος είχε σηκωθεί κι έκανε βόλτα πάνω από τη θάλασσα. Η Ευαγγελία έκλεισε το παράθυρο, ενοχλημένη από την ανυπακοή των εγγονιών της και τους άφησε στο μισοσκόταδο.
Μετά από μερικές ώρες βασανιστικής βαρεμάρας, το απόγευμα ήρθε. Πήγαν για μπάνιο στη θάλασσα κι έπαιξαν με την ψυχή τους. Όλα ήταν ήσυχα κι ο δράκος δε φαινόταν πουθενά. Μόνο λίγη κάπνα έβγαινε από το βουνό, σημάδι πως μάλλον είχε φύγει ή νικηθεί. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, ένα αμάξι έφτασε, κόρναρε χαρούμενα και πάρκαρε έξω από το σπίτι. Τα παιδιά έτρεξαν ν’ αγκαλιάσουν τον πατέρα τους που ακόμα φορούσε την καπνισμένη κόκκινη στολή του.
«Τον νίκησες, μπαμπά; Τον νίκησες;» φώναζαν κι έτρεχαν γύρω του σαν ενθουσιασμένα κουτάβια.
«Ελάτε, αφήστε τον πατέρα σας! Πρέπει να ξεκουραστεί!» τους μάλωσε η γιαγιά κι οδήγησε τον γιο της μέσα στο σπίτι για να πλυθεί.
Το βράδυ, μαζεύτηκαν νωρίς για να κάνουν μπάνιο από τ’ αλάτια, να φάνε και να πάνε για ύπνο. Ο μπαμπάς θα έμενε μαζί τους απόψε. Η Ευαγγελία τακτοποίησε τα μπανιερά και τα παιχνίδια τους στην αυλή και πήγε να τους καληνυχτίσει. Τους φίλησε σταυρωτά, τους σκέπασε με τα σεντόνια τους κι έκλεισε το φως και την πόρτα. Έπειτα, πήγε στο σαλόνι να κλείσει το μεγάλο παράθυρο. Κοίταξε για λίγο έξω, τον έναστρο ουρανό και τη σκοτεινή θάλασσα, όπως έκανε κάθε βράδυ. Ο Άγγελος είχε κατέβει στην παραλία και στεκόταν με τα πόδια στο νερό σαν τον πατέρα του. Πιο βαθιά, μια ασημένια φιγούρα αχνοφαινόταν κάτω από το λειψό φεγγαρόφωτο.
«Καληνύχτα, κυρά μου! Σ’ ευχαριστώ που τον έφερες σώο και σήμερα! Θα κοιμηθώ ήσυχα απόψε!»
Η ασημένια φιγούρα έκανε βουτιά και χάθηκε ξανά στα βάθη της θάλασσας.










