Ιστορίες

Το Όρος του Ήλιου : Η τελευταία ανάβαση

31 Μαΐου, 2026

Η παλιά πορσελάνη στο κέντρο του τραπεζιού ήταν η μόνη παραφωνία στην κατά τ’ άλλα απλοϊκή καλύβα. Απομεινάρι των παλαιότερων γενεών, ο Ιγκόρ το φυλούσε ως κόρην οφθαλμού για να θυμάται ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντοτε έτσι. Κάποτε, υπήρχε η τέχνη του χειροποίητου και οι άνθρωποι έφτιαχναν πανέμορφα αντικείμενα, πολλά από τα οποία προορίζονταν για να διακοσμούν τον χώρο. Του άρεσε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο μέσα από αυτά τα αντικείμενα κι ας τον αποκαλούσαν στα κρυφά «ρακοσυλλέκτη». Δεν τους παρεξηγούσε. Είχαν μάθει να κατασκευάζουν μόνο σπαθιά και δόρατα με τα χέρια τους.

Η διακόσμηση ήταν πολυτέλεια μετά τη μεγάλη πλημμύρα. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν, όχι να ζήσουν. Ο Ιγκόρ είχε διαβάσει πως η ευτυχία βρίσκεται στα απλά κι η ομορφιά στα περιττά. Στο χωριό του, τίποτα δεν ήταν περιττό. Όλα εξυπηρετούσαν κάποιον σκοπό. Ακόμα και οι άνθρωποι. Κανείς δεν τεμπέλιαζε. Δούλευαν όλοι σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή για να συντηρούν τον Ναό, από φόβο μην έρθει καινούρια πλημμύρα και τους εξαφανίσει από προσώπου γης.

Ο Ναός, στα μάτια του Ιγκόρ, ήταν γεμάτος περιττά αντικείμενα, όμως κανείς άλλος δε συμμεριζόταν την οπτική του. Τα σιδερένια τάματα, τα μικρά αγαλματίδια από πηλό, οι τοιχογραφίες, δε θεωρούνταν τέχνη. Ήταν όπλα επιβίωσης. Ακόμα και οι άνθρωποι που τα κατασκεύαζαν και τα προσέφεραν δεν ονομάζονταν καλλιτέχνες, αλλά «μεσολαβητές» και οι άνθρωποι που τα παράγγελναν δεν ήταν εραστές της τέχνης, αλλά «δωρητές». «Δωρητής» γινόταν ο αρχηγός κάθε οικογένειας, ο οποίος αναλάμβανε να βρει τα κατάλληλα αφιερώματα για να εξευμενίσει τις Οντότητες του Ναού.

Σήμερα θα γινόταν η μεγάλη τελετή. Ο γιος του αρχηγού έφτανε επιτέλους τα 23 του χρόνια ζωής. Ήταν η σειρά του να ζήσει την Αποκάλυψη, όπως όλοι οι νέοι πριν από αυτόν. Από το πρωί, ο Αρσέν πηγαινοερχόταν νευρικά μέσα στην καλύβα της οικογένειάς του. Κι αν αυτό που θα του αποκάλυπτε ο Ναός για το χωριό ήταν καταστροφικό; Πώς θα μπορούσε να γίνει φορέας κακών μαντάτων; Όλοι θα τον είχαν για κακορίζικο και θα τον απέφευγαν. Η ζωή του θα καταστρεφόταν όπως του δύσμοιρου Ντιμίτρι, που πήρε τον χρησμό για την τελευταία πλημμύρα. Είχαν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, αλλά κανείς δεν τον πλησίαζε. Ο Ντιμίτρι κατέφυγε στο πιο απομακρυσμένο καλύβι, αποκλεισμένος από όλους. Ο Αρσέν δεν ήθελε να φύγει μακριά από την οικογένειά του.

Στους πρόποδες του βουνού που ορθωνόταν ο Ναός, ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί. Ο Ιγκόρ φρόντιζε να μη δημιουργείται συνωστισμός και να λύνει μικροδιαφορές που δημιουργούνταν για το ποιος θα στέκεται στην μπροστινή σειρά. Η θέση του φύλακα του χωριού είχε το προνόμιο της μοναξιάς και της απομόνωσης, αλλά κάτι τέτοιες μέρες συναναστρεφόταν με παραπάνω κόσμο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει.

Η οικογένεια του αρχηγού φάνηκε. Ο αρχηγός Άναξ προπορευόταν, με τη γυναίκα του, Λαΐσα, πάντα στο πλάι του. Πίσω τους, ο Αρσέν, αρματωμένος με τη φορεσιά της Αποκάλυψης. Μια στολή που έμοιαζε με αυτή των ιπποτών του μεσαίωνα, όπως είχε ανακαλύψει ο Ιγκόρ στα βιβλία του, με τη διαφορά ότι αντί για σταυρό, είχε ζωγραφισμένο στο στήθος ένα ηλιοτρόπιο, σύμβολο του ήλιου που έδυε μεγαλόπρεπα πίσω από τον Ναό και που είχε χαρίσει το όνομά του στο Όρος του Ήλιου. Τελευταία ακολουθούσαν τα δυο μικρότερα παιδιά της οικογένειας. Κοιτούσαν αποσβολωμένα το πλήθος του κόσμου που τους κύκλωνε καθώς διέσχιζαν το μονοπάτι για το Όρος.

Οι παλάμες του Αρσέν είχαν ιδρώσει και το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Είχε ακούσει πάμπολλες ιστορίες για τη μέρα της Αποκάλυψης. Είχε συμβουλευτεί τον καλό του Ιγκόρ, που είχε δεχτεί να γίνει μέντοράς του από όταν ήταν μικρός. Εκείνος τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν έτοιμος. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν ν’ ανοίξει το μυαλό του και να δεχτεί τον χρησμό. Όποιος κι αν ήταν.

«Ο χρησμός ακολουθεί πάντα την καρδιά του οραματιστή. Δεν υπάρχει καμία παγίδα πέρα από αυτές που εμείς στήνουμε στον εαυτό μας. Αν στην καρδιά σου υπάρχει το καλό του τόπου σου, ο χρησμός θα λειτουργήσει υπέρ σου» του είχε εκμυστηρευτεί ο Ιγκορ. Κι όμως, σήμερα η καρδιά του σκιρτούσε σαν να βάδιζε προς τον τάφο του. Κακός οιωνός.

Η πομπή έφτασε στον προορισμό της. Το πλήθος ζητοκραύγαζε για να δώσει κουράγιο στον νέο οραματιστή. Παρά τον ενδόμυχο φόβο τους μη φέρει καταστροφικά μαντάτα, η μέρα της Αποκάλυψης ήταν η μόνη τους ελπίδα για ένα σημάδι πως η εποχή της πλημμύρας, που τους είχε καθηλώσει σ’ αυτόν τον βαλτότοπο, βάδιζε προς το τέλος της. Ο αρχηγός πήρε τον λόγο.

«Η σημερινή μέρα είναι μια αχτίδα αισιοδοξίας για τον τόπο μας. Ο πρωτότοκός μου, Αρσέν, θ’ ανέβει στο Όρος. Η Επικοινωνία του με τις Οντότητες του Ναού θα είναι μυστική. Θα λάβει δύο μηνύματα. Ένα για τον ίδιο κι ένα για το χωριό μας. Όταν επιστρέψει, θ’ αποκαλύψει το μήνυμα που προορίζεται για εμάς και θ’ αποσιωπήσει το μήνυμα που απευθύνεται στον ίδιο. Αυτός θα είναι ο χρησμός του. Αρσέν, είθε ο Ήλιος να φωτίζει τον δρόμο σου». Το πλήθος επανέλαβε δυνατά την τελευταία φράση του αρχηγού.

Ο Αρσέν έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Ιγκόρ για να πάρει δύναμη. Ο Ιγκόρ ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του με σιγουριά για να του δείξει ότι του είχε εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρει. «Πήγαινε» είπε από μέσα του. «Ευχαριστώ για όλα, δάσκαλε» απάντησε ο Αρσέν μ’ ένα χαμόγελο κι άρχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι για να ξυπνήσει τη μοίρα του, που κοιμόταν πίσω από τη θεόρατη σιδερένια πόρτα, κάμποσα μέτρα πιο ψηλά.

Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι

24 Μαΐου, 2026


Ο οδηγός του λεωφορείου φρέναρε απότομα. Ο πεζός είχε αποφασίσει να περάσει τον δρόμο μόλις το φανάρι άναψε πράσινο για τ’ αυτοκίνητα.

«Μα τι κάνει;»

«Δεν την θέλεις τη ζωή σου ρεε; Κι εμείς τι φταίμε;»

Ο άντρας λιποθύμησε μπροστά στο σταματημένο λεωφορείο.

«Παναγία μου! Είναι καλά ο άνθρωπος;»

Οι επιβάτες άφησαν τα σχόλια και κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο οδηγός τηλεφώνησε στην υπηρεσία του να ενημερώσει για το απρόοπτο. Γιατί ατύχημα δεν ήταν. Δεν τον είχε καν ακουμπήσει. Είχε και μάρτυρες.

Ο Φερνάντο περνούσε από εκεί, γυρίζοντας από φωτογράφιση. Παραξενεύτηκε από το πλήθος του κόσμου που είχε μαζευτεί και σταμάτησε να δει τι συνέβαινε. Ένας φωτογράφος έχει πάντα την ίδια περιέργεια μ’ έναν συγγραφέα. Επιβάτες και περαστικοί είχαν σταθεί γύρω από τον λιπόθυμο άντρα, σαν τις μύγες γύρω από το φαγητό, άλλοι σαστισμένοι, άλλοι περίλυποι, άλλοι από περιέργεια για τη συνέχεια. Ο Φερνάντο παραμέρισε μερικούς κι έφτασε στο σημείο. Πλησίασε τον πεσμένο άντρα, έτοιμος να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνο το σεμινάριο του είχε φανεί αρκετές φορές χρήσιμο τελικά. Γύρισε το πρόσωπό του και παραμέρισε τα ακατάστατα γκριζαρισμένα του μαλλιά. Μα για μια στιγμή. Αυτός ο άντρας δεν του ήταν άγνωστος. Ήταν ο αγαπημένος του ζητιάνος!

Εδώ κι ένα χρόνο, τον έβλεπε κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, καθισμένο στα στρωσίδια του, χωρίς να ζητά ελεημοσύνη. Είχε ένα φθαρμένο κυπελάκι δίπλα του κι όποιος ήθελε μπορούσε να ρίξει τον οβολό του. Αν και ρακένδυτος, ήταν τόσο γραφική η φιγούρα του που του τράβηξε το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Λες κι οι κακουχίες έχουν μια ειρωνική δύναμη να βγάζουν από τον άνθρωπο την πονεμένη αλήθεια του και να τη ζωγραφίζουν στις ρυτίδες, στις κόγχες των ματιών, στα αφυδατωμένα χείλη.

Μια μέρα, δεν άντεξε και του ζήτησε την άδεια να τον φωτογραφίσει. Κάτι στην αύρα αυτού του άντρα τον μαγνήτιζε. Ο ζητιάνος τον κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Τι παράξενο! Είχαν τα ίδια μάτια. Ο Φερνάντο ανατρίχιασε στη σκέψη πως ο ζητιάνος ήταν απλώς ο ίδιος σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Παρόλα αυτά, επέμεινε. Του έταξε φαγητό, πρόσβαση σε μπάνιο, καινούρια ρούχα και να μεσολαβήσει για να μπει στο πρόγραμμα αστέγων του δήμου, ώστε να μπορέσει να έχει ένα μέρος να μείνει.

Όση ώρα μιλούσε, ο ζητιάνος σώπαινε. Τον κοιτούσε μ’ αυτό το βλέμμα που εμπεριείχε όλον τον πόνο του κόσμου, θαρρείς. Ο Φερνάντο σκέφτηκε πως μόνο σοφίες μπορούσαν να βγουν από αυτά τα χείλη. Ο ζητιάνος τον ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα. Του μιλούσε μονάχα με τα μάτια. Κατευθύνθηκαν προς το διαμέρισμά του Φερνάντο. Του έδειξε το μπάνιο και του έδωσε καθαρές πετσέτες και καθαρά ρούχα. Μέχρι να τελειώσει, ο Φερνάντο είχε παραγγείλει φαγητό και για τους δυο, είχε στρώσει το τραπέζι και τα είχε σερβίρει όλα σε γενναιόδωρες ποσότητες μέσα σε μεγάλα πιάτα. Ήταν το ωραιότερο τραπέζι που είχε κάνει ποτέ.

Κάθισαν να φάνε. Ο Φερνάντο παρατηρούσε διακριτικά τον άστεγο, που ακόμα δεν ήξερε το όνομά του. Δεν έτρωγε λαίμαργα όπως θα περίμενε κανείς. Απολάμβανε την κάθε μπουκιά, λες και ήταν η τελευταία του. Πώς να είναι να στερείσαι τα βασικά; αναρωτήθηκε ο Φερνάντο. Ήταν τυχερός στη ζωή του. Μεγάλωσε με τη μητέρα του σ’ ένα προάστιο δίπλα στη θάλασσα. Δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα. Ο πατέρας του, γόνος καλής οικογένειας, είχε φροντίσει να τους εξασφαλίσει πριν χωρίσουν με τη μητέρα του. Ο Φερνάντο ήταν μόλις τριών όταν τον είδε για τελευταία φορά.

Στην εφηβεία του, ανακάλυψε το ταλέντο του στη φωτογραφία. Παρότι ήταν άριστος μαθητής, δήλωσε στη μητέρα του πως αυτό ήθελε να σπουδάσει. Φωτογραφία. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα για εκείνον. Η οικονομική τους κατάσταση του επέπτρεπε την πολυτέλεια να κυνηγήσει το όνειρό του και ν’ αφοσιωθεί σε αυτό. Μέχρι τα εικοσιπέντε του, είχε γίνει ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους με διεθνή φήμη.

Αφού τελείωσαν το δείπνο, ο Φερνάντο τον οδήγησε στο στούντιό του. Είχε παλέψει αρκετά μέσα του για το αν θα τον φωτογράφιζε πριν ή μετά τη μεταμόρφωση, αλλά το θεώρησε ανήθικο να τον πληρώσει με φαγητό για να τον φωτογραφίσει. Ούτως ή άλλως, αυτός ο άνθρωπος είχε μια γοητεία που ανάβλυζε από κάθε πόρο του σώματός του. Δε θα είχε σημασία τι φορούσε.

Τον έβαλε να καθίσει σ’ ένα ψηλό σκαμπό και ξεκίνησε. Τα κλικ έπεφταν βροχή. Δε χόρταινε ν’ ανακαλύπτει γωνίες του προσώπου του, καθώς το φως και οι σκιές το χάιδευαν από διαφορετική οπτική γωνία. Ο Φερνάντο βρισκόταν σε καλλιτεχνικό οίστρο. Πρώτη φορά ένιωθε τέτοια έξαψη.

Όταν έδειξε τις φωτογραφίες στον ατζέντη του, εκείνος γκρίνιαξε. Διαφωνούσε κάθετα με τον έντεχνο πειραματισμό του –όπως αποκαλούσε την ανάγκη του Φερνάντο ν’ αλλάξει θέμα στις εκθέσεις του.

«Εσύ φωτογραφίζεις τοπία, κτίρια, δρόμους και τοίχους. Άσε τους ανθρώπους. Είναι δύσκολο θέαμα».

Ο Φερνάντο όμως, πεισματάρης και καλομαθημένος, δεν ήξερε τι θα πει όχι. Πάτησε πόδι και απαίτησε η επόμενη έκθεσή του να είναι αποκλειστικά με τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει τον Κριστιάν και μάλιστα το θέμα να είναι το όνομά του.

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε, ο Κριστιάν όμως δεν εμφανίστηκε στα εγκαίνια. Όταν του το πρότεινε ο Φερνάντο, υποσχόμενος πως αυτή είναι η ευκαιρία του ν’ αλλάξει ζωή, να φύγει από το πεζοδρόμιο, ο Κριστιάν αρνήθηκε. Ο καλοζωισμένος Φερνάντο βλαστήμησε την υπερηφάνεια του ζητιάνου. Δεν ήταν παρά εγωισμός, τη στιγμή που η αξιοπρέπεια στην κατάστασή του ήταν ανόητη.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε. Είχε περάσει ένας μήνας από τότε και τώρα τον έβλεπε εδώ μπροστά του, ευτυχώς ζωντανό. Το ασθενοφόρο δεν άργησε. Ο Κριστιάν διακομίστηκε στο νοσοκομείο κι ο Φερνάντο δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του, φροντίζοντας να έχει την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Οι γιατροί είπαν πως ο οργανισμός του ήταν απλά εξαντλημένος. Δεν διέτρεχε κάποιον κίνδυνο.

Όταν συνήλθε, η παρουσία του Φερνάντο τον σόκαρε.

«Τι ζητάς εσύ εδώ;»

«Μάλλον είμαι ο φύλακας άγγελός σου κι ας μη θέλεις να το παραδεχτείς!»

Ο Κριστιάν χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που φαινόταν μια αχτίδα χαράς στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο.

«Έτσι μπράβο! Θα μου πεις τώρα τι συνέβη; Και κυρίως, θα μου εξηγήσεις γιατί δεν ήρθες στην έκθεση; Κανείς δε λέει όχι στον Φερνάντο!»

«Έτσι ήσουν από μικρός…δεν το δεχόσουν το όχι…»

Ο Φερνάντο τον κοίταξε σαστισμένος.

«Ξέρω ότι πέρασε από το μυαλό σου, αλλά δε θέλησες να το δεχτείς».

«Τι εννοείς, Κριστιάν;»

«Αν πετύχαινε η σημερινή απόπειρα, όλα θα είχαν πάει κατ’ ευχήν και για τους δυο μας».

«Θα μου πεις επιτέλους τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω τίποτα!»

«Τώρα πια δεν έχω άλλη επιλογή. Πόσο εύκολο θα ήταν για σένα, Φερνάντο, ν’ αποδεχτείς πως ο αριστοκράτης πατέρας σου κατάντησε ζητιάνος;»

Σιωπή. Ο Κριστιάν συνέχισε.

«Όσο εύκολο θα ήταν για μένα να σε κοιτάξω στα μάτια τη στιγμή που θα το μάθαινες».

Ο Φερνάντο απέστρεψε το βλέμμα του. Όταν τον ξανακοίταξε, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι. Δεν το ήξερες… πατέρα;»

Killing me softly

17 Μαΐου, 2026

Μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες, το φεγγάρι έριχνε τις ακτίνες του στο λευκό μαξιλάρι, όπου αναπαυόταν το ματωμένο τριαντάφυλλο. Στα πλάγια του κρεβατιού, πεσμένο ανάσκελα, κείτονταν το άψυχο σώμα της. Η ψυχή της είχε βγει απότομα από το σάρκινο κουκούλι, σαν πεταλούδα που δεν πρόλαβε να ζήσει παρά μονάχα μια τραγική νύχτα. Μέσα από τα ακουστικά στο κομοδίνο, ακουγόταν σιγανά ένα τραγούδι, μάρτυρας του εγκλήματος.


Killing me softly with his song...


Το όπλο του εγκλήματος είχε προκαλέσει τη μεγαλύτερη αίσθηση. Ένα παλιό δοξάρι με καρφωμένη στην άκρη του μια λεπίδα, τόσο αιχμηρή που είχε ξεσκίσει την καρδιά της. Ο άγνωστος παραδόθηκε, δύο ώρες αφού ανακαλύφθηκε το πτώμα. Ομολόγησε πως επρόκειτο για φόνο εκ προμελέτης, ενώ δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας ή φόβου για την επερχόμενη ποινή.

Ήταν ακόμα παιδί όταν η μητέρα του έμεινε χήρα και μη μπορώντας να μεγαλώσει τα δυο της παιδιά, αποφάσισε να δώσει το κορίτσι για υιοθεσία, προκειμένου να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Η Εμμανουέλα ήταν μόλις τριών κι ο Πάμπλο εννιά. Στα έντεκα, ο Πάμπλο ξεκίνησε να δουλεύει στο εστιατόριο του θείου του, για να υποστηρίζει οικονομικά το σπίτι. Μόνη του διέξοδος, το βιολί του πατέρα που κληρονόμησε μαζί με το ταλέντο του στη μουσική. Τις μέρες που είχε ρεπό από το εστιατόριο, στεκόταν στην κεντρική πλατεία, με τη θήκη του βιολιού ανοιχτή μπροστά του και την ελπίδα πως θα βγάλει ένα επαρκές μεροκάματο πριν γυρίσει σπίτι. Όταν τελείωσε το σχολείο κι είχε πια αρκετή εμπειρία στο βιολί, έπεισε τον θείο του να τον προσλάβει κανονικά και να του δίνει έξτρα μεροκάματο τα σαββατοκύριακα για να παίζει ζωντανά και να διασκεδάζει τους πελάτες.


Εκείνο το βράδυ, είχε βγει με τους φίλους της για ν’ αποφορτιστεί. Είχε έρθει στην πόλη για μια και μοναδική συναυλία. Την πρώτη της. Το όνομά της φιγουράριζε σε αφίσες και διαφημιστικά πανό. Οι εφημερίδες είχαν γράψει ύμνους για την βιολίστρια που τους μαγνήτιζε όλους με το δοξάρι της και το συναίσθημα που πότιζε κάθε της νότα. Μπήκε στο εστιατόριο και κάθισε με την παρέα της απέναντί του. Ο Πάμπλο την αναγνώρισε. Δυνάμωσε το παίξιμό του. Το δοξάρι του γλιστρούσε με ορμή πάνω στις τέσσερις χορδές και τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού χόρευαν με μανία πάνω στην ταστιέρα. Σταμάτησε απότομα. Οι θαμώνες του μαγαζιού τον χειροκρότησαν σαν από υποχρέωση. Την πλησίασε, στάθηκε μπροστά της κι άρχισε να παίζει μόνο για εκείνη. Η κοπέλα αναγνώρισε το κομμάτι από τις πρώτες νότες. Μα πώς ήταν δυνατόν; Ήταν απλώς ένας άγνωστος.

Στο τέλος της βραδιάς, τον κάλεσε στο δωμάτιό της, μη μπορώντας ν’ αποφασίσει αν αυτός ο άντρας την τρόμαζε ή την γοήτευε. Ο Πάμπλο χτύπησε την πόρτα του δωματίου αποφασιστικά. Εκείνη του άνοιξε, ελπίζοντας πως το μυστήριο προαίσθημά της θα έβρισκε άμεσα λύση. Ο ξένος της προσέφερε ένα λευκό τριαντάφυλλο.

«Η ζωή σου συνέβη από λάθος. Η ζωή σου είναι ένα λάθος» της είπε. Εκείνη τον κοίταξε με απορία. «Όσα σου δόθηκαν είναι κλεμμένα. Όσα σου χαρίστηκαν μου ανήκουν και περίμενα χρόνια για να τα διεκδικήσω πίσω».

«Μα ποιος είσαι; Τι θέλεις από μένα;»

Σήκωσε το βιολί που κρατούσε στο ένα του χέρι και πριν μπήξει το δοξάρι στην καρδιά της, έπαιξε ξανά την αρχή του τραγουδιού που της ήταν τόσο γνώριμο. Του τραγουδιού που της έπαιζε στο βιολί του πατέρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί.

«Πάμπλο;»

Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο

10 Μαΐου, 2026

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Η ησυχία πυκνή στο χωριό σαν φθινοπωρινή ομίχλη. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα μπροστά στην αυλή ενός σπιτιού και διακόπτει την ησυχία. Ο άντρας σβήνει τη μηχανή, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει παραπατώντας. Για κακή του τύχη, έφτασε σώος. Το ψιλοχάλικο του δρόμου τρίζει κάτω από τα παπούτσια του και ματαιώνει τις προσπάθειές του να περάσει απαρατήρητος. Ένα φως ανάβει μέσα στο σπίτι. Η μάνα του τον είχε πάρει χαμπάρι. Ή τον περίμενε. Ή και τα δύο.

Μπαίνει στο σπίτι, έτοιμος για κήρυγμα, ξεχνώντας να καθαρίσει τα ίχνη από πάνω του. Τα ουρλιαχτά της μάνας του αντηχούν μέσα στη νύχτα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη της εισόδου. Το λευκό του πουκάμισο είναι ποτισμένο με αίμα. Στο πρόσωπό του, διάσπαρτες κόκκινες σταγόνες. Η μητέρα του τον πλησιάζει τρομαγμένη.

«Είσαι χτυπημένος;»

Δε νιώθει πουθενά πόνο. Νεύει αρνητικά. Καθώς προσπαθεί να αναπαράγει τα γεγονότα στο μυαλό του, τον λούζει κρύος ιδρώτας. Σωριάζεται στην πολυθρόνα.

«Φτιάξε μου έναν καφέ, σε παρακαλώ».

Το κεφάλι του πάει να σπάσει. Το τελευταίο που θυμάται καθαρά είναι να βάζουν στοίχημα με τον Πάνο ποιος θα πιει τα περισσότερα σφηνάκια. Ύστερα, κενό. Μόνο σκόρπιες εικόνες. Ένα μπουκάλι να σπάει. Σκιές του επιτίθενται. Αίμα. Θυμάται κάποιον να του φωνάζει «Φύγε». Και του είχε πει η μάνα του να κόψουν τα ανόητα παιχνίδια με το ποτό… Πώς να της πει τώρα ότι είχε δίκιο;

Η κυρα-Λένη φέρνει τον καφέ. Από την ανάγκη του να βγάλει άκρη, ο Πέτρος τον πίνει μονορούφι, σαν φάρμακο. Η καφεΐνη ξυπνά τα εγκεφαλικά του κύτταρα κι η σκέψη αρχίζει να συνεργάζεται.

«Τι συνέβη, παιδί μου; Μοιάζεις σαν να πάλευες με φαντάσματα!»

Έχει χλομιάσει. Το αίμα από το πρόσωπό του μοιάζει να έχει στραγγίσει όλο στο πουκάμισο. Κοιτά πάλι τον τεράστιο κόκκινο λεκέ και ξαφνικά, όλα βγάζουν νόημα. Ο Πάνος είναι νεκρός…

Μετά τα σφηνάκια, ο Γιώργος τους προκάλεσε να πάνε στο νεκροταφείο. Ήξερε τον φόβο του Πέτρου για τα μεταφυσικά και βρήκε ευκαιρία να τον τσιγκλήσει. Δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Ο Γιώργος είχε μπει στην παρέα τον τελευταίο χρόνο χάρη στον Πάνο. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπον ν’ αστειεύεται με τις αδυναμίες των άλλων, ενώ έκρυβε επιμελώς τις δικές του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι ο Πέτρος το είχε διαισθανθεί.

Ο έτερος της παρέας, ο Αχιλλέας, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην επιπόλαια νυχτερινή τους περιπέτεια. Την επόμενη μέρα ταξίδευε για Αθήνα και δεν ήθελε να ξενυχτήσει. Έμειναν οι τρεις τους. Ο Γιώργος ήταν ο πιο νηφάλιος.  

Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε ψυχή. Ή μάλλον δεν υπήρχε άνθρωπος. Για τις ψυχές δεν έπαιρνε κανείς όρκο ότι δεν τριγύριζαν ανάμεσα στα μνήματα. Κάτι που ο Γιώργος εκμεταλλεύτηκε κι άρχισε να αφηγείται τρομακτικές ιστορίες για τους «ενοίκους» του νεκροταφείου. Η μέθη μεγέθυνε τα λόγια του Γιώργου στο κεφάλι του Πέτρου που είχε τρομοκρατηθεί. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρας κι έκανε κάθε τόσο πως πίνει για να κρύβει τον φόβο του.

Κάθισαν σ’ ένα τοιχάκι. Ο Πάνος είχε αρχίσει ήδη να ζαλίζεται και μετά τις ανατριχιαστικές αφηγήσεις του Γιώργου, έσκυψε πίσω κι έκανε εμετό. Ο τρόμος του Πέτρου είχε φτάσει στο ζενίθ. Είχε αρχίσει ν’ ακούει παράξενους θορύβους.

«Τι ήταν αυτό;» πετάχτηκε και παραλίγο να πέσει από το τοιχάκι.

«Ο προπάππους μου που ήρθε για παρέα!» τον κορόιδεψε ο Γιώργος γελώντας δυνατά. «Έλα, ρε, μη φοβάσαι! Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο!»

Ο Πέτρος άρχισε να εκνευρίζεται. Από τη μία με την αδυναμία του να συγκεντρώσει τη μεθυσμένη σκέψη του κι από την άλλη με τον φίλο του που το ‘χε παρακάνει.

«Σταμάτα, γιατί αλλιώς…»

«Γιατί αλλιώς τι θα κάνεις, ρε; Στουπί είσαι!»

«Δεν είμαι…» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος και σήκωσε το μπουκάλι απειλητικά προς το μέρος του.

«Θα με κάνεις ντα, Πετράκη;»

«Έλα, ρε Γιώργο!» επενέβη ο Πάνος που είχε βρει λίγο το χρώμα του.

«Όχι, για να μάθει να μου κάνει τον καμπόσο! Δε φτάνει που το παίζει γόης και μας τρώει τα κορίτσια, θα μας δείρει κιόλας;»

«Τι δουλειά έχεις εσύ με την Αλίκη;» απόρησε ο Πέτρος που θεώρησε ότι μιλούσε για την κοπέλα του.

«Ε όχι και τι δουλειά έχω με το Αλικάκι! Αν δεν ήσουν εσύ…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο Πέτρος του όρμησε με το μπουκάλι. Ο Γιώργος τον απέφυγε και το χέρι του Πέτρου προσγειώθηκε στο τοιχάκι. Το μπουκάλι έσπασε. Ο Πέτρος γύρισε και μέσα στη θολούρα του, ξαναδοκίμασε να τον πετύχει.

«Μη, Πέτρο!»

Ο Πάνος μπήκε ανάμεσά τους. Το σπασμένο γυαλί γλίστρησε και του έκοψε απότομα τον λαιμό. Με το αίμα ν’ αναβλύζει από την πληγή, έπεσε στην αγκαλιά του Πέτρου, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Το λευκό πουκάμισο γέμισε αίμα. Ο Γιώργος κοιτούσε σαστισμένος.

«Φύγε!» του φώναξε.

Ο Πέτρος υπάκουσε ασυναίσθητα. Ακούμπησε το άψυχο πια σώμα του Πάνου στον τοίχο κι έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο. Μια σκοτεινή ελπίδα άναψε μέσα στο θολωμένο του μυαλό, πως θα τσακιζόταν σε κάνα βράχο πριν προλάβει να φτάσει σπίτι. Αυτό του άξιζε.

«Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;» τον ρώτησε η μάνα του με αγωνία.

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο…»

«Τι λες, παιδάκι μου; Είσαι καλά;»

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο. Ο εγωισμός του ανθρώπου κάνει!»

Έπεσε στα γόνατα, έγειρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Σώπα, παιδάκι μου. Να σου φέρω ένα καθαρό πουκάμισο να φορέσεις. Να καθαριστείς, να πλυθείς. Όλα καλά θα πάνε!» προσπάθησε να τον παρηγορήσει.

Μέσα στην ντουλάπα, ένα πουκάμισο αλέκιαστο και μαύρο σαν τις σκιές, τις τύψεις και τον φόβο του, περίμενε σιωπηλά να τον τιμωρήσει.

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

3 Μαΐου, 2026


Κι αυτό το καταραμένο κραγιόν! Πώς βρέθηκε στη λαιμόκοψη; Δεν τα κάνουν πια ανεξίτηλα; Προχώρησε η επιστήμη, σου λέει. Μα πόσο άχρηστος είμαι! Τα ρίχνω σ’ ένα καλλυντικό για να καλύψω το λάθος μου! Ήμουν μεθυσμένος… Μπορεί ένας άνθρωπος να κατηγορηθεί για κάτι που δεν έκανε συνειδητά; Ακόμα και για τον φόνο, λένε «εν βρασμώ ψυχής». Πάλι δικαιολογίες ψάχνω. Ας μην έπινες κύριε! Ποιον πόνο ήθελες να πνίξεις στην ξένη αγκαλιά; Έλα ντε; Ποιον πόνο; Πώς να της το έλεγα, γαμώτο; «Αγάπη μου, οι γιατροί μού δίνουν τρεις μήνες ζωής». Δε χωνεύεται εύκολα.

Σάμπως εγώ το έχω χωνέψει; Τρεις μήνες… Τι να χωρέσω σε τρεις μήνες; Με τις βελόνες στα χέρια, τους εμετούς, τα μαλλιά που θα πέφτουν και κανέναν να μη μου εγγυάται ότι όλο αυτό θα φέρει λίγο χρόνο ζωής παραπάνω; Ποιο το νόημα;

Τρεις μήνες. Τι να γίνω σε τρεις μήνες που δεν έγινα ως τώρα; Να γίνω ρεμάλι και να τα κάνω όλα λίμπα, απλά και μόνο επειδή θα πεθάνω; Θα μπορούσα. Τι με νοιάζει; Κι αυτή η καταραμένη φωνή στο κεφάλι μου. Όχι, Βασίλη, δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Πώς δεν είμαι; Κοίτα τι έκανα! Πλήγωσα τη γυναίκα της ζωής μου και μάλιστα χωρίς να το θέλω. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Από το να με δει να λιώνω, καλύτερα να με μισήσει και να προχωρήσει τη ζωή της.

Πονάει όμως, γαμώτο! Δε θέλω να τη χάσω! Τι τη θες, ρε; Νοσοκόμα σου μέχρι τελευταία στιγμή; Να της μείνει η εικόνα σου πάνω στο κρεβάτι του πόνου; Από το να της μείνει η εικόνα μου πάνω από την άλλη γυναίκα, καλύτερα. Και τι θα της πεις; Τι να της πω; Δε θέλω να με λυπηθεί. Ή μήπως θέλω; Ένα βλέμμα της να με κοιτάζει με στοργή και πόνο, ενώ σκέφτεται ότι θα με χάσει. Αίσθηση παντοδυναμίας. Με αγαπάει. Μου ανήκει. Θα είναι δίπλα μου μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει. Δε θα είμαι μόνος… Φοβάμαι.

Ναι, φοβάμαι… Γιατί; Γιατί σε μένα; Μόλις πάτησα τα τριάντα. Ούτε οικογένεια δεν πρόλαβα να κάνω. Κι εκείνη την προαγωγή…στο τσεπάκι την είχα σε έξι μήνες. Έξι μήνες… το διπλάσιο του τρεις. Θα έχω φύγει. Δε θα κάνω ποτέ το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Είχε πάρει και φυλλάδια από το ταξιδιωτικό πρακτορείο και τα κοιτούσαμε σαν παιδιά που λιγουρεύονται ζαχαρωτά. Δεν ξέρω κατά πόσο το ονειρευόταν κι εκείνη ή απλά χαιρόταν με τη χαρά μου. Το ‘χει αυτό η Ξένια μου. Θέλει να κάνει τους άλλους να χαίρονται. Η Ξένια «μου»… Κοψ’το το «μου», φιλαράκι! Πέταξε το πουλί!

Τι να κάνω, ρε γαμώτο; Να τα πουλήσω όλα και να φύγω; Προλαβαίνω; Κι εκείνη; Αν μάθει ότι πέθανα, ίσως με συγχωρήσει.

- Δειλέ!
- Τι θέλεις να κάνω;
- Να την πιάσεις και να της τα πεις όλα στα ίσα.
- Όχι! Όχι!
- Εγωιστή! Φοβιτσιάρη!
- Σκάσε πια! Και τι να της πω; «Δεν είναι αυτό που νομίζεις»;
- Την αλήθεια!
- Είναι καλύτερα να μην ξέρει. Θα την προστατέψω.
- Από τον εαυτό σου;
- Από τον πόνο.
- Μα ήδη την πόνεσες. Και θα νιώθει λίγη. Θα πιστέψει πως δε σου έφτανε, πως δεν την αγαπούσες, πως δεν άξιζε σαν γυναίκα. Το αξίζει αυτό;
- Όχι, δεν το αξίζει. Έχεις δίκιο. Καλύτερα να πονέσει από την απώλεια παρά από την απιστία. Μα θα με ακούσει;
- Θα σε ακούσει. Κάθε θύμα αποζητά μια εξήγηση από το θύτη του για να λύσει μέσα του τα τραύματα.

Τι διλήμματα βάζεις, ρε θάνατε…

Έβαλε τ’ ακουστικά του, πήρε την κορνίζα της από τη βιβλιοθήκη και κάθισε στην πολυθρόνα. Στο τραπεζάκι, ένα μισογεμάτο φλιτζάνι τσάι είχε στο χείλος του σημάδι από κραγιόν. Το δικό της κραγιόν. Έπιασε το κινητό του και κάλεσε τον αριθμό της. Η Ξένια το σήκωσε με φωνή σβησμένη.

«Σου οφείλω μια εξήγηση».

Ο έρωτας ανατέλλει το ηλιοβασίλεμα

26 Απριλίου, 2026

Ήταν το πρώτο τους ταξίδι μαζί. Η παρέα ήταν αχώριστη τρία χρόνια τώρα˙ ο Στέλιος, ο ψηλός και χιουμορίστας, η Σοφία, το φυτουκλάκι, ο Πάρης, ο ωραίος, η Ελένη, το αντράκι κι ο Γιάννης, ο χαμηλών τόνων. Ετερόκλητο πλήθος που βρήκε κοινά στοιχεία μέσα από τα βιώματα της εφηβείας και τα σχολικά θρανία που μοιράζονταν. Οι πέντε τους αντιμετώπιζαν τα πάντα μαζί. Μιλούσαν καθημερινά με μηνύματα στην ομαδική συζήτηση που είχαν φτιάξει με όνομα «OGs»* και σχολίαζαν τα πάντα, από τους καθηγητές και τις εργασίες τους, μέχρι τα οικογενειακά τους προβλήματα.

Την πενταήμερη την περίμεναν πώς και πώς κι ιδιαίτερα εφόσον θα πήγαιναν σε νησί. Το έβλεπαν κάπως σαν διακοπές κι ας τους συνόδευαν οι καθηγητές τους. Τον Κεχαγιόγλου και την Λυμπεροπούλου τους είχαν από κοντά, όποτε ήταν εξασφαλισμένο πως θα περνούσαν καλά. Άλλωστε το είχαν ανάγκη. Το άγχος των πανελληνίων που θα ακολουθούσαν τους είχε ζώσει μ’ ένα μόνιμο σφίξιμο στο στήθος. Όλους εκτός από τον Στέλιο. Το μυαλό του ήταν μόνο στο μπάσκετ, οπότε θα έδινε εξετάσεις μόνο για το χατίρι των δικών του. Οι άλλοι τέσσερις τον φώναζαν «τουρίστα» κι έκλεβαν όσο μπορούσαν από την ανεμελιά του, για να μετριάσουν την αγωνία τους.

Στο καράβι, έπιασαν θέση στο κατάστρωμα, έκατσαν κατάχαμα επάνω στα σακ βουαγιάζ τους κι άρχισαν τη συζήτηση. Η Σοφία ζαλιζόταν στα καράβια και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να της μιλούν συνέχεια για να ξεχνιέται. Για τον Γιάννη, ήταν το πρώτο ταξίδι με πλοίο και κοιτούσε τα πάντα με το βλέμμα ενός ενθουσιασμένου παιδιού. Τον είχε φάει το εξοχικό στο βουνό τόσα χρόνια.

«Πω παιδιά κοιτάξτε! Έχει και σωσίβιες λέμβους! Ρεεε πόσο μεγάλα είναι αυτά τα σκοινιά!!»

«Ναι, τα έχουν φτιάξει γίγαντες! Δεν το’ξερες;» τον πείραζε ο Στέλιος.

«Έλα μωρέ άσ’ τον! Κοίτα τον πώς χαίρεται!» τον μάλωνε η Σοφία που της άρεσε ο Γιάννης στα κρυφά.

Σε λίγο, άφησαν τον ενθουσιασμό του Γιάννη να τους παρασύρει κι άρχισαν να περιπλανιούνται εδώ κι εκεί, ανακαλύπτοντας νέα σημεία του καραβιού. Όταν βαρέθηκαν, γύρισαν πίσω και σώπασαν για ν’ απολαύσουν τον ήχο της θάλασσας, όπως μόνο η νιότη ξέρει να τιμά τα μικρά σαν να είναι σπουδαία.

Αφού έφτασαν Ρόδο και τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο, τα κορίτσια πέρασαν από το δωμάτιο των αγοριών για να τα πάρουν και να κατέβουν στο λόμπι, όπου τους περίμεναν οι καθηγητές. Όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πρώτη τους βόλτα στην παλιά πόλη. Περπάτησαν στα πλακόστρωτα σοκάκια, θαύμασαν τα πέτρινα τείχη και τις αψίδες, σεργιάνισαν στη ρομαντικά φωτισμένη πλατεία κι έβγαλαν άπειρες φωτογραφίες με τα κινητά τους.

Στο γυρισμό, ο Πάρης, ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς, προσπάθησε να πείσει τους καθηγητές να τους πάνε την επόμενη μέρα να δουν το ηλιοβασίλεμα στην παραλία της Ψαροπούλας. Όταν εκείνοι είπαν το ναι, όλη η τάξη ζητοκραύγασε. Τον αγαπούσαν τον Πάρη, γιατί πέρα από το ομορφότερο αγόρι της τάξης, ήταν δίκαιος και μαχόταν πάντα για τα δικαιώματά τους.

Πίσω το ξενοδοχείο, αφού σιγουρεύτηκαν πως οι καθηγητές είχαν πάει για ύπνο, τα αγόρια βγήκαν νυχοπατώντας και πήγαν στο δωμάτιο των κοριτσιών. Η Ελένη τους περίμενε για να βγάλει από την τσάντα της τα Breezer, που είχε κρύψει ανάμεσα στα ρούχα της. Ήπιαν τα ποτά τους παριστάνοντας τους ενήλικες που θα γίνονταν επίσημα σε λίγους μήνες και ξάπλωσαν κι οι πέντε ανάσκελα στα κρεβάτια. Γέλασαν με την ψυχή τους με τον Στέλιο που μιμούνταν τις επιπλήξεις των καθηγητών και κουτσομπόλεψαν τους συμμαθητές τους.

Όταν τα άμαθα στο αλκοόλ κεφάλια τους άρχισαν να ζαλίζονται, η κουβέντα γύρισε στο σοβαρό. Σαν συγκοινωνούντα δοχεία που ακόμα δεν έχουν μάθει τι θα πει αυτονομία, ονειροπολούσαν ότι θα είναι για πάντα μαζί. Υπόσχονταν πως ακόμα κι αν παντρευτούν και κάνουν οικογένειες, δε θα χαθούν. Ξεστόμιζαν επιπόλαια όλα αυτά που η ανήξερη νιότη ονειρεύεται, τη στιγμή που η ανέφελη ζωή που θαρρούσαν πως θ’ ανοιχτεί μπροστά τους, περίμενε καρτερικά να τους υποδεχτεί στον κακοτράχαλο δρόμο της. Δε γνώριζαν πως αυτές ήταν οι τελευταίες ανέμελες στιγμές που θα ζούσαν. Δε φαντάζονταν καν πως το πιο δύσκολο κομμάτι του να είσαι ενήλικας δεν είναι ούτε οι σπουδές που θα κάνεις ούτε η δουλειά που θα πιάσεις, αλλά η ευθύνη των αποφάσεων που βαραίνει πια αποκλειστικά και μόνο εσένα.  

Ο Μορφέας τους βρήκε εκεί, τον έναν ξαπλωμένο σχεδόν πάνω στον άλλο. Τα ξημερώματα, η Σοφία πετάχτηκε στον ύπνο της. Ο Γιάννης, που κοιμόταν δίπλα της, είχε απλώσει το χέρι του κι ακουμπούσε το πόδι της. Παλεύοντας ανάμεσα στην αμηχανία και το καρδιοχτύπι, κατάφερε να σηκωθεί και να τους ξυπνήσει, για να προλάβουν να γυρίσουν στο δωμάτιό τους πριν τους πάρουν χαμπάρι οι καθηγητές.

Το πρόγραμμα της ημέρας είχε ξεναγήσεις, επισκέψεις σε μουσεία, φαγητό σε ταβέρνα και το απόγευμα την πολυαναμενόμενη βόλτα στην παραλία. Η παρέα ρουφούσε εικόνες και γέμιζε αχόρταγα το σακούλι των εμπειριών. Ακόμα κι ο Στέλιος που άκουγε ιστορία κι έβγαζε σπυράκια, εντυπωσιάστηκε από τα ιστορικά στοιχεία του νησιού. Ο Γιάννης κι η Σοφία παρακολουθούσαν σιωπηλοί, ο Πάρης είχε τον νου του στους υπόλοιπους και ήταν αλερτ μην τυχόν χρειαστεί να επέμβει για να υπερασπιστεί κάποιον κι η Ελένη το σκαρφάλωνε σε όποιο τοιχάκι της δινόταν ευκαιρία.

Πριν κατέβουν στην παραλία, οι καθηγητές τους άφησαν να περιηγηθούν λίγο στα μαγαζιά της παλιάς πόλης. Τα κορίτσια αγόρασαν σουβενίρ και τα αγόρια είχαν κολλήσει σε κάτι εικονογραφημένα βιβλία για ιππότες. Πετώντας περισσότερο παρά περπατώντας, έφτασαν στην αμμουδιά. Χωρίστηκαν σε πηγαδάκια των τεσσάρων έως έξι ατόμων και κάθισαν στις πετσέτες που είχαν στις τσάντες τους. Η Σοφία και η Ελένη βολεύτηκαν ανάμεσα στον Γιάννη και τον Πάρη, ενώ ο Στέλιος ξάπλωσε φαρδύς πλατύς μπροστά στα πόδια τους.

Κοιτούσαν με ανυπομονησία τον ορίζοντα λες και περίμεναν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη να βγει στη σκηνή για να τραγουδήσει. Ο ήλιος κατέβηκε αργά, άπλωσε αυτάρεσκα τις ακτίνες του απ’ άκρη σ’ άκρη, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του ροζ. Οι νεανικές καρδιές, ερωτευμένες και μη, χάζευαν την ομορφιά των χρωμάτων. Ο Γιάννης έγειρε προς τα πίσω και στηρίχθηκε στα χέρια του, βάζοντας το ένα –λίγο τυχαία και λίγο επίτηδες– πίσω από την πλάτη της Σοφίας. Εκείνη ένιωσε το άγγιγμά του κι ανασηκώθηκε ελαφρά ξαφνιασμένη. Έπειτα αφέθηκε κι ακούμπησε ελαφρά πάνω του.

Ο Πάρης αγκάλιασε την Ελένη που έβγαλε το χέρι του από πάνω της εκνευρισμένη. Του άρεσε αυτό το αγοροκόριτσο. Ίσως να είχε επηρεαστεί από τους άλλους που τον παρότρυναν κοροϊδευτικά πως πρέπει να την κλέψει και να γυρίσει στην Τροία. Ήταν ωραία η Ελένη –κακά τα ψέματα– κι ας στερούνταν θηλυκότητας. Εκείνη όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως η αντίδρασή της σε κάθε κίνηση του Πάρη να την πλησιάσει ήταν απλά μια άμυνα για να μην προδοθεί. Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα άντεχε να το κρύβει.

Κάτω από το φως του σούρουπου που έδυε, κάτι νέο ανέτειλε. Κάτι ξένο μπήκε στην παρέα και την άλλαξε μια για πάντα. Τίποτα δεν προμήνυε πια τη νηνεμία των προηγούμενων χρόνων. Ο έρωτας είχε έρθει να ταράξει τα νερά μέσα τους και μεταξύ τους, όπως μόνο εκείνος ξέρει. Η ζωή τώρα ξεκινούσε.

*OG = original gangster είναι μια έκφραση που αναφέρεται σε κάποιον που θεωρείται πρωτοπόρος ή καλύτερος από όλους στον τομέα του

Η ευγένεια χωρά σ’ ένα μπουκέτο γαζίες

19 Απριλίου, 2026

- Τι λες, Γιωργάκη; Πάμε έναν περίπατο μέχρι το πηγάδι; Πιάστηκα όλη μέρα στο καφενείο.
- Πάμε, παππού!
- Αντέχεις, έτσι; Μη μου πεις στα δέκα βήματα ότι κουράστηκες!
- Όχι, παππού! Αντέχω! Να κοίτα!
- Άπαπα όχι τόσο γρήγορα! Πώς θα σε προφτάσω;
- Καλά, παππού, δε θα τρέχω. Αλλά θα μου πάρεις μετά παγωτό, έτσι;
- Θα σου πάρω, βρε συμφεροντολόγε!
- Βανίλια θέλω! Εσύ;
- Εγώ δε θα φάω. Θα με πιάσει πάλι κνησμός και θα μου βγει ξινό.
- Κνη- τι;
- Κνησμός. Φαγούρα δηλαδή.
- Η μαμά λέει ότι χρησιμοποιείς δύσκολες λέξεις επειδή παλιά ήσουν δάσκαλος. Έτσι είναι, παππού;
- Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι, παιδί μου. Δηλαδή η συνήθεια δύσκολα κόβεται. Ε και πάντα κοίταζα να προσέχω τι λέξεις μαθαίνω στα παιδιά.
- Να σε ρωτήσω κι εγώ μια λέξη;
- Και δε ρωτάς.
- Τι είναι "αλητεία";
- Πού το άκουσες εσύ αυτό;
- Ο κυρ-Στέφανος μάλωνε τον Κωστή και του έλεγε ότι είναι κακό πράγμα και να μην φέρεται σαν αλήτης.
- Το 'χει παραξηλώσει ο Κωστής, εδώ που τα λέμε. Αλητεία, παιδί μου, είναι να γυροφέρνεις χωρίς να κάνεις κάτι που έχει ουσία και να περιφρονείς τους κανόνες της κοινωνίας, κάνοντας του κεφαλιού σου. Κατάλαβες;
- Μάλλον. Κι είναι πολύ κακό;
- Να σου πω. Κάποτε και τους επαναστάτες, αλήτες τους λέγανε. Αλλά άλλο πράγμα να θέλεις ν’ αλλάξεις τα πράγματα και να πηγαίνεις κόντρα σε όλους και σε όλα κι άλλο να μη σέβεσαι τίποτα επειδή έτσι σου αρέσει εσένα.
- Άρα οι αλήτες είναι εγωιστές, ε παππού;
- Να μια δύσκολη λέξη! Εγωιστής γίνεται αυτός που δεν έμαθε να νοιάζεται για τους άλλους, επειδή κανείς δε νοιάστηκε ποτέ γι’ αυτόν ή αντίθετα νοιάστηκε υπερβολικά.
- Φτάσαμε, παππού!
- Ξέρεις πώς το λέγαμε παλιά το πηγάδι;
- Αμέ! Το ραντεβουδοπήγαδο! Μου το είπε η μαμά! Εδώ γνώρισες, λέει, τη γιαγιά!
- Μαρτυριάρα είναι η μάνα σου! Εδώ τη γνώρισα, ναι. Είχα πρωτοδιοριστεί κι έψαχνα το πηγάδι. Εκείνη είχε έρθει να βγάλει νερό και τραβούσε το σκοινί για ν’ ανεβάσει τον κουβά. Μόλις την είδα, έτρεξα να βοηθήσω. Ήταν υπερήφανη όμως η γιαγιά σου. «Δε χρειάζομαι βοήθεια!» μου είπε. «Μπορώ και μόνη μου!» Έκανα πίσω, αλλά με έτρωγε. Βλέπεις είχα τρεις μικρότερες αδερφές κι ήμουν μαθημένος στο να τις προσέχω. Δεν άντεχα να τη βλέπω να παιδεύεται. Όχι επειδή ήταν γυναίκα, δηλαδή. Κι άντρας να ήταν πάλι θα έτρεχα να βοηθήσω. Άμα έχεις μέσα σου το σαράκι της προσφοράς, δε σε νοιάζει ποιος είναι ο πλησίον. Ο διπλανός σου, δηλαδή. Για να μη νομίζει όμως ότι την προσέβαλα, της ζήτησα να μου δείξει πώς να βγάζω νερό, αφού δεν ήξερα από αυτά. Ε αυτό ήταν. Μια μέρα, αφού είχα μάθει πια τα κατατόπια, της έκανα κι ένα δώρο.
- Τι δώρο; Της πήρες μονόπετρο όπως ο νονός στη νονά;
- Μακάρι να είχα λεφτά να της πάρω δαχτυλίδι. Όμως κι αυτό που της έδωσα χρυσό ήταν. Της φύσης.
- Δηλαδή;
- Έκοψα μερικά άνθη από τη γαζία στην αυλή, τα έδεσα προσεκτικά μ’ ένα σπαγκάκι για να μη διαλυθούν, τα έβαλα μέσα σε ένα ξύλινο κουτάκι που είχα φτιάξει μόνος μου και της το έδωσα μόλις την είδα. Όταν το άνοιξε, μοσχοβόλησε ο τόπος! Το κάνουν αυτό τα δαχτυλίδια; Δεν το κάνουν!
- Είσαι ρομαντικός, παππού!
- Κι αυτή τη λέξη την ξέρεις;
- Ε ξέρεις τώρα… η μαμά!
- Αχ αυτή η κόρη μου!
- Πάμε τώρα για το παγωτό;
- Πάμε! Αλλά θα μαζέψουμε και λίγες γαζίες για τη μαμά σου που σου μαθαίνει τόσο ωραίες λέξεις, σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι!

Κοινωνία vs Γυναίκα

18 Απριλίου, 2026

- Πού πας;
- Θα βγω.
- Και πώς ντύθηκες έτσι σαν καλόγρια; Δείξε και λίγο δέρμα!
- Μα κάνει κρύο.
- Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος!

(αλλάζει)

- Ντάξει τώρα;
- Το παράκανες! Είπαμε να δείξεις, όχι να γδυθείς!
- Ε και τι να βάλω δηλαδή;
- Κάτι που να δείχνει τόσο που να τραβά το ενδιαφέρον, αλλά όχι τόσο πολύ που να προκαλεί.
- Να προκαλεί ποιον;
- Τα αντρικά βλέμματα.
- Άρα να ντυθώ σύμφωνα με το τι θέλουν οι άντρες;
- Ε πώς αλλιώς θα βρεις ένα παλικάρι να νοικοκυρευτείς κι εσύ;
- Με το σώμα μου θα το βρω;
- Αμ πώς; Με τα ωραία σου τα μάτια ή τον πλούσιο ψυχικό σου κόσμο;
- Γιατί όχι;
- Γιατί αυτά λένε πως τα κοιτάνε, αλλά στην πραγματικότητα αλλού πέφτει το μάτι τους.
- Ναι, αλλά αν πέφτει το μάτι του στο τι φοράω, δε θα θέλει εμένα.
- Ε τι να θέλει το σώμα σου, τι εσένα! Το ίδιο είναι.
- Δεν είμαι μόνο το σώμα μου!
- Μη γίνεσαι ρομαντική! Φυσικά και είσαι κυρίως αυτό!
- Και το ποια είμαι ποιος θα το δει;
- Ψύλλους στ' άχυρα γυρεύεις!
- Κι αν αυτός που με θέλει για το σώμα μου, δει ότι δεν του κάνω σαν χαρακτήρας;
- Το πολύ πολύ να σε χωρίσει.
- Χωρίς να με βλάψει;
- Δεν ξέρω.
- Μπορείς να μου το εγγυηθείς;
- Και τι είμαι για να σου το εγγυηθώ; Θεός;
- Κι αν εμένα δε μου αρέσει;
- Ε καλά τώρα, αν φορέσεις αυτά που φοράς, σιγά που δε θα σου αρέσει!
- Άρα δεν είμαι μόνο το σώμα μου. Είμαι και τα ρούχα μου. Και τα δυο κρίνονται από το τι θέλουν οι άντρες κι όχι από το τι μου αρέσει εμένα να φοράω και τι με κάνει να νιώθω άνετα ή όμορφη.
- Αν θες να νιώθεις όμορφη, σημαίνει πως θες να αρέσεις.
- Κι αυτό δίνει αυτόματα στον καθένα το δικαίωμα να με ποθήσει και την υποχρέωση σε μένα να το δεχτώ;
- Ωχ τώρα, υπερβολές!
- Μπορώ ν' αρνηθώ;
- Φυσικά και μπορείς.
- Και θα είμαι ασφαλής;
- Πού να ξέρω; Πρέπει να προσέχεις.
- Κι εσύ γιατί δε με προστατεύεις; Γυναίκα δεν είσαι;
- Μα γι' αυτό σου τα λέω αυτά! Για το καλό σου! Μην πηγαίνεις γυρεύοντας!
- Γυρεύοντας τι; Να με βιάσουν;
- Γενικά... Πρέπει να προσέχεις!
- Τι φοράω;
- Ε ναι.
- Άρα είναι αποκλειστικά δική μου ευθύνη το τι θα μου κάνουν;
- Αν δεν κουνήσεις την ουρά σου...
- Ποια ουρά; Άνθρωπος είμαι! Νοήμον ον!
- Κι οι άντρες έχουν ένστικτα.
- Αν δεν μπορούν να τα δαμάσουν, να ξανανέβουν στα δέντρα!
- Ε τώρα... άντρες είναι.
- Κι εγώ γυναίκα. Τι θα πει δηλαδή αυτό;
- Δεν καταλαβαίνεις...
- Μωρέ καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
- Τότε να προσέχεις!
- Κι αν κινδυνέψω τι να κάνω;
- Τι άλλο; Να πας στην αστυνομία.
- Και θα με προστατέψουν εκεί;
- Αυτή είναι η δουλειά τους.
- Και θα την κάνουν;
- Μα δε σε βρίσκει κανείς πουθενά! Φόρα ό,τι θες να τελειώνουμε! Αλλά μη μου ζητήσεις τα ρέστα μετά!

(Χαλά το χτένισμά της, ξεβάφεται και βάζει μια φόρμα)

- Έτσι θα βγεις;
- Ναι.
- Μα γιατί;
- Αφού κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι είναι ασφαλές να είμαι ο εαυτός μου, καλύτερα να είμαι ζωντανή, παρά όμορφη.

Ανάσταση

12 Απριλίου, 2026

Οι διακοπές του Πάσχα είχαν αρχίσει. Τα παιδιά είχαν ξαμοληθεί μέσα κι έξω από τις αυλές των σχολείων και χαίρονταν το τέλος των μαθημάτων και την ανεμελιά του παιχνιδιού. Ο Νίκος είχε κανονίσει να βρεθεί με την παρέα του για μπάσκετ όπως κάθε μέρα. Το ραντεβού δινόταν πάντα έξω από την πόρτα του σχολείου.

Με το που έφταναν όλοι, σκαρφάλωναν στα κάγκελα, πηδούσαν μέσα κι έτρεχαν προς τη μπασκέτα. Η παρέα αποτελούνταν από τέσσερα άτομα, οπότε χωρίζονταν σε δύο ομάδες των δύο ατόμων. Ο Νίκος ήταν ο πιο ψηλός κι όλοι τον ήθελαν για συμπαίκτη. Είχε ταλέντο στα τρίποντα κι όποιος ήταν μαζί του, τη νίκη την είχε εξασφαλισμένη. Για να είναι δίκαιοι όμως, έβαζαν τον Πέτρο –που ήταν ο πιο αργός– να παίζει μαζί του και στην άλλη ομάδα έμεναν ο Γιώργος με τον Κώστα κι οι δύο μετρίου αναστήματος και γρήγοροι στις πάσες.

Το παιχνίδι ξεκίνησε. Την μπάλα την είχε η αντίπαλη ομάδα, η οποία με γρήγορες κινήσεις κατάφερε το πρώτο καλάθι. Ο Νίκος έκλεψε την μπάλα, την πάσαρε στον Πέτρο κι έτρεξε να πάρει θέση για τρίποντο. Ο Πέτρος του πέταξε την μπάλα, ο Νίκος πήδηξε και με μια εύστοχη βολή σκόραρε τους πρώτους τρεις πόντους. Το παιχνίδι συνεχίστηκε με την ομάδα του Νίκου να προπορεύεται σταθερά. Μετά από μια ώρα, ο αγώνας έληξε με τον Πέτρο και τον Νίκο να πανηγυρίζουν τη νίκη τους. Το ‘χαν συνήθειο, όποιος κέρδιζε τον αγώνα να τρέχει τον γύρο του γηπέδου και να καρφώνει ένα τελευταίο καλάθι σκαρφαλώνοντας στη μπασκέτα.

Ο Νίκος, με τη μπάλα στα χέρια, έκανε τον γύρο του θριάμβου, πήδηξε, κρεμάστηκε με το ένα χέρι στο καλάθι και με το άλλο έριξε τη μπάλα μέσα. Κρεμασμένος ακόμα, έκανε το σήμα της νίκης προς τον συμπαίκτη του, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Με το που άφησε το χέρι από το στεφάνι, προσγειώθηκε άτσαλα στο έδαφος, παραπάτησε κι έχοντας ακόμα τη φόρα του άλματος, καρφώθηκε με το κεφάλι στη σιδερένια μπασκέτα. Οι φίλοι του κοκάλωσαν. Έτρεξαν κοντά του, αλλά ο Νίκος είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις του.

Οι επόμενες μέρες εξελίχθηκαν σε Γολγοθά για την οικογένειά του. Νοσοκομεία, εξετάσεις, εντατική, αναμονή, προσευχή και δάκρυα. Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι το χτύπημα έγινε σε κρίσιμο σημείο και δυστυχώς ο Νίκος βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Υπάρχουν ελπίδες να επανέλθει, αλλά είναι ελάχιστες κι ακόμα κι αν συμβεί το θαύμα, το αναπηρικό αμαξίδιο θα του είναι για αρκετό καιρό απαραίτητο.

Συντετριμμένοι οι γονείς του, πέρασαν τη Μεγάλη Εβδομάδα στην αίθουσα αναμονής έξω από την εντατική. Το ταξίδι για το χωριό ματαιώθηκε. Οι εορταστικές προετοιμασίες μετατράπηκαν σε αγωνία και θλίψη. Οι φίλοι του τον επισκέφθηκαν κι οι γιατροί τούς επέτρεψαν να τον δουν για δέκα λεπτά ο καθένας.

Πρώτος μπήκε ο Κώστας.

«Έλα, ρε Νικόλα! Σήκω, ρε φίλε! Σήκω να παίξουμε!» του ψιθύρισε.

Ο Γιώργος δεν άντεξε. Μόλις είδε τον φίλο του διασωληνωμένο, με τα μάτια σφραγισμένα, έτρεξε έξω κλαίγοντας με λυγμούς. Τελευταίος μπήκε ο Πέτρος.

«Νίκο; Γιατί, ρε Νίκο, δεν ξυπνάς; Κερδίσαμε… ξέχασες; Κερδίσαμε! Ξύπνα να πανηγυρίσουμε… Δε θέλω να σε χάσω, ρε φίλε… Ξύπνα, σε παρακαλώ!»

Μεγάλη Πέμπτη. Ο γιατρός ήρθε για επανεξέταση. Η κατάσταση του ασθενούς ήταν αμετάβλητη. Μίλησε με τους γονείς και με πόνο ψυχής έθεσε το δίλημμα. Μπορούσαν να περιμένουν, αλλά έπρεπε να γνωρίζουν ότι ίσως έπαιρνε μήνες ή και χρόνια μέχρι να υπάρξει κάποια αλλαγή. Η εναλλακτική που προσφερόταν σε περίπτωση μη ανάκαμψης ήταν η αποσύνδεση από τη μηχανική υποστήριξη. Στο άκουσμα της εκδοχής αυτής, η μητέρα του Νίκου κατέρρευσε. Ο πατέρας του πήρε τον λόγο.

«Τον μοναχογιό μου εγώ δεν τον σκοτώνω, γιατρέ. Όσο ζούμε και οι δυο μας, θα περιμένουμε».

Ο γιατρός απολογήθηκε και προσπάθησε να εξηγήσει, αλλά ήταν ανένδοτοι.

Μεγάλη Παρασκευή. Ο ουρανός έμοιαζε θλιμμένος. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα κι η ατμόσφαιρα στο νοσοκομείο έγινε ακόμα πιο βαριά. Ο Νίκος δεν έλεγε να δώσει σημάδι ζωής. Είχε ζωστεί τον σταυρό του και τον κουβαλούσε σιωπηλά. Το μεσημέρι, τα σύννεφα αραίωσαν. Ο πατέρας του Νίκου, που είχε βγει για ένα τσιγάρο, κοιτούσε ψηλά κι από μέσα του προσευχόταν.

«Δώσε μου, Θεέ μου, ένα σημάδι ότι θα γίνει καλά. Ένα σημάδι ότι δεν τον ταλαιπωρούμε».

Έσκυψε το κεφάλι απελπισμένος κι ύστερα το σήκωσε ξανά. Απέναντί του, ένα ουράνιο τόξο έκανε δειλά την εμφάνισή του μέσα από τα γκρίζα σύννεφα. Μπήκε μέσα με το ηθικό αναπτερωμένο κι αγκάλιασε τη γυναίκα του. 

Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Στην αίθουσα αναμονής, η τηλεόραση έδειχνε την Ακολουθία της Αναστάσεως σε απευθείας μετάδοση. Η μάνα του Νίκου, αποκαμωμένη, έκλαιγε βουβά μπροστά στο Θείο πάθος που βρήκε λύτρωση. Ο δικός της Γολγοθάς δεν έλεγε να τελειώσει.

«Κάνε, Χριστέ μου…»

 Η ώρα δώδεκα ακριβώς.

«Χριστός Ανέστη, γιε μου».

Στην εντατική, επάνω στο κρεβάτι του μαρτυρίου, δυο δάχτυλα νεκρά κινήθηκαν. Δε θ’ αργούσε ο καιρός που θα σχημάτιζαν ξανά το σύμβολο της νίκης.

Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές

5 Απριλίου, 2026

Άνθισαν οι πασχαλιές. Τα μωβ λουλούδια τους αναδίδουν μια μεθυστική ευωδία, καθώς κρέμονται σαν άνθινα τσαμπιά πάνω στα κλαδιά του λυγερόκορμου δέντρου. Χθες, έκοψε μερικά και τώρα κοσμούν το τραπέζι της αυλής, πλάι στα εξίσου εύοσμα κρινάκια. Εκεί κάθεται τώρα και ξεκουράζει τα πόδια της. Αφήνει το βλέμμα της να πλαγιάσει πάνω στην ομορφιά της φύσης και ρουφά αχόρταγα εικόνες και χρώματα. Τι κι αν αυτό το τοπίο το βλέπει 50 χρόνια τώρα; Ποτέ δεν είναι το ίδιο. Αυτή είναι η μαγεία του. Την άνοιξη γίνεται πολύχρωμο, το καλοκαίρι καταπράσινο, το φθινόπωρο βάφεται γήινο και τον χειμώνα μένει ξερό κι αφυδατωμένο, σαν το πρόσωπό της.

Δεν την πειράζει που ρυτίδιασε. Ούτε που διανύει πια τον χειμώνα της ζωής της. Ήταν μια όμορφη ζωή. Γάμος, παιδιά, εγγόνια. Τους περιμένει όλους για το Πάσχα που πλησιάζει. «Πάσχα στο χωριό» το λένε στην πρωτεύουσα κι η Δάφνη χαμογελάει που τα παιδιά της νιώθουν πια πρωτευουσιάνοι κι ας μεγάλωσαν στην επαρχία. Ανυπομονεί να δει τα εγγόνια της, τα μικρά και τα μεγάλα. Να βάψει μαζί τους κόκκινα αβγά και ροζ και μπλε και πράσινα, να της δείξουν με καμάρι τις λαμπάδες που τους πήραν οι νονοί και οι νονές τους, να ζυμώσουν κουλούρια και να καμαρώσει τα χεράκια τους να τα πλάθουν σε πλεξούδες, σαλιγκαράκια και βαρκούλες. Όταν έρχονται, το σπίτι γεμίζει φωνές, μυρωδιές κι αγκαλιές.

Από τότε που έφυγε ο Κοσμάς για το μακρύ ταξίδι, της στοίχισε η μοναξιά. Η μόνη της συντροφιά είναι οι τετράποδοι φίλοι της˙ οι γάτες της, η Ριρίκα και ο Ψιψής και τα δυο κυνηγόσκυλα, ο Παναγής κι ο Κωστίκας. Τους μιλά σαν να ‘ταν άνθρωποι κι εκείνα την καταλαβαίνουν τα άτιμα και την ακολουθούν παντού. Της λείπει όμως η ανθρώπινη λαλιά. Να πει μια κουβέντα να ξεδώσει το μυαλό της. Με τα ζωντανά τι να συζητήσει; Τα γειτονικά σπίτια δεν είναι κοντά κι όλα τους κατοικούνται από νέα ζευγάρια που παράτησαν την πόλη για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Με κάνα δυο έχει καλές σχέσεις. «Γιαγιά Δάφνη» τη φωνάζουν όποτε περνούν μπροστά από το σπίτι της και πάντα τη ρωτούν μήπως χρειάζεται κάτι από το χωριό. Καλά παιδιά, δεν έχει παράπονο. Αλλά έχουν κι αυτά τις δουλειές τους.

Τι όμορφη που ‘ναι η πασχαλιά! Θυμάται τότε που τη φύτεψαν με τον Κοσμά. Εκείνος της έλεγε να βάλουν κάνα δέντρο που να δίνει καρπούς, αν ήθελαν λουλούδια φύτευαν και στη γλάστρα. Η Δάφνη όμως ήταν ανένδοτη.

«Όταν ανθίσουν το Πάσχα και στολίσουν τον κήπο, θα σου αρέσει!»

«Κι αυτό το μωβ, βρε παιδί μου, που έχουν. Πένθιμο χρώμα».

«Τι ήθελες να φυτέψουμε για το Πάσχα, χριστιανέ μου; Κόκκινες τουλίπες; Κάτι ξέρει το δέντρο και τα βάφει πένθιμα. Τα θεία πάθη τιμούμε».

«Δεν έχεις κι άδικο».

Έτσι φυτεύτηκε η πρώτη πασχαλιά. Μετά ήρθε και δεύτερη, ίσα για να μη νιώθει μόνη η πρώτη.

«Κι άλλη θα βάλουμε;»

«Μα κοίτα ετούτη πώς έπιασε! Κι έπειτα, εμείς δυο δεν είμαστε; Μια για τον έναν μια για τον άλλον».

Πάλι της έκανε το χατίρι και φυτεύτηκε κι η δεύτερη.

Όποτε τις βλέπει να στέκουν η μια δίπλα στην άλλη, φορτωμένες με τα μαβιά καλούδια τους, τον θυμάται τον Κοσμά και τα όμορφα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ήσυχος άνθρωπος, καλοκάγαθος ήταν. Καλός πατέρας και σύζυγος, συνεπής στις υποχρεώσεις του, εργατικός και φιλόξενος. Είχαν κάνει τραπέζια με θέα τις πασχαλιές ουκ ολίγα! Και δώσ’ του να κερνάει τους καλεσμένους κρασί και να γυρνάει το αρνί στη σούβλα. Η Δάφνη πηγαινοερχόταν στην κουζίνα να κόψει τυρί, σαλάτα, να φέρει μεζεδάκια για τον ψήστη και τη συντροφιά, να προσφέρει αβγά για τσούγκρισμα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, πάντα το δικό της αβγό έμενε ανέπαφο. «Ξύλινο έχεις πάρει και μας κερδίζεις κάθε χρόνο, κυρά μου;» την πείραζε ο Κοσμάς κι έσκαγε στα γέλια. «Αλλά ξέχασα. Εσύ έχεις πάντα δίκιο. Γι’ αυτό και τ’ αβγό σου δεν καταδέχεται να χάσει!»

Τι ωραία χρόνια! Πέντε χρόνια τώρα που τον έχασε, τον νοσταλγεί κάθε χρονιά και περισσότερο. Κι αυτές οι Πασχαλιές, τόσο όμορφες μαζί, πώς να τις χωρίσεις; Δεν αργεί όμως ο καιρός που θ’ αγγίξουν ξανά τα κλαδιά τους. Η Δάφνη το ξέρει. Το διαισθάνεται. Όχι όμως φέτος. Φέτος, περιμένει πάλι τα παιδιά της. Μα να τα! Ακούει τ’ αυτοκίνητα να σταματάνε έξω από την αυλή. Η πόρτα ανοίγει και τα εγγόνια τρέχουν να την αγκαλιάσουν.

«Τι μυρίζει έτσι όμορφα, γιαγιά;»

«Οι πασχαλιές, παιδί μου! Άνθισαν οι πασχαλιές!»

1 2 3 9