Ιστορίες

Το φιλί της θάλασσας

18 Ιουλίου, 2026

«Τα γεμιστά τρώγονται κρύα, όπως η εκδίκηση» έλεγε η γιαγιά Ευαγγελία και ξυπνούσε από τα χαράματα για να τα μαγειρέψει, ώστε το μεσημέρι να έχουν την κατάλληλη θερμοκρασία. Τα εγγόνια της, η Βασιλική κι ο Γεράσιμος, ήξεραν πως δεν έπρεπε να την ενοχλούν όσο βρίσκεται στην κουζίνα της, οπότε έβγαιναν να παίξουν στην αυλή.

Αγαπούσαν τα καλοκαίρια στο εξοχικό με τον παππού και τη γιαγιά. Τα δύο χρόνια που τους χώριζαν, τους επέτρεπαν να παίζουν μαζί και να ευχαριστιούνται πάνω κάτω τα ίδια παιχνίδια. Η Βασιλική, ως μεγαλύτερη, το έπαιζε σοβαρή και μετρημένη μπροστά στους μεγάλους, αλλά πετούσε τη σκούφια της για σκαρφαλώματα και βόλτες στην παραλία. Άσχετα αν απολάμβανε να το παίζει δασκάλα σαν τη γιαγιά και να βάζει τον Γεράσιμο τιμωρία στο παλιό θρανίο που είχαν στην αυλή.

Ο παππούς Αποστόλης είχε μόνιμα την καρέκλα του στην παραλία, που απλωνόταν από την άλλη μεριά του δρόμου. Η γιαγιά τον φώναζε για να τη βοηθήσει πότε στο ένα και πότε στο άλλο, αλλά εκείνος ήταν υπερήφανος στ’ αυτιά και η Βασιλική με τον Γεράσιμο έπρεπε κάθε φορά να τρέχουν να τον φωνάξουν. Καμιά φορά, κάθονταν μαζί του και παρασύρονταν από τις ιστορίες του, αφήνοντας τη γιαγιά να ξεροσταλιάζει περιμένοντας για βοήθεια.

Η θάλασσα είχε γίνει η αγαπημένη θέα του παππού από όταν βγήκε στη σύνταξη. Κάθε λίγο και λιγάκι σηκωνόταν από την καρέκλα και έβρεχε τα πόδια του στο κύμα. Στεκόταν για λίγο με τις πατούσες του να χώνονται μέσα στην υγρή άμμο κι έπειτα γυρνούσε στη θέση του. Τα παιδιά, περίεργα εκ φύσεως, τον είχαν ρωτήσει γι’ αυτή του τη συνήθεια.

«Όταν έχεις νιώσει τόσες φορές την ανάσα του δράκου να σου γλείφει το δέρμα, το φιλί της θάλασσας δεν το χορταίνεις» τους είχε απαντήσει.

Ο παππούς Αποστόλης ήταν στα νιάτα του πυροσβέστης και μάλιστα στην πρώτη γραμμή. Εκείνος ήταν κι ο πρώτος που διέκρινε τον δράκο που είχε φωλιάσει στο απέναντι βουνό εκείνη τη μέρα. Δεν είχε κόσμο στην παραλία γιατί φυσούσε μανιασμένα.

«Να τος πάλι ο κερατάς!»

Τα παιδιά ακολούθησαν με το βλέμμα τους το δάχτυλο του παππού.

Ο δράκος είχε απλώσει τις πελώριες φτερούγες του και τριγυρνούσε ανάμεσα στα δέντρα φτύνοντας φλόγες από δω κι από κει.

«Εκεί είναι η φωλιά του, παππού;» ρώτησε ο Γεράσιμος.

«Δεν έχει φωλιά ο δράκος. Όποιο δάσος του καλαρέσει το κάνει λημέρι και θρονιάζεται μέχρι να τελειώσει τη δουλειά του. Μόλις κάψει όσα δέντρα λαχταρά η ψυχή του, βγαίνει να κάνει τις βόλτες του στον αέρα» τους εξήγησε ο παππούς.

«Είναι κακός αυτός ο δράκος!» δήλωσε η Βασιλική θυμωμένα, σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος.

«Είναι, τσούπρα μου».

«Θα τον διώξουν τον δράκο, παππού;» ρώτησε θλιμμένα το αγόρι.

«Πάντα τον διώχνουν, παιδί μου! Σημασία έχει να σώσουν όσα περισσότερα δέντρα και ζώα μπορούν».

«Υπάρχουν νεραϊδογοργόνες, παππού;» ρώτησε η Βασιλική

«Ναι καλέ, και είναι ασημένιες! Τις είδα χτες το πρωί όταν κατέβηκα στην παραλία!» πετάχτηκε ο Γεράσιμος και γύρισε να κοιτάξει την αδερφή του, η οποία του σβούριξε μια σφαλιάρα στον σβέρκο.

«Όλο ανοησίες είσαι! Σιγά μην τις είδες!»

«Αλήθεια σου λέω! Τις είδα με τη μάσκα μου!» διαμαρτυρήθηκε ο Γεράσιμος.

«Μην τσακώνεστε, παιδιά μου! Ελάτε, πάμε να φάμε τώρα γιατί θα φωνάζει πάλι η γιαγιά σας. Ξέρετε πως νευριάζει όταν μιλάμε γι’ αυτά!»

Πέρασαν τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. Μόλις μπήκαν στην αυλή, η Βασιλική κοντοστάθηκε.

«Η γιαγιά τον είδε τον δράκο;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά, ξεχνώντας ότι ο παππούς δεν ακούει και φυσικά δεν πήρε απάντηση.

Τα γεμιστά τούς περίμεναν σερβιρισμένα με μπόλικο φρέσκο ψωμί και φέτα. Έφαγαν με όρεξη, τσίμπησαν κι ένα παγωτό από την κατάψυξη και πήγαν στο δωμάτιό τους. Ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους κι άρχισαν να γλείφουν με λαιμαργία.

«Χτες είδα στον ύπνο μου τον δράκο» είπε ο Γεράσιμος ανάμεσα στις μπουκιές του.

«Ουφ! Πάλι άρχισες τα ψέματα;»

«Ωχ μωρε! Ποτέ δε με πιστεύεις!»

«Καλά…για πες!»

«Όχι δε σου λέω!» είπε και της γύρισε την πλάτη.

«Αφού θα μου πεις! Αλλιώς δε θα σ’ αφήσω να ξαναπάρεις τον φουσκωτό κροκόδειλο!»

«Εκβιάστρια!» είπε ο Γεράσιμος μισοκλείνοντας τα μάτια.

Η Βασιλική του έβγαλε τη γλώσσα που είχε γίνει άσπρη από το παγωτό βανίλια. Ο Γεράσιμος ανακάθισε με το παγωτό ακόμα στο χέρι.

«Είδα ότι ο δράκος επιτέθηκε στο σπίτι, εδώ, κι ο παππούς τον νίκησε με έναν πυροσβεστήρα

Τα γέλια της Βασιλικής ακούστηκαν μέχρι την κουζίνα που η γιαγιά έπλενε τα πιάτα.

«Ησυχία! Είναι μεσημέρι!» τους επέπληξε.

Της Βασιλικής της κόπηκε αμέσως το γέλιο, αλλά όχι κι η εύθυμη διάθεση.

«Νομίζω πως πρέπει ν’ αλλάξουμε κρεβάτια και να κοιμάσαι εσύ κάτω από την ονειροπαγίδα της γιαγιάς, μπας και δεις κάνα όνειρο της προκοπής!» του είπε δείχνοντας του με το κεφάλι τη χειροποίητη ονειροπαγίδα που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι της.

«Αλήθεια γιατί την έχει φτιάξει η γιαγιά;»

«Για να ξορκίζει, λέει, τα κακά πνεύματα της νύχτας που φέρνουν εφιάλτες».

«Μα εγώ δεν είδα εφιάλτη!»

«Καλά! Ό,τι πεις!» απάντησε αδιάφορα η Βασιλική και αποτελείωσε το παγωτό της.

«Τι θα γίνει με εσάς τους δύο; Μεσημεριάτικα βρήκε να σας πιάσει η πάρλα; Άντε τελειώνετε με τα παγωτά και ύπνο!»

«Μα δε νυστάζουμε!» είπαν με μια φωνή.

«Νυστάζετε δε νυστάζετε, θα μείνετε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια σας! Το απόγευμα πάλι παιχνίδι! Να! Πάρτε κάνα βιβλίο να διαβάσετε! Τόσα έχω στη βιβλιοθήκη! Το βράδυ θα έρθει κι ο πατέρας σας!» δήλωσε και πήγε να κλείσει το παντζούρι. Εκείνη την ώρα ο δράκος είχε σηκωθεί κι έκανε βόλτα πάνω από τη θάλασσα. Η Ευαγγελία έκλεισε το παράθυρο, ενοχλημένη από την ανυπακοή των εγγονιών της και τους άφησε στο μισοσκόταδο.

Μετά από μερικές ώρες βασανιστικής βαρεμάρας, το απόγευμα ήρθε. Πήγαν για μπάνιο στη θάλασσα κι έπαιξαν με την ψυχή τους. Όλα ήταν ήσυχα κι ο δράκος δε φαινόταν πουθενά. Μόνο λίγη κάπνα έβγαινε από το βουνό, σημάδι πως μάλλον είχε φύγει ή νικηθεί. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, ένα αμάξι έφτασε, κόρναρε χαρούμενα και πάρκαρε έξω από το σπίτι. Τα παιδιά έτρεξαν ν’ αγκαλιάσουν τον πατέρα τους που ακόμα φορούσε την καπνισμένη κόκκινη στολή του.

«Τον νίκησες, μπαμπά; Τον νίκησες;» φώναζαν κι έτρεχαν γύρω του σαν ενθουσιασμένα κουτάβια.

«Ελάτε, αφήστε τον πατέρα σας! Πρέπει να ξεκουραστεί!» τους μάλωσε η γιαγιά κι οδήγησε τον γιο της μέσα στο σπίτι για να πλυθεί.

Το βράδυ, μαζεύτηκαν νωρίς για να κάνουν μπάνιο από τ’ αλάτια, να φάνε και να πάνε για ύπνο. Ο μπαμπάς θα έμενε μαζί τους απόψε. Η Ευαγγελία τακτοποίησε τα μπανιερά και τα παιχνίδια τους στην αυλή και πήγε να τους καληνυχτίσει. Τους φίλησε σταυρωτά, τους σκέπασε με τα σεντόνια τους κι έκλεισε το φως και την πόρτα. Έπειτα, πήγε στο σαλόνι να κλείσει το μεγάλο παράθυρο. Κοίταξε για λίγο έξω, τον έναστρο ουρανό και τη σκοτεινή θάλασσα, όπως έκανε κάθε βράδυ. Ο Άγγελος είχε κατέβει στην παραλία και στεκόταν με τα πόδια στο νερό σαν τον πατέρα του. Πιο βαθιά, μια ασημένια φιγούρα αχνοφαινόταν κάτω από το λειψό φεγγαρόφωτο.

«Καληνύχτα, κυρά μου! Σ’ ευχαριστώ που τον έφερες σώο και σήμερα! Θα κοιμηθώ ήσυχα απόψε!»

Η ασημένια φιγούρα έκανε βουτιά και χάθηκε ξανά στα βάθη της θάλασσας.

Επέτειος δεύτερης ευκαιρίας

12 Ιουλίου, 2026

Σήμερα γιορτάζω. Δεν έχω ούτε γενέθλια ούτε ονομαστική εορτή. Θα μπορούσα να το ονομάσω «επέτειο δεύτερης ευκαιρίας στη ζωή». Όταν η μάνα μου με γεννούσε πριν είκοσι ένα χρόνια, σίγουρα δεν είχε φανταστεί ότι θα χρειαζόταν να ξαναγεννηθώ. Και σίγουρα δε θα φανταζόταν πόσο πόνο θα ξαναπερνούσε για μένα. Μόνο που αυτήν τη φορά δεν ήταν σωματικός, αλλά ψυχικός.

Πριν τρία χρόνια, ενώ όλοι οι φίλοι μου πανηγύριζαν την ενηλικίωσή τους, διαγνώστηκα με επιθετικό καρκίνο. Ο πρώτος γιατρός που με είδε ήταν ιδιαίτερα αποθαρρυντικός. Μου είπε κατάμουτρα ότι έχω έξι μήνες ζωής και καλό θα ήταν να τους εκμεταλλευτώ, ζώντας όσα έχω ακόμα χρόνο να ζήσω. Ίσως νόμιζε πως αυτό θα μου έδινε θάρρος και θα προσπερνούσα το «έξι μήνες». Δεν παράκουσα, γιατρέ. Μέτρησες τη ζωή μου με αριθμούς και με την επαγγελματική σου σφραγίδα, μου έβαλες ημερομηνία λήξης. Θα πρέπει να είναι πολύ δυσδιάκριτα για σένα τα όρια μεταξύ ανθρώπου και θεού, για να ορίζεις το πόση ζωή έχω μέσα μου. Απορώ, είναι το επάγγελμα που σε σκλήρυνε έτσι ή η συνείδησή σου άντεχε από την αρχή το ότι αντί να θεραπεύεις θα χρειαζόταν να μετράς τη ζωή σε μήνες;

Είμαι σκληρός, το ξέρω. Ίσως να με σκλήρυνε κι εμένα ο καρκίνος. Όταν έρχεσαι τόσο κοντά στον θάνατο, τα μάτια ανοίγουν. Σαν να ξεκλειδώνει η τελευταία σου ευκαιρία να δεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως σου τα ‘μαθαν. Ευτυχώς οι γονείς μου δεν έμειναν στην πρώτη ιατρική γνώμη. Ζήτησαν και δεύτερη και θα ζητούσαν και τρίτη, προκειμένου ν’ ακούσουν ότι ο γιος τους θα ζήσει, θα μεγαλώσει, θα σπουδάσει αυτό που ονειρεύεται κι ίσως κάνει κι οικογένεια, ποιος ξέρει;

Ο δεύτερος γιατρός ήταν πάνω απ’ όλα ανθρωπος. Όταν τον γνώρισα, κατάλαβα γιατί λένε πως όποιος έχει ανθρωπιά και ενσυναίσθηση είναι Άνθρωπος, με α κεφαλαίο. Το κοινό ουσιαστικό δείχνει τη γενική ιδιότητα. Το κύριο δείχνει τη μοναδική ιδιότητα που πρέπει να έχει κάποιος˙ νοιάξιμο για τον συνάνθρωπο. Μας εξήγησε την κατάσταση, αλλά διέκρινε κάτι που ο άλλος γιατρός είχε παραβλέψει.

«Είστε τυχεροί! Το προλάβαμε στην αρχή! Οι πιθανότητες θεραπείας είναι μεγάλες!»

Ακόμα βλέπω τα δάκρυα συγκίνησης της μάνας μου, καθώς έπεφτε στην αγκαλιά του πατέρα μου. Δε μίλησε για επιβίωση, αλλά για θεραπεία. Οι λέξεις γίνονται σφαίρες όταν αφορούν τη ζωή και τον θάνατο. Γιατροί, προσέχετε πώς τις χρησιμοποιείτε!

Ο κ. Κώστας –δεν ήθελε να τον αποκαλώ “γιατρό”– έγινε ο δεύτερος πατέρας μου. Μου εξήγησε τα πάντα και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Αν στεκόμουν δυνατός και θετικός, η αγωγή είχε περισσότερες πιθανότητες να δράσει ευεργετικά. Τόνωνε την ψυχολογία μου με κάθε ευκαιρία και μου μιλούσε όχι σαν ήμουν ασθενής –και δη μελλοθάνατος– αλλά ένα παιδί της ηλικίας μου.

«Τι έγινε, Λευτέρη; Θα τον κερδίσουμε τον αγώνα απόψε ή θα μας ξεφτιλίσουν οι κουρέλες;» με ρωτούσε και γελούσαν και τα μουστάκια που δεν είχε. Όταν έπεσαν τα μαλλιά μου ερχόταν και μου χάιδευε το κεφάλι με καμάρι.

«Πω ρε φιλαράκι! Τι το ήθελες τόσο μαλλί με τόσο ωραίο κεφάλι; Τώρα είσαι σωστός γόης! Δεν έχω και κόρη να σου δώσω να συγγενέψουμε!»

Δεν υπήρχε ίχνος οίκτου στα μάτια ή τα λόγια του. Ο οίκτος είναι ένας αργός θάνατος, χειρότερος κι από τον ίδιο τον καρκίνο. Λιώνει την προσωπικότητα σου, αγνοεί τη δύναμή σου και σε αφήνει να καθορίζεσαι μονάχα από την ασθένεια. Ο κ. Κώστας, όμως έβλεπε εμένα κι όχι το σώμα μου που πάλευε να επιβιώσει. Ήταν δίπλα μου να με σηκώνει όταν πέφτω, λες και το είχε βάλει στοίχημα με τον Χάρο.

«Αυτό το παιδί, δε θα μου το πάρεις!»

Ένα χρόνο μετά από εξαντλητικές χημειοθεραπείες και επεμβάσεις, έκανα επαναληπτικές εξετάσεις. Καθαρός! Ήμουν καθαρός! Δεν το πίστευα! Είχα νικήσει το θηρίο! Η μάνα μου έκλαιγε με λυγμούς μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς και την ευχαριστούσε γονυπετής για το θαύμα. Εγώ όμως ξέρω πως εκείνος που με έκανε καλά ήταν Άνθρωπος. Δεν ξέρω πόσο θεό έχει μέσα του και τι συμφωνίες έκανε τελικά με τον Χάρο, αλλά του χρωστάω τη ζωή μου. Του χρωστώ το ηλιοβασίλεμα που μπορώ να χαρώ στην παραλία, πλάι στο κορίτσι μου. Του χρωστώ το ότι μπορώ ξανά να βρέχω τα πόδια μου στη θάλασσα. Του χρωστώ τα πάντα κι όμως δε μου ζήτησε ποτέ τίποτα. Αν υπάρχει θεός, έτσι πρέπει να είναι.

Πλανόδιος πωλητής αναμνήσεων

4 Ιουλίου, 2026

Τον παρακολουθούσα καθώς οργάνωνε τα εργαλεία του πριν ξεκινήσει. Τα τοποθετούσε από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο˙ τα εργαλεία με τη σφαιρική άκρη κι εκείνα με τις συρμάτινες θηλιές, τις σμίλες, τις γλυφίδες και τις σπάτουλες. Από τη δεξιά πλευρά, έβαζε τα κομμάτια πηλού που θα χρειαζόταν. Πρώτα απ’ όλα, έστηνε το στήριγμα. Ένα ίσιο σίδερο που προεξείχε από μια κυκλική βάση. Έπλαθε τον κορμό και το κεφάλι και τα στερέωνε, ώστε να μπορεί να δουλεύει τη φιγούρα όρθια. Στα σημεία που θα έμπαιναν τα χέρια και τα πόδια, έμπηγε μικρά κομμάτια σίδερο για να τα ενώσει με τον κορμό.

Η πρώτη φιγούρα που θα έφτιαχνε σήμερα ήταν ο Ποσειδώνας, που πόζαρε σε μια εικόνα απέναντί του, κραδαίνοντας την τρίαινα για να δαμάσει τα κύματα. Αρχικά, πρόσθεσε όγκο στο πρόσωπο, έσκαψε βαθουλώματα για τα μάτια και σμίλεψε τη μύτη και τα χείλη. Αφού γέμισε τα μάτια και σχημάτισε τα βλέφαρα, έπλασε ένα μακρόστενο κομμάτι πηλού, το στερέωσε στο σαγόνι και με το ειδικό μαχαιράκι, χάραξε γραμμές για να δώσει μορφή στη γενειάδα.

Σειρά είχαν τα μαλλιά, το στέμμα, τα χέρια και τα πόδια και τέλος τα ρούχα. Το ένα του χέρι ακουμπούσε στη μέση του, ενώ το άλλο κρατούσε την τρίαινα, το κοντάρι της οποία έφτιαξε από ένα λεπτό κομμάτι ξύλο. Ο Ποσειδώνας στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και γύρω από τη μέση του τυλιγόταν ένα χιτώνιο. Εξαιρετικό κομμάτι, αν με ρωτάτε. Όταν τελείωσε, το έβαλε στον φούρνο κι έπιασε να φτιάχνει τη γοργόνα που είχε σκοπό να στήσει ακριβώς δίπλα του. Όχι τόσο καλή ιδέα, αν μου επιτρέπετε, γιατί τα λέπια της ουράς της του πήραν ατέλειωτη ώρα. Τόση που νομίζω πως με πήρε ο ύπνος. Εκείνος όμως συνέχισε ακάθεκτος. Το απόγευμα θα στήναμε πάλι τον πάγκο στην παραλία, όποτε έπρεπε να έχει τελειώσει μέχρι το μεσημέρι.

Κάθε μέρα, έφτιαχνε δυο με τρεις φιγούρες για να έχει απόθεμα. Οι πωλήσεις δεν ήταν ποτέ μεγάλες. Ζήτημα να πουλούσε τρία αγαλματάκια την ημέρα. Την καλοκαιρινή σεζόν που ο κόσμος ξοδεύει πιο εύκολα, ίσως να έφτανε και τα έξι ή εφτά. Τότε ήταν χαρούμενος και δούλευε με περισσότερη όρεξη.

Στον πάγκο, εκτός από τις μινιατούρες, είχαμε κι άλλα πιο φθηνά αναμνηστικά, όπως ζωγραφισμένα βότσαλα και ξύλινες γαλέρες που τις αγόραζε έτοιμες καλουπωμένες και τις διακοσμούσε στο χέρι. Τους κολλούσε κι ένα μαγνητάκι από την πίσω μεριά κι έγραφε επάνω το όνομά του νησιού. Αυτά πουλούσαν περισσότερο και κοσμούσαν τις κουζίνες τους, όπως μου έλεγε.

«Ο κόσμος αγαπά να βλέπει το παρελθόν του κολλημένο στο ψυγείο». Εγώ τον πίστευα και κουνούσα την ουρά μου δείχνοντας ότι κατάλαβα. Είχα μάθει τόσα από όταν με βρήκε –κουτάβι ήμουν ακόμα– κι αποφάσισε να με κάνει βοηθό του. Ήξερα όλα τα εργαλεία απέξω και του τα έφερνα, αν κάποιο ξεχνούσε ή του έπεφτε εν ώρα εργασίας.

Στην παραλία, καθόμουν ήσυχα δίπλα του και παρατηρούσα τους ανθρώπους. Κάποιες φορές με παρατηρούσαν κι αυτοί. Αυτό πότε ήταν κακό και πότε καλό. Κακό αν έδιναν σημασία μόνο σε μένα κι όχι στα έργα του, καλό όταν τους τραβούσα την προσοχή και χάρη σ’ εμένα έριχναν και μια ματιά στον πάγκο. Όπως και να έχει, δε με αποχωριζόταν ποτέ. Ήμουν το γούρι του όπως έλεγε. Όντως ήμουν, αφού με έλεγε "Γούρη".

Σήμερα είχε αρκετό κόσμο. Τον Ιούλιο πάντα έχει τουρίστες το νησί. Περπατούν χέρι–χέρι, σκορπώντας το βλέμμα τους τριγύρω κι αδειάζοντας το κεφάλι τους από έγνοιες και τις τσέπες τους από λεφτά, όπως έλεγε εκείνος.

Χάρηκα πολύ όταν ένας άνδρας ρώτησε για τον Ποσειδώνα. Του είπε ότι ήταν "ναυτικός". Δεν την είχα ξανακούσει αυτή τη λέξη. Ενθουσιάστηκε με τη λεπτομέρεια της φιγούρας και αποφάσισε να το πάρει και να το βάλει στο γραφείο του, λέει, για να του θυμίζει τη μεγάλη του αγάπη, τη θάλασσα, τώρα που έγινε στεριανός,

«Κοίτα Γούρη! Κι άλλη ανάμνηση πουλήσαμε!» είπε χαμογελώντας και μου χάιδεψε παιχνιδιάρικα το κεφάλι, όπως έκανε κάθε φορά που μια φιγούρα έφευγε από τον πάγκο. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί του άρεσε τόσο πολύ να μπλέκεται με τις αναμνήσεις ξένων, αν και μια φορά που είχαμε κάνει τζίρο οχτώ φιγούρες, μεθυσμένος από χαρά, μου είχε εξομολογηθεί το μεράκι του.

«Α ρε Γούρη! Ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό που κάνουμε;» Του γάβγισα για να συνεχίσει. «Στις διακοπές τους, οι άνθρωποι γεμίζουν τις μπαταρίες τους για να αντέξουν να περάσουν όλον τον υπόλοιπο καιρό, που είναι γεμάτος δουλειά και σκοτούρες. Ρουφούν αχόρταγα εικόνες, νοτίζουν το δέρμα τους με αλμύρα και ήλιο, ηχογραφούν με το μυαλό τους τον παφλασμό της θάλασσας. Κι όλα αυτά ξέρεις που τα αποθηκεύουν για να μην τα ξεχάσουν; Στα αναμνηστικά που παίρνουν φεύγοντας από τον τόπο μας. Όπως καταλαβαίνεις δε φτιάχνουμε απλά αγαλματάκια κι άλλα διακοσμητικά μπιχλμπίδια, αλλά μικρά δοχεία που χωρούν όλες τις όμορφες στιγμές κι όλη τη γλύκα που αφήνουν οι διακοπές. Καμιά φορά, βέβαια, μπορεί να μετατραπεί σε πίκρα, αλλά μη σε ζαλίζω με τα ανθρώπινα. Σημασία έχει πως εμείς αγκαλιάζουμε αναμνήσεις. Κατάλαβες;»

Ξαναγάβγισα.

«Μπράβο το αγόρι μου!»

Μπορεί να μην κατάλαβα, αλλά εκείνος ήταν χαρούμενος κι αυτό ήταν αρκετό για να γεμίσει το δικό μου δοχείο ευχάριστων αναμνήσεων!

Βουτιά σε παράλληλο σύμπαν

27 Ιουνίου, 2026

Πόσες φορές είχε αναρωτηθεί τι θα γινόταν αν δεν έπιανε αυτή τη ζελοειδή γλίτσα και δεν είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο εγκαίρως. Ίσως όλα να είχαν καταλήξει αλλιώς και τώρα να μη σημείωνε τις σκέψεις της μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό κελί.

Είχαν κανονίσει αυτό το μπάνιο από την προηγούμενη εβδομάδα. Είχε φτάσει τέλος Ιουνίου κι ακόμα δεν είχαν βρέξει τα πόδια τους. Η Μίνα την πίεζε εδώ και πόσες βδομάδες, αλλά η Δέσποινα επέμενε πως αν δεν έπιαναν για τα καλά οι ζέστες, δε θα έμπαινε στη θάλασσα. Το Σάββατο είχαν κανονίσει ραντεβού για αποτρίχωση με κερί και το βράδυ ποτάκι στο αγαπημένο τους μπαράκι. Είχαν υποσχεθεί να μην πιούν παρά μόνο ένα κοκτέιλ για να ξεκινήσουν νωρίς την εξόρμηση της επόμενης ημέρας.

Το πρωί της Κυριακής έβαλαν τα μαγιό τους, πήραν τα σακίδιά τους και ξεκίνησαν νωρίς με το μηχανάκι. Θα πήγαιναν Ανάβυσσο, στην αγαπημένη τους παραλία. Ο δρόμος δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση και για καλή τους τύχη πέτυχαν ομπρέλα στην πρώτη σειρά. Όλα έμοιαζαν ευνοϊκά. Άπλωσαν τις πετσέτες τους και ξάπλωσαν να εισπνεύσουν λίγη αλμύρα.

Σε λίγο, η Μίνα δεν κρατήθηκε άλλο και βούτηξε. Η Δέσποινα την ακολούθησε διστακτικά. Μπήκε στη θάλασσα αργά, βρέχοντας με το χέρι το σώμα της για να συνηθίσει τη θερμοκρασία. Το νερό δεν ήταν ιδιαίτερα κρύο, οπότε η κρυάδα της πρώτης βουτιάς ήταν ανεκτή. Κολυμπούσαν συζητώντας για τη χθεσινή βραδιά, όταν χτύπησε το τηλέφωνο της Μίνας. Εκείνη έτρεξε να το σηκώσει, ενώ η Δέσποινα παρέμεινε στο νερό. Τι ήταν αυτό που έφεραν τ’ απόνερα που άφησε η Μίνα βγαίνοντας; Πλαστική σακούλα; Παραήταν λείο. Έκανε να το αγγίξει νομίζοντας πως επρόκειτο για σαλούφα και το μετάνιωσε αυτοστιγμεί. Η κραυγή της ακούστηκε σ’ όλη την παραλία. Η Μίνα έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο και πήγε να δει τι συνέβαινε. Τσούχτρα!

«Μα τι σκεφτόσουν!» τη μάλωσε μέσα στον πανικό της, όταν η Δέσποινα της αποκάλυψε ότι την έπιασε.

«Είσαι αλλεργική;»

«Ε…δεν ξέρω! Πονάω! Κάνε κάτι!»

Ευτυχώς η παραλία διέθετε ναυαγοσώστη, ο οποίος έσπευσε να βοηθήσει. Της καθάρισε την περιοχή του τσιμπήματος και τη ρώτησε το ίδιο με την Μίνα. Η Δέσποινα δεν κατάφερε ν’ απαντήσει. Με το ζόρι μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Κάλεσαν ασθενοφόρο κι η κοπέλα μεταφέρθηκε στο Ασκληπιείο Βούλας με οξύ αλλεργικό σοκ.

Ο Αντώνης είχε εφημερία εκείνη την ημέρα. Είχε βαρεθεί τη ζωή του γιατί τίποτα δε συνέβαινε. Σκεφτόταν πόσο σαδιστής ήταν που παρακαλούσε να πάθει ο κόσμος κάτι για να έχει κάτι να κάνει. Όταν έφεραν τη Δέσποινα, χαμογέλασε ικανοποιημένος και την ανέλαβε αμέσως. Ενημερώθηκε από τους νοσηλευτές ότι της έκαναν ένεση αδρεναλίνης κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο κι έδωσε εντολή να της βάλουν οξυγόνο και να της χορηγήσουν ενδοφλέβια υγρά.

Μέχρι το απόγευμα, είχε συνέλθει. Ο Αντώνης δεν έφυγε από δίπλα της. Δεν ήταν μόνο ωραία κοπέλα. Είχε κάτι πάνω της που τον τραβούσε. Λόγω θέσης, του ήταν δύσκολο να την προσεγγίσει. Της έδωσε το τηλέφωνό του με την πρόφαση πως ήθελε να τον ενημερώσει αν νιώσει κάτι και την ελπίδα να το χρησιμοποιήσει με δική της θέληση.

Τέσσερις μήνες μετά, ήταν ήδη ζευγάρι. Η Δέσποινα ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Τόσο που δεν έβλεπε κανένα από τα σημάδια. Ούτε αυτά που της έκανε στους καρπούς από το σφίξιμο, ούτε τα εσωτερικά που ξέπλενε με κλάματα τα βράδια. Εκείνο το βράδυ ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που σήκωσε χέρι πάνω της. Ο έρωτας της Δέσποινας εξατμίστηκε μεμιάς. Δεν ήταν απλά σκληρός άντρας, όπως της άρεσε. Ήταν βίαιος κι εκείνη δεν ήταν διατεθειμένη να μπλέξει με κάποιον σαν τον πατέρα της. Το χτύπημα που του κατάφερε στο κεφάλι με το φίλτρο του νερού ήταν κι αυτό που την οδήγησε στο κελί. Δεν μετάνιωνε. Μόνο αναρωτιόταν. Τι θα είχε γίνει αν όλα εξελίσσονταν διαφορετικά εκείνη την ημέρα;

Εκείνη την ημέρα τη σχεδίαζαν από καιρό με τη Μίνα. Θα πήγαιναν μια ξεκούραστη εκδρομή στη θάλασσα. Την προηγούμενη είχαν κανονίσει περιποίηση σώματος και χαλαρό ποτάκι. Το ένα έγιναν δυο κι ύστερα τρία και τέσσερα. Το πρωί δεν είχαν ξυπνημό, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν για την παραλία κατά το μεσημέρι. Έφτασαν στην Ανάβυσσο και όλες οι μπροστινές ξαπλώστρες ήταν πιασμένες. Βολεύτηκαν στην τρίτη σειρά κι έτρεξαν κατευθείαν στη θάλασσα. Κολυμπούσαν και συζητούσαν για το χθεσινό βράδυ. Το τηλέφωνο της Μίνας χτύπησε, αλλά ήταν μακριά για να το ακούσει. Τα δυο κορίτσια χαλάρωναν ανέμελα μέσα στο νερό, ενώ λίγο μέτρα πιο βαθιά, τρεις τσούχτρες περνούσαν χωρίς να τα ενοχλήσουν.

Στο νοσοκομείο, ο Αντώνης τελείωσε την εφημερία του και ξεκίνησε για την παραλία. Είχε πάντα το σακίδιο με το μαγιό και την πετσέτα στο αυτοκίνητο, αφού η θάλασσα ήταν κοντά. Προτιμούσε, όμως, να πηγαίνει λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, μέχρι την Ανάβυσσο. Του άρεσε εκείνη η παραλία. Τέτοια ώρα θα είχε φύγει κι ο περισσότερος κόσμος, οπότε θα το απολάμβανε. Έπιασε μια ξαπλώστρα στην τρίτη σειρά, πλάι σε δυο κοπέλες. Η μία ήταν ο τύπος του. Ποιος ξέρει; Ίσως να ήταν η τυχερή του μέρα!

Ένα ζευγάρι αστέρια

21 Ιουνίου, 2026

Απομακρύνθηκα από την παραλία. Έπρεπε ν’ ακολουθήσω την πορεία μου, όσο κι αν μου στοίχιζε που θα πέρναγαν τόσες ώρες για να τους ξαναδώ. Είχαν περάσει ήδη δυο γήινα μερόνυχτα που τους είχα εντοπίσει. Λίγο πριν φύγω, μια τελευταία αχτίδα μου αναμείχθηκε μ’ ένα παράξενο φως. Δεν έμοιαζε από αυτά που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να βλέπουν το βράδυ. Είχε παλμό. Ίσως να έμοιαζε μονάχα μ’ έκεινους τους πύργους που στρέφουν το φως γύρω γύρω, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι γυρίζει η Γη γύρω από τον εαυτό της. Φάρους, θαρρώ, τους ονομάζουν.

Την επόμενη αυγή, στήθηκα και παρατηρούσα. Μέχρι να γυρίσουν επαρκώς για να τους βλέπω, οι άνθρωποι γέμισαν την παραλία, τα κορμιά τους κολυμπούσαν στο νερό που θερμαινόταν ευχάριστα στην παρουσία μου και τα μικρά καΐκια τους έπλεεαν στη θάλασσα με μια αυτοπεποίθηση προκλητική. Κανένα σήμα από το απόκοσμο φως. Ίσως να εμφανιζόταν πάλι όταν έφευγα, στο “ηλιοβασίλεμα” όπως λένε. Δεν κατανοώ τους ανθρώπους. Θεωρούν τη “φυγή” μου ως βασιλεία και κάθονται και με θαυμάζουν τη στιγμή που μου γυρνούν την πλάτη, για ν’ αφοσιωθούν ευθύς αμέσως στο φεγγάρι. Παράξενα πλάσματα!

Το φως ήρθε ξανά το ηλιοβασίλεμα. Αυτή τη φορά οδήγησα την αχτίδα μου ευθύς επάνω του κι εξεπλάγην. Ήταν άνθρωποι! Δύο στον αριθμό. Έπρεπε να βεβαιωθώ αν ήταν ζευγάρι. Αν μεταξύ τους ισχύει κάποια ιδιαίτερη συνθήκη. Γνωρίζω πως το “ζευγάρι” για τους ανθρώπους δεν είναι αριθμητικό, αλλά δηλωτικό σχέσης. Δεν μπορεί να είναι μάνα με γιο, ούτε πατέρας με κόρη, ούτε καν απλοί φίλοι. Ανάμεσά τους πρέπει να έχει μπει ένας θεός. Τον ξέρω καλά αυτόν τον κατεργάρη, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ορίζει τις καρδιές των ανθρώπων και τρελαίνει το μυαλό τους. Μ’ αυτόν συνδέουν και το ηλιοβασίλεμά μου.

Να ευθύνεται, όμως, ο Έρωτας γι’ αυτό το φως; Ή μήπως είναι πάλι καμιά από τις ευφυείς επινοήσεις του Ήφαιστου που δοκιμάζει στους ανθρώπους; Για να τους δω καλύτερα, πριν εξαφανιστούν στον ορίζοντα. Χαμογελούν. Δεν κοιτούν εμένα. Σπάνιο. Τα μάτια τους είναι στραμμένα του ενός στον άλλον. Απλώς κοιτάζονται. Καμία άλλη ερωτική εκδήλωση. Το παράξενο φως ξεκινά από τον θώρακα και εκπέμπεται σε παλλόμενα κύματα που τους συνδέουν. Τι σόφισμα είναι αυτό πάλι; Και γιατί προέρχεται μόνο από εκείνους; Απ’ όσο μπορώ να διακρίνω, υπάρχουν κι άλλα ζευγάρια στην παραλία. Ζευγάρια αγκαλιασμένα που θαυμάζουν χρώματα που δεν μπορώ να δω, παρά μόνο σε ανθρώπινους πίνακες και φωτογραφίες. Ομολογώ πως δεν έχουν άδικο ν’ αγαπούν το τελευταίο χάδι μου στη δική τους μεριά της γης.

Ποιο αστέρι να γεννήθηκε σε τούτη την παραλία; Μπορώ εύκολα ν’ αναγνωρίσω τ’ αδέρφια μου, μ’ αυτό ήταν το κάτι άλλο. Δε δημιουργήθηκε από καμία πυρηνική αντίδραση. Αντίθετα, είχε κάτι το υγρό μέσα του, σαν να γεννήθηκε από τρικυμία. Υγρός αστήρ; Αδύνατον! Να κατάφερε ο έρωτας να φτάσει στον πυρήνα; Πέτυχε επιτέλους το αιώνιο όνειρό του να μετουσιωθεί; Τι προκάλεσε αυτή η αλχημεία;

«Η αγάπη».

«Η αγάπη;»

Η Σελήνη ένευσε.

«Μα πώς;»

«Χιλιετίες τώρα σκάβει, τρυπάει και τρυπώνει, ώσπου έλυσε το μυστήριο».

«Και ποια είναι η απάντηση; Ω αγαπημένη μου Σελήνη! Αιώνια συντρόφισσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη πορεία, διαφώτισέ με! Πότε ο έρωτας γίνεται αγάπη;»

«Όταν πρόκειται γι’ αστέρια που προέρχονται από το ίδιο νεφέλωμα και φέρουν μέσα τους την ίδια ποιότητα φωτός. Μόλις συναντηθούν, ο έρωτας τα βοηθά να δουν ο ένας τη λάμψη του άλλου. Να αναγνωριστούν. Ύστερα, φεύγει και καμαρώνει το κατόρθωμά του. Τα δυο μήκη κύματος γίνονται ένα, δημιουργώντας μια αστρική θάλασσα στην οποία επιπλέουν μόνο οι δύο. Το ζευγάρι μπαίνει σε τροχιά και μέχρι να έρθει η στιγμή να σβήσει το κοινό πλέον άστρο του, πορεύεται γαλήνια και με συνέπεια, όπως εσύ, ω βασιλιά Ήλιε».

«Αξιοθαύμαστο! Αστέρια στον πλανήτη Γη! Και χρειάστηκε ένας τρελός θεός για να τα ενεργοποιήσει. Εύγε έρωτα! Εύγε!»

Στα άδυτα του χαμένου χρόνου

14 Ιουνίου, 2026

Η θάλασσα χρυσίζει κι απόψε. Θαρρώ πως θα έχω καλό ταξίδι. Μα που είναι αυτός ο βαρκάρης; Μου είπαν πως θα με περιμένει στην όχθη, μα το μόνο που βλέπω είναι η βάρκα του αραγμένη στην ακτή. «Θησαυρός» γράφει στην καρίνα της. Τι παράξενο όνομα για πλεούμενο! Κοιτάω το ρολόι μου. Δώδεκα παρά πέντε.

Το περίμενα χρόνια τούτο το ταξίδι. Κάθε φορά έλεγα θα ξεκινήσω κι όλο κάτι με κρατούσε πίσω. Υποχρεώσεις, δουλειά. Ύστερα οικογένεια. Πού να τους αφήσω; Αντί γι’ αυτούς άφησα εμένα. Ό,τι αφήνεις, σ’ αφήνει, λένε κι ό,τι ταΐζεις, θεριεύει. Σαχλαμάρες. Πώς ν’ απαλλαχτείς από τον εαυτό σου; Ακόμα και να θες, είναι ο μόνος που έχεις. Κι όμως. Ό,τι αφήνεις, σ’ αφήνει, μου φώναζε μια φωνή μέσα μου. Ναι, καλά. Θα βρω χρόνο. Έχω καιρό. Τώρα προέχουν άλλα.

Τη νύχτα που βρήκα τις πατημασιές δίπλα από το κρεβάτι μου, το πήρα απόφαση. Δεν έπρεπε ν’ αναβάλλω άλλο το ταξίδι. Χρυσά χνάρια, ίσα με σαράντα νούμερο είχαν γεμίσει τον τόπο. Πρέπει να είναι ψηλός. Δεν έχω καμία ελπίδα αν αναμετρηθώ μαζί του. Πρέπει να πάω με τα νερά του. Το βράδυ τον είδα στον ύπνο μου. Ήρθε με τη βάρκα του να με πάρει. Στην καρίνα έγραφε άλλο όνομα. «Νέμεσις». Πετάχτηκα καταΐδρωμένη. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Οι πατημασιές είχαν εξαφανιστεί, αλλά ήξερα ότι δε θα γλιτώσω.

Άρχισα να φτιάχνω τις βαλίτσες μου. Μία–μία τις άδειαζα από αναμνήσεις και τις γέμιζα με συναισθήματα, τακτοποιημένα προσεκτικά. Κάτω κάτω τη χαρά, από πάνω τη λύπη, ύστερα τον φόβο και τελευταίο τον θυμό. Με το ζόρι χώρεσε. Ξεχυνόταν από παντού και γραπωνόταν από τα πάντα. Κόντεψε να με διαλύσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν τελείωσα μαζί του, τις έκλεισα ερμητικά.

Πού να ‘ναι κι αυτός ο ευλογημένος; Κουράστηκα να τις κουβαλάω. Ασήκωτες είναι. Πήγε δώδεκα ακριβώς. Μήπως να πάρω τη βάρκα και να φύγω; Έχει μπονάτσα και τα κουπιά είναι στερεωμένα στους σκαρμούς. Ρίχνω τις βαλίτσες μέσα και κάθομαι στο σέλμα. Πόσο δύσκολο να είναι; Με δυο κουπιές, η βάρκα προχωρά σαν να αιωρείται. Η καρίνα σκίζει απαλά τη χρυσή θάλασσα, ενώ οδεύει προς τον καταρράκτη. Γυρνώ να κοιτάξω πίσω, μήπως κι ο βαρκάρης έφτασε αργοπορημένος. Κανείς. Η μαύρη φιγούρα του δε φαίνεται πουθενά.

Πρέπει να πέρασαν το πολύ δέκα λεπτά που λάμνω. Βρίσκομαι ήδη μόλις ένα μέτρο από τον καταρράκτη που δεσπόζει καταμεσής του χρυσού πελάγους. Με πιτσιλά, μα οι σταγόνες δεν κάθονται πάνω μου. Διατρέχουν το δέρμα μου και πέφτουν, σαν να τις τραβά μια άλλου είδους βαρύτητα. Όσο πλησιάζω, οι σταγόνες γίνονται βροχή. Μια χρυσή βροχή από άμμο με λούζει ολόκληρη. Η βάρκα αρχίζει να γεμίζει. Σε λίγο θα βυθιστώ. Με κινήσεις βιαστικές πετάω τις βαλίτσες μέσα στη θάλασσα. Στέκονται στην επιφάνεια και σύντομα καλύπτονται από τη βροχή. Η άμμος έφτασε ως τα γόνατα. Ο «Θησαυρός» σχεδόν δε φαίνεται πια. Ποιος θα βρει το κουφάρι μου θαμμένο εδώ κάτω;

Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο σώμα μου. Μια μαύρη φιγούρα με κουπί στο χέρι, ίδια με του βαρκάρη. Σηκώνω το κεφάλι. Το στενό στόμιο απ’ όπου πέφτει η βροχή, λαμπυρίζει. Ο χρόνος τελειώνει. Ένα χέρι πλησιάζει το γυαλί κι αναποδογυρίζει την κλεψύδρα. Ένα κλάμα μωρού ακούγεται. Ο βαρκάρης φυσά τους χρυσαφένιους κόκκους από το πρόσωπό του και το βγάζει στην ακτή, μαζί με τις άδειες πια βαλίτσες του.

Το Όρος του Ήλιου : Η τελευταία ανάβαση

31 Μαΐου, 2026

Η παλιά πορσελάνη στο κέντρο του τραπεζιού ήταν η μόνη παραφωνία στην κατά τ’ άλλα απλοϊκή καλύβα. Απομεινάρι των παλαιότερων γενεών, ο Ιγκόρ το φυλούσε ως κόρην οφθαλμού για να θυμάται ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντοτε έτσι. Κάποτε, υπήρχε η τέχνη του χειροποίητου και οι άνθρωποι έφτιαχναν πανέμορφα αντικείμενα, πολλά από τα οποία προορίζονταν για να διακοσμούν τον χώρο. Του άρεσε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο μέσα από αυτά τα αντικείμενα κι ας τον αποκαλούσαν στα κρυφά «ρακοσυλλέκτη». Δεν τους παρεξηγούσε. Είχαν μάθει να κατασκευάζουν μόνο σπαθιά και δόρατα με τα χέρια τους.

Η διακόσμηση ήταν πολυτέλεια μετά τη μεγάλη πλημμύρα. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν, όχι να ζήσουν. Ο Ιγκόρ είχε διαβάσει πως η ευτυχία βρίσκεται στα απλά κι η ομορφιά στα περιττά. Στο χωριό του, τίποτα δεν ήταν περιττό. Όλα εξυπηρετούσαν κάποιον σκοπό. Ακόμα και οι άνθρωποι. Κανείς δεν τεμπέλιαζε. Δούλευαν όλοι σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή για να συντηρούν τον Ναό, από φόβο μην έρθει καινούρια πλημμύρα και τους εξαφανίσει από προσώπου γης.

Ο Ναός, στα μάτια του Ιγκόρ, ήταν γεμάτος περιττά αντικείμενα, όμως κανείς άλλος δε συμμεριζόταν την οπτική του. Τα σιδερένια τάματα, τα μικρά αγαλματίδια από πηλό, οι τοιχογραφίες, δε θεωρούνταν τέχνη. Ήταν όπλα επιβίωσης. Ακόμα και οι άνθρωποι που τα κατασκεύαζαν και τα προσέφεραν δεν ονομάζονταν καλλιτέχνες, αλλά «μεσολαβητές» και οι άνθρωποι που τα παράγγελναν δεν ήταν εραστές της τέχνης, αλλά «δωρητές». «Δωρητής» γινόταν ο αρχηγός κάθε οικογένειας, ο οποίος αναλάμβανε να βρει τα κατάλληλα αφιερώματα για να εξευμενίσει τις Οντότητες του Ναού.

Σήμερα θα γινόταν η μεγάλη τελετή. Ο γιος του αρχηγού έφτανε επιτέλους τα 23 του χρόνια ζωής. Ήταν η σειρά του να ζήσει την Αποκάλυψη, όπως όλοι οι νέοι πριν από αυτόν. Από το πρωί, ο Αρσέν πηγαινοερχόταν νευρικά μέσα στην καλύβα της οικογένειάς του. Κι αν αυτό που θα του αποκάλυπτε ο Ναός για το χωριό ήταν καταστροφικό; Πώς θα μπορούσε να γίνει φορέας κακών μαντάτων; Όλοι θα τον είχαν για κακορίζικο και θα τον απέφευγαν. Η ζωή του θα καταστρεφόταν όπως του δύσμοιρου Ντιμίτρι, που πήρε τον χρησμό για την τελευταία πλημμύρα. Είχαν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, αλλά κανείς δεν τον πλησίαζε. Ο Ντιμίτρι κατέφυγε στο πιο απομακρυσμένο καλύβι, αποκλεισμένος από όλους. Ο Αρσέν δεν ήθελε να φύγει μακριά από την οικογένειά του.

Στους πρόποδες του βουνού που ορθωνόταν ο Ναός, ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί. Ο Ιγκόρ φρόντιζε να μη δημιουργείται συνωστισμός και να λύνει μικροδιαφορές που δημιουργούνταν για το ποιος θα στέκεται στην μπροστινή σειρά. Η θέση του φύλακα του χωριού είχε το προνόμιο της μοναξιάς και της απομόνωσης, αλλά κάτι τέτοιες μέρες συναναστρεφόταν με παραπάνω κόσμο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει.

Η οικογένεια του αρχηγού φάνηκε. Ο αρχηγός Άναξ προπορευόταν, με τη γυναίκα του, Λαΐσα, πάντα στο πλάι του. Πίσω τους, ο Αρσέν, αρματωμένος με τη φορεσιά της Αποκάλυψης. Μια στολή που έμοιαζε με αυτή των ιπποτών του μεσαίωνα, όπως είχε ανακαλύψει ο Ιγκόρ στα βιβλία του, με τη διαφορά ότι αντί για σταυρό, είχε ζωγραφισμένο στο στήθος ένα ηλιοτρόπιο, σύμβολο του ήλιου που έδυε μεγαλόπρεπα πίσω από τον Ναό και που είχε χαρίσει το όνομά του στο Όρος του Ήλιου. Τελευταία ακολουθούσαν τα δυο μικρότερα παιδιά της οικογένειας. Κοιτούσαν αποσβολωμένα το πλήθος του κόσμου που τους κύκλωνε καθώς διέσχιζαν το μονοπάτι για το Όρος.

Οι παλάμες του Αρσέν είχαν ιδρώσει και το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Είχε ακούσει πάμπολλες ιστορίες για τη μέρα της Αποκάλυψης. Είχε συμβουλευτεί τον καλό του Ιγκόρ, που είχε δεχτεί να γίνει μέντοράς του από όταν ήταν μικρός. Εκείνος τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν έτοιμος. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν ν’ ανοίξει το μυαλό του και να δεχτεί τον χρησμό. Όποιος κι αν ήταν.

«Ο χρησμός ακολουθεί πάντα την καρδιά του οραματιστή. Δεν υπάρχει καμία παγίδα πέρα από αυτές που εμείς στήνουμε στον εαυτό μας. Αν στην καρδιά σου υπάρχει το καλό του τόπου σου, ο χρησμός θα λειτουργήσει υπέρ σου» του είχε εκμυστηρευτεί ο Ιγκορ. Κι όμως, σήμερα η καρδιά του σκιρτούσε σαν να βάδιζε προς τον τάφο του. Κακός οιωνός.

Η πομπή έφτασε στον προορισμό της. Το πλήθος ζητοκραύγαζε για να δώσει κουράγιο στον νέο οραματιστή. Παρά τον ενδόμυχο φόβο τους μη φέρει καταστροφικά μαντάτα, η μέρα της Αποκάλυψης ήταν η μόνη τους ελπίδα για ένα σημάδι πως η εποχή της πλημμύρας, που τους είχε καθηλώσει σ’ αυτόν τον βαλτότοπο, βάδιζε προς το τέλος της. Ο αρχηγός πήρε τον λόγο.

«Η σημερινή μέρα είναι μια αχτίδα αισιοδοξίας για τον τόπο μας. Ο πρωτότοκός μου, Αρσέν, θ’ ανέβει στο Όρος. Η Επικοινωνία του με τις Οντότητες του Ναού θα είναι μυστική. Θα λάβει δύο μηνύματα. Ένα για τον ίδιο κι ένα για το χωριό μας. Όταν επιστρέψει, θ’ αποκαλύψει το μήνυμα που προορίζεται για εμάς και θ’ αποσιωπήσει το μήνυμα που απευθύνεται στον ίδιο. Αυτός θα είναι ο χρησμός του. Αρσέν, είθε ο Ήλιος να φωτίζει τον δρόμο σου». Το πλήθος επανέλαβε δυνατά την τελευταία φράση του αρχηγού.

Ο Αρσέν έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Ιγκόρ για να πάρει δύναμη. Ο Ιγκόρ ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του με σιγουριά για να του δείξει ότι του είχε εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρει. «Πήγαινε» είπε από μέσα του. «Ευχαριστώ για όλα, δάσκαλε» απάντησε ο Αρσέν μ’ ένα χαμόγελο κι άρχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι για να ξυπνήσει τη μοίρα του, που κοιμόταν πίσω από τη θεόρατη σιδερένια πόρτα, κάμποσα μέτρα πιο ψηλά.

Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι

24 Μαΐου, 2026


Ο οδηγός του λεωφορείου φρέναρε απότομα. Ο πεζός είχε αποφασίσει να περάσει τον δρόμο μόλις το φανάρι άναψε πράσινο για τ’ αυτοκίνητα.

«Μα τι κάνει;»

«Δεν την θέλεις τη ζωή σου ρεε; Κι εμείς τι φταίμε;»

Ο άντρας λιποθύμησε μπροστά στο σταματημένο λεωφορείο.

«Παναγία μου! Είναι καλά ο άνθρωπος;»

Οι επιβάτες άφησαν τα σχόλια και κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο οδηγός τηλεφώνησε στην υπηρεσία του να ενημερώσει για το απρόοπτο. Γιατί ατύχημα δεν ήταν. Δεν τον είχε καν ακουμπήσει. Είχε και μάρτυρες.

Ο Φερνάντο περνούσε από εκεί, γυρίζοντας από φωτογράφιση. Παραξενεύτηκε από το πλήθος του κόσμου που είχε μαζευτεί και σταμάτησε να δει τι συνέβαινε. Ένας φωτογράφος έχει πάντα την ίδια περιέργεια μ’ έναν συγγραφέα. Επιβάτες και περαστικοί είχαν σταθεί γύρω από τον λιπόθυμο άντρα, σαν τις μύγες γύρω από το φαγητό, άλλοι σαστισμένοι, άλλοι περίλυποι, άλλοι από περιέργεια για τη συνέχεια. Ο Φερνάντο παραμέρισε μερικούς κι έφτασε στο σημείο. Πλησίασε τον πεσμένο άντρα, έτοιμος να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνο το σεμινάριο του είχε φανεί αρκετές φορές χρήσιμο τελικά. Γύρισε το πρόσωπό του και παραμέρισε τα ακατάστατα γκριζαρισμένα του μαλλιά. Μα για μια στιγμή. Αυτός ο άντρας δεν του ήταν άγνωστος. Ήταν ο αγαπημένος του ζητιάνος!

Εδώ κι ένα χρόνο, τον έβλεπε κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, καθισμένο στα στρωσίδια του, χωρίς να ζητά ελεημοσύνη. Είχε ένα φθαρμένο κυπελάκι δίπλα του κι όποιος ήθελε μπορούσε να ρίξει τον οβολό του. Αν και ρακένδυτος, ήταν τόσο γραφική η φιγούρα του που του τράβηξε το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Λες κι οι κακουχίες έχουν μια ειρωνική δύναμη να βγάζουν από τον άνθρωπο την πονεμένη αλήθεια του και να τη ζωγραφίζουν στις ρυτίδες, στις κόγχες των ματιών, στα αφυδατωμένα χείλη.

Μια μέρα, δεν άντεξε και του ζήτησε την άδεια να τον φωτογραφίσει. Κάτι στην αύρα αυτού του άντρα τον μαγνήτιζε. Ο ζητιάνος τον κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Τι παράξενο! Είχαν τα ίδια μάτια. Ο Φερνάντο ανατρίχιασε στη σκέψη πως ο ζητιάνος ήταν απλώς ο ίδιος σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Παρόλα αυτά, επέμεινε. Του έταξε φαγητό, πρόσβαση σε μπάνιο, καινούρια ρούχα και να μεσολαβήσει για να μπει στο πρόγραμμα αστέγων του δήμου, ώστε να μπορέσει να έχει ένα μέρος να μείνει.

Όση ώρα μιλούσε, ο ζητιάνος σώπαινε. Τον κοιτούσε μ’ αυτό το βλέμμα που εμπεριείχε όλον τον πόνο του κόσμου, θαρρείς. Ο Φερνάντο σκέφτηκε πως μόνο σοφίες μπορούσαν να βγουν από αυτά τα χείλη. Ο ζητιάνος τον ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα. Του μιλούσε μονάχα με τα μάτια. Κατευθύνθηκαν προς το διαμέρισμά του Φερνάντο. Του έδειξε το μπάνιο και του έδωσε καθαρές πετσέτες και καθαρά ρούχα. Μέχρι να τελειώσει, ο Φερνάντο είχε παραγγείλει φαγητό και για τους δυο, είχε στρώσει το τραπέζι και τα είχε σερβίρει όλα σε γενναιόδωρες ποσότητες μέσα σε μεγάλα πιάτα. Ήταν το ωραιότερο τραπέζι που είχε κάνει ποτέ.

Κάθισαν να φάνε. Ο Φερνάντο παρατηρούσε διακριτικά τον άστεγο, που ακόμα δεν ήξερε το όνομά του. Δεν έτρωγε λαίμαργα όπως θα περίμενε κανείς. Απολάμβανε την κάθε μπουκιά, λες και ήταν η τελευταία του. Πώς να είναι να στερείσαι τα βασικά; αναρωτήθηκε ο Φερνάντο. Ήταν τυχερός στη ζωή του. Μεγάλωσε με τη μητέρα του σ’ ένα προάστιο δίπλα στη θάλασσα. Δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα. Ο πατέρας του, γόνος καλής οικογένειας, είχε φροντίσει να τους εξασφαλίσει πριν χωρίσουν με τη μητέρα του. Ο Φερνάντο ήταν μόλις τριών όταν τον είδε για τελευταία φορά.

Στην εφηβεία του, ανακάλυψε το ταλέντο του στη φωτογραφία. Παρότι ήταν άριστος μαθητής, δήλωσε στη μητέρα του πως αυτό ήθελε να σπουδάσει. Φωτογραφία. Τίποτε άλλο δεν είχε νόημα για εκείνον. Η οικονομική τους κατάσταση του επέπτρεπε την πολυτέλεια να κυνηγήσει το όνειρό του και ν’ αφοσιωθεί σε αυτό. Μέχρι τα εικοσιπέντε του, είχε γίνει ένας από τους σπουδαιότερους φωτογράφους με διεθνή φήμη.

Αφού τελείωσαν το δείπνο, ο Φερνάντο τον οδήγησε στο στούντιό του. Είχε παλέψει αρκετά μέσα του για το αν θα τον φωτογράφιζε πριν ή μετά τη μεταμόρφωση, αλλά το θεώρησε ανήθικο να τον πληρώσει με φαγητό για να τον φωτογραφίσει. Ούτως ή άλλως, αυτός ο άνθρωπος είχε μια γοητεία που ανάβλυζε από κάθε πόρο του σώματός του. Δε θα είχε σημασία τι φορούσε.

Τον έβαλε να καθίσει σ’ ένα ψηλό σκαμπό και ξεκίνησε. Τα κλικ έπεφταν βροχή. Δε χόρταινε ν’ ανακαλύπτει γωνίες του προσώπου του, καθώς το φως και οι σκιές το χάιδευαν από διαφορετική οπτική γωνία. Ο Φερνάντο βρισκόταν σε καλλιτεχνικό οίστρο. Πρώτη φορά ένιωθε τέτοια έξαψη.

Όταν έδειξε τις φωτογραφίες στον ατζέντη του, εκείνος γκρίνιαξε. Διαφωνούσε κάθετα με τον έντεχνο πειραματισμό του –όπως αποκαλούσε την ανάγκη του Φερνάντο ν’ αλλάξει θέμα στις εκθέσεις του.

«Εσύ φωτογραφίζεις τοπία, κτίρια, δρόμους και τοίχους. Άσε τους ανθρώπους. Είναι δύσκολο θέαμα».

Ο Φερνάντο όμως, πεισματάρης και καλομαθημένος, δεν ήξερε τι θα πει όχι. Πάτησε πόδι και απαίτησε η επόμενη έκθεσή του να είναι αποκλειστικά με τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει τον Κριστιάν και μάλιστα το θέμα να είναι το όνομά του.

Η έκθεση πραγματοποιήθηκε, ο Κριστιάν όμως δεν εμφανίστηκε στα εγκαίνια. Όταν του το πρότεινε ο Φερνάντο, υποσχόμενος πως αυτή είναι η ευκαιρία του ν’ αλλάξει ζωή, να φύγει από το πεζοδρόμιο, ο Κριστιάν αρνήθηκε. Ο καλοζωισμένος Φερνάντο βλαστήμησε την υπερηφάνεια του ζητιάνου. Δεν ήταν παρά εγωισμός, τη στιγμή που η αξιοπρέπεια στην κατάστασή του ήταν ανόητη.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε. Είχε περάσει ένας μήνας από τότε και τώρα τον έβλεπε εδώ μπροστά του, ευτυχώς ζωντανό. Το ασθενοφόρο δεν άργησε. Ο Κριστιάν διακομίστηκε στο νοσοκομείο κι ο Φερνάντο δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του, φροντίζοντας να έχει την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Οι γιατροί είπαν πως ο οργανισμός του ήταν απλά εξαντλημένος. Δεν διέτρεχε κάποιον κίνδυνο.

Όταν συνήλθε, η παρουσία του Φερνάντο τον σόκαρε.

«Τι ζητάς εσύ εδώ;»

«Μάλλον είμαι ο φύλακας άγγελός σου κι ας μη θέλεις να το παραδεχτείς!»

Ο Κριστιάν χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που φαινόταν μια αχτίδα χαράς στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο.

«Έτσι μπράβο! Θα μου πεις τώρα τι συνέβη; Και κυρίως, θα μου εξηγήσεις γιατί δεν ήρθες στην έκθεση; Κανείς δε λέει όχι στον Φερνάντο!»

«Έτσι ήσουν από μικρός…δεν το δεχόσουν το όχι…»

Ο Φερνάντο τον κοίταξε σαστισμένος.

«Ξέρω ότι πέρασε από το μυαλό σου, αλλά δε θέλησες να το δεχτείς».

«Τι εννοείς, Κριστιάν;»

«Αν πετύχαινε η σημερινή απόπειρα, όλα θα είχαν πάει κατ’ ευχήν και για τους δυο μας».

«Θα μου πεις επιτέλους τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω τίποτα!»

«Τώρα πια δεν έχω άλλη επιλογή. Πόσο εύκολο θα ήταν για σένα, Φερνάντο, ν’ αποδεχτείς πως ο αριστοκράτης πατέρας σου κατάντησε ζητιάνος;»

Σιωπή. Ο Κριστιάν συνέχισε.

«Όσο εύκολο θα ήταν για μένα να σε κοιτάξω στα μάτια τη στιγμή που θα το μάθαινες».

Ο Φερνάντο απέστρεψε το βλέμμα του. Όταν τον ξανακοίταξε, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Οι φύλακες άγγελοι δε δέχονται το όχι. Δεν το ήξερες… πατέρα;»

Killing me softly

17 Μαΐου, 2026

Μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες, το φεγγάρι έριχνε τις ακτίνες του στο λευκό μαξιλάρι, όπου αναπαυόταν το ματωμένο τριαντάφυλλο. Στα πλάγια του κρεβατιού, πεσμένο ανάσκελα, κείτονταν το άψυχο σώμα της. Η ψυχή της είχε βγει απότομα από το σάρκινο κουκούλι, σαν πεταλούδα που δεν πρόλαβε να ζήσει παρά μονάχα μια τραγική νύχτα. Μέσα από τα ακουστικά στο κομοδίνο, ακουγόταν σιγανά ένα τραγούδι, μάρτυρας του εγκλήματος.


Killing me softly with his song...


Το όπλο του εγκλήματος είχε προκαλέσει τη μεγαλύτερη αίσθηση. Ένα παλιό δοξάρι με καρφωμένη στην άκρη του μια λεπίδα, τόσο αιχμηρή που είχε ξεσκίσει την καρδιά της. Ο άγνωστος παραδόθηκε, δύο ώρες αφού ανακαλύφθηκε το πτώμα. Ομολόγησε πως επρόκειτο για φόνο εκ προμελέτης, ενώ δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας ή φόβου για την επερχόμενη ποινή.

Ήταν ακόμα παιδί όταν η μητέρα του έμεινε χήρα και μη μπορώντας να μεγαλώσει τα δυο της παιδιά, αποφάσισε να δώσει το κορίτσι για υιοθεσία, προκειμένου να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Η Εμμανουέλα ήταν μόλις τριών κι ο Πάμπλο εννιά. Στα έντεκα, ο Πάμπλο ξεκίνησε να δουλεύει στο εστιατόριο του θείου του, για να υποστηρίζει οικονομικά το σπίτι. Μόνη του διέξοδος, το βιολί του πατέρα που κληρονόμησε μαζί με το ταλέντο του στη μουσική. Τις μέρες που είχε ρεπό από το εστιατόριο, στεκόταν στην κεντρική πλατεία, με τη θήκη του βιολιού ανοιχτή μπροστά του και την ελπίδα πως θα βγάλει ένα επαρκές μεροκάματο πριν γυρίσει σπίτι. Όταν τελείωσε το σχολείο κι είχε πια αρκετή εμπειρία στο βιολί, έπεισε τον θείο του να τον προσλάβει κανονικά και να του δίνει έξτρα μεροκάματο τα σαββατοκύριακα για να παίζει ζωντανά και να διασκεδάζει τους πελάτες.


Εκείνο το βράδυ, είχε βγει με τους φίλους της για ν’ αποφορτιστεί. Είχε έρθει στην πόλη για μια και μοναδική συναυλία. Την πρώτη της. Το όνομά της φιγουράριζε σε αφίσες και διαφημιστικά πανό. Οι εφημερίδες είχαν γράψει ύμνους για την βιολίστρια που τους μαγνήτιζε όλους με το δοξάρι της και το συναίσθημα που πότιζε κάθε της νότα. Μπήκε στο εστιατόριο και κάθισε με την παρέα της απέναντί του. Ο Πάμπλο την αναγνώρισε. Δυνάμωσε το παίξιμό του. Το δοξάρι του γλιστρούσε με ορμή πάνω στις τέσσερις χορδές και τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού χόρευαν με μανία πάνω στην ταστιέρα. Σταμάτησε απότομα. Οι θαμώνες του μαγαζιού τον χειροκρότησαν σαν από υποχρέωση. Την πλησίασε, στάθηκε μπροστά της κι άρχισε να παίζει μόνο για εκείνη. Η κοπέλα αναγνώρισε το κομμάτι από τις πρώτες νότες. Μα πώς ήταν δυνατόν; Ήταν απλώς ένας άγνωστος.

Στο τέλος της βραδιάς, τον κάλεσε στο δωμάτιό της, μη μπορώντας ν’ αποφασίσει αν αυτός ο άντρας την τρόμαζε ή την γοήτευε. Ο Πάμπλο χτύπησε την πόρτα του δωματίου αποφασιστικά. Εκείνη του άνοιξε, ελπίζοντας πως το μυστήριο προαίσθημά της θα έβρισκε άμεσα λύση. Ο ξένος της προσέφερε ένα λευκό τριαντάφυλλο.

«Η ζωή σου συνέβη από λάθος. Η ζωή σου είναι ένα λάθος» της είπε. Εκείνη τον κοίταξε με απορία. «Όσα σου δόθηκαν είναι κλεμμένα. Όσα σου χαρίστηκαν μου ανήκουν και περίμενα χρόνια για να τα διεκδικήσω πίσω».

«Μα ποιος είσαι; Τι θέλεις από μένα;»

Σήκωσε το βιολί που κρατούσε στο ένα του χέρι και πριν μπήξει το δοξάρι στην καρδιά της, έπαιξε ξανά την αρχή του τραγουδιού που της ήταν τόσο γνώριμο. Του τραγουδιού που της έπαιζε στο βιολί του πατέρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί.

«Πάμπλο;»

Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο

10 Μαΐου, 2026

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Η ησυχία πυκνή στο χωριό σαν φθινοπωρινή ομίχλη. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα μπροστά στην αυλή ενός σπιτιού και διακόπτει την ησυχία. Ο άντρας σβήνει τη μηχανή, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει παραπατώντας. Για κακή του τύχη, έφτασε σώος. Το ψιλοχάλικο του δρόμου τρίζει κάτω από τα παπούτσια του και ματαιώνει τις προσπάθειές του να περάσει απαρατήρητος. Ένα φως ανάβει μέσα στο σπίτι. Η μάνα του τον είχε πάρει χαμπάρι. Ή τον περίμενε. Ή και τα δύο.

Μπαίνει στο σπίτι, έτοιμος για κήρυγμα, ξεχνώντας να καθαρίσει τα ίχνη από πάνω του. Τα ουρλιαχτά της μάνας του αντηχούν μέσα στη νύχτα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη της εισόδου. Το λευκό του πουκάμισο είναι ποτισμένο με αίμα. Στο πρόσωπό του, διάσπαρτες κόκκινες σταγόνες. Η μητέρα του τον πλησιάζει τρομαγμένη.

«Είσαι χτυπημένος;»

Δε νιώθει πουθενά πόνο. Νεύει αρνητικά. Καθώς προσπαθεί να αναπαράγει τα γεγονότα στο μυαλό του, τον λούζει κρύος ιδρώτας. Σωριάζεται στην πολυθρόνα.

«Φτιάξε μου έναν καφέ, σε παρακαλώ».

Το κεφάλι του πάει να σπάσει. Το τελευταίο που θυμάται καθαρά είναι να βάζουν στοίχημα με τον Πάνο ποιος θα πιει τα περισσότερα σφηνάκια. Ύστερα, κενό. Μόνο σκόρπιες εικόνες. Ένα μπουκάλι να σπάει. Σκιές του επιτίθενται. Αίμα. Θυμάται κάποιον να του φωνάζει «Φύγε». Και του είχε πει η μάνα του να κόψουν τα ανόητα παιχνίδια με το ποτό… Πώς να της πει τώρα ότι είχε δίκιο;

Η κυρα-Λένη φέρνει τον καφέ. Από την ανάγκη του να βγάλει άκρη, ο Πέτρος τον πίνει μονορούφι, σαν φάρμακο. Η καφεΐνη ξυπνά τα εγκεφαλικά του κύτταρα κι η σκέψη αρχίζει να συνεργάζεται.

«Τι συνέβη, παιδί μου; Μοιάζεις σαν να πάλευες με φαντάσματα!»

Έχει χλομιάσει. Το αίμα από το πρόσωπό του μοιάζει να έχει στραγγίσει όλο στο πουκάμισο. Κοιτά πάλι τον τεράστιο κόκκινο λεκέ και ξαφνικά, όλα βγάζουν νόημα. Ο Πάνος είναι νεκρός…

Μετά τα σφηνάκια, ο Γιώργος τους προκάλεσε να πάνε στο νεκροταφείο. Ήξερε τον φόβο του Πέτρου για τα μεταφυσικά και βρήκε ευκαιρία να τον τσιγκλήσει. Δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Ο Γιώργος είχε μπει στην παρέα τον τελευταίο χρόνο χάρη στον Πάνο. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπον ν’ αστειεύεται με τις αδυναμίες των άλλων, ενώ έκρυβε επιμελώς τις δικές του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι ο Πέτρος το είχε διαισθανθεί.

Ο έτερος της παρέας, ο Αχιλλέας, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην επιπόλαια νυχτερινή τους περιπέτεια. Την επόμενη μέρα ταξίδευε για Αθήνα και δεν ήθελε να ξενυχτήσει. Έμειναν οι τρεις τους. Ο Γιώργος ήταν ο πιο νηφάλιος.  

Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε ψυχή. Ή μάλλον δεν υπήρχε άνθρωπος. Για τις ψυχές δεν έπαιρνε κανείς όρκο ότι δεν τριγύριζαν ανάμεσα στα μνήματα. Κάτι που ο Γιώργος εκμεταλλεύτηκε κι άρχισε να αφηγείται τρομακτικές ιστορίες για τους «ενοίκους» του νεκροταφείου. Η μέθη μεγέθυνε τα λόγια του Γιώργου στο κεφάλι του Πέτρου που είχε τρομοκρατηθεί. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρας κι έκανε κάθε τόσο πως πίνει για να κρύβει τον φόβο του.

Κάθισαν σ’ ένα τοιχάκι. Ο Πάνος είχε αρχίσει ήδη να ζαλίζεται και μετά τις ανατριχιαστικές αφηγήσεις του Γιώργου, έσκυψε πίσω κι έκανε εμετό. Ο τρόμος του Πέτρου είχε φτάσει στο ζενίθ. Είχε αρχίσει ν’ ακούει παράξενους θορύβους.

«Τι ήταν αυτό;» πετάχτηκε και παραλίγο να πέσει από το τοιχάκι.

«Ο προπάππους μου που ήρθε για παρέα!» τον κορόιδεψε ο Γιώργος γελώντας δυνατά. «Έλα, ρε, μη φοβάσαι! Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο!»

Ο Πέτρος άρχισε να εκνευρίζεται. Από τη μία με την αδυναμία του να συγκεντρώσει τη μεθυσμένη σκέψη του κι από την άλλη με τον φίλο του που το ‘χε παρακάνει.

«Σταμάτα, γιατί αλλιώς…»

«Γιατί αλλιώς τι θα κάνεις, ρε; Στουπί είσαι!»

«Δεν είμαι…» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος και σήκωσε το μπουκάλι απειλητικά προς το μέρος του.

«Θα με κάνεις ντα, Πετράκη;»

«Έλα, ρε Γιώργο!» επενέβη ο Πάνος που είχε βρει λίγο το χρώμα του.

«Όχι, για να μάθει να μου κάνει τον καμπόσο! Δε φτάνει που το παίζει γόης και μας τρώει τα κορίτσια, θα μας δείρει κιόλας;»

«Τι δουλειά έχεις εσύ με την Αλίκη;» απόρησε ο Πέτρος που θεώρησε ότι μιλούσε για την κοπέλα του.

«Ε όχι και τι δουλειά έχω με το Αλικάκι! Αν δεν ήσουν εσύ…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο Πέτρος του όρμησε με το μπουκάλι. Ο Γιώργος τον απέφυγε και το χέρι του Πέτρου προσγειώθηκε στο τοιχάκι. Το μπουκάλι έσπασε. Ο Πέτρος γύρισε και μέσα στη θολούρα του, ξαναδοκίμασε να τον πετύχει.

«Μη, Πέτρο!»

Ο Πάνος μπήκε ανάμεσά τους. Το σπασμένο γυαλί γλίστρησε και του έκοψε απότομα τον λαιμό. Με το αίμα ν’ αναβλύζει από την πληγή, έπεσε στην αγκαλιά του Πέτρου, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Το λευκό πουκάμισο γέμισε αίμα. Ο Γιώργος κοιτούσε σαστισμένος.

«Φύγε!» του φώναξε.

Ο Πέτρος υπάκουσε ασυναίσθητα. Ακούμπησε το άψυχο πια σώμα του Πάνου στον τοίχο κι έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο. Μια σκοτεινή ελπίδα άναψε μέσα στο θολωμένο του μυαλό, πως θα τσακιζόταν σε κάνα βράχο πριν προλάβει να φτάσει σπίτι. Αυτό του άξιζε.

«Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;» τον ρώτησε η μάνα του με αγωνία.

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο…»

«Τι λες, παιδάκι μου; Είσαι καλά;»

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο. Ο εγωισμός του ανθρώπου κάνει!»

Έπεσε στα γόνατα, έγειρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Σώπα, παιδάκι μου. Να σου φέρω ένα καθαρό πουκάμισο να φορέσεις. Να καθαριστείς, να πλυθείς. Όλα καλά θα πάνε!» προσπάθησε να τον παρηγορήσει.

Μέσα στην ντουλάπα, ένα πουκάμισο αλέκιαστο και μαύρο σαν τις σκιές, τις τύψεις και τον φόβο του, περίμενε σιωπηλά να τον τιμωρήσει.

1 2 3 10