Ιστορίες

Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο

10 Μαΐου, 2026

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Η ησυχία πυκνή στο χωριό σαν φθινοπωρινή ομίχλη. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα μπροστά στην αυλή ενός σπιτιού και διακόπτει την ησυχία. Ο άντρας σβήνει τη μηχανή, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει παραπατώντας. Για κακή του τύχη, έφτασε σώος. Το ψιλοχάλικο του δρόμου τρίζει κάτω από τα παπούτσια του και ματαιώνει τις προσπάθειές του να περάσει απαρατήρητος. Ένα φως ανάβει μέσα στο σπίτι. Η μάνα του τον είχε πάρει χαμπάρι. Ή τον περίμενε. Ή και τα δύο.

Μπαίνει στο σπίτι, έτοιμος για κήρυγμα, ξεχνώντας να καθαρίσει τα ίχνη από πάνω του. Τα ουρλιαχτά της μάνας του αντηχούν μέσα στη νύχτα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη της εισόδου. Το λευκό του πουκάμισο είναι ποτισμένο με αίμα. Στο πρόσωπό του, διάσπαρτες κόκκινες σταγόνες. Η μητέρα του τον πλησιάζει τρομαγμένη.

«Είσαι χτυπημένος;»

Δε νιώθει πουθενά πόνο. Νεύει αρνητικά. Καθώς προσπαθεί να αναπαράγει τα γεγονότα στο μυαλό του, τον λούζει κρύος ιδρώτας. Σωριάζεται στην πολυθρόνα.

«Φτιάξε μου έναν καφέ, σε παρακαλώ».

Το κεφάλι του πάει να σπάσει. Το τελευταίο που θυμάται καθαρά είναι να βάζουν στοίχημα με τον Πάνο ποιος θα πιει τα περισσότερα σφηνάκια. Ύστερα, κενό. Μόνο σκόρπιες εικόνες. Ένα μπουκάλι να σπάει. Σκιές του επιτίθενται. Αίμα. Θυμάται κάποιον να του φωνάζει «Φύγε». Και του είχε πει η μάνα του να κόψουν τα ανόητα παιχνίδια με το ποτό… Πώς να της πει τώρα ότι είχε δίκιο;

Η κυρα-Λένη φέρνει τον καφέ. Από την ανάγκη του να βγάλει άκρη, ο Πέτρος τον πίνει μονορούφι, σαν φάρμακο. Η καφεΐνη ξυπνά τα εγκεφαλικά του κύτταρα κι η σκέψη αρχίζει να συνεργάζεται.

«Τι συνέβη, παιδί μου; Μοιάζεις σαν να πάλευες με φαντάσματα!»

Έχει χλομιάσει. Το αίμα από το πρόσωπό του μοιάζει να έχει στραγγίσει όλο στο πουκάμισο. Κοιτά πάλι τον τεράστιο κόκκινο λεκέ και ξαφνικά, όλα βγάζουν νόημα. Ο Πάνος είναι νεκρός…

Μετά τα σφηνάκια, ο Γιώργος τους προκάλεσε να πάνε στο νεκροταφείο. Ήξερε τον φόβο του Πέτρου για τα μεταφυσικά και βρήκε ευκαιρία να τον τσιγκλήσει. Δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Ο Γιώργος είχε μπει στην παρέα τον τελευταίο χρόνο χάρη στον Πάνο. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπον ν’ αστειεύεται με τις αδυναμίες των άλλων, ενώ έκρυβε επιμελώς τις δικές του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι ο Πέτρος το είχε διαισθανθεί.

Ο έτερος της παρέας, ο Αχιλλέας, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην επιπόλαια νυχτερινή τους περιπέτεια. Την επόμενη μέρα ταξίδευε για Αθήνα και δεν ήθελε να ξενυχτήσει. Έμειναν οι τρεις τους. Ο Γιώργος ήταν ο πιο νηφάλιος.  

Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε ψυχή. Ή μάλλον δεν υπήρχε άνθρωπος. Για τις ψυχές δεν έπαιρνε κανείς όρκο ότι δεν τριγύριζαν ανάμεσα στα μνήματα. Κάτι που ο Γιώργος εκμεταλλεύτηκε κι άρχισε να αφηγείται τρομακτικές ιστορίες για τους «ενοίκους» του νεκροταφείου. Η μέθη μεγέθυνε τα λόγια του Γιώργου στο κεφάλι του Πέτρου που είχε τρομοκρατηθεί. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρας κι έκανε κάθε τόσο πως πίνει για να κρύβει τον φόβο του.

Κάθισαν σ’ ένα τοιχάκι. Ο Πάνος είχε αρχίσει ήδη να ζαλίζεται και μετά τις ανατριχιαστικές αφηγήσεις του Γιώργου, έσκυψε πίσω κι έκανε εμετό. Ο τρόμος του Πέτρου είχε φτάσει στο ζενίθ. Είχε αρχίσει ν’ ακούει παράξενους θορύβους.

«Τι ήταν αυτό;» πετάχτηκε και παραλίγο να πέσει από το τοιχάκι.

«Ο προπάππους μου που ήρθε για παρέα!» τον κορόιδεψε ο Γιώργος γελώντας δυνατά. «Έλα, ρε, μη φοβάσαι! Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο!»

Ο Πέτρος άρχισε να εκνευρίζεται. Από τη μία με την αδυναμία του να συγκεντρώσει τη μεθυσμένη σκέψη του κι από την άλλη με τον φίλο του που το ‘χε παρακάνει.

«Σταμάτα, γιατί αλλιώς…»

«Γιατί αλλιώς τι θα κάνεις, ρε; Στουπί είσαι!»

«Δεν είμαι…» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος και σήκωσε το μπουκάλι απειλητικά προς το μέρος του.

«Θα με κάνεις ντα, Πετράκη;»

«Έλα, ρε Γιώργο!» επενέβη ο Πάνος που είχε βρει λίγο το χρώμα του.

«Όχι, για να μάθει να μου κάνει τον καμπόσο! Δε φτάνει που το παίζει γόης και μας τρώει τα κορίτσια, θα μας δείρει κιόλας;»

«Τι δουλειά έχεις εσύ με την Αλίκη;» απόρησε ο Πέτρος που θεώρησε ότι μιλούσε για την κοπέλα του.

«Ε όχι και τι δουλειά έχω με το Αλικάκι! Αν δεν ήσουν εσύ…»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο Πέτρος του όρμησε με το μπουκάλι. Ο Γιώργος τον απέφυγε και το χέρι του Πέτρου προσγειώθηκε στο τοιχάκι. Το μπουκάλι έσπασε. Ο Πέτρος γύρισε και μέσα στη θολούρα του, ξαναδοκίμασε να τον πετύχει.

«Μη, Πέτρο!»

Ο Πάνος μπήκε ανάμεσά τους. Το σπασμένο γυαλί γλίστρησε και του έκοψε απότομα τον λαιμό. Με το αίμα ν’ αναβλύζει από την πληγή, έπεσε στην αγκαλιά του Πέτρου, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Το λευκό πουκάμισο γέμισε αίμα. Ο Γιώργος κοιτούσε σαστισμένος.

«Φύγε!» του φώναξε.

Ο Πέτρος υπάκουσε ασυναίσθητα. Ακούμπησε το άψυχο πια σώμα του Πάνου στον τοίχο κι έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο. Μια σκοτεινή ελπίδα άναψε μέσα στο θολωμένο του μυαλό, πως θα τσακιζόταν σε κάνα βράχο πριν προλάβει να φτάσει σπίτι. Αυτό του άξιζε.

«Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;» τον ρώτησε η μάνα του με αγωνία.

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο…»

«Τι λες, παιδάκι μου; Είσαι καλά;»

«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο. Ο εγωισμός του ανθρώπου κάνει!»

Έπεσε στα γόνατα, έγειρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Σώπα, παιδάκι μου. Να σου φέρω ένα καθαρό πουκάμισο να φορέσεις. Να καθαριστείς, να πλυθείς. Όλα καλά θα πάνε!» προσπάθησε να τον παρηγορήσει.

Μέσα στην ντουλάπα, ένα πουκάμισο αλέκιαστο και μαύρο σαν τις σκιές, τις τύψεις και τον φόβο του, περίμενε σιωπηλά να τον τιμωρήσει.

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

3 Μαΐου, 2026


Κι αυτό το καταραμένο κραγιόν! Πώς βρέθηκε στη λαιμόκοψη; Δεν τα κάνουν πια ανεξίτηλα; Προχώρησε η επιστήμη, σου λέει. Μα πόσο άχρηστος είμαι! Τα ρίχνω σ’ ένα καλλυντικό για να καλύψω το λάθος μου! Ήμουν μεθυσμένος… Μπορεί ένας άνθρωπος να κατηγορηθεί για κάτι που δεν έκανε συνειδητά; Ακόμα και για τον φόνο, λένε «εν βρασμώ ψυχής». Πάλι δικαιολογίες ψάχνω. Ας μην έπινες κύριε! Ποιον πόνο ήθελες να πνίξεις στην ξένη αγκαλιά; Έλα ντε; Ποιον πόνο; Πώς να της το έλεγα, γαμώτο; «Αγάπη μου, οι γιατροί μού δίνουν τρεις μήνες ζωής». Δε χωνεύεται εύκολα.

Σάμπως εγώ το έχω χωνέψει; Τρεις μήνες… Τι να χωρέσω σε τρεις μήνες; Με τις βελόνες στα χέρια, τους εμετούς, τα μαλλιά που θα πέφτουν και κανέναν να μη μου εγγυάται ότι όλο αυτό θα φέρει λίγο χρόνο ζωής παραπάνω; Ποιο το νόημα;

Τρεις μήνες. Τι να γίνω σε τρεις μήνες που δεν έγινα ως τώρα; Να γίνω ρεμάλι και να τα κάνω όλα λίμπα, απλά και μόνο επειδή θα πεθάνω; Θα μπορούσα. Τι με νοιάζει; Κι αυτή η καταραμένη φωνή στο κεφάλι μου. Όχι, Βασίλη, δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Πώς δεν είμαι; Κοίτα τι έκανα! Πλήγωσα τη γυναίκα της ζωής μου και μάλιστα χωρίς να το θέλω. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Από το να με δει να λιώνω, καλύτερα να με μισήσει και να προχωρήσει τη ζωή της.

Πονάει όμως, γαμώτο! Δε θέλω να τη χάσω! Τι τη θες, ρε; Νοσοκόμα σου μέχρι τελευταία στιγμή; Να της μείνει η εικόνα σου πάνω στο κρεβάτι του πόνου; Από το να της μείνει η εικόνα μου πάνω από την άλλη γυναίκα, καλύτερα. Και τι θα της πεις; Τι να της πω; Δε θέλω να με λυπηθεί. Ή μήπως θέλω; Ένα βλέμμα της να με κοιτάζει με στοργή και πόνο, ενώ σκέφτεται ότι θα με χάσει. Αίσθηση παντοδυναμίας. Με αγαπάει. Μου ανήκει. Θα είναι δίπλα μου μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει. Δε θα είμαι μόνος… Φοβάμαι.

Ναι, φοβάμαι… Γιατί; Γιατί σε μένα; Μόλις πάτησα τα τριάντα. Ούτε οικογένεια δεν πρόλαβα να κάνω. Κι εκείνη την προαγωγή…στο τσεπάκι την είχα σε έξι μήνες. Έξι μήνες… το διπλάσιο του τρεις. Θα έχω φύγει. Δε θα κάνω ποτέ το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Είχε πάρει και φυλλάδια από το ταξιδιωτικό πρακτορείο και τα κοιτούσαμε σαν παιδιά που λιγουρεύονται ζαχαρωτά. Δεν ξέρω κατά πόσο το ονειρευόταν κι εκείνη ή απλά χαιρόταν με τη χαρά μου. Το ‘χει αυτό η Ξένια μου. Θέλει να κάνει τους άλλους να χαίρονται. Η Ξένια «μου»… Κοψ’το το «μου», φιλαράκι! Πέταξε το πουλί!

Τι να κάνω, ρε γαμώτο; Να τα πουλήσω όλα και να φύγω; Προλαβαίνω; Κι εκείνη; Αν μάθει ότι πέθανα, ίσως με συγχωρήσει.

- Δειλέ!
- Τι θέλεις να κάνω;
- Να την πιάσεις και να της τα πεις όλα στα ίσα.
- Όχι! Όχι!
- Εγωιστή! Φοβιτσιάρη!
- Σκάσε πια! Και τι να της πω; «Δεν είναι αυτό που νομίζεις»;
- Την αλήθεια!
- Είναι καλύτερα να μην ξέρει. Θα την προστατέψω.
- Από τον εαυτό σου;
- Από τον πόνο.
- Μα ήδη την πόνεσες. Και θα νιώθει λίγη. Θα πιστέψει πως δε σου έφτανε, πως δεν την αγαπούσες, πως δεν άξιζε σαν γυναίκα. Το αξίζει αυτό;
- Όχι, δεν το αξίζει. Έχεις δίκιο. Καλύτερα να πονέσει από την απώλεια παρά από την απιστία. Μα θα με ακούσει;
- Θα σε ακούσει. Κάθε θύμα αποζητά μια εξήγηση από το θύτη του για να λύσει μέσα του τα τραύματα.

Τι διλήμματα βάζεις, ρε θάνατε…

Έβαλε τ’ ακουστικά του, πήρε την κορνίζα της από τη βιβλιοθήκη και κάθισε στην πολυθρόνα. Στο τραπεζάκι, ένα μισογεμάτο φλιτζάνι τσάι είχε στο χείλος του σημάδι από κραγιόν. Το δικό της κραγιόν. Έπιασε το κινητό του και κάλεσε τον αριθμό της. Η Ξένια το σήκωσε με φωνή σβησμένη.

«Σου οφείλω μια εξήγηση».

Ο έρωτας ανατέλλει το ηλιοβασίλεμα

26 Απριλίου, 2026

Ήταν το πρώτο τους ταξίδι μαζί. Η παρέα ήταν αχώριστη τρία χρόνια τώρα˙ ο Στέλιος, ο ψηλός και χιουμορίστας, η Σοφία, το φυτουκλάκι, ο Πάρης, ο ωραίος, η Ελένη, το αντράκι κι ο Γιάννης, ο χαμηλών τόνων. Ετερόκλητο πλήθος που βρήκε κοινά στοιχεία μέσα από τα βιώματα της εφηβείας και τα σχολικά θρανία που μοιράζονταν. Οι πέντε τους αντιμετώπιζαν τα πάντα μαζί. Μιλούσαν καθημερινά με μηνύματα στην ομαδική συζήτηση που είχαν φτιάξει με όνομα «OGs»* και σχολίαζαν τα πάντα, από τους καθηγητές και τις εργασίες τους, μέχρι τα οικογενειακά τους προβλήματα.

Την πενταήμερη την περίμεναν πώς και πώς κι ιδιαίτερα εφόσον θα πήγαιναν σε νησί. Το έβλεπαν κάπως σαν διακοπές κι ας τους συνόδευαν οι καθηγητές τους. Τον Κεχαγιόγλου και την Λυμπεροπούλου τους είχαν από κοντά, όποτε ήταν εξασφαλισμένο πως θα περνούσαν καλά. Άλλωστε το είχαν ανάγκη. Το άγχος των πανελληνίων που θα ακολουθούσαν τους είχε ζώσει μ’ ένα μόνιμο σφίξιμο στο στήθος. Όλους εκτός από τον Στέλιο. Το μυαλό του ήταν μόνο στο μπάσκετ, οπότε θα έδινε εξετάσεις μόνο για το χατίρι των δικών του. Οι άλλοι τέσσερις τον φώναζαν «τουρίστα» κι έκλεβαν όσο μπορούσαν από την ανεμελιά του, για να μετριάσουν την αγωνία τους.

Στο καράβι, έπιασαν θέση στο κατάστρωμα, έκατσαν κατάχαμα επάνω στα σακ βουαγιάζ τους κι άρχισαν τη συζήτηση. Η Σοφία ζαλιζόταν στα καράβια και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να της μιλούν συνέχεια για να ξεχνιέται. Για τον Γιάννη, ήταν το πρώτο ταξίδι με πλοίο και κοιτούσε τα πάντα με το βλέμμα ενός ενθουσιασμένου παιδιού. Τον είχε φάει το εξοχικό στο βουνό τόσα χρόνια.

«Πω παιδιά κοιτάξτε! Έχει και σωσίβιες λέμβους! Ρεεε πόσο μεγάλα είναι αυτά τα σκοινιά!!»

«Ναι, τα έχουν φτιάξει γίγαντες! Δεν το’ξερες;» τον πείραζε ο Στέλιος.

«Έλα μωρέ άσ’ τον! Κοίτα τον πώς χαίρεται!» τον μάλωνε η Σοφία που της άρεσε ο Γιάννης στα κρυφά.

Σε λίγο, άφησαν τον ενθουσιασμό του Γιάννη να τους παρασύρει κι άρχισαν να περιπλανιούνται εδώ κι εκεί, ανακαλύπτοντας νέα σημεία του καραβιού. Όταν βαρέθηκαν, γύρισαν πίσω και σώπασαν για ν’ απολαύσουν τον ήχο της θάλασσας, όπως μόνο η νιότη ξέρει να τιμά τα μικρά σαν να είναι σπουδαία.

Αφού έφτασαν Ρόδο και τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο, τα κορίτσια πέρασαν από το δωμάτιο των αγοριών για να τα πάρουν και να κατέβουν στο λόμπι, όπου τους περίμεναν οι καθηγητές. Όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πρώτη τους βόλτα στην παλιά πόλη. Περπάτησαν στα πλακόστρωτα σοκάκια, θαύμασαν τα πέτρινα τείχη και τις αψίδες, σεργιάνισαν στη ρομαντικά φωτισμένη πλατεία κι έβγαλαν άπειρες φωτογραφίες με τα κινητά τους.

Στο γυρισμό, ο Πάρης, ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς, προσπάθησε να πείσει τους καθηγητές να τους πάνε την επόμενη μέρα να δουν το ηλιοβασίλεμα στην παραλία της Ψαροπούλας. Όταν εκείνοι είπαν το ναι, όλη η τάξη ζητοκραύγασε. Τον αγαπούσαν τον Πάρη, γιατί πέρα από το ομορφότερο αγόρι της τάξης, ήταν δίκαιος και μαχόταν πάντα για τα δικαιώματά τους.

Πίσω το ξενοδοχείο, αφού σιγουρεύτηκαν πως οι καθηγητές είχαν πάει για ύπνο, τα αγόρια βγήκαν νυχοπατώντας και πήγαν στο δωμάτιο των κοριτσιών. Η Ελένη τους περίμενε για να βγάλει από την τσάντα της τα Breezer, που είχε κρύψει ανάμεσα στα ρούχα της. Ήπιαν τα ποτά τους παριστάνοντας τους ενήλικες που θα γίνονταν επίσημα σε λίγους μήνες και ξάπλωσαν κι οι πέντε ανάσκελα στα κρεβάτια. Γέλασαν με την ψυχή τους με τον Στέλιο που μιμούνταν τις επιπλήξεις των καθηγητών και κουτσομπόλεψαν τους συμμαθητές τους.

Όταν τα άμαθα στο αλκοόλ κεφάλια τους άρχισαν να ζαλίζονται, η κουβέντα γύρισε στο σοβαρό. Σαν συγκοινωνούντα δοχεία που ακόμα δεν έχουν μάθει τι θα πει αυτονομία, ονειροπολούσαν ότι θα είναι για πάντα μαζί. Υπόσχονταν πως ακόμα κι αν παντρευτούν και κάνουν οικογένειες, δε θα χαθούν. Ξεστόμιζαν επιπόλαια όλα αυτά που η ανήξερη νιότη ονειρεύεται, τη στιγμή που η ανέφελη ζωή που θαρρούσαν πως θ’ ανοιχτεί μπροστά τους, περίμενε καρτερικά να τους υποδεχτεί στον κακοτράχαλο δρόμο της. Δε γνώριζαν πως αυτές ήταν οι τελευταίες ανέμελες στιγμές που θα ζούσαν. Δε φαντάζονταν καν πως το πιο δύσκολο κομμάτι του να είσαι ενήλικας δεν είναι ούτε οι σπουδές που θα κάνεις ούτε η δουλειά που θα πιάσεις, αλλά η ευθύνη των αποφάσεων που βαραίνει πια αποκλειστικά και μόνο εσένα.  

Ο Μορφέας τους βρήκε εκεί, τον έναν ξαπλωμένο σχεδόν πάνω στον άλλο. Τα ξημερώματα, η Σοφία πετάχτηκε στον ύπνο της. Ο Γιάννης, που κοιμόταν δίπλα της, είχε απλώσει το χέρι του κι ακουμπούσε το πόδι της. Παλεύοντας ανάμεσα στην αμηχανία και το καρδιοχτύπι, κατάφερε να σηκωθεί και να τους ξυπνήσει, για να προλάβουν να γυρίσουν στο δωμάτιό τους πριν τους πάρουν χαμπάρι οι καθηγητές.

Το πρόγραμμα της ημέρας είχε ξεναγήσεις, επισκέψεις σε μουσεία, φαγητό σε ταβέρνα και το απόγευμα την πολυαναμενόμενη βόλτα στην παραλία. Η παρέα ρουφούσε εικόνες και γέμιζε αχόρταγα το σακούλι των εμπειριών. Ακόμα κι ο Στέλιος που άκουγε ιστορία κι έβγαζε σπυράκια, εντυπωσιάστηκε από τα ιστορικά στοιχεία του νησιού. Ο Γιάννης κι η Σοφία παρακολουθούσαν σιωπηλοί, ο Πάρης είχε τον νου του στους υπόλοιπους και ήταν αλερτ μην τυχόν χρειαστεί να επέμβει για να υπερασπιστεί κάποιον κι η Ελένη το σκαρφάλωνε σε όποιο τοιχάκι της δινόταν ευκαιρία.

Πριν κατέβουν στην παραλία, οι καθηγητές τους άφησαν να περιηγηθούν λίγο στα μαγαζιά της παλιάς πόλης. Τα κορίτσια αγόρασαν σουβενίρ και τα αγόρια είχαν κολλήσει σε κάτι εικονογραφημένα βιβλία για ιππότες. Πετώντας περισσότερο παρά περπατώντας, έφτασαν στην αμμουδιά. Χωρίστηκαν σε πηγαδάκια των τεσσάρων έως έξι ατόμων και κάθισαν στις πετσέτες που είχαν στις τσάντες τους. Η Σοφία και η Ελένη βολεύτηκαν ανάμεσα στον Γιάννη και τον Πάρη, ενώ ο Στέλιος ξάπλωσε φαρδύς πλατύς μπροστά στα πόδια τους.

Κοιτούσαν με ανυπομονησία τον ορίζοντα λες και περίμεναν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη να βγει στη σκηνή για να τραγουδήσει. Ο ήλιος κατέβηκε αργά, άπλωσε αυτάρεσκα τις ακτίνες του απ’ άκρη σ’ άκρη, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του ροζ. Οι νεανικές καρδιές, ερωτευμένες και μη, χάζευαν την ομορφιά των χρωμάτων. Ο Γιάννης έγειρε προς τα πίσω και στηρίχθηκε στα χέρια του, βάζοντας το ένα –λίγο τυχαία και λίγο επίτηδες– πίσω από την πλάτη της Σοφίας. Εκείνη ένιωσε το άγγιγμά του κι ανασηκώθηκε ελαφρά ξαφνιασμένη. Έπειτα αφέθηκε κι ακούμπησε ελαφρά πάνω του.

Ο Πάρης αγκάλιασε την Ελένη που έβγαλε το χέρι του από πάνω της εκνευρισμένη. Του άρεσε αυτό το αγοροκόριτσο. Ίσως να είχε επηρεαστεί από τους άλλους που τον παρότρυναν κοροϊδευτικά πως πρέπει να την κλέψει και να γυρίσει στην Τροία. Ήταν ωραία η Ελένη –κακά τα ψέματα– κι ας στερούνταν θηλυκότητας. Εκείνη όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως η αντίδρασή της σε κάθε κίνηση του Πάρη να την πλησιάσει ήταν απλά μια άμυνα για να μην προδοθεί. Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα άντεχε να το κρύβει.

Κάτω από το φως του σούρουπου που έδυε, κάτι νέο ανέτειλε. Κάτι ξένο μπήκε στην παρέα και την άλλαξε μια για πάντα. Τίποτα δεν προμήνυε πια τη νηνεμία των προηγούμενων χρόνων. Ο έρωτας είχε έρθει να ταράξει τα νερά μέσα τους και μεταξύ τους, όπως μόνο εκείνος ξέρει. Η ζωή τώρα ξεκινούσε.

*OG = original gangster είναι μια έκφραση που αναφέρεται σε κάποιον που θεωρείται πρωτοπόρος ή καλύτερος από όλους στον τομέα του

Η ευγένεια χωρά σ’ ένα μπουκέτο γαζίες

19 Απριλίου, 2026

- Τι λες, Γιωργάκη; Πάμε έναν περίπατο μέχρι το πηγάδι; Πιάστηκα όλη μέρα στο καφενείο.
- Πάμε, παππού!
- Αντέχεις, έτσι; Μη μου πεις στα δέκα βήματα ότι κουράστηκες!
- Όχι, παππού! Αντέχω! Να κοίτα!
- Άπαπα όχι τόσο γρήγορα! Πώς θα σε προφτάσω;
- Καλά, παππού, δε θα τρέχω. Αλλά θα μου πάρεις μετά παγωτό, έτσι;
- Θα σου πάρω, βρε συμφεροντολόγε!
- Βανίλια θέλω! Εσύ;
- Εγώ δε θα φάω. Θα με πιάσει πάλι κνησμός και θα μου βγει ξινό.
- Κνη- τι;
- Κνησμός. Φαγούρα δηλαδή.
- Η μαμά λέει ότι χρησιμοποιείς δύσκολες λέξεις επειδή παλιά ήσουν δάσκαλος. Έτσι είναι, παππού;
- Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι, παιδί μου. Δηλαδή η συνήθεια δύσκολα κόβεται. Ε και πάντα κοίταζα να προσέχω τι λέξεις μαθαίνω στα παιδιά.
- Να σε ρωτήσω κι εγώ μια λέξη;
- Και δε ρωτάς.
- Τι είναι "αλητεία";
- Πού το άκουσες εσύ αυτό;
- Ο κυρ-Στέφανος μάλωνε τον Κωστή και του έλεγε ότι είναι κακό πράγμα και να μην φέρεται σαν αλήτης.
- Το 'χει παραξηλώσει ο Κωστής, εδώ που τα λέμε. Αλητεία, παιδί μου, είναι να γυροφέρνεις χωρίς να κάνεις κάτι που έχει ουσία και να περιφρονείς τους κανόνες της κοινωνίας, κάνοντας του κεφαλιού σου. Κατάλαβες;
- Μάλλον. Κι είναι πολύ κακό;
- Να σου πω. Κάποτε και τους επαναστάτες, αλήτες τους λέγανε. Αλλά άλλο πράγμα να θέλεις ν’ αλλάξεις τα πράγματα και να πηγαίνεις κόντρα σε όλους και σε όλα κι άλλο να μη σέβεσαι τίποτα επειδή έτσι σου αρέσει εσένα.
- Άρα οι αλήτες είναι εγωιστές, ε παππού;
- Να μια δύσκολη λέξη! Εγωιστής γίνεται αυτός που δεν έμαθε να νοιάζεται για τους άλλους, επειδή κανείς δε νοιάστηκε ποτέ γι’ αυτόν ή αντίθετα νοιάστηκε υπερβολικά.
- Φτάσαμε, παππού!
- Ξέρεις πώς το λέγαμε παλιά το πηγάδι;
- Αμέ! Το ραντεβουδοπήγαδο! Μου το είπε η μαμά! Εδώ γνώρισες, λέει, τη γιαγιά!
- Μαρτυριάρα είναι η μάνα σου! Εδώ τη γνώρισα, ναι. Είχα πρωτοδιοριστεί κι έψαχνα το πηγάδι. Εκείνη είχε έρθει να βγάλει νερό και τραβούσε το σκοινί για ν’ ανεβάσει τον κουβά. Μόλις την είδα, έτρεξα να βοηθήσω. Ήταν υπερήφανη όμως η γιαγιά σου. «Δε χρειάζομαι βοήθεια!» μου είπε. «Μπορώ και μόνη μου!» Έκανα πίσω, αλλά με έτρωγε. Βλέπεις είχα τρεις μικρότερες αδερφές κι ήμουν μαθημένος στο να τις προσέχω. Δεν άντεχα να τη βλέπω να παιδεύεται. Όχι επειδή ήταν γυναίκα, δηλαδή. Κι άντρας να ήταν πάλι θα έτρεχα να βοηθήσω. Άμα έχεις μέσα σου το σαράκι της προσφοράς, δε σε νοιάζει ποιος είναι ο πλησίον. Ο διπλανός σου, δηλαδή. Για να μη νομίζει όμως ότι την προσέβαλα, της ζήτησα να μου δείξει πώς να βγάζω νερό, αφού δεν ήξερα από αυτά. Ε αυτό ήταν. Μια μέρα, αφού είχα μάθει πια τα κατατόπια, της έκανα κι ένα δώρο.
- Τι δώρο; Της πήρες μονόπετρο όπως ο νονός στη νονά;
- Μακάρι να είχα λεφτά να της πάρω δαχτυλίδι. Όμως κι αυτό που της έδωσα χρυσό ήταν. Της φύσης.
- Δηλαδή;
- Έκοψα μερικά άνθη από τη γαζία στην αυλή, τα έδεσα προσεκτικά μ’ ένα σπαγκάκι για να μη διαλυθούν, τα έβαλα μέσα σε ένα ξύλινο κουτάκι που είχα φτιάξει μόνος μου και της το έδωσα μόλις την είδα. Όταν το άνοιξε, μοσχοβόλησε ο τόπος! Το κάνουν αυτό τα δαχτυλίδια; Δεν το κάνουν!
- Είσαι ρομαντικός, παππού!
- Κι αυτή τη λέξη την ξέρεις;
- Ε ξέρεις τώρα… η μαμά!
- Αχ αυτή η κόρη μου!
- Πάμε τώρα για το παγωτό;
- Πάμε! Αλλά θα μαζέψουμε και λίγες γαζίες για τη μαμά σου που σου μαθαίνει τόσο ωραίες λέξεις, σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι!

Κοινωνία vs Γυναίκα

18 Απριλίου, 2026

- Πού πας;
- Θα βγω.
- Και πώς ντύθηκες έτσι σαν καλόγρια; Δείξε και λίγο δέρμα!
- Μα κάνει κρύο.
- Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος!

(αλλάζει)

- Ντάξει τώρα;
- Το παράκανες! Είπαμε να δείξεις, όχι να γδυθείς!
- Ε και τι να βάλω δηλαδή;
- Κάτι που να δείχνει τόσο που να τραβά το ενδιαφέρον, αλλά όχι τόσο πολύ που να προκαλεί.
- Να προκαλεί ποιον;
- Τα αντρικά βλέμματα.
- Άρα να ντυθώ σύμφωνα με το τι θέλουν οι άντρες;
- Ε πώς αλλιώς θα βρεις ένα παλικάρι να νοικοκυρευτείς κι εσύ;
- Με το σώμα μου θα το βρω;
- Αμ πώς; Με τα ωραία σου τα μάτια ή τον πλούσιο ψυχικό σου κόσμο;
- Γιατί όχι;
- Γιατί αυτά λένε πως τα κοιτάνε, αλλά στην πραγματικότητα αλλού πέφτει το μάτι τους.
- Ναι, αλλά αν πέφτει το μάτι του στο τι φοράω, δε θα θέλει εμένα.
- Ε τι να θέλει το σώμα σου, τι εσένα! Το ίδιο είναι.
- Δεν είμαι μόνο το σώμα μου!
- Μη γίνεσαι ρομαντική! Φυσικά και είσαι κυρίως αυτό!
- Και το ποια είμαι ποιος θα το δει;
- Ψύλλους στ' άχυρα γυρεύεις!
- Κι αν αυτός που με θέλει για το σώμα μου, δει ότι δεν του κάνω σαν χαρακτήρας;
- Το πολύ πολύ να σε χωρίσει.
- Χωρίς να με βλάψει;
- Δεν ξέρω.
- Μπορείς να μου το εγγυηθείς;
- Και τι είμαι για να σου το εγγυηθώ; Θεός;
- Κι αν εμένα δε μου αρέσει;
- Ε καλά τώρα, αν φορέσεις αυτά που φοράς, σιγά που δε θα σου αρέσει!
- Άρα δεν είμαι μόνο το σώμα μου. Είμαι και τα ρούχα μου. Και τα δυο κρίνονται από το τι θέλουν οι άντρες κι όχι από το τι μου αρέσει εμένα να φοράω και τι με κάνει να νιώθω άνετα ή όμορφη.
- Αν θες να νιώθεις όμορφη, σημαίνει πως θες να αρέσεις.
- Κι αυτό δίνει αυτόματα στον καθένα το δικαίωμα να με ποθήσει και την υποχρέωση σε μένα να το δεχτώ;
- Ωχ τώρα, υπερβολές!
- Μπορώ ν' αρνηθώ;
- Φυσικά και μπορείς.
- Και θα είμαι ασφαλής;
- Πού να ξέρω; Πρέπει να προσέχεις.
- Κι εσύ γιατί δε με προστατεύεις; Γυναίκα δεν είσαι;
- Μα γι' αυτό σου τα λέω αυτά! Για το καλό σου! Μην πηγαίνεις γυρεύοντας!
- Γυρεύοντας τι; Να με βιάσουν;
- Γενικά... Πρέπει να προσέχεις!
- Τι φοράω;
- Ε ναι.
- Άρα είναι αποκλειστικά δική μου ευθύνη το τι θα μου κάνουν;
- Αν δεν κουνήσεις την ουρά σου...
- Ποια ουρά; Άνθρωπος είμαι! Νοήμον ον!
- Κι οι άντρες έχουν ένστικτα.
- Αν δεν μπορούν να τα δαμάσουν, να ξανανέβουν στα δέντρα!
- Ε τώρα... άντρες είναι.
- Κι εγώ γυναίκα. Τι θα πει δηλαδή αυτό;
- Δεν καταλαβαίνεις...
- Μωρέ καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
- Τότε να προσέχεις!
- Κι αν κινδυνέψω τι να κάνω;
- Τι άλλο; Να πας στην αστυνομία.
- Και θα με προστατέψουν εκεί;
- Αυτή είναι η δουλειά τους.
- Και θα την κάνουν;
- Μα δε σε βρίσκει κανείς πουθενά! Φόρα ό,τι θες να τελειώνουμε! Αλλά μη μου ζητήσεις τα ρέστα μετά!

(Χαλά το χτένισμά της, ξεβάφεται και βάζει μια φόρμα)

- Έτσι θα βγεις;
- Ναι.
- Μα γιατί;
- Αφού κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι είναι ασφαλές να είμαι ο εαυτός μου, καλύτερα να είμαι ζωντανή, παρά όμορφη.

Ανάσταση

12 Απριλίου, 2026

Οι διακοπές του Πάσχα είχαν αρχίσει. Τα παιδιά είχαν ξαμοληθεί μέσα κι έξω από τις αυλές των σχολείων και χαίρονταν το τέλος των μαθημάτων και την ανεμελιά του παιχνιδιού. Ο Νίκος είχε κανονίσει να βρεθεί με την παρέα του για μπάσκετ όπως κάθε μέρα. Το ραντεβού δινόταν πάντα έξω από την πόρτα του σχολείου.

Με το που έφταναν όλοι, σκαρφάλωναν στα κάγκελα, πηδούσαν μέσα κι έτρεχαν προς τη μπασκέτα. Η παρέα αποτελούνταν από τέσσερα άτομα, οπότε χωρίζονταν σε δύο ομάδες των δύο ατόμων. Ο Νίκος ήταν ο πιο ψηλός κι όλοι τον ήθελαν για συμπαίκτη. Είχε ταλέντο στα τρίποντα κι όποιος ήταν μαζί του, τη νίκη την είχε εξασφαλισμένη. Για να είναι δίκαιοι όμως, έβαζαν τον Πέτρο –που ήταν ο πιο αργός– να παίζει μαζί του και στην άλλη ομάδα έμεναν ο Γιώργος με τον Κώστα κι οι δύο μετρίου αναστήματος και γρήγοροι στις πάσες.

Το παιχνίδι ξεκίνησε. Την μπάλα την είχε η αντίπαλη ομάδα, η οποία με γρήγορες κινήσεις κατάφερε το πρώτο καλάθι. Ο Νίκος έκλεψε την μπάλα, την πάσαρε στον Πέτρο κι έτρεξε να πάρει θέση για τρίποντο. Ο Πέτρος του πέταξε την μπάλα, ο Νίκος πήδηξε και με μια εύστοχη βολή σκόραρε τους πρώτους τρεις πόντους. Το παιχνίδι συνεχίστηκε με την ομάδα του Νίκου να προπορεύεται σταθερά. Μετά από μια ώρα, ο αγώνας έληξε με τον Πέτρο και τον Νίκο να πανηγυρίζουν τη νίκη τους. Το ‘χαν συνήθειο, όποιος κέρδιζε τον αγώνα να τρέχει τον γύρο του γηπέδου και να καρφώνει ένα τελευταίο καλάθι σκαρφαλώνοντας στη μπασκέτα.

Ο Νίκος, με τη μπάλα στα χέρια, έκανε τον γύρο του θριάμβου, πήδηξε, κρεμάστηκε με το ένα χέρι στο καλάθι και με το άλλο έριξε τη μπάλα μέσα. Κρεμασμένος ακόμα, έκανε το σήμα της νίκης προς τον συμπαίκτη του, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Με το που άφησε το χέρι από το στεφάνι, προσγειώθηκε άτσαλα στο έδαφος, παραπάτησε κι έχοντας ακόμα τη φόρα του άλματος, καρφώθηκε με το κεφάλι στη σιδερένια μπασκέτα. Οι φίλοι του κοκάλωσαν. Έτρεξαν κοντά του, αλλά ο Νίκος είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις του.

Οι επόμενες μέρες εξελίχθηκαν σε Γολγοθά για την οικογένειά του. Νοσοκομεία, εξετάσεις, εντατική, αναμονή, προσευχή και δάκρυα. Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι το χτύπημα έγινε σε κρίσιμο σημείο και δυστυχώς ο Νίκος βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Υπάρχουν ελπίδες να επανέλθει, αλλά είναι ελάχιστες κι ακόμα κι αν συμβεί το θαύμα, το αναπηρικό αμαξίδιο θα του είναι για αρκετό καιρό απαραίτητο.

Συντετριμμένοι οι γονείς του, πέρασαν τη Μεγάλη Εβδομάδα στην αίθουσα αναμονής έξω από την εντατική. Το ταξίδι για το χωριό ματαιώθηκε. Οι εορταστικές προετοιμασίες μετατράπηκαν σε αγωνία και θλίψη. Οι φίλοι του τον επισκέφθηκαν κι οι γιατροί τούς επέτρεψαν να τον δουν για δέκα λεπτά ο καθένας.

Πρώτος μπήκε ο Κώστας.

«Έλα, ρε Νικόλα! Σήκω, ρε φίλε! Σήκω να παίξουμε!» του ψιθύρισε.

Ο Γιώργος δεν άντεξε. Μόλις είδε τον φίλο του διασωληνωμένο, με τα μάτια σφραγισμένα, έτρεξε έξω κλαίγοντας με λυγμούς. Τελευταίος μπήκε ο Πέτρος.

«Νίκο; Γιατί, ρε Νίκο, δεν ξυπνάς; Κερδίσαμε… ξέχασες; Κερδίσαμε! Ξύπνα να πανηγυρίσουμε… Δε θέλω να σε χάσω, ρε φίλε… Ξύπνα, σε παρακαλώ!»

Μεγάλη Πέμπτη. Ο γιατρός ήρθε για επανεξέταση. Η κατάσταση του ασθενούς ήταν αμετάβλητη. Μίλησε με τους γονείς και με πόνο ψυχής έθεσε το δίλημμα. Μπορούσαν να περιμένουν, αλλά έπρεπε να γνωρίζουν ότι ίσως έπαιρνε μήνες ή και χρόνια μέχρι να υπάρξει κάποια αλλαγή. Η εναλλακτική που προσφερόταν σε περίπτωση μη ανάκαμψης ήταν η αποσύνδεση από τη μηχανική υποστήριξη. Στο άκουσμα της εκδοχής αυτής, η μητέρα του Νίκου κατέρρευσε. Ο πατέρας του πήρε τον λόγο.

«Τον μοναχογιό μου εγώ δεν τον σκοτώνω, γιατρέ. Όσο ζούμε και οι δυο μας, θα περιμένουμε».

Ο γιατρός απολογήθηκε και προσπάθησε να εξηγήσει, αλλά ήταν ανένδοτοι.

Μεγάλη Παρασκευή. Ο ουρανός έμοιαζε θλιμμένος. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα κι η ατμόσφαιρα στο νοσοκομείο έγινε ακόμα πιο βαριά. Ο Νίκος δεν έλεγε να δώσει σημάδι ζωής. Είχε ζωστεί τον σταυρό του και τον κουβαλούσε σιωπηλά. Το μεσημέρι, τα σύννεφα αραίωσαν. Ο πατέρας του Νίκου, που είχε βγει για ένα τσιγάρο, κοιτούσε ψηλά κι από μέσα του προσευχόταν.

«Δώσε μου, Θεέ μου, ένα σημάδι ότι θα γίνει καλά. Ένα σημάδι ότι δεν τον ταλαιπωρούμε».

Έσκυψε το κεφάλι απελπισμένος κι ύστερα το σήκωσε ξανά. Απέναντί του, ένα ουράνιο τόξο έκανε δειλά την εμφάνισή του μέσα από τα γκρίζα σύννεφα. Μπήκε μέσα με το ηθικό αναπτερωμένο κι αγκάλιασε τη γυναίκα του. 

Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Στην αίθουσα αναμονής, η τηλεόραση έδειχνε την Ακολουθία της Αναστάσεως σε απευθείας μετάδοση. Η μάνα του Νίκου, αποκαμωμένη, έκλαιγε βουβά μπροστά στο Θείο πάθος που βρήκε λύτρωση. Ο δικός της Γολγοθάς δεν έλεγε να τελειώσει.

«Κάνε, Χριστέ μου…»

 Η ώρα δώδεκα ακριβώς.

«Χριστός Ανέστη, γιε μου».

Στην εντατική, επάνω στο κρεβάτι του μαρτυρίου, δυο δάχτυλα νεκρά κινήθηκαν. Δε θ’ αργούσε ο καιρός που θα σχημάτιζαν ξανά το σύμβολο της νίκης.

Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές

5 Απριλίου, 2026

Άνθισαν οι πασχαλιές. Τα μωβ λουλούδια τους αναδίδουν μια μεθυστική ευωδία, καθώς κρέμονται σαν άνθινα τσαμπιά πάνω στα κλαδιά του λυγερόκορμου δέντρου. Χθες, έκοψε μερικά και τώρα κοσμούν το τραπέζι της αυλής, πλάι στα εξίσου εύοσμα κρινάκια. Εκεί κάθεται τώρα και ξεκουράζει τα πόδια της. Αφήνει το βλέμμα της να πλαγιάσει πάνω στην ομορφιά της φύσης και ρουφά αχόρταγα εικόνες και χρώματα. Τι κι αν αυτό το τοπίο το βλέπει 50 χρόνια τώρα; Ποτέ δεν είναι το ίδιο. Αυτή είναι η μαγεία του. Την άνοιξη γίνεται πολύχρωμο, το καλοκαίρι καταπράσινο, το φθινόπωρο βάφεται γήινο και τον χειμώνα μένει ξερό κι αφυδατωμένο, σαν το πρόσωπό της.

Δεν την πειράζει που ρυτίδιασε. Ούτε που διανύει πια τον χειμώνα της ζωής της. Ήταν μια όμορφη ζωή. Γάμος, παιδιά, εγγόνια. Τους περιμένει όλους για το Πάσχα που πλησιάζει. «Πάσχα στο χωριό» το λένε στην πρωτεύουσα κι η Δάφνη χαμογελάει που τα παιδιά της νιώθουν πια πρωτευουσιάνοι κι ας μεγάλωσαν στην επαρχία. Ανυπομονεί να δει τα εγγόνια της, τα μικρά και τα μεγάλα. Να βάψει μαζί τους κόκκινα αβγά και ροζ και μπλε και πράσινα, να της δείξουν με καμάρι τις λαμπάδες που τους πήραν οι νονοί και οι νονές τους, να ζυμώσουν κουλούρια και να καμαρώσει τα χεράκια τους να τα πλάθουν σε πλεξούδες, σαλιγκαράκια και βαρκούλες. Όταν έρχονται, το σπίτι γεμίζει φωνές, μυρωδιές κι αγκαλιές.

Από τότε που έφυγε ο Κοσμάς για το μακρύ ταξίδι, της στοίχισε η μοναξιά. Η μόνη της συντροφιά είναι οι τετράποδοι φίλοι της˙ οι γάτες της, η Ριρίκα και ο Ψιψής και τα δυο κυνηγόσκυλα, ο Παναγής κι ο Κωστίκας. Τους μιλά σαν να ‘ταν άνθρωποι κι εκείνα την καταλαβαίνουν τα άτιμα και την ακολουθούν παντού. Της λείπει όμως η ανθρώπινη λαλιά. Να πει μια κουβέντα να ξεδώσει το μυαλό της. Με τα ζωντανά τι να συζητήσει; Τα γειτονικά σπίτια δεν είναι κοντά κι όλα τους κατοικούνται από νέα ζευγάρια που παράτησαν την πόλη για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Με κάνα δυο έχει καλές σχέσεις. «Γιαγιά Δάφνη» τη φωνάζουν όποτε περνούν μπροστά από το σπίτι της και πάντα τη ρωτούν μήπως χρειάζεται κάτι από το χωριό. Καλά παιδιά, δεν έχει παράπονο. Αλλά έχουν κι αυτά τις δουλειές τους.

Τι όμορφη που ‘ναι η πασχαλιά! Θυμάται τότε που τη φύτεψαν με τον Κοσμά. Εκείνος της έλεγε να βάλουν κάνα δέντρο που να δίνει καρπούς, αν ήθελαν λουλούδια φύτευαν και στη γλάστρα. Η Δάφνη όμως ήταν ανένδοτη.

«Όταν ανθίσουν το Πάσχα και στολίσουν τον κήπο, θα σου αρέσει!»

«Κι αυτό το μωβ, βρε παιδί μου, που έχουν. Πένθιμο χρώμα».

«Τι ήθελες να φυτέψουμε για το Πάσχα, χριστιανέ μου; Κόκκινες τουλίπες; Κάτι ξέρει το δέντρο και τα βάφει πένθιμα. Τα θεία πάθη τιμούμε».

«Δεν έχεις κι άδικο».

Έτσι φυτεύτηκε η πρώτη πασχαλιά. Μετά ήρθε και δεύτερη, ίσα για να μη νιώθει μόνη η πρώτη.

«Κι άλλη θα βάλουμε;»

«Μα κοίτα ετούτη πώς έπιασε! Κι έπειτα, εμείς δυο δεν είμαστε; Μια για τον έναν μια για τον άλλον».

Πάλι της έκανε το χατίρι και φυτεύτηκε κι η δεύτερη.

Όποτε τις βλέπει να στέκουν η μια δίπλα στην άλλη, φορτωμένες με τα μαβιά καλούδια τους, τον θυμάται τον Κοσμά και τα όμορφα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ήσυχος άνθρωπος, καλοκάγαθος ήταν. Καλός πατέρας και σύζυγος, συνεπής στις υποχρεώσεις του, εργατικός και φιλόξενος. Είχαν κάνει τραπέζια με θέα τις πασχαλιές ουκ ολίγα! Και δώσ’ του να κερνάει τους καλεσμένους κρασί και να γυρνάει το αρνί στη σούβλα. Η Δάφνη πηγαινοερχόταν στην κουζίνα να κόψει τυρί, σαλάτα, να φέρει μεζεδάκια για τον ψήστη και τη συντροφιά, να προσφέρει αβγά για τσούγκρισμα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, πάντα το δικό της αβγό έμενε ανέπαφο. «Ξύλινο έχεις πάρει και μας κερδίζεις κάθε χρόνο, κυρά μου;» την πείραζε ο Κοσμάς κι έσκαγε στα γέλια. «Αλλά ξέχασα. Εσύ έχεις πάντα δίκιο. Γι’ αυτό και τ’ αβγό σου δεν καταδέχεται να χάσει!»

Τι ωραία χρόνια! Πέντε χρόνια τώρα που τον έχασε, τον νοσταλγεί κάθε χρονιά και περισσότερο. Κι αυτές οι Πασχαλιές, τόσο όμορφες μαζί, πώς να τις χωρίσεις; Δεν αργεί όμως ο καιρός που θ’ αγγίξουν ξανά τα κλαδιά τους. Η Δάφνη το ξέρει. Το διαισθάνεται. Όχι όμως φέτος. Φέτος, περιμένει πάλι τα παιδιά της. Μα να τα! Ακούει τ’ αυτοκίνητα να σταματάνε έξω από την αυλή. Η πόρτα ανοίγει και τα εγγόνια τρέχουν να την αγκαλιάσουν.

«Τι μυρίζει έτσι όμορφα, γιαγιά;»

«Οι πασχαλιές, παιδί μου! Άνθισαν οι πασχαλιές!»

Περασμένα ξεχασμένα

29 Μαρτίου, 2026

Φέτος δε θα ερχόταν η νονά. Ο Στάθης το πήρε απόφαση πια. Απ’ όταν τσακώθηκαν με τη μαμά, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την ξαναδεί. Ήλπιζε πως θα του τηλεφωνούσε να τον ρωτήσει τι κάνει, πώς τα πήγε στο σχολείο, αν κέρδισαν με την ομάδα ποδοσφαίρου στους αγώνες. Όλα αυτά που τον ρωτούσε με ενδιαφέρον μέχρι τώρα και μοιραζόταν μαζί της σαν να ήταν κολλητοί. Μα τίποτα. Εξαφανίστηκε από τη ζωή του απότομα κι ο Στάθης έμεινε ν’ αναρωτιέται μήπως έφταιξε σε κάτι κι αυτός. Μήπως τη στενοχώρησε. Η μαμά τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε κάνει τίποτα κακό και τον καθησύχασε ότι θα του έπαιρνε εκείνη και λαμπάδα και δώρο και αβγό και τσουρέκι κι όλα. Μα για τον Στάθη, δεν ήταν τα δώρα το θέμα.

Του έλειπε η νονά. Ήθελε να της πει για τα καινούρια *brainrot και να την ακούσει να γελάει με τα περίεργα ονόματα, όπως τότε που της είχε δείξει για πρώτη φορά τον Tralalero tralala, τον καρχαρία με τα τρία αθλητικά παπούτσια.

«Έλα Χριστέ και Παναγιά! Τι είναι αυτό;» είχε αναφωνήσει έκπληκτη, κάνοντάς τον να ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Ήταν τόσο αστεία η νονά! Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν ο διαγωνισμός γκριμάτσας. Όποιος πετύχαινε την καλύτερη, γαργαλούσε τον άλλον μέχρι τελικής πτώσης! Οι δονήσεις του γέλιου έκαναν την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά κι ένιωθε πιο ζωντανός κι από την ώρα της προπόνησης.

Με τη νονά άνοιγαν οι ορίζοντές του. Όχι τόσο επειδή ήταν δασκάλα κι όλο και κάτι τον μάθαινε, αλλά κυρίως γιατί ήξερε πώς να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Συχνά του πέταγε, δήθεν τυχαία, φράσεις που είχε ακούσει από μαθητές της, έπαιρνε το καπέλο του, το φορούσε ανάποδα με ύφος αμερικανού ράπερ και σκάρωνε στιχάκια. Ο Στάθης την ακολουθούσε σ’ αυτή τη –σχεδόν μουσική– στιχομυθία, μέχρι που έγραφαν ολόκληρα τραγούδια. Τα είχε κρατήσει όλα σ’ ένα τετράδιο για να τα θυμούνται. Η μαμά έλεγε πως αυτό τον είχε βοηθήσει να βελτιωθεί στην έκθεση, αν κι εκείνος δεν κατάλαβε ποτέ το πώς και το γιατί. Ήταν pro η νονά αναμφίβολα! Και τον πήγαινε και στα καλύτερα εστιατόρια! Μαζί της δοκίμασε για πρώτη φορά μανιτάρια αλά κρεμ κι έγινε το αγαπημένο του φαγητό. Η μαμά, που ήξερε πόσο παράξενος ήταν, είχε μείνει άναυδη όταν το άκουσε.

Τι όμορφες αναμνήσεις! σκεφτόταν. Μα ύστερα το χαμόγελο έσβηνε από τα χείλη του κι  η στενοχώρια τσιμπούσε την καρδιά του και την έκανε να πονάει. Κάθε βράδυ προσευχόταν ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Να τα βρουν η μαμά κι η νονά. Πόσο σοβαρό μπορεί να ήταν πια αυτό που συνέβη; Κι εκείνος τσακωνόταν με τους φίλους του, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκανε. Η φιλία, του έλεγαν οι γονείς του, είναι σεβασμός και αγάπη. Πώς έπαψαν ξαφνικά η μαμά κι η νονά ν’ αγαπιούνται; Γιατί δεν του εξηγούσε κανείς; Η μυστικοπάθεια των μεγάλων τον εκνεύριζε τόσο πολύ!

Την Παρασκευή που θα έκλειναν τα σχολεία για Πάσχα, θα πήγαιναν για πρώτη φορά για λαμπάδα χωρίς τη νονά. Το προηγούμενο βράδυ, ενώ οι γονείς του νόμιζαν πως είχε πάει για ύπνο, ο Στάθης μισάνοιξε την πόρτα του δωματίου του κι έστησε αυτί. Υποψιαζόταν ότι κάτι θα έλεγαν για εκείνην κι έπεσε μέσα.

«Η Εύα πήρε κάνα τηλέφωνο;»

«Είσαι τρελός; Δεν πρόκειται να ξαναπάρει».

«Έλεγα μήπως πήρε για τον μικρό. Πέρασε τόσος καιρός από τον τσακωμό σας. Περασμένα ξεχασμένα πια!»

«Δεν είναι ξεχασμένα καθόλου, Χρήστο. Ξεχνάς δηλαδή ότι με κατηγόρησε πως ήξερα για την παράνομη σχέση του Κώστα και δεν της είπα τίποτα;»

«Εντάξει, μωρέ Ρένα, τώρα. Ήταν κι εκείνη σοκαρισμένη κι έψαχνε από κάπου να πιαστεί. Δε χωνεύεται εύκολα το κέρατο».

«Κι εγώ τι φταίω; Να θέλω να συμπαρασταθώ και να τ’ ακούω κι από πάνω; Με συγχωρείς, αλλά δε θα πάρω».

«Δηλαδή δε θα μπορούσατε να τα ξαναβρείτε; Για χάρη του μικρού! Τόσα χρόνια φίλες ήσασταν!»

«Ήμασταν, αλλά με πλήγωσε η συμπεριφορά της. Ακόμα κι αν ήξερα κάτι για τον Κώστα, θα ήταν εύκολο να πάω να της πω, ξέρεις ο σύντροφός σου το και το;»

«Δε θα ήταν, αλλά θα το έκανες όπως θα ήθελες να το κάνει κι εκείνη για σένα».

«Αυτό ισχύει».

«Γι’ αυτό σου λέω… πάρε ένα τηλέφωνο. Να δεις τι κάνει για αρχή. Για τον Στάθη. Ξέρεις πόσο την αγαπάει».

«Ξέρω. Νομίζεις δεν το σκέφτομαι; Αχώριστοι ήταν. Αλλά κι αυτή έπρεπε να κόψει επαφή και με το παιδί;».

«Ακούς τι λες; Έχει το παιδί κινητό; Αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί του, θα έπρεπε να πάρει εσένα. Ή θα σου άρεσε να κάνει κάτι κρυφά;»

«Έχεις δίκιο. Θα την πάρω το πρωί».

Ο Στάθης σήκωσε τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φώναξε ένα ψιθυριστό “YES”. Μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί χαρούμενος.

Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε από το σχολείο, τον περίμενε μια έκπληξη. Η νονά ήταν εκεί! Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά της. Τα χέρια του που την έσφιγγαν δυνατά, έλεγαν όσα είχε κρατήσει μέσα του τόσον καιρό. Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε μαζί για τη λαμπάδα, όπως κάθε χρόνο. Ο Στάθης φώναξε “Yes” –δυνατά αυτή τη φορά– και πήγε στο δωμάτιο ν’ αφήσει την τσάντα του. Όλα είχαν γίνει όπως πρώτα.

«Σ’ ευχαριστώ, Εύα μου».

«Μην το συζητάς! Χαρά μου είναι να είμαι μαζί του και το ξέρεις».

«Κι εμείς; Είμαστε καλά; Με πιστεύεις τώρα;»

Η Εύα πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.

«Σε πιστεύω, ρε χαζό! Περασμένα ξεχασμένα!»

Η Ρένα ανταπέδωσε την αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή, ο Στάθης επέστρεψε στο σαλόνι, αντικρίζοντας ένα θέαμα, ίαμα για την καρδούλα του. Οι προσευχές του είχαν εισακουστεί!

*Italian brainrot είναι ένα μείγμα από πλάσματα που δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη, περίεργα ονόματα και φωνές και είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στα παιδιά.

Έγκλημα και μαρμελάδα φράουλα

22 Μαρτίου, 2026

Ήταν το πρώτο φονικό στο χωριό. Κανείς δε θα περίμενε πως όλοι θα υπερασπίζονταν τον δολοφόνο, μα τους ήταν σχετικά εύκολο να διαλέξουν πλευρά. Με τον θάνατο, οι ρόλοι του θύματος και του θύτη αντιστράφηκαν, αλλά οι κάτοικοι, που είχαν ζήσει από κοντά τα γεγονότα, ήξεραν ποιος είναι ποιος και ποιος έκανε τι. Το μαχαίρι βρέθηκε στο χέρι της, ενώ ακόμα κοιτούσε το κακό που είχε κάνει. Του είχε ορμήξει και το είχε χώσει κατάστηθα, εκεί που ήξερε πως δεν υπήρχε καρδιά. Ποτέ δεν την αγάπησε. Ποτέ δεν της είπε έναν καλό λόγο. Το μόνο που είχε γνωρίσει από εκείνον ήταν η δύναμη των χεριών του, όπως έσφιγγαν τον λαιμό της και την άφηναν ύστερα να πασχίζει για να ξαναβρεί την ανάσα της.

Μια τρικυμισμένη θάλασσα ήταν ο Κωστής, που όποτε του κάπνιζε την έπνιγε και την πετούσε στα βράχια κι όποτε ήταν ήρεμος εξαφανιζόταν από τον ορίζοντα κι ούτε που τον ένοιαζε τι έκανε. Η στειρότητα του είχε κοστίσει. Άκαρπος σαν το δέντρο που είναι καταδικασμένο να μαραίνει τα άνθη του, αφού ξέρει πως ποτέ δε θα γίνουν καρποί. Δεν την άντεχε αυτήν την τιμωρία της μοίρας και την έριχνε όλη στη Μαρία.

Δεν του είχε ζητήσει να κάνουν παιδιά. Από όταν οι προσπάθειες τους αποδείχτηκαν μάταιες, δεν του μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Δεν τολμούσε να του προτείνει να πάει για εξετάσεις στην πόλη. Για υιοθεσία δε, ούτε κουβέντα. Ήξερε την απάντηση. «Να βάλω εγώ μούλικο μέσα στο σπίτι μου; Και τι είμαι για να μαζεύω τα σκουπίδια του ενός και τ’ αλλουνού;» Εκείνη λαχταρούσε ένα παιδάκι. Τη στοργή που δεν της έδινε ο Κωστής θα τη χάριζε όλη σ’ εκείνο.

Τότε, σαν από μηχανής Θεός, μπήκε στη ζωή της ο Φώτης. Σπουδαγμένος στην Αθήνα, είχε γυρίσει στο χωριό του να διδάξει τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου. Τη γνώρισε στον Σύλλογο Γυναικών, που πήγαινε πού και πού ν’ αφήσει τις μαρμελάδες της. Η φράουλα ήταν η πιο περιζήτητη. Ο Σύλλογος μαζί με το διδακτικό προσωπικό του σχολείου –δυο δασκάλους, δηλαδή, όλους κι όλους– είχαν οργανώσει ένα πρωτευουσιάνικο bazar και την είχαν καλέσει να προωθήσει τις μαρμελάδες της. Ο Κωστής παραδόξως την άφησε. Θα ήταν στις μπουνάτσες του, φαίνεται. Ο Φώτης την πλησίασε για να την ευχαριστήσει κι εκείνη του έδωσε να δοκιμάσει λίγη από τη μαρμελάδα της, που τόσο προσεκτικά είχε σερβίρει σε μικρά πιατάκια με πλαστικό κουταλάκι. Μεθυσμένος από τη μυρωδιά της φράουλας, αλλά και τα μάτια της Μαρίας, ο Φώτης γλύκανε τα χείλη του και υποσχέθηκε μέσα του να γλυκάνει και την καρδιά της.

Άρχισαν να βλέπονται κρυφά στην αποθήκη του σχολείου. Ο Φώτης έλειπε χρόνια από το χωριό και δεν είχε συναίσθηση τι κίνδυνο ενείχε το να συναναστρέφεται με τη γυναίκα του Κωστή. Τυφλωμένος από τον έρωτα, άφηνε την καρδιά του όλο και πιο ελεύθερη στα χέρια αυτής της γυναίκας που τον κοίταζε σαν θεό. Τα καταγάλανα, σαν την ήρεμη θάλασσα, μάτια του την ταξίδευαν και τα χέρια του την έκαναν ν’ αναριγεί. Έτσι ήταν ο έρωτας λοιπόν; Στο μυαλό της Μαρίας καρφώθηκε η πιο επικίνδυνη ιδέα. Να γεννήσει το παιδί του. Βεβαιώθηκε για την επιθυμία της, ένα βράδυ που ο Κωστής γύρισε πιωμένος και της έσκισε τα ρούχα για να την κάνει κτήμα του, λες κι ήταν ένα από τα χωράφια του που ήθελε όργωμα. «Τελευταία φορά» επαναλάμβανε από μέσα της όσο εκείνος έσβηνε τον πόθο του στο κορμί της.

Την επόμενη μέρα, κανόνισε ραντεβού με τον Φώτη. Εκείνος την υποδέχτηκε με λουλούδια στα χέρια. Κάθισαν στο ημίφως και της διάβασε ποίηση. Οι λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη του της ξυπνούσαν συναισθήματα πρωτόγνωρα. «Πόση ομορφιά υπάρχει στον κόσμο, Θέε μου» σκεφτόταν και ρουφούσε η ψυχή της εικόνες και νοήματα. Το λάτρευε το σχολείο η Μαρία, αλλά δεν την άφησαν να μορφωθεί. Ο πατέρας της την πάντρεψε με τον Κωστή από τα δεκαεφτά της για να φύγει από το σπίτι. «Ένα παιδί λιγότερο, η τσέπη ελαφρύτερη» έλεγε. Ο Φώτης τής άνοιξε ορίζοντες και της έδειξε έναν δρόμο γεμάτο ομορφιά. Διάβαζε στα κρυφά τα βιβλία που της έδινε και σημείωνε πάνω τους όσα ήθελε να τον ρωτήσει. Η σχέση τους είχε γίνει κάτι παραπάνω από έρωτας.

Εκείνη την ημέρα έγινε ολοκληρωτικά δική του. Δεν είχε πάρει καμία προφύλαξη, μα δεν του το είπε. Έτρεμε η ψυχή της. Μην τυχόν δε δεχτεί, μην την κατηγορήσει, μην το μάθει ο Κωστής. Μα πώς δε θα το μάθαινε; Όταν η κοιλιά της θα φούσκωνε, τι θα του έλεγε; Θα τη σκότωνε το δίχως άλλο. Έπρεπε να το πει στον Φώτη. Να έχει έναν σύμμαχο. Έναν προστάτη. Κι αν της τον σκότωνε κι αυτόν; Αυτό η καρδιά της δε θα το άντεχε. Τότε πήρε την απόφαση. Θα σήκωνε ανάστημα για πρώτη φορά και θα υπερασπιζόταν όσα της ανήκαν με όποιο κόστος.

Δυο μήνες μετά, αφού σιγουρεύτηκε για το παιδί στα σπλάχνα της, στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε επίμονα.

«Τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς έτσι; Για χαμήλωσε το βλέμμα σου για θα ‘χουμε κακά ξεμπερδέματα!»

«Είμαι έγκυος».

«Τι;»

«Αυτό που άκουσες. Είμαι έγκυος».

Ο Κωστής σηκώθηκε και άρχισε να περπατά πέρα δώθε.

«Μα πώς αφού εγώ δεν…Θαύμα; Έγινε το θαύμα!»

«Δεν είναι δικό σου».

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε μεμιάς. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες θυμού.

«Τι πήγες κι έκανες, μωρή;»

«Αυτό που δεν είσαι ικανός να κάνεις του λόγου σου».

Το πρώτο χαστούκι έπεσε με φόρα. Δεύτερο δεν πρόλαβε να της δώσει. Τον κάρφωσε με το μαχαίρι που κρατούσε κρυμμένο πίσω από την πλάτη της. Το παιδί αυτό θα το κρατούσε πάση θυσία. Δε θα άφηνε κανέναν να απλώσει χέρι επάνω του. Η κραυγή της ακούστηκε σ’ όλη τη γειτονιά. Στεκόταν και τον κοιτούσε, χωρίς να πιστεύει αλλά ούτε και να μετανιώνει αυτό που μόλις είχε κάνει. Οι γείτονες έτρεξαν, της πήραν το μαχαίρι από το χέρι και την έβαλαν να καθίσει. Οι γυναίκες την αγκάλιασαν και την παρηγορούσαν.

«Καλά του ‘κανες κόρη μου! Νυσάφι πια!» Μα μέσα τους έκλαιγαν που δεν είχαν προλάβει το φονικό. Που δεν είχαν σώσει το κορίτσι νωρίτερα.

Σε λίγο έφτασε κι ο αρχιφύλακας. Όταν ρώτησε τι συνέβη, πετάχτηκε ο κυρ–Γιώργης, γηραιότερος της γειτονιάς.

«Τι τα σκαλίζεις, κυρ–αρχιφύλακα; Του ‘στριψε του Κωστή κι έμπηξε το μαχαίρι κατάστηθα!»

«Ο Κωστής αυτοκτόνησε;» ρώτησε επιφυλακτικά ο αρχιφύλακας. «Για πες μου εσύ, Μαρία. Τι έγινε;»

«Του είπα ότι είμαι έγκυος» ομολόγησε η κοπέλα.

«Έγκυος!» φώναξαν έκπληκτες οι γυναίκες.

«Θαύμα, κυρ–αρχιφύλακα! Θαύμα!» αναφώνησε ο κυρ–Γιώργης. «Μου το ‘χε ομολογήσει εμένα το κορίτσι. Φοβόταν να του το πει, μην την παρεξηγήσει κι αρχίσει πάλι τα δικά του. Ξέρεις τώρα».

«Θαύμα! Θαύμα!» επιβεβαίωσαν κι οι γυναίκες κι άρχισαν δήθεν να σταυροκοπιούνται.

«Έτσι είναι, Μαρία;»

Η κοπέλα ένευσε καταφατικά και χαμήλωσε τα μάτια.

«Και τότε γιατί σκοτώθηκε;» απόρησε ο αρχιφύλακας.

«Ντιπ δεν καταλαβαίνεις, κυρ–αστυνόμε μου;» πετάχτηκε η Μαρίκα, η φουρνάρισσα. «Σου λέει δεν την πίστεψε, θόλωσε το μυαλό του από τη λαχτάρα και τον πόνο, βούτηξε το μαχαίρι και χρατς!»

Ο αρχιφύλακας, που δεν είχε πάρει στιγμή τα μάτια του από τη Μαρία, ίσιωσε το καπέλο του. «Μάλιστα. Θα τα αναφέρω όλα στα κεντρικά ακριβώς όπως μου τα ’πατε. Εντάξει, Μαρία;»

Η κοπέλα έσκυψε μπροστά του και του φίλησε τα χέρια.

«Για παπά με πέρασες, χριστιανή μου; Τράβα κανόνισε τα της κηδείας και ό,τι χρειαστεί να μας πεις κι εμάς. Μητέρα μόνη θα είσαι τώρα, θα έχεις έξοδα. Δε θα σ΄ αφήσουμε έτσι».

Το φονικό σκεπάστηκε, οι τύψεις καταλάγιασαν κι ο Φώτης –που τα έμαθε όλα τελευταίος– έτρεξε να σταθεί δίπλα της. Επτά μήνες μετά, η Μαρία γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι με καταγάλανα μάτια. Στο ετήσιο μνημόσυνο, ο κύκλος του πένθους έκλεισε. Την επόμενη κιόλας μέρα, τελέστηκε γάμος και στήθηκε γλέντι τρικούβερτο στο χωριό. Όλοι έπιναν στην υγειά της νεοσύστατης οικογένειας, ενώ πλάι στις μπομπονιέρες, δέσποζαν κόκκινα σαν το αίμα, βάζα γεμάτα με μαρμελάδα φράουλα.

Ένα παράξενο όνειρο

15 Μαρτίου, 2026

«Πού είναι ο Λεβάντες;» ρώτησε με αγωνία η Τραμουντάνα, τυλιγμένη στην κατάλευκη γούνα της.

«Φέρνει άσχημα μαντάτα. Τα πόδια του θα βάρυναν από τη στενοχώρια» απάντησε με έγνοια η Όστρια, όμοια με μαύρη καλλονή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της έπεφταν ως τους ώμους της και το μελαμψό της δέρμα γυάλιζε στον πρωινό ήλιο.

Οι άνεμοι είχαν μαζευτεί για το καθιερωμένο τους συμβούλιο. Κάθε που συνεδρίαζαν, το είχαν παράδοση να παίρνει ο καθένας τη μορφή που έχουν οι άνθρωποι στις χώρες από τις οποίες προέρχονται. Μιλούσαν για τα προβλήματα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, μα τα λόγια δεν ήταν λόγια του αέρα. Καταγράφονταν στα σύννεφα και μεταφέρονταν ύστερα σε κάθε γωνιά της γης, για να ενημερώσουν τον Βασιλιά Ήλιο, το Φεγγάρι, τα βουνά και τη θάλασσα για τα καμώματα των ανθρώπων.

«Ας ξεκινήσουμε» πρότεινε η Τραμουντάνα και τα γαλάζια μάτια της ανοιγόκλεισαν. Πάνω στα ξανθά μαλλιά της, το φως του πολικού αστέρα χόρευε, χαρίζοντάς της χρυσές ανταύγειες. «Τι νέα από τη Δύση, Ζέφυρε;»

Ο Πουνέντες, που προτιμούσε να τον φωνάζουν Ζέφυρο, έκανε ένα βήμα μπροστά. Απ’ όλους τους ανέμους, ήταν εκείνος με την πιο παράξενη μορφή. Με πρόσωπό ηλιοκαμμένο και μαλλιά καστανά, φορούσε ένα κοντομάνικο πουκάμισο γεμάτο λαχούρια. Τα χέρια του ξεπρόβαλαν κατάλευκα από τον αγκώνα και κάτω, το ίδιο και τα πόδια του μέσα από τη μονόχρωμη βερμούδα του. Φορούσε στο ένα πόδι σπορτέξ με αθλητική κάλτσα και στο άλλο μια ξεφτισμένη σαγιονάρα. Στο κεφάλι του είχε ένα μεξικάνικο σομπρέρο και στο λαιμό του κρεμόταν μια βαριά χρυσή αλυσίδα. Απαραίτητα αξεσουάρ του, τα ακριβά γυαλιά ηλίου, ένα χρυσό ρολό και μια φθαρμένη μπάλα ποδοσφαίρου, που κρατούσε αγκαλιά.

«Τα ίδια, κυρά μου. Φτώχεια κι απληστία. Στα μέρη μου, οι άνθρωποι είναι σαν κόκκοι άμμου. Όπου τους φυσήξεις πάνε, αρκεί να μην πατήσεις πάνω τους. Τότε γίνονται θεριά ανήμερα και ξεσκίζουν σάρκες. Μα θα στα πει καλύτερα ο Λεβάντες, όταν έρθει».

«Εσύ, Όστρια;»

Η Όστρια κοίταξε τον Σιρόκο με στοργή. Οι δυο τους ήταν αναμφίβολα το πιο όμορφο ζευγάρι ανέμων, έτσι όπως περιφέρονταν μέσα στην χρυσαφιά αύρα τους, που ήταν φτιαγμένη από άμμο της ερήμου.

«Ούτε εμείς έχουμε νέα, κυρά μου. Οι άνθρωποί μας υποφέρουν, μα το χαμόγελο δε χάνεται από τα χείλη τους. Φυσά πολλή καλοσύνη εκεί κάτω, ανθρωπιά και ταλέντο».

Ο Σιρόκος κούνησε το κεφάλι συγκατανεύοντας. Εκείνη τη στιγμή έφτασε κι ο Λεβάντες, λαχανιασμένος και κατάκοπος.

«Με συγχωρείτε που άργησα. Οι άνθρωποί μου βρίσκονται σε πόλεμο και δέχτηκα πυρά. Βόμβες έσκαγαν πάνω μου, μα δεν κατάφερα να τις σταματήσω. Η τεχνολογία τους έχει ξεφύγει από τις δυνατότητές μας. Είδα μικρά παιδιά να σκοτώνονται. Είδα μανάδες να κλαίνε πάνω από τάφους. Άνθρωποι άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι να βρουν καταφύγιο κι άλλοι, που είχαν την εξουσία στα χέρια τους, φώναζαν κι ορκίζονταν πιο αιματηρή εκδίκηση από αυτή που τους βρήκε».

«Είναι κι οι δικοί μου στο παιχνίδι. Μόνο που πάντα στα δυτικά φυσά η ασφάλεια και οι σφαγές προορίζονται για την ανατολή» εξήγησε ο Ζέφυρος.

«Κατάλαβα» είπε θλιμμένα η Τραμουντάνα. «Δε θ’ αργήσει η στιγμή που θα επέμβουν κι οι δικοί μου. Υπέρμαχοι του πολιτισμού και της προόδου, μα όταν η εξουσία τους καλεί δυσκολεύονται ν’ αγνοήσουν στο κάλεσμα».

Ο Λεβάντες σωριάστηκε σ’ ένα σύννεφο και ίσιωσε το σαρίκι του. Τα λινά του ρούχα ήταν βρώμικα και ταλαιπωρημένα.

«Αν τα όπλα τους έχουν γίνει τόσο ισχυρά, ο ρόλος μας δυστυχώς μένει μονάχα στην παρατήρηση» διαπίστωσε με πικρία η Τραμουντάνα.

«Και θα τους αφήσουμε να σκοτωθούν;» επενέβη η Όστρια.

Μια φωνή ακούστηκε πίσω τους.

«Θεέ μου! Τι όμορφοι που είστε!»

Ήταν ένα μικρό παιδί. Φαινόταν να κατάγεται από τα μέρη της Τραμουντάνας.

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» το ρώτησε ο Ζέφυρος.

«Ε…δεν ξέρω. Έπεσα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ και μόλις έκλεισα τα μάτια μου, βρέθηκα εδώ. Ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε το αγόρι.

«Είμαστε οι Άνεμοι. Καλωσόρισες!» του απευθύνθηκε η Τραμουντάνα. «Πες μας, γνωρίζεις τίποτα για όσα γίνονται αυτήν τη στιγμή στον κόσμο;»

«Ναι. Δηλαδή, όχι πολλά. Ό,τι βλέπω στις ειδήσεις, όταν οι γονείς μου βάζουν τηλεόραση. Δεν έχω καταλάβει, αλλά νιώθω ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει. Άκουσα ότι κάπου σκοτώθηκαν πολλά παιδιά. Έπιασα τη μαμά μου να κλαίει κρυφά στην κουζίνα. Με πήρε χαμπάρι ότι κρυφοκοίταζα, σκούπισε γρήγορα τα μάτια της και με φώναξε να πάω κοντά της. Με έσφιξε στην αγκαλιά της και μου υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά. Καθησυχάστηκα λίγο, αλλά πώς μπορεί να πάνε όλα καλά, αν σκοτώνονται παιδιά;»

Οι Άνεμοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

«Εσύ τι έχεις να προτείνεις;» τον ρώτησε ο Σιρόκος.

«Εγώ; Τι να προτείνω εγώ; Να σταματήσει ο πόλεμος. Αλλά ξέρω πως δεν είναι εύκολο. Οι μεγάλοι είναι πολύ ξεροκέφαλοι. Και μετά λένε για εμάς τα παιδιά. Εμένα αν ένα άλλο παιδί μου πάρει το παιχνίδι θα νευριάσω και μπορεί και να του φωνάξω ή να το σπρώξω. Μετά ντρέπομαι γι’ αυτό που έκανα, αλλά χαίρομαι που έχω ξανά το παιχνίδι μου. Την άλλη μέρα μπορεί να το αφήσω να το πάρει και να μη με νοιάξει ή να παίξουμε και μαζί. Οι μεγάλοι είναι διαφορετικοί».

«Δηλαδή;» απόρησε ο Ζέφυρος.

«Να, οι μεγάλοι θέλουν τα πράγματά τους μόνο για τον εαυτό τους. Δεν ξέρουν να μοιράζονται κι ας απαιτούν από εμάς να το κάνουμε. Αλλά έχω παρατηρήσει και κάτι άλλο. Οι μεγάλοι κλέβουν κιόλας!»

«Τι εννοείς;» επενέβη η Όστρια.

«Δεν τους φτάνουν αυτά που έχουν. Πολλές φορές ζηλεύουν των άλλων κι αν δεν μπορούν να τα έχουν ή τους τα καταστρέφουν ή τα κλέβουν. Το έχω δει να γίνεται στη γειτονιά μας και η μαμά μου εξήγησε πως συμβαίνει καμιά φορά στους μεγάλους. Αυτό νομίζω ότι γίνεται τώρα στον κόσμο. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι».

Η Τραμουντάνα πλησίασε το αγόρι και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Όπως καταλαβαίνετε φίλοι μου, αν κάποιοι σ’ αυτόν τον κόσμο ψυχανεμίζονται τι συμβαίνει, αυτοί είναι τα παιδιά. Αφού, λοιπόν δεν μπορούμε να σταματήσουμε τους μεγάλους, ας προστατεύσουμε αυτά».

Το συμβούλιο λύθηκε. Ο κάθε άνεμος φύσηξε προς την κατεύθυνση που προοριζόταν και το μικρό αγόρι ξύπνησε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τι παράξενο όνειρο!

1 2 3 9