Ιστορίες

Κοινωνία vs Γυναίκα

18 Απριλίου, 2026

- Πού πας;
- Θα βγω.
- Και πώς ντύθηκες έτσι σαν καλόγρια; Δείξε και λίγο δέρμα!
- Μα κάνει κρύο.
- Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος!

(αλλάζει)

- Ντάξει τώρα;
- Το παράκανες! Είπαμε να δείξεις, όχι να γδυθείς!
- Ε και τι να βάλω δηλαδή;
- Κάτι που να δείχνει τόσο που να τραβά το ενδιαφέρον, αλλά όχι τόσο πολύ που να προκαλεί.
- Να προκαλεί ποιον;
- Τα αντρικά βλέμματα.
- Άρα να ντυθώ σύμφωνα με το τι θέλουν οι άντρες;
- Ε πώς αλλιώς θα βρεις ένα παλικάρι να νοικοκυρευτείς κι εσύ;
- Με το σώμα μου θα το βρω;
- Αμ πώς; Με τα ωραία σου τα μάτια ή τον πλούσιο ψυχικό σου κόσμο;
- Γιατί όχι;
- Γιατί αυτά λένε πως τα κοιτάνε, αλλά στην πραγματικότητα αλλού πέφτει το μάτι τους.
- Ναι, αλλά αν πέφτει το μάτι του στο τι φοράω, δε θα θέλει εμένα.
- Ε τι να θέλει το σώμα σου, τι εσένα! Το ίδιο είναι.
- Δεν είμαι μόνο το σώμα μου!
- Μη γίνεσαι ρομαντική! Φυσικά και είσαι κυρίως αυτό!
- Και το ποια είμαι ποιος θα το δει;
- Ψύλλους στ' άχυρα γυρεύεις!
- Κι αν αυτός που με θέλει για το σώμα μου, δει ότι δεν του κάνω σαν χαρακτήρας;
- Το πολύ πολύ να σε χωρίσει.
- Χωρίς να με βλάψει;
- Δεν ξέρω.
- Μπορείς να μου το εγγυηθείς;
- Και τι είμαι για να σου το εγγυηθώ; Θεός;
- Κι αν εμένα δε μου αρέσει;
- Ε καλά τώρα, αν φορέσεις αυτά που φοράς, σιγά που δε θα σου αρέσει!
- Άρα δεν είμαι μόνο το σώμα μου. Είμαι και τα ρούχα μου. Και τα δυο κρίνονται από το τι θέλουν οι άντρες κι όχι από το τι μου αρέσει εμένα να φοράω και τι με κάνει να νιώθω άνετα ή όμορφη.
- Αν θες να νιώθεις όμορφη, σημαίνει πως θες να αρέσεις.
- Κι αυτό δίνει αυτόματα στον καθένα το δικαίωμα να με ποθήσει και την υποχρέωση σε μένα να το δεχτώ;
- Ωχ τώρα, υπερβολές!
- Μπορώ ν' αρνηθώ;
- Φυσικά και μπορείς.
- Και θα είμαι ασφαλής;
- Πού να ξέρω; Πρέπει να προσέχεις.
- Κι εσύ γιατί δε με προστατεύεις; Γυναίκα δεν είσαι;
- Μα γι' αυτό σου τα λέω αυτά! Για το καλό σου! Μην πηγαίνεις γυρεύοντας!
- Γυρεύοντας τι; Να με βιάσουν;
- Γενικά... Πρέπει να προσέχεις!
- Τι φοράω;
- Ε ναι.
- Άρα είναι αποκλειστικά δική μου ευθύνη το τι θα μου κάνουν;
- Αν δεν κουνήσεις την ουρά σου...
- Ποια ουρά; Άνθρωπος είμαι! Νοήμον ον!
- Κι οι άντρες έχουν ένστικτα.
- Αν δεν μπορούν να τα δαμάσουν, να ξανανέβουν στα δέντρα!
- Ε τώρα... άντρες είναι.
- Κι εγώ γυναίκα. Τι θα πει δηλαδή αυτό;
- Δεν καταλαβαίνεις...
- Μωρέ καταλαβαίνω και πολύ καλά μάλιστα.
- Τότε να προσέχεις!
- Κι αν κινδυνέψω τι να κάνω;
- Τι άλλο; Να πας στην αστυνομία.
- Και θα με προστατέψουν εκεί;
- Αυτή είναι η δουλειά τους.
- Και θα την κάνουν;
- Μα δε σε βρίσκει κανείς πουθενά! Φόρα ό,τι θες να τελειώνουμε! Αλλά μη μου ζητήσεις τα ρέστα μετά!

(Χαλά το χτένισμά της, ξεβάφεται και βάζει μια φόρμα)

- Έτσι θα βγεις;
- Ναι.
- Μα γιατί;
- Αφού κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι είναι ασφαλές να είμαι ο εαυτός μου, καλύτερα να είμαι ζωντανή, παρά όμορφη.

Γλυκόξινο και πρόζα

25 Ιανουαρίου, 2026

Στεκόταν στην ουρά στα Dairy Queen και περίμενε υπομονετικά να παραγγείλει το περίφημο παγωτό με πράσινο τσάι και κόκκινα φασόλια. Είχε βάλει στοίχημα πως αυτό το ταξίδι δε θα ήταν απλά ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσε, αλλά και μια ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του, ακόμα και τα γευστικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Σιχαινόταν τα φασόλια κι από ροφήματα, έπινε αποκλειστικά και μόνο καφέ κι αυτόν σκέτο. Εδώ όμως όλα ήταν αλλιώς. Τόσα μίλια μακριά από την πατρίδα, σ’ έναν τόπο τόσο διαφορετικό από την Αθήνα, όλα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε να υποδυθεί έναν άλλον εαυτό. Να εξερευνήσει όσα είχε μέσα του. Κανείς δε θα τον παρεξηγούσε, κανείς δε θα τον έκρινε, γιατί κανείς δεν τον γνώριζε. Κι αυτή η αίσθηση ανυπαρξίας που του έδινε η ανωνυμία ήταν σχεδόν ηδονική. Σαν την πρώτη ανάσα του νεογέννητου. Tabula rasa κι ο δρόμος μπροστά αδιάβατος. 

Οι άνθρωποι γύρω του βούιζαν σαν πολυάσχολες μέλισσες. Ένιωθε παράταιρος ανάμεσά τους. Ξένος. Μα μήπως δεν ήταν; Θυμήθηκε τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου εξομολογούνταν στους κολλητούς του πως δεν ταίριαζε σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξωγήινος ήταν. Ναι, εξωγήινος. Εκείνοι τον πείραζαν, λέγοντάς του να παρκάρει καλύτερα το διαστημόπλοιό άλλη φορά, μη φάει καμιά αστρονομική κλίση. Ο Ηλίας… τι να κάνει άραγε; Του έχει λείψει το χιούμορ του. Εξαφανίστηκε κι αυτός, όπως όλοι οι φίλοι που παρασύρονται από το ποτάμι που λέγεται ζωή. Ο Διονύσης…το golden boy! Ποιος το περίμενε πως ο οπαδός του Μαρξ και του Λένιν, ο απόστολος του κομμουνισμού, που μοίραζε με πάθος τα φυλλάδια με το σφυροδρέπανο στη σχολή, θα κατέληγε χρηματιστής! Πώς αλλάζει τον άνθρωπο το χρήμα! Μπαίνει σαν το σαράκι στο μυαλό του, τρώει σιγά σιγά νοοτροπίες και πεποιθήσεις κι ύστερα χτίζει τον θρόνο του, εγκαθίσταται κι άντε να το εκθρονίσεις! 

Άλλαξαν οι φίλοι του. Ίσως είχε έρθει κι η δική του ώρα. Ο Γιώργος πήρε το παγωτό στο χέρι, πλήρωσε και στάθηκε πιο πέρα, διστάζοντας να δοκιμάσει. Πρώτα το μύρισε. Δεν τον αηδίαζε η μυρωδιά του. Θετικό αυτό. Έκοψε μια μικρή κουταλιά. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν έκανε τόσο δρόμο για να δειλιάσει μπροστά σε ένα παγωτό! Έβαλε το κουτάλι στο στόμα. Πιπίλισε την πράσινη κρέμα κι άφησε τη γλώσσα του να εξερευνήσει τη γεύση. Δεν ήταν άσχημη! Ξεκίνησε να περπατάει τρώγοντας το παγωτό, σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα. 

Οι ταμπέλες με τα ιδεογράμματα δεξιά κι αριστερά τον έκαναν να νιώθει αναλφάβητος. Εκείνος, ο φιλόλογος, ο σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία, ήταν σαν τον επιστήμονα που διαπιστώνει πόσο απέχει η θεωρία από την πειραματική απόδειξη και κατεβαίνει από το βάθρο της μεγαλομανίας του.  Πόσο του άρεσε αυτή η αίσθηση μικρότητας! Έμοιαζε με τους μαθητές τους. Άλλο ένα ξεβόλεμα που ήθελε να δοκιμάσει. Κάθε λίγο έβγαζε το λεξικό του από την τσέπη και προσπαθούσε να μάθει να συλλαβίζει το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «θα ήθελα μια μερίδα spring rolls». 

Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο Πεκίνο και να μη δοκιμάσει spring rolls! Αυτή θα ήταν μια ευχαρίστηση που θα επέτρεπε στους γευστικούς του κάλυκες. Τα ζυμαρένια ρολάκια με τα λαχανικά, βουτηγμένα στη γλυκόξινη σάλτσα, ήταν η αδυναμία του. Καλό και το σουβλάκι, καλή κι η πίτσα και το μπέργκερ, αλλά τα spring rolls… άλλο πράμα! Το ίδιο και η όπερα. Στην Αθήνα, πάντα επισκεπτόταν το Μέγαρο Μουσικής, όταν ανέβαινε κάποια γνωστή οπερέτα. Αγαπούσε την πρόζα. Ο συνδυασμός χιούμορ και μουσικής ερέθιζε το μυαλό του και τον ψυχαγωγούσε. Στο ξενοδοχείο, του είχαν επαινέσει δεόντως την Όπερα του Πεκίνο. Γνώριζε πως η κινεζική όπερα διαφέρει κατά πολύ από την ευρωπαϊκή. Το τραγούδι και η απαγγελία συνδυάζεται με  χορό και ακροβατικά και το έντονο μακιγιάζ, σε συνδυασμό με τα συμβολικά κοστούμια των καλλιτεχνών, αποπνέουν μια αίσθηση υπερβολής. Θα πήγαινε το απόγευμα το δίχως άλλο. 

Μπήκε στην αίθουσα του θεάτρου με την κόκκινη είσοδο και κάθισε στη θέση του, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Προτίμησε την υπηρεσία των υποτίτλων για να μπορεί ν’ ακούει αυτούσιες τις φωνές των ερμηνευτών. Το πρωτότυπο μεταδίδει πάντα πιο καθαρά το συναίσθημα. Κι εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να νιώσει. 

Η παράσταση ξεκίνησε. Ο Γιώργος παρακολουθούσε μαγεμένος. Τις λεπτές κινήσεις, τις ανεπαίσθητες εκφράσεις. Πρώτη φορά τις παρατηρούσε. Επιβράδυνε τη σκέψη του για να τις δει, να τις αντιληφθεί, να τις συναισθανθεί. Η πλοκή εκτυλισσόταν με προβλέψιμο τρόπο, όμως για τον Γιώργο ήταν συγκλονιστική. Η υπερβολή τον παρέσυρε. Τον έπιασε από τους ώμους και τον πέταξε σε μια θύελλα συναισθημάτων που μαινόταν αδάμαστη μέσα του. Κι ύστερα ήρθε η κορύφωση, με την ένταση της μουσικής να φτάνει στο ζενίθ. Οι κινήσεις έγιναν πιο ζωηρές, πιο έντονες κι οι ερμηνευτές ακροβατούσαν μεταξύ τέχνης και θανάτου. Γιατί τι είναι η ζωή χωρίς τέχνη; Παύση. Συγκίνηση. Τέλος. Χειροκρότημα. 

Γύρισε στο ξενοδοχείο γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα. Η θύελλα ξέσπασε σε δάκρυα που δε σταματούσαν. Πρώτη φορά τα ζούσε όλα αυτά. Πρώτη φορά ζούσε. Τη λύπη, την ευδαιμονία, τον θυμό, την προδοσία, την απόγνωση, τη λύτρωση. Απαλλαγμένος από τις άμυνες που τον απέτρεπαν τόσα χρόνια να νιώσει τις δικές του πίκρες και χαρές. Τις άμυνες που τον είχαν κλείσει σε μια τζαμαρία άθραυστη και πίσω της παρακολουθούσε τη ζωή του να κυλά δίχως εκείνον κι εκείνη, τη μόνη του αγάπη, να χάνεται, χωρίς προειδοποίηση. Τώρα την καταλάβαινε. Τα παράπονά της, τον αγώνα της να κρατήσει τη σχέση τους ζωντανή, τη φυγή της. Έτσι ξαφνικά έφυγε κι εκείνος γι’ αυτό το ταξίδι. Λίγο από αντίδραση και πολύ από τον πόνο που δεν άντεχε ν’ αντιμετωπίσει. Μα εδώ, τώρα, καθισμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο του Πεκίνο, χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή του κι εκείνην, όλα έβγαζαν νόημα. Θέλει απόσταση το δάκρυ για να κυλήσει. Να κρυώσει η απώλεια.

Ο Αόρατος βοηθός

28 Δεκεμβρίου, 2025

Κάποτε, κοντά στον Άγιο Βασίλη, ζούσε ένα μικρό ξωτικό. Έμοιαζε τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν ψηλό και δεν είχε τα κλασικά ξωτικίσια μυτερά αυτιά. Δεν του άρεσαν οι σκανταλιές ούτε τα ζαχαρωτά ή τα γλειφιτζούρια. Ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό. Τους βοηθούσε όλους, χωρίς καν να του το ζητήσουν κι έλυνε όποιο πρόβλημα χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Διακριτικά, παρατηρούσε τα πάντα, ενώ εκείνο περνούσε απαρατήρητο.

Τα υπόλοιπα ξωτικά το σέβονταν και το άφηναν στην ησυχία του. Ο "Αόρατος", όπως τον αποκαλούσαν, μόλις τέλειωνε τη δουλειά στο εργαστήρι του Αγίου Βασίλη, γυρνούσε μόνος στην καλύβα του. Για ν’ αποφορτιστεί από τη φασαρία και τις φωνακλάδικες συζητήσεις των συναδέλφων του, έβαζε μια κούπα ζεστό τσάι, καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κοιτούσε τη φωτιά κι ονειροπολούσε. Φανταζόταν ταξίδια σε άλλες χώρες, εκδρομές, ορειβασίες. Στην καρδιά του, κρυβόταν ένας μικρός ταξιδιώτης που ήθελε να γυρίσει όλον τον κόσμο. Μα το μόνο που έκανε τόσα χρόνια για να τιμήσει το κρυφό του όνειρο, ήταν να στολίζει το έλατό του με μινιατούρες από διάσημα αξιοθέατα, που κατασκεύαζε κρυφά στο εργαστήρι.

Ο Άγιος Βασίλης τον αγαπούσε τον Αόρατο, όπως όλα τα ξωτικά. Ήταν καλός μάστορας, ευγενικός κι εργατικός. Χωρίς εκείνον το εργαστήρι, δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ήταν το αόρατο νήμα που τους κρατούσε όλους δεμένους. Στενοχωριόταν όμως που τον έβλεπε συνεχώς μελαγχολικό. Κατανοούσε την ανάγκη του για μοναχικότητα κι ήξερε ότι τα απλά δώρα που έκανε συνήθως στα ξωτικά του για να τους μοιράσει χαρά, δεν έφταναν να ικανοποιήσουν το ανήσυχο πνεύμα του Αόρατου. Έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο, κάτι… πραγματικά μαγικό για να ευχαριστήσει τον μικρό του ξεχωριστό βοηθό.

Το βράδυ των Χριστουγέννων, λίγο πριν ο Αόρατος φύγει από το εργαστήρι, ο Άγιος Βασίλης τον σταμάτησε και του έδωσε ένα μικρό κουτί.

«Καλά Χριστούγεννα, Αόρατε! Εκτιμώ όλα όσα κάνεις για το εργαστήρι και τα άλλα ξωτικά, μα είναι πια καιρός να βοηθήσεις και τον εαυτό σου μια φορά!»

Ο Αόρατος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ήξερε πως ο αγαπημένος του Άγιος ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε τυχαία. Για πρώτη φορά, έφυγε για το σπίτι σχεδόν τρέχοντας και ανυπομονώντας να μείνει μόνος με το δώρο του. Έκατσε στην πολυθρόνα του και ακούμπησε το κουτί στο τραπεζάκι με προσοχή. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τι μπορούσε να είναι; Να ήξερε ο Άγιος για το κρυφό του όνειρο και να του χάρισε ένα εισιτήριο αεροπλάνου για κάποια μακρινή χώρα; Μπα! Παραήταν ονειροπόλος! Με μια γρήγορη κίνηση, έσκισε το περιτύλιγμα και άνοιξε το κουτί. Μέσα, υπήρχε μόνο ένα γκι. Ο Αόρατος παραξενεύτηκε. Ύστερα όμως θυμήθηκε τα λόγια του Άγιου Βασίλη. Άνοιξε την κάρτα που βρισκόταν στον πάτο του κουτιού και διάβασε, πιστεύοντας πως εκεί θα έβρισκε την εξήγηση που αναζητούσε.

Κάτω από το βλέμμα του γκι, άνοιξε την πόρτα και ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου!

Καλά Χριστούγεννα!

Άγιος Βασίλης

Ο Αόρατος έξυσε το κεφάλι του. Τι εννοούσε το μήνυμα; Στο κεφάλι του σηκώθηκε ένας ανεμοστρόβιλος σκέψεων. Έστυψε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τον γρίφο. Ξαφνικά, του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Κάτω από το βλέμμα του γκι… έλεγε η κάρτα. Λες; Έτρεξε στην εξώπορτα και κρέμασε το γκι. Έπιασε το χερούλι σφιχτά, έκλεισε τα μάτια και στάθηκε πίσω της. Την άνοιξε αργά, έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε έξω. Μπροστά του, μέσα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, βρισκόταν ο Πύργος του Άιφελ! Μα πώς ήταν δυνατόν; Εντελώς μηχανικά, έκλεισε την πόρτα. Έπρεπε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν της φαντασίας του. Την ξανάνοιξε. Ένα αεράκι φύσηξε προς τα μέσα και τα ρούχα του γέμισαν σκόνη. Μα… αυτό δεν ήταν σκόνη! Τίναξε τα μανίκια του. Μα τι στο… Άμμος! Ήταν άμμος ερήμου και απέναντί του έβλεπε ολοκάθαρα τις πυραμίδες της Αιγύπτου! Ήταν απίστευτο! Ο Αόρατος έκλεισε την πόρτα άλλη μια φορά και κοίταξε το γκι. Θυμήθηκε ξανά την κάρτα …ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου. Πριν ανοίξει για τρίτη φορά, ευχήθηκε να δει το Σινικό Τείχος. Με την καρδιά του γεμάτη ενθουσιασμό, γύρισε ξανά το πόμολο και το αγαπημένο του αξιοθέατο ήταν όντως εκεί! Αρκούσε μόνο ν’ απλώσει το πόδι του για να βρεθεί να περπατά πάνω του. Ο Αόρατος έκανε ένα βήμα, αργά μα αποφασιστικά. Ήταν το μεγαλύτερο βήμα που είχε κάνει ποτέ στη ζωή του!

Την επόμενη μέρα πήγε στον Άγιο Βασίλη με μάτια γεμάτα λάμψη. Τα λευκά μουστάκια του Αγίου χαμογέλασαν καλοσυνάτα.

«Σ’ ευχαριστώ» του είπε ντροπαλά το ξωτικό.

«Αγαπημένε μου Αόρατε, το πνεύμα που τρέφεται μόνο με όνειρα, δεν τα μοιράζεται, από φόβο μην τα χάσει. Κράτα το μικρό σου πολύτιμο γκι και χάρισε στην καρδιά σου εμπειρίες. Γέμισέ τη με εικόνες και αρώματα και θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτος να τα μοιραστείς μαζί μας».

Συγκινημένος που επιτέλους κάποιος τον καταλάβαινε, ο Αόρατος επέστρεψε στο εργαστήρι. Τα υπόλοιπα ξωτικά ήταν απορροφημένα από τη δουλειά. Στο διάλειμμα, περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία κι είτε έτρωγαν κάποιο σνακ είτε έπιναν ένα ρόφημα, ενώ μιλούσαν μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων. Ο Αόρατος στάθηκε μπροστά σε μια καρέκλα. Έσφιξε τις γροθιές του κι ανέβηκε πάνω της.

«Αγαπημένοι μου φίλοι, χθες έκανα ένα ταξίδι και… ήταν πολύ ωραία και… ήθελα να σας πω γι’ αυτό».

Όλοι τον κοίταξαν με απορία. Ο Αόρατος είχε γίνει ορατός! Και μάλιστα με τη θέλησή του! Μοιραζόταν, χαμογελούσε, απαντούσε σε ερωτήσεις. Όσο μιλούσε, τόσο διαπίστωνε μέσα στην καρδιά του, πως η χαρά των ονείρων που πραγματοποιούνται είναι μια μαγεία που αξίζει να μοιραστείς με όσους αγαπάς.

Τα βιβλία γράφουν στον Άγιο Βασίλη

21 Δεκεμβρίου, 2025


Από το ταβάνι του βιβλιοπωλείου, κρέμονται όλα δεμένα στη σειρά, σαν μια μεγάλη γιορτινή γιρλάντα. Τα στόλισαν επειδή μιλούν για τα Χριστούγεννα και ταιριάζουν στις γιορτινές αυτές μέρες. Κάθε τέτοια εποχή, οι άνθρωποι τα θυμούνται και τα βγάζουν από τα ράφια για να πάρουν, λες, λίγο αέρα. Ο δικός τους βιβλιοπώλης επέλεξε έξι από τα πιο γνωστά˙ ο «Καρυοθραύστης», η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων», «Το Πολικό Εξπρές» και «Η Βασίλισσα του Χιονιού» κρατιούνται σελίδα σελίδα και βλέπουν όλο τo μαγαζί από ψηλά. Είναι λίγο άβολα έτσι όπως κρέμονται στον αέρα, αλλά η θέα τους ανταμείβει. Δε χάνουν κανέναν βιβλιόφιλο από αυτούς που μπαίνουν να αγοράσουν τα δώρα των Χριστουγέννων. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο έλατο με τις μπάλες και τα γλειφιτζούρια είναι ακριβώς απέναντί τους, δίπλα στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

«Αχ, και τι δε θα έδινα να δοκίμαζα ένα μελομακάρονο!» ψιθύρισε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Εγώ λαχταρώ έναν κουραμπιέ! Κοίτα! Μοιάζει με μικρή χιονόμπαλα!» είπε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Απαπαπα σιχαίνομαι το χιόνι!» διαμαρτυρήθηκε το Κοριτσάκι.

«Μωρέ, ας με ξεκρέμαγαν από δω πάνω και δε θα τους έμενε ψίχουλο» είπε ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων και προσπάθησε να τρίψει πονηρά τις σελίδες του.

«Αν μπορούσα να ταξιδέψω μέχρι κει κάτω, θα έφερνα για όλους!» είπε καλοσυνάτα το Πολικό Εξπρές.

«Να κηρύξουμε πόλεμο και να πάρουμε όλα τα βιβλία με το μέρος μας! Κοίτα πόσα έχει κοντά στο τραπέζι! Αυτά σίγουρα φτάνουν να πιάσουν τα γλυκά!» πρότεινε ο Καρυοθραύστης.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» παρέμενε σιωπηλή.

«Έι, δε μιλάς;» τη σκούντησε ο Καρυοθραύστης που κρεμόταν δίπλα της.

«Αν ένα πράγμα με έχουν διδάξει οι σελίδες μου, είναι πως όταν τα θέλεις όλα δικά σου, δεν κερδίζεις τίποτα. Το μοίρασμα, αγαπητοί μου, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία!»

«Τι θες να πεις;» απόρησε το Κοριτσάκι.

«Ποιος είναι αυτός που μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα;»

«Εννοείς τον Άγιο Βασίλη;» απάντησε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Ακριβώς! Μόνο ένα πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει την τόσο παράδοξη ευχή μας!»

«Και τι θα του πούμε δηλαδή; “Κυρ Βασίλη μου, μου πιάνεις σε παρακαλώ τους κουραμπιέδες γιατί δε φτάνω;” Πφφ…» έκανε κοροϊδευτικά ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων.

«Μην είσαι ανόητος, Γκριντς!» τον μάλωσε ο Καρυοθραύστης.

«Μπορούμε να του γράψουμε γράμμα και να ζητήσουμε να μας κάνει ανθρώπους για μια νύχτα! Όπως συνέβη σε σένα, Καρυοθραύστη!» πρότεινε ενθουσιασμένο το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Και θα το παραδώσω εγώ!» προσφέρθηκε το Πολικό Εξπρές.

«Και δε μου λέτε, εσείς, πανέξυπνοι; Πώς θα το γράψουμε κρεμασμένοι εδώ πάνω;» συνέχισε να τους προκαλεί ο Γκριντς.

«Θα το γράψουμε πάνω σε χιόνι!» είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα του Xιονιού.

«Είσαι απλά ένα βιβλίο, θυμάσαι;» την κορόιδεψε ο Γκρίντς.

«Τη νύχτα των Χριστουγέννων όλα μπορούν να συμβούν!» επιβεβαίωσε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Τα βιβλία σταμάτησαν να μιλούν και περίμεναν το βράδυ των Χριστουγέννων. Το βιβλιοπωλείο ήταν κλειστό από το πρωί. Άνθρωποι περνούσαν, κοιτούσαν τη βιτρίνα και θαύμαζαν τα έξι βιβλία που φαίνονταν μεγαλοπρεπή μέσα στον υπόλοιπο στολισμό. Μόλις βράδιασε, έβαλαν μπρος το σχέδιό τους.

«Ό,τι είναι να κάνετε πρέπει να γίνει γρήγορα! Σε λίγο θ’ ανάψουν τα φώτα!» τους προειδοποίησε ο Κατεργάρης.

Η Βασίλισσα του Χιονιού συγκεντρώθηκε στην ιστορία της και προσπάθησε να δημιουργήσει μια κόλλα χαρτί από χιόνι. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Ούτε μια μικρή χιονονιφάδα δε σχηματίστηκε.

«Πρέπει να πιστέψεις!» της υπενθύμισε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Η Βασίλισσα έβαλε τα δυνατά της. Ξαφνικά, μια, δυο, τρεις, άπειρες χιονονιφάδες πετάχτηκαν μέσα από τις σελίδες της και σχημάτισαν ένα γράμμα.

«Είστε έτοιμοι;» τους φώναξε.

Όλοι κοίταξαν το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκείνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι άρχισε να εύχεται δυνατά.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη…»

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της και σαν να ήταν φτιαγμένες από μελάνι, έβαφαν τις χιονονιφάδες και γράφονταν πάνω στο γράμμα.

Όταν τελείωσε, το Πολικό Εξπρές ανέλαβε δράση. Με την ατμομηχανή του στο φουλ, φύσηξε για να στείλει το γράμμα στο δέντρο. Μα εκείνο… έλιωσε με μιας! Απογοητεύτηκαν.

«Έχω μια ιδέα!» φώναξε ο Καρυοθραύστης.

«Γρήγορα! Ανάβουν τα φώτα!» προειδοποίησε ξανά ο Γκριντς.

Επανέλαβαν ακριβώς το ίδιο, μόνο που αυτή τη φορά, η Βασίλισσα του Xιονιού πάγωνε ελαφρά τον αέρα που φυσούσε το Πολικό Εξπρές. Το γράμμα ταξίδεψε στον αέρα και πήγε και στάθηκε μπροστά από το αστέρι στην κορυφή του δέντρου.

«Τα καταφέραμε!!!!» φώναξε το Κοριτσάκι.

«Συνέχισε να βγάζεις παγωνιά» συμβούλεψε ο Καρυοθραύστης στη Βασίλισσα. «Δε θέλουμε να λιώσει πριν το δει ο Άγιος Βασίλης!»

Σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο έμοιαζε με ψυγείο.

«Ελπίζω να έρθει γρήγορα, δεν αντέχω άλλο κρύο!» παραπονέθηκε το Κοριτσάκι.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ένιωσαν να πέφτουν από το ταβάνι. Ο Γκριντς πετάχτηκε όρθιος. Ήταν πράσινος και αποκρουστικός. Άρχισε να χοροπηδάει από δω κι από κει από τη χαρά του! Η Βασίλισσα προσγειώθηκε ομαλά σαν πάνω σε σύννεφο. Ο Καρυοθραύστης έπιασε τον Σκρουτζ λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί στο πάτωμα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση σαν αληθινός πρίγκιπας. Τότε ακούστηκε μια δυνατή κόρνα. Το πολικό εξπρές, μαζί με τον οδηγό του, τριγύριζε γύρω τους μοιράζοντας τα πολυπόθητα γλυκά. Οι ήρωες έφαγαν, χόρεψαν, διασκέδασαν κι ευχαρίστησαν τον Άγιο Βασίλη, πριν χαθούν ξανά στις σελίδες των βιβλίων τους.

Δυο μέρες μετά, ο βιβλιοπώλης μπήκε ανυποψίαστος στο βιβλιοπωλείο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα βιβλία βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Μονάχα μια μικρή, τόση δα χιονονιφάδα είχε απομείνει στην κορυφή του δέντρου, για να αποδεικνύει πως οι ευχές της καρδιάς πραγματοποιούνται με τον πιο ανέλπιστο τρόπο!

Μια ευχή στο Αστέρι

19 Δεκεμβρίου, 2025


Η Αριάδνη ήταν μόλις επτά ετών όταν έχασε τη μητέρα της. Πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από ανακοπή. Συγγενείς, δάσκαλοι και γείτονες, για να παρηγορήσουν την παγωνιά που απλώθηκε στην καρδούλα της, της είπαν πως η αγαπημένη της μαμά δε χάθηκε, πως έγινε άγγελος στον ουρανό κι από εκεί ψηλά, μαζί με το Αστέρι των Χριστουγέννων, θα την προσέχει για πάντα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Αριάδνη έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, κάνοντας μόνο μια ευχή˙ να της δώσει πίσω τη μαμά της. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, η μαμά όμως δε γύρισε. Η Αριάδνη θύμωσε με τον Άγιο Βασίλη. Έπαψε να πιστεύει κι ορκίστηκε πως δε θα ξαναγιορτάσει ποτέ τα Χριστούγεννα, όσο κι αν την παρακαλούσαν.

Πέρασε μια δύσκολη χρονιά. Έμενε πια με τη θεία Όλγα, την αδερφή της μητέρας της, και τα δυο της ξαδέρφια, με τα οποία –ευτυχώς– τα πήγαινε καλά. Της έλειπε όμως η μαμά της. Στο σχολείο, απομακρύνθηκε από τις φίλες της κι ήταν συνεχώς αφηρημένη στο μάθημα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και τα ματάκια της έψαχναν τον ουρανό, μήπως σαν από θαύμα έβλεπε τη μαμά της να κατεβαίνει ξανά από εκεί που την είχε πάρει ο Άγιος Βασίλης. Πώς μπορούσε ο αγαπημένος της Άγιος να της το έχει κάνει αυτό; Μήπως έφταιγε εκείνη; Μήπως την τιμώρησε επειδή δεν ήταν καλό παιδί; Οι ενοχές φούντωναν και γίνονταν κεριά που έκαιγαν την ψυχούλα της που πονούσε.

Τα επόμενα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα παιδιά έγραφαν πυρετωδώς γράμματα στον Άγιο Βασίλη και ζητούσαν ένα σωρό παιχνίδια. Τα έριχναν σε ταχυδρομικά κουτιά για να πάνε στη Λαπωνία, τα έβαζαν κάτω από το δέντρο για να τα διαβάσει –τηλεπαθητικά λες– ο Άγιος και γενικότερα, έγραφαν κι έγραφαν για να σιγουρέψουν ότι θα εισακουστούν όλες οι επιθυμίες τους. Μέχρι κι η δασκάλα, την τελευταία μέρα του σχολείου, τους κέρασε νόστιμα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά και τους έβαλε εργασία με θέμα «Το δώρο του Άι Βασίλη». Η Αριάδνη όμως αρνήθηκε να την κάνει. Η δασκάλα δεν επέμεινε. Της πρότεινε μόνο να γράψει ό,τι εκείνη επιθυμούσε, για το καλό των ημερών. Στο τέλος του μαθήματος, μέσα στην άδεια πια αίθουσα, η δασκάλα, με δάκρια στα μάτια και χέρια να τρέμουν, διάβασε την κόλλα της Αριάδνης.

Αγαπημένο μου Αστέρι,

Όλοι λένε πως είσαι με τη μαμά μου, αλλά δε σε έχω δει ποτέ στον ουρανό. Σε παρακαλώ! Δε θέλω τίποτα άλλο. Μόνο να σε δω μια φορά! Έτσι θα ξέρω πως η μαμά μου ακόμα με βλέπει και με προσέχει. Κι εγώ θα είμαι καλό παιδί. Το καλύτερο παιδί θα γίνω. Σου το υπόσχομαι. Δε θα ξαναπώ ποτέ ψέματα ότι δεν έφαγα εγώ τις καραμέλες από το κουτί στο σαλόνι, ούτε θα ξαναρνηθώ να πλύνω τα δόντια μου και να κάνω μπάνιο. Και θα βοηθάω τη θεία με τις δουλειές. Θα μαζεύω το δωμάτιο μου και δε θα κάνω αταξίες. Καμία αταξία. Να! Φιλάω σταυρό! Αλήθεια αγαπημένο μου αστέρι!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Θέλω μόνο να δω τη μαμά μου!!!

Με αγάπη,

Αριάδνη

Το βράδυ της παραμονής, η Αριάδνη το πέρασε στο δωμάτιό της, κοιτώντας τον ουρανό. Τίποτα δε φαινόταν. Τα ματάκια της έγερναν από τη νύστα, όμως ήταν αποφασισμένη να μείνει ξύπνια για να μη χάσει το αστέρι της. Ήταν τόσο σημαντικό να το δει!

Ξαφνικά, βρέθηκε στο σαλόνι. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στολισμένο με μεγαλοπρέπεια. Στην κορυφή του, βρισκόταν ένα αστέρι. Ή μήπως ήταν άγγελος; Θυμόταν καλά ότι η θεία Όλγα είχε βάλει αστέρι στην κορυφή. Ναι, το θυμόταν. Έτριψε τα ματάκια της για να δει καλύτερα. Το αστέρι άρχισε να λάμπει όλο και πιο πολύ και μέσα στη λάμψη του φαινόταν καθαρά ένας άγγελος. Γούρλωσε τα ματάκια της με έκπληξη. Ναι! Ήταν σίγουρη! Ο άγγελός της ήταν εκεί και την κοιτούσε. Και…και…ήταν ίδιος η μαμά της! Ναι! Ήταν η μαμά της και τη χαιρετούσε! Ήταν τόσο όμορφη!

Η Αριάδνη κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άγγελος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Το είδε να στριφογυρίζει στον αέρα αφήνοντας πίσω του μια ουρά από φως και χρυσόσκονη. Έφτασε ως εκείνη, την άγγιξε στο μάγουλο κι ύστερα άρχισε να γυρίζει γύρω της και να τη τυλίγει με μια φωτεινή κουβέρτα. Ένιωθε τόσο όμορφα! Έκλεισε τα ματάκια της και για λίγο –μόνο για λίγο– αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά της μαμάς της. Τι ωραία που ήταν!

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι της. Ο άγγελος είχε χαθεί. Όχι! Δεν μπορεί να το ονειρεύτηκε! Ήταν τόσο αληθινό! Μα… τι της είχε πει ο άγγελος;

«Κάθε Χριστούγεννα να κοιτάς το αστέρι στο δέντρο. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω! Κάθε Χριστούγεννα, θα είμαι εκεί να κάνω τις ευχές σου πραγματικότητα!»

Έκτορας

8 Νοεμβρίου, 2025

Με τον Έκτορα ήταν μαζί από όταν ήταν παιδί. Την διάλεξε μέσα σε μια μάντρα που είχαν πάει με τους γονείς της για να υιοθετήσουν ένα σκυλί. Η Χαρά ήταν πέντε ετών. Μόλις άκουσε το γάβγισμά του να την καλεί, έτρεξε κατά πάνω του. Ο πατέρας της προσπάθησε να τη σταματήσει, μα ο εκπαιδευτής τού έκανε νόημα να μην ανησυχεί. Αν και θεόρατος γερμανικός ποιμενικός, ο Έκτορας ήταν φιλικός με τα παιδιά. Το μικρό κορίτσι στάθηκε μπροστά από τον σκύλο και τον χάζευε. Εκείνος της κλαψούρισε σαν κουτάβι, παρακαλώντας την να τον χαϊδέψει. Σαν να κατάλαβε τι της ζητούσε, τον αγκάλιασε σφιχτά από τον λαιμό, που έφτανε σχεδόν στο ύψος της και του ψιθύρισε «Εσένα θέλω! Εσένα αγαπώ!» Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

«Αυτόν θα πάρεις» δήλωσε ο εκπαιδευτής στον πατέρα του κοριτσιού. «Σας διάλεξε κι αυτό σημαίνει ότι θα τα πάτε άψογα!»

Αφού πήραν το βιβλιάριο υγείας του κι υπέγραψαν τα σχετικά χαρτιά, έβαλαν τον Έκτορα στο πίσω κάθισμα μαζί με τη Χαρά. Εκείνος ξάπλωσε μπρούμυτα κι ακούμπησε το κεφαλάκι του στα πόδια της, απολαμβάνοντας τα χάδια της σ’ όλη τη διαδρομή. Στο σπίτι, εγκλιματίστηκε αμέσως. Δεν έκανε ζημιές, ήταν υπάκουος -καθότι εκπαιδευμένος- και η δουλειά του ήταν να προστατεύει την οικογένεια από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Η Χαρά, όμως, ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κανείς δεν τολμούσε να την πειράξει, όσο ο Έκτορας βρισκόταν δίπλα της. Την άφηνε να τον καβαλάει και να την πηγαίνει βόλτα, να τον κάνει καναπέ για τις κούκλες της, να του πετάει το μπαλάκι κι εκείνος να της το πηγαίνει πίσω. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι.

Τα χρόνια πέρασαν κι η Χαρά μεγάλωσε. Από το νηπιαγωγείο πήγε στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο. Μα ο Έκτορας, πάντα στο πλάι της, άγρυπνος φρουρός. Αυτός την ξυπνούσε το πρωί στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού, αυτός την καλωσόριζε μόλις γυρνούσε από το σχολείο, αυτός της έκανε παρέα όταν διάβαζε, αυτός ξαγρυπνούσε τα βράδια δίπλα από το κρεβάτι της μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Είχαν μάθει τόσο καλά ο ένας τις συνήθειες του άλλου, που αρκούσε ένα νεύμα για να συνεννοηθούν.

Όταν η Χαρά ήταν πια στην τρίτη λυκείου, ο Έκτορας κατάπεσε. Τα πίσω πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Σταδιακά παρέλυσαν και δεν μπορούσε πια να σταθεί. Με τη μητέρα της τον φρόντιζαν εναλλάξ. Του έβαζαν πάνες για να κάνει την ανάγκη του, τον έπλεναν και τον χτένιζαν, δίνοντάς του απλόχερα τη στοργή που χρειάζεται κάθε ηλικιωμένο πλάσμα. Ο Έκτορας δεχόταν τη φροντίδα τους, μα η μελαγχολία στα μάτια του δεν έλεγε να φύγει. Του στοίχιζε που δεν μπορούσε πια να τρέξει. Εκείνος που πηδούσε εμπόδια ύψους δυο μέτρων και κάλπαζε γοργά σαν άλογο. Η Χαρά χανόταν στα μελιά του μάτια που την κοιτούσαν με παράπονο και προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Όταν ήρθε η ώρα να δώσει πανελλήνιες, ο Έκτορας έτρωγε πια με το ζόρι. Η Χαρά προσπαθούσε να ισορροπήσει τον χρόνο της ανάμεσα στις εξετάσεις και τη φροντίδα του. Έφευγε το πρωί για να δώσει μάθημα και το μεσημέρι, στον δρόμο για τον γυρισμό, προσευχόταν να τον βρει ζωντανό.

Την ημέρα που τελείωσαν οι εξετάσεις, τέλειωσαν κι οι δυνάμεις του Έκτορα, σαν να είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Η ανάσα του έγινε βαριά κι η καρδιά του χτυπούσε αργά. Η Χαρά καθόταν πάνω στην κουβερτούλα του και τον είχε αγκαλιά. Του μιλούσε ασταμάτητα και του θύμιζε όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν περάσει. Τις εκδρομές τους στο εξοχικό, τον τσακωμό του με τον κόκκορα του κοτετσιού που παραλίγο να του βγάλει το μάτι, τη φορά που γύρισαν σπίτι φέρνοντας καλεσμένους για τη γιορτή της κι εκείνος είχε φάει όλα τα γλυκά από το τραπεζάκι του σαλονιού μαζί με τα χρυσόχαρτα! Γελούσε η Χαρά και τα μάτια της τρέχαν ποτάμια από νοσταλγία και θλίψη μαζί. Έτρεχαν και τα μάτια του Έκτορα• κι ας λένε πως τα ζώα δεν κλαίνε. Του τα σκούπιζε η Χαρά μ’ ένα χαρτί και του εξομολογούταν.

«Αχ, ποτέ δεν θα βρω ξανά κάτι σαν εσένα, καλό μου. Το ξέρω. Μη λυπάσαι όμως, τα δάκρυα είναι γι’ αυτούς που δεν θα ιδωθούν ξανά. Και εμείς... εμείς θα βρεθούμε, θα το δεις».

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Έκτορας, της έγλειψε στα πεταχτά το χέρι, έκλεισε τα μάτια του κι εκεί, στην αγκαλιά του αγαπημένου του κοριτσιού, η καρδιά του σταμάτησε για πάντα.

«Αντίο, καλό μου… Θα βρεθούμε… Θα το δεις».

Ψεύτικοι άνθρωποι

1 Νοεμβρίου, 2025

«Δε φταίει κανένας άλλος. Εγώ φταίω που σε νοιάζομαι!»

«Μα δε σου έριξα ευθύνη, Γιώργο. Απλώς εξέφρασα το πώς νιώθω».

«Και πώς νιώθεις δηλαδή;»

«Να σ’το ξαναπώ. Νιώθω καταπιεσμένη. Σαν να μην έχω χώρο ν’ ανασάνω».

«Και σε καταπιέζω εγώ με τη ζήλια μου!»

«Μα δεν είπα αυτό!»

«Το υπονόησες! Γι’ αυτό σου λέω. Εγώ φταίω που σε φροντίζω και θέλω να είμαστε μαζί. Αλλά βέβαια, πάντα έτσι γίνεται. Μόλις ανοιχτείς λίγο έρχεται ο άλλος και σου λέει “με πνίγεις” κι άμα αδιαφορήσεις αρχίζουν τα “δε μ’αγαπάς”. Αποφάσισε λοιπόν τι θέλεις, να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω. Γιατί αν κάποιος σε αυτήν τη σχέση δεν αγαπά, αυτός δεν είμαι εγώ».

«Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ!»

«Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, Κορίνα! Το ένα σου βρομάει, το άλλο σου ξινίζει…»

«Μα δεν…»

«Τι άλλο να κάνω για να είσαι ευχαριστημένη;»

Η Κορίνα δε μίλησε. Οι τύψεις τη βάραιναν σαν χειμωνιάτικο παλτό που κάποιος έριξε απότομα στην πλάτη της. Μα αυτό το πνίξιμο την έτρωγε δυο χρόνια τώρα. Η ψυχή της δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Δεν άντεχε άλλο.

Το επόμενο πρωί, ο Γιώργος έφυγε για το μαγαζί μουτρωμένος. Ο Λευτέρης δεν είχε έρθει ακόμα. Όταν φάνηκε, ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει τα νεύρα του.

«Τι ώρα είναι αυτή;»

«Συγγνώμη, αφεντικό. Μόνο 5 λεπτά άργησα. Δεν έβρισκα να παρκάρω».

«Τι λες, ρε Λευτέρη! Πού ακούστηκε να έρχεται το αφεντικό πριν από τους υπαλλήλους!»

«Μα…»

«Δεν έχει μα… Αυτό που σου λέω!»

«Εντάξει, αφεντικό, δε θα ξαναγίνει.»

«Αυτό έλειπε να ξαναγίνει! Εμ σας χρυσοπληρώνω εδώ μέσα, εμ να έρχεστε κι όποτε θέλετε! Δεν πάει έτσι Λευτεράκη! Δεν πάει καθόλου έτσι! Αλλά είπαμε, εγώ φταίω που σας έχω σαν παιδιά μου εδώ μέσα και δε μου κάνει καρδιά να σας δώσω τα παπούτσια στο χέρι με το πρώτο στραβοπάτημα! Αλλά το εκτιμάτε; Δεν το εκτιμάτε!» Πέταξε με δύναμη τον κατάλογο που κρατούσε και σηκώθηκε κι έφυγε ανακουφισμένος. Στην πόρτα, συνάντησε την Κορίνα, η οποία είχε ακούσει άθελά της όλο το σκηνικό και για άλλη μια φορά βεβαιώθηκε για την απόφασή της.

«Τι έγινε, αγάπη μου; Πώς κι από εδώ; Δεν πήγες στη δουλειά;» μίλησε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

«Ζήτησα άδεια για σήμερα» εξήγησε η Κορίνα.

«Τι έπαθες; Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά; Έλα να καθίσεις!»

«Καλά είμαι, Γιώργο. Απλώς θέλω να μιλήσουμε».

«Φυσικά! Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!»

«Δεν ξέρω πώς θα σου ακουστεί αυτό που έχω να σου πω…αλλά…θέλω να χωρίσουμε».

Ο Γιώργος γούρλωσε τα μάτια.

«Τι έκανε λέει;» φώναξε.

«Γιώργο πιο σιγά! Θα μας ακούσει όλο το μαγαζί!» ψιθύρισε η Κορίνα.

«Να μας ακούσει και να μάθει πόσο αχάριστη είσαι! Ύστερα από όλα όσα έχω κάνει για σένα, όλη την αγάπη που σου έχω δώσει, έρχεσαι μέσα στο ίδιο μου το μαγαζί και μου ζητάς να χωρίσουμε; Λέγε! Ποιος είναι;»

«Ποιος είναι ποιος;»

«Αυτός που σε ξεμυάλισε!»

«Τι λες, Γιώργο; Δεν υπάρχει κανείς!» παραπονέθηκε η κοπέλα.

«Και γιατί τότε, ρε ματάκια μου, θες να μ’αφήσεις; Δεν περνάμε ωραία μαζί; Και τις βολτούλες μας πάμε και το σπιτάκι μας έχουμε! Τι άλλο θέλεις; Τι σου λείπει;» ρώτησε μαλακώνοντας τη φωνή του.

«Εγώ μου λείπω, Γιώργο! Έχω χάσει τον εαυτό μου!»

«Ε να τον βρούμε μαζί!»

«Δε γίνεται…δεν μπορώ…»

«Γιατί;»

«Δε θέλω».

Ο Γιώργος, σκεπτικός, χτύπησε απαλά πέντε-έξι φορές τα δάχτυλά του στο τραπέζι και κατέβασε το βλέμμα στο χέρι του.

«Καλά, Κορινάκι, καλά. Να φύγεις. Αφού είμαι εμπόδιο στην ευτυχία σου, να φύγεις. Εγώ θέλω να είσαι καλά κι ας είσαι μακριά μου. Σ’ αγαπάω, Κορινάκι. Δεν πειράζει, όμως… Φύγε κι άσε με στη μοναξιά μου… Αλλά να ξέρεις, εγώ δε θα το αφήσω έτσι. Θα σε ξανακερδίσω!»

Η Κορίνα τον είδε να σηκώνεται τρίβοντας τα μάτια του, για να σκουπίσει τα δάκρυα που δήθεν κυλούσαν. Της γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Μια ικανοποίηση έλαμψε στα μάτια της. Τα είχε καταφέρει. Τέσσερις μήνες τώρα πάλευε να το πάρει απόφαση. Όσα είχαν συζητήσει με την ψυχολόγο -που είχε αρχίσει να επισκέπτεται εν αγνοία του Γιώργου- οδηγούσαν στο ότι, για να μπορέσει να θεραπεύσει την πληγωμένη της αυτοπεποίθηση, έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από την τοξικότητα του συντρόφου της. Η τελευταία κουβέντα της ψυχολόγου ήταν για την Κορίνα η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι˙ «Οι ψεύτικοι άνθρωποι είναι σαν σπασμένοι καθρέφτες που κρύβουν την ψυχή τους στις αντανακλάσεις τους». Αυτό ήταν εκείνη για τον Γιώργο. Μια αντανάκλαση του εγωισμού του, που χρησίμευε για να τρέφεται από την ψυχή της, ώστε ν’ αντέχει τη φυλακή της δικής του. Μα η ψυχή της Κορίνας διψούσε απεγνωσμένα για ειλικρίνεια κι ελευθερία.

Δεν είσαι μόνη

26 Σεπτεμβρίου, 2025

Περνώντας από τον διάδρομο κοίταξε επίμονα τον καθρέφτη.

«Πάλι εσύ εδώ; Τόσα χρόνια δε βαρέθηκες στο ίδιο μέρος;»

«Εσύ με φωνάζεις κάθε φορά.»

«Κι αν έλειπες μια μέρα δε θα χανόταν κι ο κόσμος.»

«Ο δικός σου ναι.»

«Εσύ είσαι ο κόσμος μου; Ας γελάσω. Ο κόσμος μου είναι οι άνθρωποι που αγαπώ.»

«Κι αν φύγω, πώς θα σε βλέπουν;»

«Σημασία έχει να μη σε βλέπω εγώ.»

«Τι σου έχω κάνει;»

«Μου γίνεσαι βάρος. Με όλες αυτές τις ρυτίδες σου, το ειρωνικό σου βλέμμα που μουρμουράει συνεχώς "εγώ ξέρω". Ξέρεις οκ. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Με κούρασε αυτή η αλήθεια.»

«Μπορείς απλά να μη με κοιτάς. Βγάλε τον καθρέφτη.»

«Και πώς θα βγαίνω έτσι έξω; Αν είμαι αχτένιστη, άβαφη; Πώς θα βλέπω τι μου πάει και τι όχι;»

«Άρα με έχεις ανάγκη.»

«Μακάρι να μη σε είχα.»

«Με έχεις ανάγκη για τους άλλους.»

«Ας όψονται.»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τι;»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τους άλλους.»

«Κι αν μείνεις μόνη;»

«Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.»

«Τη φοβάσαι τη μοναξιά.»

«Η μοναξιά είναι ανόητη.»

«Ακόμα και τα βράδια;»

«Τα βράδια είναι ανυπόφορη. Σαν εσένα.»

«Κι εσύ τι είσαι;»

«Ωχου...Να γι’ αυτό δε θέλω να σε κοιτάω. Τι πάει να πει τι είμαι; Άνθρωπος.»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Τη φιλοσοφία θα πιάσουμε πρωί πρωί;»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«ΜΟΝΗ!»

«Επιτέλους το παραδέχτηκες. Κλάψε, δεν πειράζει.»

«Τι κατάλαβες τώρα;»

«Εσύ πρέπει να καταλάβεις. Ποιος είναι δίπλα σου τώρα που κλαις;»

«Κανείς.»

«Κάνεις λάθος.»

«Εσύ.»

«Κοίταξέ με.»

«Σε κοιτάζω.»

«Μ ‘αγαπάς;»

«Δεν ξέρω.»

«Μ ‘αγαπάς;"

«Σου είπα δεν ξέρω. Γιατί με βασανίζεις;»

«Εγώ σ ‘αγαπώ... Θέλεις ακόμα να φύγω;»

«Όχι.»

«Είμαι εδώ και θα είμαι εδώ. Για σένα. Για πάντα. Τύλιξε τα χέρια σου γύρω από το σώμα σου. Με νιώθεις;»

«Ναι.»

«Είμαι εδώ. Για πάντα.»

Ταξίδι προς τον έρωτα

14 Σεπτεμβρίου, 2025

Καθόταν βολικά στη θέση της, ενώ το τρένο γέμιζε με επιβάτες. Η αμαξοστοιχία είχε προορισμό τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί θα συνέχιζε για Ξάνθη. Στην τετράδα των αεροπορικών θέσεων που περιλάμβαναν και τη δική της, δεν είχε καθίσει ακόμα κανείς. Παρακαλούσε είτε να μείνει ως έχει είτε να κάτσει κάποια οικογένεια με παιδάκια. Τα αγαπούσε τα παιδιά. Ήταν οι καλύτεροι συνεπιβάτες. Της ανταπέδιδαν σχεδόν πάντα το χαμόγελο και κάποιες φορές της έπιαναν και την κουβέντα. Τότε η Νάντια έπαιζε μαζί τους. Της άρεσε η ιδέα πως έπαιρνε λίγο βάρος από τις πλάτες των γονιών που ήταν ήδη αγχωμένοι με το ταξίδι. Ήταν η δουλειά της άλλωστε. Τους έβλεπε κάθε πρωί στον βρεφονηπιακό με τα μάτια μαύρα από την αϋπνία, να προσπαθούν να συγχρονίσουν τη δουλειά με την οικογένεια και να εγκλωβίζονται κάπου στη μέση, σαν φαντάσματα ανάμεσα σε δυο αταίριαστους κόσμους. Συχνά αναρωτιόταν αν θα της συνέβαινε το ίδιο, όταν με το καλό θα έκανε κι εκείνη οικογένεια.

Το μυαλό της πήγε στον Πάνο. Μια ευφορία πλημμύρισε το στήθος της στη σκέψη του. Είχε να τον δει ήδη δυο βδομάδες από όταν πήρε μετάθεση για την Ξάνθη. Είχαν ακούσει πως το στρατόπεδο ήταν πολύ «προβλεπόμενο» κι είχαν αγχωθεί για τις άδειες που θα έπαιρνε. Στην αρχή, η Νάντια σκέφτηκε να του κάνει έκπληξη μ’ αυτό το ταξίδι. Οι ελπίδες της ναυάγησαν, όταν ο Πάνος της επιβεβαίωσε στο τηλέφωνο ότι τα πράγματα ήταν όντως αυστηρά εκεί πάνω. Του αποκάλυψε την πρόθεσή της να πάει να τον δει κι εκείνος, γεμάτος χαρά, προσπάθησε να πείσει τον διοικητή του να του δώσει τουλάχιστον έξοδο την ημέρα που θα ερχόταν το κορίτσι του να τον επισκεφθεί από Αθήνα. Η Νάντια έκλεισε αμέσως εισιτήριο και να την τώρα που ευχόταν οι 12 ώρες ταξιδιού να μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε μία.

Η επιθυμία της Νάντιας για τους συνεπιβάτες της εισακούστηκε και δυο παιδικά μουτράκια έπιασαν τις θέσεις δίπλα κι απέναντι της. Ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, με ξανθά μπουκλάκια που κρέμονταν ατίθασα πάνω από τα αυτιά κι ένα αγόρι γύρω στα εφτά, που είχε χωθεί μέσα στον ηλεκτρονικό κόσμο του τάμπλετ του με το που κάθισε στο κάθισμα του. Η μαμά τους, μια πολύ ήρεμη γυναίκα, με την εξάντληση έκδηλη στο πρόσωπό της, αλλά κι ένα αμυδρό χαμόγελο που φώτιζε τις πρόσφατα σχηματισμένες ρυτίδες γύρω από τα μάτια της εξέπεμπε μια ικανοποίηση πως όλα είχαν πάει και θα πήγαιναν καλά. Της Νάντιας της άρεσαν οι αισιόδοξοι άνθρωποι. Η μικρή απέναντί της, την κοιτούσε ήδη επίμονα. Η Νάντια τής χάρισε το πρώτο χαμόγελο και έστρεψε το βλέμμα της προς τη μητέρα. Από την έκφραση τους καταλάβαινε πάντα, αν είχε την άδεια από τους γονείς ν’ ασχοληθεί με το παιδί. Η μητέρα χαμογελούσε.

«Πώς σε λένε;»

«Μυρτώ.»

«Τι ωραίο όνομα που έχεις και τι όμορφο το κουκλάκι σου! Έχει κι αυτό ένα όνομα, σωστά;»

Και το παιχνίδι ξεκίνησε. Οι πρώτες ώρες του ταξιδιού κύλησαν γρήγορα κι ευχάριστα. Οι συνεπιβάτες της κατέβηκαν στο Λιανοκλάδι κι οι θέσεις άδειασαν και πάλι. Με ανακούφιση, η Νάντια τους είδε να κατεβαίνουν από το τρένο. Είχαν φτάσει ασφαλείς στον προορισμό τους. Από το πρωί πάλευε να διώξει τον φόβο που της είχε δημιουργηθεί μετά το ατύχημα στα Τέμπη και το είχε καταφέρει. Είχε πείσει τον εαυτό της ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πάει στον Πάνο. Η ζωή την έσπρωχνε πεισματικά να ζήσει και ο φόβος υποχωρούσε μπροστά στην τόλμη της νιότης. Όμως τώρα που είδε αυτά τα δυο μουτράκια να αποβιβάζονται, εικόνες εφιάλτη πλημμύρισαν το μυαλό της. Τι θα είχε συμβεί αν γινόταν πάλι δυστύχημα; Τι θα γίνονταν αυτά τα παιδιά; Πώς θα τα βοηθούσε να σωθούν; Τι θα αντίκρυζαν τα ματάκια τους; Θα έβγαιναν ζωντανά; Για εκείνη δεν την ένοιαζε. Κουβαλούσε την ευθύνη του εαυτού της και μόνο κι ήταν ελαφρύ το βάρος. Αυτόματα σκέφτηκε εκείνη τη μάνα που είχε στα χέρια της τρεις ζωές να προσέχει. Τη φαντάστηκε να σέρνεται αναμαλλιασμένη και πανικόβλητη μέσα στο τρένο και να ουρλιάζει τα ονόματα των παιδιών της. Ανατρίχιασε. Κούνησε απότομα το κεφάλι της δεξιά αριστερά να διώξει τις τρομακτικές σκέψεις. Όλα είναι οκ, επανέλαβε από μέσα της.

Μια παρέα γυναικών, ιδιαίτερα διαχυτικών, κατέλαβε τις άδειες θέσεις της τετράδας. Η έντονη ενέργειά τους της άλλαξε αμέσως τη διάθεση. Αφού τακτοποιήθηκαν, της έπιασαν αμέσως την κουβέντα, σαν να ήταν υποχρέωσή τους να την εντάξουν στη συντροφιά τους. Τους είπε πως είχε φαντάρο στην Ξάνθη και πήγαινε να τον δει, τους εκμυστηρεύτηκε πως γνωρίστηκαν τυχαία στο πάρκο μια μέρα που έπεσε με το ποδήλατό της κι ήταν ο μόνος που έτρεξε να την βοηθήσει. Πως μετά από έναν χρόνο αποφάσισαν να μείνουν μαζί, αλλά το χαρτί του στρατού τους έκοψε τη χαρά και τώρα τους έτρωγαν οι δρόμοι προκειμένου να βρεθούν. Πόσο εύκολα βγαίνουν οι λέξεις όταν μιλάς σε ξένους που δε θα ξαναδείς, σκέφτηκε. Τα λόγια που γλιστρούσαν από το στόμα της εισέρχονταν στο μυαλό των γυναικών και καταγράφονταν στις αναμνήσεις που θα είχαν να διηγούνται μεταξύ τους, κάθε φορά που θα σκέφτονταν το ταξίδι τους. Για εκείνες θα ήταν πάντα μια άγνωστη, συμπαθητική κοπέλα που γνώρισαν στο τρένο, καθώς πήγαιναν διακοπές στη Θεσσαλονίκη. Άκουγε από τώρα την ηχώ της συζήτησής τους μετά από μερικά χρόνια «Θυμάσαι εκείνο το κοριτσάκι στο τρένο που πήγαινε να δει τον φαντάρο της; Τι καλό παιδί! Να τον παντρεύτηκε άραγε τον Πάνο; Έτσι δεν τον έλεγαν; Μακάρι!» Αθώες κουβέντες γεμάτες αγάπη και νοιάξιμο από ξένους. Αν αυτό δεν είναι κομμάτι ανθρωπιάς, τότε τι είναι;

Οι γυναίκες κατέβηκαν στη Θεσσαλονίκη, αφού τη χαιρέτισαν εγκάρδια και τη γέμισαν ευχές. Έμεινε μόνη ν’ απολαμβάνει τη θέα, καθώς το τρένο έσερνε το σιδερένιο κουφάρι του μέσα στο καταπράσινο τοπίο στις όχθες του ποταμού Νέστου. Τα τρεχούμενα νερά, η δροσιά του τοπίου που αισθανόταν ακόμα και μέσα από το κλειστό τζάμι και το πράσινο που ξεκούραζε το μάτι, έκαναν τη διαδρομή να μοιάζει βγαλμένη από όνειρο. Η Νάντια είχε γύρει το κεφάλι της πάνω στο παράθυρο και ρουφούσε αχόρταγα τη φυσική ομορφιά. Σε λίγη ώρα θα βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Τι όμορφη που είναι η ζωή κάποιες φορές!

Το τρένο έφτασε στην αποβάθρα της Ξάνθης με λίγη καθυστέρηση. Η Νάντια πήρε τη βαλίτσα της κι ετοιμάστηκε για την αποβίβαση. Είχε ήδη κλείσει ξενοδοχείο για το ένα βράδυ που θα έμενε, ελπίζοντας ο Πάνος να πάρει και δεύτερη έξοδο. Σταμάτησε ένα ταξί έξω από τον σταθμό και ξεκίνησε για τον προορισμό της. Από το παράθυρο, χάζευε τους ξανθιώτικους δρόμους. Μια αίσθηση γνώριμη αιωρούνταν γύρω της, σαν να είχε επισκεφθεί ξανά αυτό το μέρος. Μα δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στη ζωή της τόσο Βόρεια.

Στο ξενοδοχείο τακτοποιήθηκε βιαστικά και βγήκε να σεργιανίσει στην πόλη. Ο Πάνος τής είχε στείλει μήνυμα ότι θα έβγαινε στις 8 το βράδυ για ένα δίωρο. Είχε μια ώρα στη διάθεσή της. Ανηφόρισε τον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από το πανεπιστήμιο και οδηγούσε στη γέφυρα προς τη συνοικία των Πομάκων. Πλανόδιοι πωλητές πουλούσαν κοσμήματα κι αναμνηστικά, δίνοντας στο απόγευμα ένα άρωμα από γιορτή. Το τοπίο της θύμισε κάτι από τη γραφικότητα του Θησείου.

Στις 8 ακριβώς, ο Πάνος την περίμενε στον Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας. Φτάνοντας, διέκρινε τη λεπτή φιγούρα του από μακριά. Είχε αδυνατίσει κι άλλο. Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του, βυθίζοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του κι ανασαίνοντας αχόρταγα τη μυρωδιά του. Βρισκόταν επιτέλους «σπίτι». Χωρίς να έχουν συνεννοηθεί από πριν, κατευθύνθηκαν αυθόρμητα προς το ξενοδοχείο. Ανέβηκαν γρήγορα, σαν παράνομο ζευγαράκι, κι έσβησαν το πάθος τους στο διπλό κρεβάτι του δωματίου 34.

Ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, με το κεφάλι της στο στήθος του και το πόδι της λυγισμένο πάνω στα δικά του, προσπαθούσε να χορτάσει ευτυχία. Αχ και να μπορούσε να σταματήσει ο χρόνος κάτι τέτοιες στιγμές! Μέσα στην παύση, να έρεε μονάχα το συναίσθημα κι αφού έκανε τον κύκλο του, να ξεκινούσε ξανά το μέτρημα κι η αμείλικτη πορεία της ζωής να ξόρκιζε τη στασιμότητα. Διακόπτοντας την ονειροπόλησή της, ο Πάνος σήκωσε το χέρι του και της χάιδεψε το πρόσωπο.

«Μου έλειψες!»

«Κι εμένα!»

Τέσσερις μόλις λέξεις χώρεσαν όλες τις μέρες που βρίσκονταν χώρια και το άκουσμά τους τους αποζημίωσε για την αναμονή. Σηκώθηκαν, ντύθηκαν κι έφυγαν από το ξενοδοχείο για να περπατήσουν στους δρόμους της πόλης που τους είχε απομακρύνει. Θ' άφηναν το δικό τους αποτύπωμα στα πλακόστρωτα σοκάκια της, δηλώνοντας πως θα βρίσκονταν μαζί πάση θυσία. Δεν προλάβαιναν να καθίσουν για φαγητό ή ποτό. Τους αρκούσε που είχαν ο ένας τον άλλον, όπως σε όλους τους νεανικούς έρωτες χωρίς ευθύνες. Όταν τέλειωσε ο χρόνος τους, αποχαιρετίστηκαν μ’ ένα ατέλειωτο φιλί και την προσμονή πως θα βρίσκονταν ξανά την επόμενη μέρα.

Βλέποντάς τον να μπαίνει σε ταξί για να επιστρέψει στο στρατόπεδο, η καρδιά της Νάντιας ράγισε. Πόσο θα ήθελε να περνούσαν το βράδυ μαζί! Να κοιμούνταν πλάι πλάι, ν’ αφήναν τα όνειρά τους να μπλεχτούν και το πρωί, η πρώτη θέα του ενός να ήταν το πρόσωπο του άλλου. Αντ’ αυτού, η Νάντια ξύπνησε από τον ήχο ενός μηνύματος στο τηλέφωνό της. Ήταν εκείνος που την καλημέριζε και της ανακοίνωνε πως το απόγευμα θα συμμετείχε στην υποστολή της σημαίας στην πλατεία κι ύστερα θα είχε έξοδο περισσότερες ώρες. Θα τη συνόδευε μάλιστα στον σταθμό για να πάρει το βραδινό τρένο για Αθήνα.

Με αναπτερωμένο το ηθικό, η Νάντια κατέβηκε στην αίθουσα του πρωινού, γέμισε ένα φλυτζάνι καφέ κι ένα πιάτο με λίγο κέικ και πήγε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι στο μπαλκόνι. Η βουή της πόλης που βρισκόταν ήδη σε κίνηση, της υπενθύμισε πως σε κάποια πράγματα κάθε πόλη είναι ίδια από τον Βορρά ως τον Νότο. Ασυναίσθητα, της ήρθε στο μυαλό το κοριτσάκι που συνάντησε στο τρένο. Το φαντάστηκε να μεγαλώνει, να βρίσκει έναν σύντροφο και να τον περιμένει έξω από το στρατόπεδο ν’ απολυθεί για να συνεχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Αν είχε μπροστά της εκείνο το κορίτσι, θα το συμβούλευε να κάνει υπομονή. Να κρατήσει τη γκρίνια, τη ζήλια και την ανυπομονησία μακριά από τη σχέση της. Κρίνοντας εξ ιδίων, θα της έλεγε πως η θητεία για έναν άντρα δοτικό κι αφοσιωμένο είναι μεγαλύτερο μαρτύριο απ’ ό,τι για τη γυναίκα που τον περιμένει απ’ έξω. Εκείνη έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει τη ζωή της, να βλέπει τους φίλους της, να κοιμάται και να ξυπνάει σύμφωνα με το δικό της πρόγραμμα. Εκείνος όμως υπάγεται και υποτάσσεται σε κανόνες άλλοτε αυστηρούς κι άλλοτε ανόητους «για να γίνει άντρας» και να μάθει πειθαρχία. Στο μυαλό της, ο στρατός ήταν άδικος κόπος. Δεν έκαναν όλοι για στρατιώτες, αλλά κι εκτός αυτού, το θεωρούσε χάσιμο ζωής να εκπαιδεύονται άνθρωποι για έναν ενδεχόμενο πόλεμο, που το πιθανότερο είναι να μην έρθει ποτέ όσο ζούνε. Ο πόλεμος…ό,τι πιο ανόητο κι αυτοκαταστροφικό έχει φτιάξει ο άνθρωπος.

Ο ήλιος είχε πια φτάσει ψηλά. Ήπιε μια γουλιά ακόμη από τον καφέ της, διέκοψε τις σκέψεις της, γνωρίζοντας το αδιέξοδο του θέματος κι έφυγε για μια βόλτα ακόμη στην πόλη. Κατά έναν περίεργο τρόπο, έβρισκε εύκολα τον δρόμο της, παρότι δε φημιζόταν για τον προσανατολισμό της. Ίσως την βοηθούσε η παράξενη αίσθηση πως βρισκόταν σε μια χαμένη πατρίδα. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στα μαγαζιά με τα μπακιρένια μπρίκια και τις αντίκες, στα υπέροχα ζαχαροπλαστεία και καφέ, έβγαλε φωτογραφίες τα γραφικά πέτρινα σπίτια με τα ξύλινα, προεξέχοντα μπαλκόνια και κατέληξε στο λαογραφικό μουσείο, να θαυμάζει φορεσιές κι έπιπλα της παλιά εποχής. Ύστερα, πήρε ένα σάντουιτς στο χέρι και κάθισε στο παγκάκι μιας μικρής πλατείας ν’ απολαύσει το δροσερό αεράκι.

Στις 4 στήθηκε στην πλατεία και περίμενε να δει τον καλό της «εν δράσει». Το άγημα εμφανίστηκε και η πορεία για την υποστολή της σημαίας ξεκίνησε. Ο εθνικός ύμνος ήχησε κι η Νάντια ανατρίχιασε στο άκουσμά του. Ο Πάνος στεκόταν ευθυτενής, ακίνητος κι ανέκφραστος απέναντί της. Θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες φαντάρους, με τη δύναμη της διαίσθησης που στρέφεται αυτόματα σαν πυξίδα προς τους ανθρώπους που αγαπάμε. Ένιωσε υπερήφανη για εκείνον κι ας σκεφτόταν προηγουμένως τα χειρότερα για τον στρατό. «Πώς η πράξη ξεγελά έτσι τη θεωρία!» σκέφτηκε.

Μια ώρα αργότερα, βρέθηκαν ξανά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μοιράστηκαν ένα απόγευμα που δε θα ξεχνούσαν ποτέ. Από εκείνα που χαράσσονται στη μνήμη, όχι για τα αξιοσημείωτα πράγματα που κάνουμε στη διάρκειά τους, αλλά για τα έντονα συναισθήματα, τα λόγια αγάπης, τα δάκρυα αποχωρισμού και τις υποσχέσεις που κρεμούν ένα «εις το επανιδείν» στο στόμα κι ένα «σ’ αγαπώ» στην καρδιά.

Αρχές Σεπτέμβρη

6 Σεπτεμβρίου, 2025

Από παιδί σιχαινόμουν τον Σεπτέμβρη. Σήμαινε το τέλος της ξεγνοιασιάς και του ατέλειωτου παιχνιδιού, του ανέμελου ξυπνήματος στις 12 το μεσημέρι μετά από αθώα ξενύχτια, του μεσημεριανού νανουρίσματος από το τραγούδι των τζιτζικιών, των υπέροχων καλοκαιρινών φρούτων που λέρωναν τα αχόρταγα κι ενθουσιασμένα παιδικά μουτράκια μας. Πάνω από όλα, όμως, σήμαινε το τέλος της θάλασσας. Το παιδικό μου μυαλό τον είχε πλάσει σαν έναν δαιμονικό αόρατο γίγαντα που μισούσε τα παιδιά και τρεφόταν με τη χαρά τους. Ίσως να το είχα μεγαλοποιήσει, επειδή, ως παιδί καθηγητών, ζούσα το άνοιγμα των σχολείων δυο φορές. Μια στο δικό μου και μια στο φροντιστήριο των γονιών μου. Εγγραφές, κόσμος, παιδάκια που έρχονταν δειλά να ξεκινήσουν μαθήματα, ανυποψίαστα για το τι τους περιμένει. Γονείς λογιών λογιών. Υπερπροστατευτικοί, αδιάφοροι, πιεστικοί, ευγενικοί, απαιτητικοί. Κι εγώ στα παρασκήνια, τα παρατηρούσα όλα πίσω από μια αόρατη κουρτίνα. Ο Σεπτέμβρης με δίδασκε ετησίως - τόσο επίμονα και βασανιστικά - πως δε θα είναι πάντα καλοκαίρι στη ζωή.

Μεγαλώνοντας, ξεκίνησα να διδάσκω, μπαίνοντας η ίδια στη θέση των γονιών μου. Ο Σεπτέμβρης έγινε μήνας άγχους και προετοιμασιών. Διεκπεραιωτικός κι αδυσώπητος. Έκανα αγωνιώδεις προσπάθειες για να μετριάσω τη στυγνή αυτή αίσθηση με δημιουργικότητα και μεράκι. Ήταν ο μόνος τρόπος για να επιβιώσω σ’ ένα ξένο πέλαγος. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν έναν μοναδικό τρόπο να σε αφομοιώνουν και να περιορίζουν την ανεξαρτησία σου. Όποια ελπίδα τρέφεις να ξεφύγεις, να κάνεις κάτι δικό σου, πνίγεται στα σπάργανα από την ηράκλεια δύναμη της κληρονομιάς που καλείσαι να συντηρήσεις. Ο Σεπτέμβρης, σαν επιβλητικός δάσκαλος, με κοιτούσε και πάλι με το αυστηρό του βλέμμα. Είχε κερδίσει άλλωστε στο να ορίζει τη ζωή μου και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω. Η ζωή το έκανε για μένα.

Πέρασαν 7 χρόνια απ’ όταν έκατσα στην έδρα για τελευταία φορά. Αυτά τα 7 χρόνια η ζωή μου έγινε άνω κάτω. Γύρω μου και μέσα μου τα πιο ευχάριστα μάχονταν με τα πιο δυσάρεστα για να με κρατήσουν ζωντανή. Πάλευα με θεούς και δαίμονες απλώς και μόνο για να επιζήσω. Οι μήνες δεν είχαν πια καμία σημασία. Οι εποχές περνούσαν σέρνοντας η μία την άλλη για να ωθήσουν τη ζωή να κυλήσει από υποχρέωση. Ακόμα κι ο Σεπτέμβρης με κοιτούσε μελαγχολικά κι αναπολούσε τις στιγμές της δόξας του. Δεν είχα πια το κουράγιο ν’ ασχοληθώ μαζί του.

Στη δύση αυτών των 7 ετών, παρουσιάστηκε η ευκαιρία να διδάξω ξανά. Ο Σεπτέμβρης δε με είχε ξεχάσει κι ας τον απέφευγα τόσα χρόνια. Ήταν επίπονο ν’ ασχοληθώ ξανά με τα μαθήματα, για πολλούς προσωπικούς λόγους. Μα είχα διανύσει πολύ μεγάλη απόσταση από τότε. Σκέφτηκα πως ίσως είναι καιρός πια να γυρίσω στη βάση που τόσο πάλεψα να γκρεμίσω. Ίσως ήταν η ευκαιρία να τη χτίσω με τα δικά μου δεδομένα.

Και ξημερώνει Σεπτέμβρης. Ξύπνησα από έναν εκκωφαντικό θόρυβο ακριβώς δίπλα μου. Ο καθρέφτης που κρεμόταν στον τοίχο είχε ξεκολλήσει από το ξύλινο πλαίσιό του, είχε πέσει στο πάτωμα, δίπλα ακριβώς από εκεί που κοιμόμουν κι είχε γίνει θρύψαλα. Πανικοβλήθηκα. Πρώτη κίνηση, να τσεκάρω το παιδί που κοιμόταν δίπλα μου. Όλα καλά. Χιλιάδες δεισιδαιμονίες άρχισαν να με κυκλώνουν απειλητικά. 7 χρόνια γρουσουζιάς λένε κι άλλα τόσα. Ο Σεπτέμβρης με εκδικούνταν άραγε για την αντιπάθεια που του έτρεφα από μικρή; Έπλυνα το πρόσωπο μου για να διώξω τις σκέψεις. Και τότε, μαζί με το νερό, κύλησε κι ο φόβος μου καθαρίζοντας το τοπίο του μυαλού μου. Το παιδί κι εγώ ήμασταν ασφαλείς. Καμιά μας δεν είχε χτυπήσει. Αυτό ήταν αρκετό για να με καθησυχάσει.

Ύστερα ήρθε η συνειδητοποίηση. Απ’ όταν πήρα την απόφαση να ξαναδιδάξω, ένιωθα ένα περίεργο ξαλάφρωμα. Σαν κάτι να είχε τελειώσει. Είχα καταφέρει ν’ αποσυνδέσω το επάγγελμα απ' ό,τι αυτό σήμαινε για μένα. Ήμουν ελεύθερη από το παρελθόν. Δεν έγινε ξαφνικά. Χρειάστηκε χρόνο και κόπο. Όμως το διαπίστωνα μόλις τώρα. Από έναν καθρέφτη που έπεσε. Από ένα κακό που ξορκίστηκε.

Ο Σεπτέμβρης για πρώτη φορά μου χαμογελά κι είμαι σε θέση να του ανταποδώσω το χαμόγελο. Μένει μόνο να καθαρίσω τα κομμάτια γυαλιού που είναι ακόμα πεσμένα στο πάτωμα. Ν' αποτελειώσω ό, τι με στοιχειώνει. Να το κλείσω σφιχτά σε μια σακούλα και να το πετάξω εκεί που ανήκει. Στα σκουπίδια. Αυτή τη φορά, θα είμαι εγώ που θα ορίσω τη μοίρα του Σεπτέμβρη. 

1 2 3 6