Ιστορίες

Η λίμνη των δροσοσταλίδων

11 Οκτωβρίου, 2015

Επάνω από μια λίμνη με ήρεμα νερά
Μία δροσοσταλίδα κυλά στη φυλλωσιά
Του δένδρου που στεκόταν σαν παλικάρι ορθό
Κι αχνά καθρεφτιζόταν στο ήρεμο νερό.

«Πού πας κι απομακρύνεσαι απ’ τα κλαδιά τα ίσια;
Εγώ δε σε προφύλαξα απ’ της βροχής τη λύσσα;»
«Στη λίμνη πάω τ’ αδέρφια μου τ’ άλλα για να τα βρω
Που κολυμπούν στον όμορφο και μαγικό βυθό».

«Μ’ αν φύγεις από μένα και πέσεις στο νερό
Κι εσύ νερό θα γίνεις, δε θα σε ξαναδώ.
Ένα με μένα γίνε και θα σ’ ευγνωμονώ
Αν τη δροσιά σου δώσεις, λίγο να δροσιστώ».

«Μικρή σταγόνα είμαι εδώ και ποια η δύναμη μου;
Άσε με νά μπω στο νερό ν’ ανοίξει η ψυχή μου.
Και τότε σου υπόσχομαι πως θα δεθώ μαζί σου
Αφού απ’ τις ρίζες θα φιλώ το ξύλινο κορμί σου».

Με μιας, λοιπόν, βουτάει, η μικρή δροσοσταλιά
Να βρει τις αδελφές της στης λίμνης τα νερά.
Το δένδρο τη φωνάζει για να βεβαιωθεί
Πως δεν θα τον ξεχάσει στη λίμνη σαν χαθεί.

Αμέσως τότε νιώθει στις ρίζες του απαλά
Να τον γλυκοφιλάει μια όμορφη δροσιά.
Αυτή είναι η αγάπη, ποτέ δε λησμονεί.
Μονάχα μεγαλώνει σαν λάμψει η ψυχή.

Μελοποίηση

4 Σεπτεμβρίου, 2014

Ω Μούσα εσύ,
προστάτιδα της Μουσικής κι ιέρεια
βοήθησε με, εμέ το δούλο της τον ταπεινό
το βίο της επάξια, λιτά να εξιστορήσω.
Ήταν παλιά, πολύ παλιά τότε που εκείνη ζούσε
κόρη σαν άνθος λεμονιάς κι αγνή ήταν σαν κρίνος
έπαιζε με τα χρώματα και σιγοτραγουδούσε.
Σιγόλεγε ήχους γλυκούς, Νότες αποκαλούνταν
κι ήτανε φίλες της καλές και στοργικές σαν κόρες.
Μια μέρα καθώς γύρναγε από τα πέρα μέρη
συνάντησε στο δρόμο της ωραίο παλικάρι.
Ήταν ψηλός σαν άνεμος κι είχε στα χέρια πένα
ήτανε δάσκαλος καλός, Λόγο τον εφωνάζαν.
Είχε την όψη σοβαρή, στα χείλη χαρμολύπη
Και σαν εκείνη αντίκρισε στάθηκε κι απορούσε:
«Σ’ όλης της Γης τα πέρατα και στων βουνών τα ύψη
τέτοια αρμονία ανήκουστη τα μάτια μου δεν είδαν.
Ω κόρη εσύ της ομορφιάς! Της μελωδίας χάρη!
Τ’ αυτιά πώς να πιστέψουνε, θρόισμα της αγάπης;»
Εκείνη χαμογέλασε, σεμνή πάντα όπως ήταν
και έδωσε τις Λέξεις του στις Νότες να τις πούνε.
Σαν άκουσε ο δάσκαλος τις Λέξεις τις δικές του
πώς Νότες ταξιδεύανε με τόση αιθέρια χάρη,
την πένα έπιασε ευθύς και άρχισε να γράφει
ό,τι η Θεά η Έμπνευση του έστελνε από πάνω.
Οι Νότες συνεχίζανε τις Λέξεις να χορεύουν
κι η Μουσική συνέθετε σεμνά τα βήματά τους.
Σαν τέλειωσε το μαγικό ταξίδι των ονείρων,
η Μουσική πια στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Ο Λόγος, όμως, ο γραφεύς, μ’ ακούραστη την πένα
έσπευσε τον απόγονο μ’ όνομα να στολίσει.
«Μελοποίηση!» φωνάζει αχνά, μην τύχει και ακούσουν
κάποιοι τυχόν περαστικοί, άδειοι απ’ αρμονία.
Η Μουσική συναίνεσε, έγνεψε το κεφάλι
και το παιδί αγκάλιασε μ’ όλη της την αγάπη.
Ο Λόγος και η Μουσική για χρόνια ζουν, αιώνες
και πάντα προστατεύουνε απ’ τ’ Ουρανού τα ύψη
την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη.


Μαργαρίτας εις χοίρους

19 Αυγούστου, 2013

Κάτω στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού
εκάλπαζε ένας ίππος θαρραλέα.
Ζούσε μονάχος σ' ένα στάβλο του αγρού
και απολάμβανε ημέρα την ημέρα.

Από πεδιάδα σε πεδιάδα τράβαγε
με υπερηφάνεια κάποιον μήπως συναντήσει.
Βλέπετε έψαχνε να βρει ο λογικός
μέσα στα άλογα κάποιον να νουθετήσει.

Σε μια φάρμα εκεί, μακριά στην εξοχή
βλέπει ένα χοίρο που έτρωγε και έπινε.
Είχε στη ζωή, αξία το φαΐ
κι έτσι βρήκε ο ίππος να κάνει αυτό που έψαχνε.

Παίρνει το ύφος βαρυσήμαντου σοφού
διδασκαλία περισπούδαστη ν' αρχίσει.
Μα η λαιμαργία του παχύσαρκου κοινού
δεν του επέτρεπε κουβέντα να εκστομίσει.

Όμως ο ίππος είχε τεράστια επιμονή
και την πεποίθηση πως πάντα όλους τους πείθει.
Κι έτσι θεώρησε καθήκον του εκεί
τη νοοτροπία αυτού του χοίρου να γυρίσει.

«Συγγνώμη κύριε, η αξία της τροφής
είναι να τρώγεται αργά με οικονομία.
Αλλιώς θα μείνετε για πάντα ευτραφής
και δεν θα έχετε ποτέ καλή υγεία.»

Κάτι στο λαιμό το χοίρο ενοχλεί
βήχει κι όλο βήχει, φαίνεται να πνίγεται
κι απ’ το στόμα, να, φτύνει το βραχνά
ένα μαργαριτάρι που μες στο χώμα χάνεται.

Τα λόγια χάνονται αν είναι μοναχά
για ν’ ακουστούν από τ’ αυτιά κι όχι απ’ τη σκέψη.
Γι’ αυτό τα πιο πολλά μαθήματα είναι απλά
κι ειν’ η ζωή που κρίνει ποιός θα τα αντέξει.


1 7 8 9