Ιστορίες

Η ευχή της μάνας

17 Νοεμβρίου, 2019

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί. Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο. Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν. Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά. Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω. Παραπάτησε. Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε. Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.

Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα. Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει. Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν. Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία. Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα. Χαμήλωσε τα βουρκωμένα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της. "Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;" αναλογίστηκε.

Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο. Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της... Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε. Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της. "Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;" το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.

Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της. "Το παιδί σου;" "Το παιδί μου." είπε με ένα λυγμό γαντζωμένο στα χείλη της. "Η ευχή της μάνας σ' ακολουθεί και μετά θάνατον." Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί. Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της. Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.

Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό; Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα. Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου. Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι' αυτό. Η μάνα δεν παύει να αγαπά. Η μάνα δεν παύει να φροντίζει. Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή. Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

Το κορίτσι κι η σκακιέρα

21 Αυγούστου, 2019

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι. Χορός και ζωή ήταν ένα για εκείνη. Το βλέμμα της άνοιξης στα μάτια της, αγνό και καθαρό. Ήθελε μόνο να χορεύει. Αυτή ήταν η ειλικρίνεια της καρδιάς της. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την καταλάβαιναν, μα δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη είχε για προστασία την αγκαλιά της μουσικής στο σώμα της όταν γίνονταν ένα.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή της έδινε κι ένα χρώμα. Σε άλλους χρώματα λουλουδιών, σε άλλους στοιχείων της φύσης. Η μητέρα της, για παράδειγμα, είχε το χρώμα του κοραλλιού, ο πατέρας της το πράσινο του σμαραγδιού κι ο μεγάλος αδερφός της το μπλε της βαθιάς θάλασσας. Λάτρευε τη φύση και μάθαινε από αυτήν. Ξεσήκωνε τις κινήσεις των δέντρων, των ποταμών και τις ενσωμάτωνε στο χορό της. Της άρεσαν πολλά χρώματα, αλλά δε μπορούσε να αποφασίσει ποιο χρώμα ήταν το δικό της. Είχε ψάξει πολύ, αλλά μάταια, ώσπου άφησε τη ζωή να διαλέξει χρώμα για εκείνη.

Κάποτε, έκανε αίτηση για να κερδίσει υποτροφία για φοίτηση σε μια σχολή χορού. Εκείνη την ημέρα θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα. Η αγωνία της ήταν τόσο μεγάλη που ένιωθε πως οι χτύποι της καρδιάς της θα μπορούσαν άνετα να δώσουν το ρυθμό για χορογραφία. Μόλις μπήκε στο κτίριο, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα αναμονής. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς και πολύς κόσμος βρισκόταν εκεί λόγω της ημέρας.

Η αίθουσα αναμονής ήταν ένας μακρόστενος διάδρομος που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ασπρόμαυρο πάτωμα σε σχέδιο σκακιέρας. Το κορίτσι έμεινε να το παρατηρεί. Όσο κι αν λάτρευε τα χρώματα, αυτός ο μονότονος καμβάς την προσέλκυε, όπως έναν αστροφυσικό η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη. Ο παλμός της επιτάχυνε, κάνοντας το δέρμα στο πλάι του λαιμού της να ταλαντώνεται σαν μεμβράνη κρουστού οργάνου. 

Έγειρε το κεφάλι και το δεξί της πόδι, όμοιο με πινέλο ζωγράφου που ετοιμάζεται για την παρθενική πινελιά του, άγγιξε ένα λευκό πλακάκι. Με μια πιρουέτα, στριφογύρισε με χάρη το κορμί της. Το τεντωμένο πέλμα της πήρε λίγο μαύρο κι έπειτα ξανά λίγο λευκό και μ’ ένα απότομο τίναγμα σκόρπισε με τη φαντασία της μια βροχή από γκρίζο. Συνέχισε να ακροβατεί πάνω στην ασπρόμαυρη παλέτα της, πότε αργά, με ακρίβεια και πότε δυναμικά και παθιασμένα, δίνοντας μορφή στον πίνακα που είχε στο μυαλό της. 

Με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και το λευκό κορμάκι χορού που φαινόταν πάνω από το αέρινο μαύρο παντελόνι της, έμοιαζε με ασπρόμαυρο κύκνο που λικνιζόταν στο ρυθμό μιας ανύπαρκτης μουσικής συμφωνίας και καθρεφτιζόταν σ'έναν αόρατο καμβά, εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων. 

Όταν σταμάτησε, με την ένταση να πάλλει ακόμη τα κύτταρα της και το συναίσθημα να αναβλύζει από τις εκφράσεις του προσώπου της, ένιωθε πληρότητα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το περιγράψει. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι κατάφερε να τους χρωματίσει με τον χορό της. Το έβλεπε στα πρόσωπα τους.

Μέσα σε αυτήν την αίθουσα με το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα χρώματα που εκείνη έβλεπε είχαν μοιραστεί στα μάτια τους. Ανάμεσα τους ήταν κι οι καθηγητές που θα ανακοίνωναν τα αποτελέσματα. Δεν είχε πετύχει την υποτροφία με την αίτηση της. Την κέρδισε όμως με τον χορό της. Ήταν η καλύτερη παρτίδα σκάκι που παίχτηκε ποτέ από έναν μόνο παίκτη.

Από εκείνη την ημέρα, τα όνειρα της άρχισαν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής της. Τότε ήταν που κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μέσα στην τέχνη δε μπορούν να περιοριστούν σε ένα χρώμα. Όχι γιατί είναι καλύτεροι από τους άλλους. Αλλά επειδή μοιάζουν με το νερό. Παίρνουν το χρώμα που τους δίνει ο ουρανός της τέχνης τους για να ξεδιψούν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Δε θα ξεχνούσε ποτέ το χάρισμα που της αποκαλύφθηκε εκείνη την ημέρα, σε μια αίθουσα αναμονής με ασπρόμαυρο πάτωμα.

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι' αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.

Ο ξενιτεμένος Οδυσσέας

4 Απριλίου, 2019

Το ταξίδι του μεγάλο
μα οι ελπίδες λιγοστές
να γνωρίσει την πατρίδα
να γιατρέψει τις πληγές

Λαιστρυγόνες και Σειρήνες
βρίσκει πάντοτε μπροστά
και η θέα της Ιθάκης
φεύγει όλο πιο μακριά

Τα φτερά του τα τσακίζουν
ατυχίες κι αναποδιές
κι απεχθάνεται να βλέπει
πίσω από κενές ματιές

Το ανάστημα ορθώνει
λίγο αν τύχει και του πουν
πως θα φτάσει, θα γυρίσει
εκεί που μόνο αγαπούν

Έχει μέσα φυλαγμένο
μυστικό μες την καρδιά
νόστο που κρατά κρυμμένο
καλοσύνη κι ανθρωπιά

Οδυσσέα ξενιτεμένε
με τον νόστο στην καρδιά
την Ιθάκη δεν την φέρνει
Πηνελόπης αγκαλιά

Πηνελόπη ειν’ η καρδιά σου
που κρατά το μυστικό
και Ιθάκη η αγάπη
στο γέλιο σου το παιδικό

Μέσα σου ό,τι ζητήσεις
αν το ψάξεις θα το βρεις
κανενός την ευτυχία
δεν την έφτιαξε κανείς.

Γι’ αυτό πάψε να πλανιέσαι
και ταξίδεψε απλώς
και θα δεις ο προορισμός σου
σε οδηγεί πάντα εντός.

Ο τελευταίος αγώνας

17 Δεκεμβρίου, 2018

Βυθίζομαι. Παλεύω να βγω στην επιφάνεια μα οι αλυσίδες με προφταίνουν. Ξαφνικά βρίσκω ένα βράχο μέσα στη θάλασσα. Τρέχω, αγωνίζομαι. Με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Αρχίζω να σκαρφαλώνω. Τα βράχια είναι απότομα και κοφτερά. Ματώνω. Μα δε σταματώ. Χάνω βήματα και ξαναπέφτω.
Με τραβά το σκοτάδι του βυθού κοντά του.

Αντιστέκομαι. Χωρίς δυνάμεις πια. Απορώ με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ ή τον σιχαίνομαι αλλά είναι το μόνο που έχω. Δεν μπορώ να ακούσω τη μελωδία της θάλασσας. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει. Το μόνο που ηχεί είναι ο βόμβος της προσπάθειας μου μέσα στο νερό. Δεν μπορώ να δω καθαρά. Τα μάτια μου έχουν πονέσει από το αλάτι. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Μόνο αγωνίζομαι. Δεν μπορώ ούτε να ονειρευτώ ούτε να νιώσω. Όλα έχουν νεκρώσει από την κούραση. Τι με κρατάει στη ζωή; Αναρωτιέμαι.

Ξαφνικά βλέπω ένα δελφίνι. Είναι μικρό. Ίσα που κολυμπά. Όμως προσπαθεί. Μαθαίνει. Δεν παραιτείται. Είμαστε στην ίδια κατάσταση. Μόνο που αυτό είναι στο περιβάλλον του και το έχει αποδεχτεί. Και πάνω που πήγα να βρω την ελπίδα, άρχισα να χάνω την ανάσα μου. Μέσα στον πανικό μου να προλάβω να ανέβω, βλέπω το μικρό δελφίνι να έρχεται προς το μέρος μου και να προσπαθεί να με σπρώξει προς τα πάνω. "Μα είναι τόσο μικρό, πως θα τα καταφέρει;" πρόλαβα να σκεφτώ.

Όμως πριν το καταλάβω βρέθηκα να παίρνω την τόσο ζωογόνα ανάσα που χρειαζόμουν. Το δελφίνι με είχε βοηθήσει. Και να η απάντηση μπροστά μου. Ένα άγγιγμα αγάπης φτάνει να σε βγάλει από το βυθό ακόμα και χωρίς δύναμη. Φτάνει η αγάπη.
Φτάνει.
Η αγάπη.


Φωτοσταλίδες

2 Δεκεμβρίου, 2018

Ω μούσα εσύ πολύμορφη, τόσες εμπνεύσεις δίνεις
Την πένα κρατά μου γερά κι έχω μακρύ ταξίδι
Να φτάσω μες την άβυσσο να διηγηθώ το πάθος
Το πάθος που έγινε έρωτας κι αυτός αγνή αγάπη
Αφού ψυχή δεν πούλησε στα χρόνια του στον Άδη.

Νέος αγνός και καθαρός σαν σύγχρονος Ορφέας
Τη μουσική είχε για άρμα του, μ' αυτό και πορευόταν.
Ώσπου η μοίρα τα ‘φερε και στην αυλή μιας νέας
Να συναντήσει τη χαρά που χρόνια ονειρευόταν.

Η αυλή της ήταν όμορφη, σπαρμένη με λουλούδια
Κι εκείνος πια θεώρησε, βρήκε την Ευρυδίκη
Άρχισε να της τραγουδά του ανθώνα του τραγούδια
Που να ‘ξερε ότι η μουσική θα φέρει θεία δίκη!

Πατέρα είχε τον Πλούτωνα, τη Δήμητρα μητέρα
Σαν Περσεφόνη που διαιρεί τη νύχτα από τη μέρα.
Εκείνη μέρα ήθελε να έχει στην ψυχή της
Μα άλλη γνώμη είχανε γι' αγάπη οι γονιοί της.
Η μάνα της τη φρόντιζε, την υπεραγαπούσε
Μα ο πατέρας της κλουβί της έχτισε και ζούσε
Στου Άδη μέσα τα σκιερά κι αφώτιστα σοκάκια
Πεδία Ηλύσια τα ‘λεγε, μα κόλαση ήταν άδεια.
Κενή από την ομορφιά που φέρνει η αγάπη
Γεμάτη μόνο με είδωλα στου Αχέροντα κατάρτι.

Η κόρη μόλις γνώρισε τον νέο γιο της μούσας
Αμέσως ερωτεύτηκε του ήλιου του τα λούσα.
Γιατί είχε φως μες την καρδιά και μουσική στα μάτια
Κι η αρμονία του λόγου του την πήγε σε παλάτια.
Μακριά απ' του Άδη τη σπηλιά την πετροσφαλισμένη
Να ξεμουδιάσει τα φτερά η ψυχή η φυλακισμένη.

Στην φυλακή δεν άργησε ξανά όμως να γυρίσει
Μόλις ο ήλιος έφτασε στου τέλους του τη Δύση.
Κι ο νέος απ' το φόβο του μην αποχωριστούνε
Στη γη την ακολούθησε βαθιά μέσα να μπούνε.
Είδε τους δρόμους σκοτεινούς, τα είδωλα στους τοίχους
Κι είπε να πείσει την καρδιά πως ζει μέσα στους μύθους.
Μα η ψυχή του θέλησε να την αγνοπροσέχει
Αφού για αυτόν η αγάπη τους απ 'τ' άλλα όλα προέχει.

Στη μούσα τότε ορκίστηκε για την αγνή αγάπη
Στην κόλαση να μείνει εκεί στης κόρης την αγκάλη
Άσπιλη και αμόλυντη κρυφά να την κρατήσει
Μην μπει το σκότος στη ψυχή και της την μαγαρίσει.

Χρόνια πολλά περάσανε, συνήθισε η ματιά του
Του κάτω κόσμου η σκιά πάντα στα βήματα του
Μα η μουσική δεν έλειψε ποτέ απ' τη ζωή του
Αφού σ' αυτήν εμύησε την κόρη, την καλή του.
Η μουσική τους έθρεφε με νέκταρ κι αμβροσία
Και έχτισε ένα σπιτικό σε άυλη εστία.
Αυτή και τους νανούριζε, αυτή και τους ξυπνούσε
Κι ό,τι όμορφο είχαν στην ψυχή εκείνη το υμνούσε.

Το φως όμως δεν έφτανε να δέσουν οι καρποί τους
Και σαν στο χώμα έπεφταν, σκουλήκια οι σύντροφοι τους.
Άλλοι τους σφετερίζονταν και άλλοι τους τρυγούσαν
Νεκροί στο σώμα, στην ψυχή, σθένος απομυζούσαν.
Ακόλουθοι του Πλούτωνα, ηγέτες κι υπηρέτες
Στάλα ψυχής μυρίζονταν κι έτρεχαν σαν επαίτες.
Μην και στον Κόσμο επάνω βγει μια τους δημιουργία
Και γκρεμιστεί ευθύς μεμιάς του Άδη η δυναστεία.

Η μούσα όμως προστάτιδα του νέου και της νέας
Είχε νήμα την έμπνευση από το κάθε άσμα
Και δυο μανδύες ύφαινε στο τέλος της ημέρας
Να τους φυλάνε απ' το κακό και πλοίο να είν' συνάμα.
Πλοίο για τον Αχέροντα να μην τους παρασύρει
Δικιά τους βάρκα να τους πάει σε φωτεινό γιοφύρι.
Είν' το γιοφύρι που συνδέει το βίος του Κάτω Κόσμου
Μ' όλο τον πλούτο της στεριάς που δεν είναι δικός του.

Εκεί κρυφά ακουμπούσανε κάποιες φωτοσταλίδες
να φέγγουνε τον δρόμο τους, να τρέφονται οι ελπίδες.
Μην και στο Έρεβος βρεθούν κι αγγίξουνε τη Λήθη
Πικρό νερό εκεί και πιουν κι αλλάξουνε τα ήθη.

Αυτά ήταν τα σχέδια του Πλούτωνα δυνάστη
Να θανατώσει του έρωτα περήφανο το άτι.
Να λείψει η αγάπη απ' την ψυχή, να έρθει η διχόνοια
Και να περάσουνε νεκροί τα υπόλοιπα τους χρόνια.

Σημάδια η μούσα έστελνε για να τ' ακολουθούνε
Να φτάσουνε στον Κέρβερο, στο Έρεβος να μπούνε.
Μα αντί στης Λήθης την πηγή, σ' αυτή της Μνημοσύνης
Να λούσουνε την κεφαλή με πνεύμα της ευθύνης.
Μύστης να γίνει ο Ορφεύς και μ' όπλο του τη λύρα
Να φέρει στον Αχέροντα ανείπωτη πλημμύρα.
Και σαν φουσκώσουν τα νερά, ιέρεια η Ευρυδίκη
Με λόγο της στη μουσική να φέρει αιώνια δίκη.
Να φτάσει ως τα Τάρταρα αγνό ύδωρ καθάριο
να εξαγνιστούνε οι ψυχές, να πάρουνε κουράγιο.

Σεισμός να γίνει και στη γη να βγει η αδικία
Για να τη δούνε οι θεοί, να επέλθει τιμωρία.
Μα τιμωρία πιο βαριά απ' το βαθύ σκοτάδι
Που μέσα του είχε ο Πλούτωνας σαν έχτισε τον Άδη
Δεν είχε ούτε ένας θεός να βρει για να του δώσει.
Κι έτσι άφησαν τα σχέδια να του τα ματαιώσει
Η αγάπη που είχαν στην καρδιά ο νέος και η νέα
Του κάψε το βασίλειο και έφερε ημέρα.

Ξημέρωσε για τις ψυχές που ήταν φυλακισμένες
Στου Άδη τη βαθιά τη γη άδικα εκεί κλεισμένες.
Για δαύτες βρήκαν οι θεοί νέα κρίση να περάσουν
Τα κρίματα τους στη σκιά όλα να τα μοιράσουν
Κι αφού μ' αυτά τρεφότανε, ο στυγερός αφέντης
Δάκρυα κι αναστεναγμοί να γίνουνε αψέντι
Μήπως το δηλητήριο το φάρμακο του δώσει
Κι η ανελέητη ψυχή δικαίως μετανιώσει.
Κι έτσι μαζί με τις ψυχές που ελευθερωθήκαν
Σε άρμα πάνω μουσικής ανέβηκαν και βγήκαν
Οι δυο νέοι που ανέλαβαν στης μούσας τους τη στέγη
Με μελωδίες να υμνούν κάθε ψυχή που φεύγει
Από τη Γη για το άυλο σπίτι του Δημιουργού της
Και στην Αγάπη να εισχωρεί του Άγνωστου Θεού της.

Ο καταραμένος

1 Δεκεμβρίου, 2018

Μες στις σκιές πλανάται αιώνες
Γιατί αρνήθηκε το Φως
Τι και αν άλλαξε χιτώνες
Ο όφις, φίδι μένει εντός.
Παραπλανά και παρασύρει
Σε ένα ψέμα δύο αλήθειες
Για να ‘χει ο άνθρωπος να φθείρει
Πνεύμα και νου, καρδιά, συνήθειες.
Θείους κανόνες παραβαίνει
Κάνει το ανίερο ιερό
Μόνο η βλασφήμια του απομένει
Θηρίο που πουλά Χριστό.
Στα κέρατα του οι εξουσίες
Και στα κεφάλια του λεφτά
Τα διαδήματα οι φήμες
Πως όσα λέει είν' σωστά.
Πρόσωπα και μορφές αλλάζει
Και μαγαρίζει την αξία
Σε σοφιστή κι αν ομοιάζει
Σοφία του είναι η μαγεία.
Μα θα 'ρθει η ώρα που η καλή του
Η ερωμένη Βαβυλών
Με μιας θα γκρεμιστεί μαζί του
Κι εκείνος θα είναι απ' όλα απών.
Οι γελασμένοι που πονέσαν
Ξανά θα γίνουν γελαστοί
Γιατί ψυχή δεν απωλέσαν
Τώρα θ' αλλάξουν οι καιροί.
Κιθαρωδοί με τις κιθάρες
Που υμνωδίες τραγουδούν
Εξορκισμό για τις κατάρες
Ευχή για όσους μετανοούν.
Κοπιώντες και πεφορτισμένοι
Θα αναπαυθούν μέσα στο Φως
Και οδός θα είναι η Αγάπη
Η Αγάπη, ο Λόγος κι ο Θεός.

Η λευκή πάπια

28 Νοεμβρίου, 2018

Κάποτε ήταν ένα αγόρι που αγαπούσε τις πάπιες. Όνειρο του ήταν να έχει μια πάπια για συντροφιά. Να μένει μαζί του κι εκείνος να τη φροντίζει. Όμως ζούσε σε διαμέρισμα κι έτσι δε θα μπορούσε να τη συντηρήσει. Να της προσφέρει στοργή, αλλά και λίγο από τη φύση της.

Είχε μελετήσει τα πάντα για τις πάπιες. Πώς γεννιούνται, πού ζουν, τι τρώνε, τη συμπεριφορά τους, μέχρι και την ανατομία τους. Όποιο ντοκιμαντέρ υπήρχε για πάπιες το είχε δει και όποιο βιβλίο το είχε διαβάσει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν να πηγαίνει και να ταΐζει τις πάπιες που ζούσαν σ’ ένα δημόσιο κήπο κοντά στο σπίτι του. Αυτές ήταν η έμπνευση του, αυτές η παρέα του, αυτές και η απασχόληση του. Καθόταν ώρες και τις παρατηρούσε για να επαληθεύσει αυτά που είχε δει και διαβάσει.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Στη δουλειά του, είχε γίνει λακωνικός και τυπικός με τους συναδέλφους του. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ταράζει. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνος ψύχραιμος συνέχιζε τη ζωή του. Ζούσε μακριά από τους συγγενείς του και με τους γείτονες δεν είχε ποτέ επαφές. Αν καθόταν να το καλοσκεφτεί, δεν είχε πια φίλους. Είχε μόνο τις πάπιες.

Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει για τη συνηθισμένη του βόλτα στον κήπο, έμελλε να συναντήσει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Στη λίμνη με τις πάπιες είχαν φέρει ένα νέο μέλος. Μια πάπια ολόλευκη σαν το χιόνι. Καθώς οι σταγόνες του νερού λαμπύριζαν με την κίνηση των φτερών της, μαγνήτιζε όλα τα βλέμματα των παρευρισκομένων. Κολυμπούσε περήφανη επιδεικτικά σα να ήθελε να επισκιάσει τις υπόλοιπες με την ομορφιά της. Η αλαζονεία της ήταν τέτοια, που όταν οι άλλες την πλησίαζαν, πετούσε απότομα μακριά μην και της μαγαρίσουν τα ολόλευκα φτερά με την ασχήμια τους.

Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Μια τέτοια πάπια ήθελε για συντροφιά και τώρα την είχε μπροστά στα μάτια του! Αν και η έκπληξη του ήταν μεγάλη, δεν έχασε καιρό και προσπάθησε να την πλησιάσει. Αυτή όμως πετούσε μακριά κάθε φορά. Της μίλησε, της χαμογέλασε, της εξομολογήθηκε πως αναζητούσε τη συντροφιά της, όμως αυτή εκεί. Συνέχεια απομακρυνόταν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν μόνο από τον κόπο του να την κυνηγάει. Ένιωθε ταραχή. Κάτι πιο μεγάλο από στενοχώρια. Μια ματαίωση των όσων είχε χτίσει τόσον καιρό μέσα του. Αυτή η πάπια δε φερόταν όπως οι άλλες. Ούτε όπως είχε διαβάσει, ούτε όπως είχε δει, ούτε όπως είχε παρατηρήσει.

Πιο πέρα στεκόταν μια κοπέλα. Τον κοιτούσε με προσοχή όση ώρα πάλευε να προσεγγίσει το ζώο.

«Είναι δύσκολη!» του είπε χαμογελώντας.

Γύρισε και την κοίταξε με το βλέμμα ενός ανθρώπου που το διακόπτουν από βαθιά μελέτη.

«Ορίστε;» αποκρίθηκε σαν να μην είχε ακούσει τι του είχε πει.

«Δε νομίζω ότι ωφελεί να την κυνηγάς.»

Σαν πρώτη αντίδραση του βγήκε να αγνοήσει την κοπέλα, όμως η καρδιά του, που βρισκόταν ήδη σε αναταραχή, είχε άλλα σχέδια.

«Έχεις ασχοληθεί με πάπιες;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Δε χρειάζεται. Απλά καταλαβαίνω ότι την τρομάζεις.»

«Την τρομάζω; Μα μόνο καλό θέλω να της προσφέρω!»

«Το ζώο δεν το καταλαβαίνει αυτό! Νιώθει την ταραχή σου και σε φοβάται.»

«Τι φοβάται;»

«Ότι θες να τη σκλαβώσεις.»

«Μα εγώ…»

«Μου επιτρέπεις;» τον ρώτησε.

Πήρε λίγα ψίχουλα από το χέρι του και τα έριξε στο νερό μπροστά της. Μόλις το είδε, η πάπια πλησίασε με απαλές κινήσεις, κουρασμένη και πεινασμένη από το κυνηγητό, κι άρχισε να τρώει.

«Αυτό ήθελε!» του είπε.

«Δηλαδή;» ρώτησε εκείνος με απορία.

«Ήθελε να σεβαστείς τη φύση και τις ανάγκες της. Ξέρεις είναι παρεξηγημένο ζώο η πάπια. Φαίνεται πως τίποτα δεν την επηρεάζει και πως προσαρμόζεται εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν είναι όμως έτσι. Κι αυτή φοβάται αν την απειλήσουν, κι αυτή στενοχωριέται αν της πειράξουν τα μικρά της, κι αυτή χαίρεται όταν είναι ελεύθερη. Αυτό που δείχνει είναι η άμυνα που της έδωσε η φύση της. Για να μπορέσεις πράγματι να την πλησιάσεις πρέπει να δεις πίσω από την άμυνα. Πρέπει να την νιώσεις. Όπως και όλα τα ζωντανά.»

Κατέβασε το κεφάλι του σκεπτικός. Αναλογίστηκε πώς και δεν το είχε σκεφτεί ο ίδιος αυτό μετά από τόση μελέτη. Όμως κατάλαβε. Είχε αφοσιωθεί τόσο στο να μάθει για τις πάπιες που έγινε ο ίδιος η άμυνα τους και έχασε τη φύση του. Χωρίς να το καταλάβει, κύλησαν δάκρυα από τα μάτια του. Δεν ήταν λύπης, ούτε χαράς. Ήταν δάκρυα αναγέννησης. Ξαφνικά θυμήθηκε ποιός είναι. Ποιός ήταν πριν αφήσει το πάθος του να τον παρασύρει. Είχε όρεξη για ζωή. Είχε φίλους. Θυμήθηκε την τέχνη του που παράτησε μέσα σε κάποιο υπόγειο μετά από κάποιες άσχημες τροπές της μοίρας.

«Γιατί στενοχωριέσαι τόσο πολύ;» ενδιαφέρθηκε η κοπέλα.

Την κοίταξε και χωρίς δισταγμό ξεκίνησε να της μιλάει. Όχι για τις πάπιες. Δεν είχαν πια σημασία. Για εκείνον. Για τη ζωή του. Εκείνη τον άκουγε με κατανόηση και δεχόταν την εξομολόγηση του σα να τον γνώριζε χρόνια. Στο τέλος της τα είπε όλα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Με την ευκολία που λες ό,τι πιο δικό σου σε έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι σου ή που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου.

Έφυγαν μαζί από το πάρκο εκείνη την ημέρα και έμειναν μαζί ως τα ξημερώματα συζητώντας.

Την επόμενη κιόλας μέρα της ζήτησε να πάνε μαζί στο ξεχασμένο υπόγειο και μετά πάλι στη λίμνη. Είχε πάρει ό,τι χρειαζόταν. Πινέλα, χρώματα, καμβά και την έμπνευση του. Θέμα του; «Η άμυνα είναι το προσωπείο της εικονικής δύναμης που πείθεις τον εαυτό σου ότι έχεις. Όταν πραγματικά βρεις τη δύναμη που έχεις μέσα σου, δε χρειάζεσαι άμυνα. Αμύνεσαι όταν φοβάσαι. Χωρίς εικονικότητα δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο Φως. Φως και δύναμη.»

Αυτή ήταν η επαγωγή της χτεσινής ημέρας.

Άρχισε να ζωγραφίζει ξανά. Όχι όμως την εικόνα που έβλεπαν τα μάτια του, αλλά αυτήν που ένιωθε η ψυχή του.

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.

1 5 6 7 8