Ιστορίες

Συζήτηση μ’ ένα χελιδόνι

20 Μαρτίου, 2020

Ήταν πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι και το είδα. Κουβαλούσε με προσοχή ένα κλαδάκι στο στόμα του. Όταν έφτασε στη φωλιά που έχτιζε, το τοποθέτησε με μαεστρία και κοίταξε υπερήφανο. Ήταν έτοιμη.

«Καλημέρα χελιδόνι!» το χαιρέτησα. «Καλημέρα!» μου ανταπάντησε με ένα κοφτό τιτίβισμα.
Ξάφνου, παρά το μαγικό μου διάλογο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου. Αναλογίστηκα πως οι άνθρωποι δεν ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στα σπίτια μας. «Εγκλεισμό» το ονομάζαμε. Ένιωσα απογοήτευση. Κοίταξα ξανά το χελιδόνι. «Θα έρθει η άνοιξη φέτος;» το ρώτησα μελαγχολικά. «Κάθε χρόνο έρχεται» τιτίβισε απορημένο. «Φέτος δεν είναι το ίδιο όμως. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουν να τη δουν» αναστέναξα. «Ξέρεις γιατί λένε πως ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη;» με ρώτησε. Η απρόσμενη ερώτησή του διέκοψε τη μελαγχολία μου, όπως κεντρίζεται η σκέψη από μια γνώση πιο ενδιαφέρουσα από τη θλίψη της. «Γιατί;» θέλησα να ακούσω την απάντησή του. «Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με χελιδόνια. Ευγενικές και ευαίσθητες ψυχές που η παρουσία τους και μόνο, αναγγέλλει χαρμόσυνα νέα για τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι εκείνοι που προσωποποιούν την ελπίδα. Δεν είμαστε εμείς τα χελιδόνια που φέρνουμε την άνοιξη, λοιπόν. Οι άνθρωποι το κάνουν. Εμείς απλά διαβάζουμε τα σημάδια» απάντησε ταπεινά. «Αν είναι έτσι, τότε για να φτιάχνεις την φωλιά σου, σημαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα καλωσορίσουν και φέτος την άνοιξη!» αναφώνησα έκπληκτη. «Πράγματι. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την άνοιξη στην καρδιά τους όλον το χρόνο. Καλοσύνη λέγεται» είπε ενώ το τιτίβισμα του μου έδωσε την αίσθηση ενός χαμόγελου ευγνωμοσύνης. «Μα πώς; Κοίταξέ τους τώρα. Έχουν χάσει τη διάθεσή τους όλοι» επέστρεψα στη μελαγχολία μου. «Μην κοιτάς αυτά που φαίνονται. Τους ανθρώπους χελιδόνια δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις ανάμεσα στα άλλα πουλιά. Όπως εμένα. Ήθελες να με δεις. Γι’ αυτό τα μάτια σου έψαξαν να με βρουν» μου εξήγησε. «Θες να πεις πως κρύβονται; Τότε πώς θα τους δούμε για να καταλάβουμε ότι ήρθε η άνοιξη;» απόρησα παιδιάστικα. «Δεν κρύβονται. Αλλά δεν επιδιώκουν και να φανούν. Κάνουν απλά αυτό που νιώθουν. Δε χρειάζεται να τους δεις για να βρεις την άνοιξη. Όπως δε χρειαζόταν να δεις κι εμένα. Τη φέρνουν και τη σκορπίζουν γύρω τους τόσο ταπεινά, που δεν καταλαβαίνεις ότι το έκαναν, παρά μόνο αν τους νιώσεις. Οι άνθρωποι χελιδόνια δε μιλούν με λόγια, μα με πράξεις καλοσύνης».

Όταν τελείωσε τον λόγο του έμεινα αποσβολωμένη. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το περιβάλλον γύρω μου.
Κάτι ανέλπιστο συνέβη. Μέσα στην απόκοσμη ησυχία της πόλης άρχισα να ακούω καρδιές να χτυπούν. Ήταν τόσο καθαρός και αρμονικός ο ήχος τους, που νόμιζες πως είχαν συγχρονιστεί σ’ έναν κοινό ρυθμό. Σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν γλυκά κάποιον. Έμεινα για λίγα λεπτά να απολαμβάνω αυτήν την πρωτόγνωρη γαλήνη.

Άνοιξα τα μάτια κι ο ήχος χάθηκε. Μέσα στη γλάστρα εμπρός μου, είχε ανθίσει ένα κρινάκι. Τόσο δειλά και διακριτικά. Σήκωσα τα μάτια στη φωλιά του χελιδονιού. Τα είδα να έρχονται με το υπερήφανο πέταγμά τους. Δεν ήταν πια ένα. Ήταν μια ολόκληρη οικογένεια.

Οι Φωταυγείς και η Σκιά

11 Μαρτίου, 2020

Σήκωσα το χέρι μου στο ύψος των ματιών μην κάνει να τ’ αγγίξει. Η Σκιά ήταν εκεί για άλλη μια φορά. Η παρουσία της αποκρουστική όπως πάντα. Είχε πάρει μορφή ανθρώπου. Ενός άνδρα σοβαροφανούς, με ύφος επιβλητικό. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω μου από την πρώτη στιγμή. Μια σκοτεινή ομίχλη είχε για αύρα, μα μόνο εγώ μπορούσα να τη δω. Χάρισμα, θες; Κατάρα; Δεν είχε σημασία. Άρχισε να μιλά μειλίχια, κάπως αντιφατικό για το παρουσιαστικό του. Ο λόγος του φαρμάκι βαφτισμένο βάλσαμο, δηλητηρίαζε και το πιο δυνατό μυαλό. Κάθε που μια κολακεία δραπέτευε από το στόμα του, στην άκρη των χειλιών του έσταζε αίμα. Οι κινήσεις του, δήθεν καθωσπρέπει, έλιωναν και την πιο παγερή καρδιά.
 
Μα για μένα, ήταν η Σκιά. Η αλλόκοτη και απεχθής εικόνα ολοένα και πλησίαζε. Ξαφνικά, οι λέξεις του έγιναν σφαίρες. Έρχονταν κατά πάνω μου με ορμή, στοχεύοντας να με πληγώσουν, μήπως και το δικό μου αίμα γίνει τώρα λεία του. Όμως δεν είχα σκοπό να τις αφήσω να μ’ αγγίξουν. Η αλήθεια, σαν υδάτινη παλίρροια, άρχισε να με ξεχειλίζει. Άνοιξα το στόμα μου και το αλμυρό κύμα της τον σκέπασε. Ούρλιαξε από τον πόνο του αλατιού στις πληγές που ο ίδιος είχε ανοίξει στον εαυτό του. Άρχιζε να βρίζει ιερά και όσια, μέχρι που έπεσε καταρρακωμένος καταγής.
 
Σταμάτησα. Κατέβασα το χέρι από τα μάτια και τον κοίταξα. Η μαύρη αύρα τον είχε καταπνίξει και είχε μείνει μονάχα η Σκιά. «Τι ζητάς από μένα;» ρώτησα ενοχλημένη. «Το φως σου. Με πονά» απάντησε αναστατωμένη. «Γιατί δε μένεις μακριά μου;» πρότεινα αυστηρά. «Εσύ με κάνεις και φαίνομαι. Η ουσία σου με θρέφει. Την έχω ανάγκη» ομολόγησε ευθαρσώς. «Σταμάτα να με ακολουθείς» πρόσταξα. «Με έλκεις» συνέχισε. «Μάθε τότε πως όσο κι αν παλεύεις να μου στερήσεις το φως, η ψυχή μου θα το κάνει δυνατότερο. Αν προσπαθήσεις να με καταλάβεις, στο τέλος θα διαλυθείς. Η επιλογή είναι δική σου» .
 
Γύρισα την πλάτη και συνέχισα το δρόμο μου με έναν εμφανή αέρα σιγουριάς στο βάδισμά μου.Η Σκιά έμεινε πίσω. Καθώς απομακρυνόμουν, η φιγούρα άρχισε να χάνει το σχήμα της, ώσπου έγινε ένα με το σκοτάδι τριγύρω της. Βλέπεις, εμείς οι Φωταυγείς δεν έχουμε σκιά. Το Φως είναι η αύρα και ο δρόμος μας.

Γυναίκα ενός άγνωστου Θεού

8 Μαρτίου, 2020

Σε είδα σήμερα μπροστά μου. Περνούσες διακριτικά δίπλα από τους λίγους ανθρώπους στο βαγόνι. Η φωνή σου ίσα που έβγαινε, δείχνοντας τον κόπο που έκανες για να σηκώσεις το βάρος των λόγων σου. Ζητούσες βοήθεια για να επιβιώσεις εσύ και το παιδί σου, πουλώντας χαρτομάντιλα. Αν δεν είχες μιλήσει, κανείς δε θα καταλάβαινε ότι έχεις ανάγκη. Η εμφάνισή σου ήταν αυτή μιας καθημερινής γυναίκας που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια. Όμως κάποιος στο στέρησε βίαια αυτό το δικαίωμα.

Ένιωσα την αύρα σου καθώς με προσπέρασες. Ο σταυρό που κουβαλούσες στους ώμους σου, μολύβι για την ψυχή σου. Ασυναίσθητα μπήκα στη θέση σου. Πόνεσα. Σε πλησίασα. Τα μάτια σου ίσα που σηκώθηκαν να συναντήσουν τα δικά μου την ώρα που μου έδινες τα χαρτομάντιλα. Το ίδιο και τα δικά μου. Λύγισα μπρος στον πόνο που βάραινε τα βλέφαρα σου. Χωρίς δάκρυα. Μια απόγνωση μπρος στην αδικία. Μα ήσουν εκεί και πάλευες με υπερηφάνεια. Κι ας μην ένιωθες υπερήφανη που έφτασες ως εκεί. Δεν ξέρω αν το χαμόγελο μου κατάφερε να σου δώσει μια αχτίδα ελπίδας. Το εύχομαι μέσα από την ψυχή μου. Ίσως αυτή να είναι η μόνη που μπορώ να σου δώσω τώρα πια. Σήμερα "μέρα που είναι" ελπίζω να πιάσει.

Σου εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες. Να ανατείλει ξανά το χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια σου. Να ζεσταθεί ξανά η καρδιά σου. Να νιώσει ξανά την ασφάλεια η ψυχή σου. Σου υπόσχομαι πως όσο η πένα κινεί το χέρι μου, θα παλεύω να ξυπνώ συνειδήσεις. Όχι μόνο για σένα, μα για όλες εκείνες που σήμερα θα "γιορτάσουν" τη θλίψη, την απόγνωση, τον θάνατο. Μόνο αν ξυπνήσουν οι συνειδήσεις από το βαθύ τους λήθαργο θα καταφέρουμε να γιορτάσεις κι εσύ αυτή τη μέρα. Να γίνει μέρα χαράς και θύμησης πως οι αγώνες είναι για να κερδίζονται. Όπως αυτοί που κέρδισαν τόσες και τόσες πριν από μας, διαπρέποντας για το μυαλό, τη φροντίδα, το θάρρος και τον ηρωισμό τους. Τέλος, εύχομαι τώρα που γράφω για σένα, ένα χαμόγελο από το παιδί σου να φτάσει να σου δώσει τη δύναμη να συνεχίσεις.

Έχουμε δρόμο μπροστά μας γυναίκα. Έχουμε πολλά να δώσουμε σ' αυτόν τον κόσμο. Μήπως και κάποτε γιορτάσουμε το θάνατο της θλίψης και φτιάξουμε εκείνον τον κόσμο που ονειρευόμασταν από παιδιά. Έναν κόσμο γεμάτο χαμόγελα για κάθε γυναίκα, άνδρα και παιδί. Ένα χαμόγελο για κάθε άνθρωπο.

Μονάχα με ψυχή

4 Μαρτίου, 2020

Πλαγιασμένη σε εμβρυακή στάση, πονούσε. Τα χέρια της, σταυρωμένα μπρος στο στήθος της, έσφιγγαν την πληγή που αιμορραγούσε στ’ αριστερά. Είχαν περάσει χρόνια απ’ όταν δέχτηκε τη μαχαιριά, μα κάθε που άλλαζε ο καιρός, άνοιγε. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Πώς θα κατάφερνε να προχωρήσει με ένα τραύμα που δεν έλεγε να κλείσει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Κειτόταν εκεί, σχεδόν λιπόθυμη και χωρίς κανέναν να βοηθήσει.

Ξάφνου, σαν από μηχανής Θεός, στάθηκε μπροστά της. Κάθισε δίπλα της. Την ανασήκωσε απαλά και την πήρε στην αγκαλιά του ευλαβικά σαν νεογέννητο. Δέχτηκε με ευγνωμοσύνη κάθε του κίνηση. Δε χρειαζόταν να γνωρίζει ποιός ήταν. Δεν νοιαζόταν καν για το τι μπορεί να ήθελε από εκείνη. Της έφτανε που μέσα στην αγκαλιά του σταματούσε ο πόνος. Μόλις συνήλθε λίγο, χαλάρωσε τα χέρια από το στήθος και κοίταξε την πληγή. Το αίμα είχε σταματήσει.

«Τι έκανες;» τον κοίταξε έκπληκτη.

«Απλά σε άγγιξα με αγάπη» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά.

«Σ' ευχαριστώ» είπε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ήταν δυο άγνωστοι που η αγάπη θέλησε να ενώσει.
Δίχως έρωτα. Δίχως ελπίδες.
Μονάχα με ψυχή.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

Πώς ταξιδεύει η αγάπη;

20 Ιανουαρίου, 2020

Άνοιξα τα μάτια μου και σε είδα. Νωχελικά, είχες αγκαλιά το μαξιλάρι σου και μοιραζόσουν μαζί του τα όνειρά σου. «Άραγε να βρίσκομαι κάπου εκεί ανάμεσα ή οι έγνοιες της καθημερινότητας να με έχουν εκτοπίσει;» με καλημέρισε μια σκέψη.

Χαϊδεύω το πλάι του πρόσωπο σου, σαν να θέλω να βάλω όλη μου την αγάπη σ' ένα μόνο άγγιγμα. Ξυπνάς και με κοιτάς με ένα νυσταγμένο χαμόγελο που ψιθυρίζει «καλημέρα αγάπη μου» χωρίς καν να μιλήσεις. Ανοίγεις αμέσως τα χέρια σου να με πάρεις αγκαλιά για να μοιραστούμε αυτές τις λίγες στιγμές που χωρίζουν τα όνειρα της νύχτας από την πραγματικότητα της ημέρας. Δεν αναρωτιέμαι πια αν υπάρχω στα όνειρά σου. Είμαι μέρος της ζωής σου κι αυτό μου φτάνει. «Όταν μπορείς να ζεις τ' όνειρό σου, τι να τα κάνεις τα όνειρα;» σκέφτομαι και χαμογελώ.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις πρώτες σκέψεις που έβαλαν τα γρανάζια του μυαλού σε λειτουργία, πήρα μια απόφαση. Ν' αφιερώσω τη μέρα σε σένα. Διακριτικά, σε παρατήρησα καθώς ντύθηκες, κάνοντας όλες αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις.

«Πώς γίνεται να είμαι ερωτευμένη με το πώς φοράει τη μπλούζα του;» απόρησα.

«Μα στα μικρά δε φωλιάζει ο έρωτας; Εκεί γεννιέται και σιγά σιγά απαιτεί διακαώς να κατοικήσει στα μεγάλα» μου ήρθε μια απάντηση από την καρδιά.

«Πες το ψέματα!» απάντησα ασυναίσθητα.

Αργότερα, σε κοιτώ ενώ πίνεις, σχεδόν βιαστικά, τον καφέ σου. Βλέπω τις σκέψεις να περνούν αστραπιαία από το μυαλό σου και να καθρεφτίζονται στην έκφραση σου που μένει σταθερά προβληματισμένη. Σου πιάνω το χέρι και μ' ένα χαμόγελο σου δίνω όση δύναμη μπορώ για να τα βγάλεις πέρα. Πρέπει να φύγεις. Μ' αποχαιρετάς μ' ένα φιλί κι απομακρύνεσαι.

Όσο λείπεις κάνω όμορφες σκέψεις. Θυμάμαι όσα έχουμε μοιραστεί όλα μας τα χρόνια μαζί. Διακοπές, ρομαντικές στιγμές, τις πρώτες μας φορές σε διάφορες κοινές εμπειρίες, δυσκολίες που ξεπεράσαμε ενωμένοι, τη γέννηση του παιδιού μας και όσα ακόμα ονειρευόμαστε να ζήσουμε μαζί. Πού και πού χαμογελώ και προσπαθώ να σου στείλω την αγάπη που αντλώ από τις αναμνήσεις, ευχόμενη να τη λαμβάνεις. Σε νιώθω κοντά μου κι ας λείπεις. Όσο λυπηρή είναι μια άδεια παρουσία δίπλα σου, τόση πληρότητα σου δίνει η εν απουσία παρουσία.

Το απόγευμα επιστρέφεις. Σε ρωτάω πώς πήγε η μέρα σου.

«Χάλια…» μου απαντάς.

Πριν βιαστώ να ενδιαφερθώ για τα περαιτέρω, με διακόπτεις.

«Να σου πω κάτι περίεργο όμως σήμερα; Εκεί που πήγαινα να νευριάσω με κάτι, ν' απογοητεύω ή ν’ αφήσω έστω την κούραση να με καταβάλει, σαν κάτι να ένιωθα που με συνέφερε. Μια μικρή ανάσα που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή, έτσι ξαφνικά να με αναζωογονεί. Περίεργο!».

Χαμογέλασα. Δε μίλησα. Δεν είχε νόημα να σου εξηγήσω. Είχες λάβει την αγάπη μου κι αυτό είχε σημασία.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη;» σκέφτηκα με μια πληρότητα να με γαληνεύει.

Έβαλα φωνή στη σκέψη μου και σε ρώτησα. Σου φάνηκε παράξενο που δε συνέχισα τη συζήτηση με κάποιο σχόλιο. Όμως, όπως πάντα, έσπευσες να ενδιαφερθείς και να με συντροφεύσεις στη νέα μου αυτή αναζήτηση.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη!» επανέλαβες. «Πολύ καλή ερώτηση! Φαντάσου πως η αγάπη είναι σαν το φως. Υπάρχει παντού. Κι ο άνθρωπος έχει μια κεραία μέσα του που λαμβάνει και εκπέμπει αντίστοιχα τα σήματα της μέσα από αυτήν. Ε, τι λες;» με ρώτησες με ενθουσιασμό.

«Να φανταστώ πως αυτή η κεραία είναι η καρδιά;».

«Δεν ξέρω! Μάλλον. Δηλαδή ναι. Η καρδιά πρέπει να είναι!».

Το βλέμμα σου ταξίδευε. Ήταν φανερό πως σου άρεσε. Πάντα απολάμβανες τις συζητήσεις μας, όσο κουρασμένος κι αν ήσουν. Πάντα πρόθυμος. Τότε είδα τον έρωτα να αιωρείται από τα μικρά στα μεγάλα. Εκεί που συναντά την αγάπη. Είναι εκείνα τα στοιχεία του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου, που τον κάνουν μοναδικό στα μάτια σου. Αυτά που σου ταιριάζουν σαν δεύτερη φύση. Ο έρωτας, σαν μικρός αδιάκριτος ντετέκτιβ, έχει αναλάβει να τ’ ανακαλύψει. Παρουσιάζει, έπειτα, μια λεπτομερή έκθεση της έρευνας του στην καρδιά κι εκείνη αυτόματα ανοίγει τις κεραίες της για να εκπέμψει και να λάβει αγάπη.

Σου ανέλυσα τη θεωρία μου και συνεχίσαμε να συζητάμε συνεπαρμένοι μέχρι τα μεσάνυχτα. Νυσταγμένοι πια, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άνοιξες πάλι την αγκαλιά σου και μ' άφησες να βολευτώ στη «θέση» μου. Όταν σε κοίταξα, είχες κλείσει τα μάτια, μα το χαμόγελο, διάπλατο ακόμα στα χείλη σου, φανέρωνε την ευτυχία σου.

Μ’ αυτήν την αγαπημένη εικόνα, έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου. Δε με απασχολούσε τι όνειρα θα δω. Τ’ όνειρο μου με κρατούσε κι ήταν στο πλάι μου. Η αγάπη είχε ταξιδέψει γι' άλλη μια μέρα εκεί που ο έρωτας της έδειξε πως χωρά. Στα μεγάλα, μα τόσο απλά.

Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο

12 Δεκεμβρίου, 2019

«Κοίτα! Το μπαλόνι καρδιά! Φεύγει μακριά! Πάει ψηλά!» είπε γεμάτη ενθουσιασμό, λες και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το γκράφιτι στον τοίχο. Η μητέρα της χαμογέλασε.«Έλα πάμε σπίτι!»

Η μικρή έτρεξε και μπήκε στην αυλή από την πόρτα που βρισκόταν δίπλα στον τοίχο του γκράφιτι. Συνέχισε ανενόχλητη το παιχνίδι της στο σπίτι, δίπλα στο στολισμένο έλατο των Χριστουγέννων που πλησίαζαν. Είχε ήδη ξεχάσει τη μεγάλη της διαπίστωση. «Η καρδιά πάει μακριά και πετά ψηλά σαν ένα μπαλόνι γεμάτο ήλιον». Η μητέρα της, όμως, είχε κρατήσει αυτό το μικρό διαμαντάκι που βγήκε από την καρδιά της κόρης της. Μάλιστα αποφάσισε να το αποτυπώσει με λέξεις για να μη σβηστεί ποτέ από το ανάλγητο χέρι του χρόνου. Έγραψε, λοιπόν, για «Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο».

«Ήταν ένα μικρό κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μπαλόνια. Λάτρευε το πώς φουσκώνουν όταν φυσάς τον αέρα μέσα τους. Δεν της άρεσε να τα δένει. Τα ήθελε ελεύθερα για να απολαμβάνει τον αστείο ήχο και το πέταγμα τους, όταν ο αέρας απελευθερωνόταν από τα μικρά χεράκια της, καθώς τα άφηνε να φύγουν. Γελούσε τόσο πολύ κάθε φορά!
Αγαπημένο της χρώμα ήταν το κόκκινο. Πάντα διάλεγε τα κόκκινα μπαλόνια πρώτα και μετά όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Τα μπαλόνια με ήλιον είχαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Αυτά πετούσαν μόνα τους!
«Μα πώς πετάνε αφού δεν έχουν φτερά;» είχε ρωτήσει κάποια μέρα τη μαμά της όλο αφέλεια.
«Έχουν μέσα ένα αέριο που τα κάνει και πάνε ψηλά.»
«Πώς το λένε;»
«Ήλιον.»
«Α! Σαν τον ήλιο δηλαδή. Μόνο που αυτό δε φωτίζει. Μπορεί και να φωτίζει δηλαδή, αλλά πού να το δούμε εμείς εκεί μέσα!»
Σταμάτησε για λίγο, μα της φαινόταν τόσο ενδιαφέρον το θέμα που ήθελε να μάθει κι άλλα.
«Δηλαδή το μπαλόνι μου που έχει σχήμα καρδιά και πετάει, έχει μέσα ήλιο;»
«Ακριβώς.»
«Άρα όταν λέω ότι έχω μια καρδιά από ήλιο, οι άλλοι δε θα ξέρουν ότι εγώ λέω για το μπαλόνι και θα νομίζουν ότι έχω μια φωτεινή καρδιά! Ή αν το καταλάβουν θα νομίζουν ότι έχω μια καρδιά που πετάει!»
«Και τι θα τους λες άμα σε ρωτάνε πού τη βρήκες;»
«Θα τους λέω ότι μου την έδωσες εσύ όταν γεννήθηκα, για να μη φοβάμαι το σκοτάδι και να πηγαίνω όπου θέλω χωρίς να κουνηθώ καθόλου!»
«Αυτό είναι πολύ ωραίο, αγάπη μου! Πράγματι αν η καρδιά μας έχει μέσα ευχάριστα πράγματα, καλοσύνη και αγάπη είναι φωτεινή. Αυτό το φως μας βοηθάει να μη φοβόμαστε, γιατί μας δίνει δύναμη να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, ανεβαίνοντας πάνω από αυτό όπως το μπαλόνι σου. Μα κι όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, όσο μακριά κι αν είναι, δεν τον νιώθουμε κοντά μας σαν να ήταν εδώ; Τα μακρύτερα ταξίδια μπορούμε να τα κάνουμε με την καρδιά.»
«Πόσο ψηλά μπορεί να πάει το μπαλόνι μου, μαμά, αν το αφήσω;»
«Πολύ ψηλά! Τόσο που ούτε που θα το βλέπεις πια.»
«Μπορεί να φτάσει κι ως τα αστέρια;»
«Φυσικά και μπορεί!»
«Τότε όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν το μπαλόνι μου!»
«Θέλεις να φτάσεις τ ’αστέρια;»
«Ναι! Για να βλέπω από ψηλά όπως κι εκείνα! Θα έχουν ωραία θέα από εκεί πάνω!»
«Σίγουρα θα έχουν, αγάπη μου!»
«Θα με αφήσεις να πάω τόσο ψηλά, μαμά;»
«Θα σε αφήσω, καρδιά μου!»
«Κι ας μη με βλέπεις;»
«Δεν είπαμε ότι με την καρδιά νιώθουμε κοντά μας αυτούς που αγαπάμε, όσο μακριά κι αν είναι;»
«Εντάξει! Τότε κράτα αυτό το μπαλόνι καρδιά για να με νιώθεις πάντα κοντά σου!»
«Εντάξει, καρδιά μου! Σ’ ευχαριστώ!»
«Σ ’αγαπώ μαμά!»
«Κι εγώ σ ’αγαπώ, καρδιά μου!»

Μόλις τελείωσε την ιστορία, φώναξε τη μικρή της, την πήρε αγκαλιά πλάι στο δεντράκι που φώτιζε περήφανο και της τη διάβασε. Το κοριτσάκι άκουγε με προσοχή.
«Κρίμα…» αναστέναξε μόλις τελείωσε η ιστορία.
«Δε σου άρεσε η ιστορία;»
«Μου άρεσε μαμά! Όμως εμείς δεν έχουμε μπαλόνι καρδιά…»
«Έχουμε όμως αστέρι!» της είπε δείχνοντας το χρυσό αστέρι στην κορυφή του δέντρου.
Η μικρή το κοίταξε με την έκπληξη να ζωγραφίζεται στα αθώα παιδικά ματάκια της.
«Είμαστε στ’ αστέρια!»
«Ναι, αγάπη μου! Όσο έχουμε ήλιο στην καρδιά μας, πάντα θα βρίσκεται ένα αστέρι να μας φωτίζει!»
«Μα αυτό είναι το αστέρι των Χριστουγέννων!»
«Ακριβώς! Το αστέρι των Χριστουγέννων μας θυμίζει πως το φως πάντα μας οδηγεί να κάνουμε όμορφα πράγματα στη ζωή μας, αρκεί εμείς να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη για όλον τον κόσμο.»
«Εγώ, μαμά, έχω αγάπη στην καρδιά μου για όλον τον κόσμο!»
«Το ξέρω, αστέρι μου!»

Ο ήρωας

21 Νοεμβρίου, 2019

Kαι κάπως έτσι γεννήθηκε ο Ήρωας. Όχι, δεν βουτήχτηκε στην πηγή της αθανασίας από τη μητέρα του σαν άλλος Αχιλλέας. Αυτός δεν είχε μάνα. Η μόνη μάνα του ήταν η ζωή. Η ζωή τον δίδαξε πώς να περπατά. Κι ήταν σκληρή μαζί του.

Δεν ήταν βασιλιάς τρανός και πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα. Εκείνος ήταν γεμάτος αδυναμίες. Θνητός σαν το θάνατο και υλικός σαν το χώμα. Το μόνο που μοιραζόταν μαζί του ήταν ο νόστος. Αυτή η δίψα να φτάσει στη λύτρωση. Αυτή κρατούσε μέσα του μια άσβεστη φλόγα που τον έσωζε κάθε φορά που έπεφτε στα βάραθρα της ύπαρξης του.

Αυτή ήταν η αθανασία του. Με ματωμένα τα χέρια από τα κομμάτια της καρδιάς του, δακρυσμένα τα μάτια να αντικατοπτρίζουν την ομίχλη της ψυχής του, εκείνος στεκόταν ξανά στα πόδια του και προχωρούσε. Αυτή η δύναμη να κοιτά μπροστά πάση θυσία. Και καθώς προχωρούσε κι απομακρυνόταν από τις σκιές του, οι πληγές του θεραπεύονταν κι ένα ανίκητο φως ανάβλυζε από τις ουλές που έκλειναν.

Κάποιος θα τον έλεγε ημίθεο σαν τον Ηρακλή που έβγαινε άτρωτος από όποιο άθλο. Ήταν ημίθεος, μα όχι με την αρχαία έννοια του όρου. Ήταν δισυπόστατος. Κορμί σάρκινο, αδύναμο και φθαρτό με μια ψυχή θεϊκή, άυλη και αιθέρια. Πώς κάτι άυλο κατοικούσε μέσα σε κάτι υλικό αλήθεια; Μια απάντηση που έψαχνε για χρόνια να βρει.

Μα την απάντηση έμελλε να του τη δώσει η ζωή κατά το τέλος του βίου του. Τότε που γερασμένος πια έγερνε κάθε βράδυ στο προσκέφαλο του κρεβατιού του, προσμένοντας το θάνατο σαν φίλο κι όχι σαν εχθρό. Όταν ο άνθρωπος φιλιώσει με το θάνατο, νικά το φόβο.

Έτσι άφοβος, έμοιαζε λίγο με τον Θησέα που φόρεσε μαύρα πανιά στη νίκη του. Δεν συλλογιζόταν το πένθος γιατί γι’ αυτόν δεν υπήρχε. Για να πενθήσεις πρέπει να έχεις κάτι να χάσεις. Εκείνος δεν είχε τίποτα πια. Μόνο κέρδος είχε να αποκομίσει.

Κι όταν ο αιώνιος ύπνος τον αγκάλιασε και η ύλη του έδυε στην τελευταία του ανάσα, πήρε την απάντηση του.

Όσο η σάρκα φθίνει, τόσο η ψυχή ανυψώνεται. Μόνο αντίστροφα οι αντίθετες φύσεις μπορούν να συνυπάρξουν. Μα το κοινό ταξίδι τους δεν το ορίζει παρά η μοίρα που τις ένωσε.

Κι η μοίρα απόψε χώρισε τις φύσεις του κι έμεινε ανάλαφρος να ταξιδεύει προς την αθανασία της Ιθάκης. Αυτός ήταν ο Ήρωας.

Ο κάθε σύγχρονος ήρωας που, μέσα στην τραγωδία της ζωής, ορθώνει το ανάστημα και βροντοφωνάζει πως η εξ ορισμού φύση του δεν είναι γόνος δικός της.

Η ευχή της μάνας

17 Νοεμβρίου, 2019

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί. Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο. Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν. Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά. Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω. Παραπάτησε. Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε. Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.

Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα. Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει. Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν. Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία. Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα. Χαμήλωσε τα βουρκωμένα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της. "Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;" αναλογίστηκε.

Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο. Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της... Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε. Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της. "Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;" το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.

Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της. "Το παιδί σου;" "Το παιδί μου." είπε με ένα λυγμό γαντζωμένο στα χείλη της. "Η ευχή της μάνας σ' ακολουθεί και μετά θάνατον." Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί. Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της. Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.

Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό; Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα. Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου. Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι' αυτό. Η μάνα δεν παύει να αγαπά. Η μάνα δεν παύει να φροντίζει. Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή. Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

1 5 6 7 8 9