Δεν είναι αυτό που νομίζεις


Κι αυτό το καταραμένο κραγιόν! Πώς βρέθηκε στη λαιμόκοψη; Δεν τα κάνουν πια ανεξίτηλα; Προχώρησε η επιστήμη, σου λέει. Μα πόσο άχρηστος είμαι! Τα ρίχνω σ’ ένα καλλυντικό για να καλύψω το λάθος μου! Ήμουν μεθυσμένος… Μπορεί ένας άνθρωπος να κατηγορηθεί για κάτι που δεν έκανε συνειδητά; Ακόμα και για τον φόνο, λένε «εν βρασμώ ψυχής». Πάλι δικαιολογίες ψάχνω. Ας μην έπινες κύριε! Ποιον πόνο ήθελες να πνίξεις στην ξένη αγκαλιά; Έλα ντε; Ποιον πόνο; Πώς να της το έλεγα, γαμώτο; «Αγάπη μου, οι γιατροί μού δίνουν τρεις μήνες ζωής». Δε χωνεύεται εύκολα.

Σάμπως εγώ το έχω χωνέψει; Τρεις μήνες… Τι να χωρέσω σε τρεις μήνες; Με τις βελόνες στα χέρια, τους εμετούς, τα μαλλιά που θα πέφτουν και κανέναν να μη μου εγγυάται ότι όλο αυτό θα φέρει λίγο χρόνο ζωής παραπάνω; Ποιο το νόημα;

Τρεις μήνες. Τι να γίνω σε τρεις μήνες που δεν έγινα ως τώρα; Να γίνω ρεμάλι και να τα κάνω όλα λίμπα, απλά και μόνο επειδή θα πεθάνω; Θα μπορούσα. Τι με νοιάζει; Κι αυτή η καταραμένη φωνή στο κεφάλι μου. Όχι, Βασίλη, δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Πώς δεν είμαι; Κοίτα τι έκανα! Πλήγωσα τη γυναίκα της ζωής μου και μάλιστα χωρίς να το θέλω. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Από το να με δει να λιώνω, καλύτερα να με μισήσει και να προχωρήσει τη ζωή της.

Πονάει όμως, γαμώτο! Δε θέλω να τη χάσω! Τι τη θες, ρε; Νοσοκόμα σου μέχρι τελευταία στιγμή; Να της μείνει η εικόνα σου πάνω στο κρεβάτι του πόνου; Από το να της μείνει η εικόνα μου πάνω από την άλλη γυναίκα, καλύτερα. Και τι θα της πεις; Τι να της πω; Δε θέλω να με λυπηθεί. Ή μήπως θέλω; Ένα βλέμμα της να με κοιτάζει με στοργή και πόνο, ενώ σκέφτεται ότι θα με χάσει. Αίσθηση παντοδυναμίας. Με αγαπάει. Μου ανήκει. Θα είναι δίπλα μου μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει. Δε θα είμαι μόνος… Φοβάμαι.

Ναι, φοβάμαι… Γιατί; Γιατί σε μένα; Μόλις πάτησα τα τριάντα. Ούτε οικογένεια δεν πρόλαβα να κάνω. Κι εκείνη την προαγωγή…στο τσεπάκι την είχα σε έξι μήνες. Έξι μήνες… το διπλάσιο του τρεις. Θα έχω φύγει. Δε θα κάνω ποτέ το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Είχε πάρει και φυλλάδια από το ταξιδιωτικό πρακτορείο και τα κοιτούσαμε σαν παιδιά που λιγουρεύονται ζαχαρωτά. Δεν ξέρω κατά πόσο το ονειρευόταν κι εκείνη ή απλά χαιρόταν με τη χαρά μου. Το ‘χει αυτό η Ξένια μου. Θέλει να κάνει τους άλλους να χαίρονται. Η Ξένια «μου»… Κοψ’το το «μου», φιλαράκι! Πέταξε του πουλί!

Τι να κάνω, ρε γαμώτο; Να τα πουλήσω όλα και να φύγω; Προλαβαίνω; Κι εκείνη; Αν μάθει ότι πέθανα, ίσως με συγχωρήσει.

Δειλέ!
– Τι θέλεις να κάνω;
Να την πιάσεις και να της τα πεις όλα στα ίσα.
– Όχι! Όχι!
Εγωιστή! Φοβιτσιάρη!
– Σκάσε πια! Και τι να της πω; «Δεν είναι αυτό που νομίζεις»;
Την αλήθεια!
– Είναι καλύτερα να μην ξέρει. Θα την προστατέψω.
Από τον εαυτό σου;
– Από τον πόνο.
Μα ήδη την πόνεσες. Και θα νιώθει λίγη. Θα πιστέψει πως δε σου έφτανε, πως δεν την αγαπούσες, πως δεν άξιζε σαν γυναίκα. Το αξίζει αυτό;
– Όχι, δεν το αξίζει. Έχεις δίκιο. Καλύτερα να πονέσει από την απώλεια παρά από την απιστία. Μα θα με ακούσει;
Θα σε ακούσει. Κάθε θύμα αποζητά μια εξήγηση από το θύτη του για να λύσει μέσα του τα τραύματα.

Τι διλήμματα βάζεις, ρε θάνατε…

Έβαλε τ’ ακουστικά του, πήρε την κορνίζα της από τη βιβλιοθήκη και κάθισε στην πολυθρόνα. Στο τραπεζάκι, ένα μισογεμάτο φλιτζάνι τσάι είχε στο χείλος του σημάδι από κραγιόν. Το δικό της κραγιόν. Έπιασε το κινητό του και κάλεσε τον αριθμό της. Η Ξένια το σήκωσε με φωνή σβησμένη.

«Σου οφείλω μια εξήγηση».

Related Posts