- Τι λες, Γιωργάκη; Πάμε έναν περίπατο μέχρι το πηγάδι; Πιάστηκα όλη μέρα στο καφενείο.
- Πάμε, παππού!
- Αντέχεις, έτσι; Μη μου πεις στα δέκα βήματα ότι κουράστηκες!
- Όχι, παππού! Αντέχω! Να κοίτα!
- Άπαπα όχι τόσο γρήγορα! Πώς θα σε προφτάσω;
- Καλά, παππού, δε θα τρέχω. Αλλά θα μου πάρεις μετά παγωτό, έτσι;
- Θα σου πάρω, βρε συμφεροντολόγε!
- Βανίλια θέλω! Εσύ;
- Εγώ δε θα φάω. Θα με πιάσει πάλι κνησμός και θα μου βγει ξινό.
- Κνη- τι;
- Κνησμός. Φαγούρα δηλαδή.
- Η μαμά λέει ότι χρησιμοποιείς δύσκολες λέξεις επειδή παλιά ήσουν δάσκαλος. Έτσι είναι, παππού;
- Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι, παιδί μου. Δηλαδή η συνήθεια δύσκολα κόβεται. Ε και πάντα κοίταζα να προσέχω τι λέξεις μαθαίνω στα παιδιά.
- Να σε ρωτήσω κι εγώ μια λέξη;
- Και δε ρωτάς.
- Τι είναι "αλητεία";
- Πού το άκουσες εσύ αυτό;
- Ο κυρ-Στέφανος μάλωνε τον Κωστή και του έλεγε ότι είναι κακό πράγμα και να μην φέρεται σαν αλήτης.
- Το 'χει παραξηλώσει ο Κωστής, εδώ που τα λέμε. Αλητεία, παιδί μου, είναι να γυροφέρνεις χωρίς να κάνεις κάτι που έχει ουσία και να περιφρονείς τους κανόνες της κοινωνίας, κάνοντας του κεφαλιού σου. Κατάλαβες;
- Μάλλον. Κι είναι πολύ κακό;
- Να σου πω. Κάποτε και τους επαναστάτες, αλήτες τους λέγανε. Αλλά άλλο πράγμα να θέλεις ν’ αλλάξεις τα πράγματα και να πηγαίνεις κόντρα σε όλους και σε όλα κι άλλο να μη σέβεσαι τίποτα επειδή έτσι σου αρέσει εσένα.
- Άρα οι αλήτες είναι εγωιστές, ε παππού;
- Να μια δύσκολη λέξη! Εγωιστής γίνεται αυτός που δεν έμαθε να νοιάζεται για τους άλλους, επειδή κανείς δε νοιάστηκε ποτέ γι’ αυτόν ή αντίθετα νοιάστηκε υπερβολικά.
- Φτάσαμε, παππού!
- Ξέρεις πώς το λέγαμε παλιά το πηγάδι;
- Αμέ! Το ραντεβουδοπήγαδο! Μου το είπε η μαμά! Εδώ γνώρισες, λέει, τη γιαγιά!
- Μαρτυριάρα είναι η μάνα σου! Εδώ τη γνώρισα, ναι. Είχα πρωτοδιοριστεί κι έψαχνα το πηγάδι. Εκείνη είχε έρθει να βγάλει νερό και τραβούσε το σκοινί για ν’ ανεβάσει τον κουβά. Μόλις την είδα, έτρεξα να βοηθήσω. Ήταν υπερήφανη όμως η γιαγιά σου. «Δε χρειάζομαι βοήθεια!» μου είπε. «Μπορώ και μόνη μου!» Έκανα πίσω, αλλά με έτρωγε. Βλέπεις είχα τρεις μικρότερες αδερφές κι ήμουν μαθημένος στο να τις προσέχω. Δεν άντεχα να τη βλέπω να παιδεύεται. Όχι επειδή ήταν γυναίκα, δηλαδή. Κι άντρας να ήταν πάλι θα έτρεχα να βοηθήσω. Άμα έχεις μέσα σου το σαράκι της προσφοράς, δε σε νοιάζει ποιος είναι ο πλησίον. Ο διπλανός σου, δηλαδή. Για να μη νομίζει όμως ότι την προσέβαλα, της ζήτησα να μου δείξει πώς να βγάζω νερό, αφού δεν ήξερα από αυτά. Ε αυτό ήταν. Μια μέρα, αφού είχα μάθει πια τα κατατόπια, της έκανα κι ένα δώρο.
- Τι δώρο; Της πήρες μονόπετρο όπως ο νονός στη νονά;
- Μακάρι να είχα λεφτά να της πάρω δαχτυλίδι. Όμως κι αυτό που της έδωσα χρυσό ήταν. Της φύσης.
- Δηλαδή;
- Έκοψα μερικά άνθη από τη γαζία στην αυλή, τα έδεσα προσεκτικά μ’ ένα σπαγκάκι για να μη διαλυθούν, τα έβαλα μέσα σε ένα ξύλινο κουτάκι που είχα φτιάξει μόνος μου και της το έδωσα μόλις την είδα. Όταν το άνοιξε, μοσχοβόλησε ο τόπος! Το κάνουν αυτό τα δαχτυλίδια; Δεν το κάνουν!
- Είσαι ρομαντικός, παππού!
- Κι αυτή τη λέξη την ξέρεις;
- Ε ξέρεις τώρα… η μαμά!
- Αχ αυτή η κόρη μου!
- Πάμε τώρα για το παγωτό;
- Πάμε! Αλλά θα μαζέψουμε και λίγες γαζίες για τη μαμά σου που σου μαθαίνει τόσο ωραίες λέξεις, σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι!










