Tag

διήγημα

Το Κελί

14 Αυγούστου, 2025

Έριξε μια ματιά στο μικρό φωτεινό δωμάτιο. Το «Κέλι» όπως το αποκάλεσε. Θα ήταν το σπίτι της για τρεις μέρες κι έπρεπε να το συνηθίσει. Αν και δεν υπήρχαν και πολλά να συνηθίσει εκεί μέσα˙ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ένα κομοδίνο με αναδιπλούμενο δίσκο για το φαγητό, μια μικρή γκρι ντουλάπια, μια καρέκλα, μια τηλεόραση και η τουαλέτα. Πίσω της στον τοίχο η γνωστή πλαστική φάσα που έκρυβε καλώδια για πρίζες, φως νυκτός, ένα πιεσόμετρο κι ένα αχρείαστο στατώ. Δε χρειάζονταν πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να τα δεις αυτά ούτε θα είχε καμία ουσία ν’ αναλύσεις κανένα τους. Συγκεκριμένος και περιορισμένος σκοπός σημαίνει και ανούσιο νόημα, σκέφτηκε. Τακτοποίησε τα πράγματά της στην ντουλάπα κι έβαλε τις πιζάμες της.

Τότε τον είδε. Ένας πίνακας κρεμόταν στον τοίχο, στ’ αριστερά του κρεβατιού. Η μόνη πινελιά ζωής ανάμεσα στο λευκό, μπεζ και γκρι αυτού του δωματίου. Απεικόνιζε μια Καθαρά Δευτέρα κοντά στη θάλασσα. Της είχε λείψει τόσο πολύ η θάλασσα! Το ποθούμενο βρίσκεται στα πιο απίθανα μέρη, μειδίασε. Ο ουρανός, γαλάζιος και γεμάτος σύννεφα, άφηνε να φανεί ένα τολμηρό μισοφέγγαρο που δήλωνε την παρουσία του πριν φύγει ακόμα η μέρα. Ένα αεροπλάνο διέσχιζε τα σύννεφα αφήνοντας πίσω του τη χαρακτηριστική γραμμή λευκού νέφους. Πέρα μακριά, δυο φουγάρα αταίριαστα με το υπόλοιπο τοπίο μόλυναν την ομορφιά. Δεν υπάρχει καλό χωρίς κακό, αναλογίστηκε. Σε πρώτο πλάνο, ένας άντρας κι ένα κορίτσι μαζί μ’ έναν σκύλο, γυρισμένοι πλάτη στον θεατή, πετούσαν χαρταετό κάτω από μια ασπροκόκκινη κολώνα που συγκρατούσε ένα σκοινί με σημαιούλες. Δίπλα τους, κάτι καλαμιές τούς χώριζαν από ένα κομμάτι προβλήτας, δυο δέντρα και πρασινάδα. Πάνω από το κεντρικό δέντρο, ξεκινούσε μια σκάλα από γλάρους με ανοιχτά φτερά που χάνονταν μέσα στα σύννεφα και σχημάτιζαν ένα Χ με το σχοινί του χαρταετού. 

Ρουφούσε την εικόνα με κάθε ρανίδα της ύπαρξής της. Χάθηκε στη θέα της για ώρες, ακόμα κι αφού της έφεραν το κουτί. Για όσο διαρκούσε η θεραπεία της, αυτή θα ήταν το παράθυρό της. Αυτήν την ανάμνηση ήθελε να κρατήσει. Κοίταξε ξανά τους γλάρους. Τα φτερά τους άρχισαν να κινούνται ή μήπως ήταν η ιδέα της; Ένα ελαφρύ αεράκι τής χάιδεψε το πρόσωπο κι έφερε μια θαλασσινή ευωδία που την άγγιξε μέχρι την ψυχή. Οι σημαιούλες ανέμισαν. Το κοριτσάκι γύρισε και την κοίταξε. Είχε γαλάζια μάτια και μια ελπίδα για χαμόγελο. Σήκωσε το χεράκι του και τη χαιρέτησε. Έτριψε τα μάτια της. Το κοριτσάκι της χαμογελούσε ακόμη. Τσίμπησε το μπράτσο της. Δεν μπορεί. Σίγουρα ονειρευόταν. Τότε γύρισε και ο άντρας. Ήταν ο άντρας της! "Μαμά!" άκουσε μια φωνή. Η κόρη της έτρεξε μέσα από τον πίνακα κι έπεσε στην αγκαλιά της. Ύστερα σηκώθηκε και με προσοχή, άνοιξε το κουτί που βρισκόταν πάνω στο αναδιπλούμενο τραπεζάκι του κομοδίνου, έπιασε με τα δυο της δάχτυλα το χάπι και της το έδωσε να το πιει. Βεβαιώθηκε ότι η μητέρα της το κατάπιε κι ύστερα έτρεξε ξανά προς την παραλία, πλάι στον πατέρα της. Στον πίνακα νύχτωσε. Το φεγγάρι είχε σκαρφαλώσει στην κορυφή του ουρανού κι έπαιζε με τ’ αστέρια. Οι φιγούρες δε φαίνονταν πια. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, αλλά γαλήνιο. Ένας γλυκός ύπνος την αγκάλιασε και το μυαλό της αφέθηκε στα όνειρα της νύχτας.

Το πρωί την ξύπνησε ένας ήχος στην πόρτα. Είχαν φέρει το πρωινό της. Περίμενε να φύγουν, άνοιξε και το πήρε. Ένιωθε σαν τους φυλακισμένους σε κελιά ασφάλειας που τους βάζουν τον δίσκο από μια σχισμή στην πόρτα, χωρίς να έρθουν σ’ επαφή μαζί τους. Στη δική της περίπτωση, κανείς δεν έπρεπε να έρθει σ’ επαφή μαζί της για αρκετές μέρες. Η ακτινοβολία που εξέπεμπε, μπορούσε να τους βλάψει. Ένιωθε μολυσμένη. Μα μήπως η κάθαρση δε βιώνεται με μοναξιά; Μήπως δεν πρέπει να λερωθείς για να μάθεις τι σημαίνει καθαρότητα;

Έφαγε το πρωινό της και μπήκε στο μπάνιο. Έκανε ένα ντους κι έκατσε κάτω από τη βρύση με το νερό να τρέχει με ορμή επάνω της. Βγήκε, στέγνωσε τα μαλλιά της και πήρε το κινητό για να διαβάσει ένα μυθιστόρημα σε ηλεκτρονική μορφή. Χάρτινο βιβλίο δεν έκανε ν’ αγγίξει. Διάλεξε το «1984» του Τζωρτζ Όργουελ. Ταίριαζε τόσο πολύ μ’ αυτό που ζούσε. Μια δυστοπία απόλυτου ελέγχου, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Διάβαζε και σκεφτόταν. Σκεφτόταν και διάβαζε. Χανόταν μέσα στην κοινωνία του βιβλίου, ταυτιζόταν με τον ήρωα, ζούσε μέσα από τ’ αδιέξοδά του. Λεπτό το λεπτό. Το μυαλό της χόρταινε ερεθίσματα μέσα από τις φωτεινές σελίδες που κυλούσαν πάνω στην οθόνη. Όπου το σώμα αδυνατεί να βρεθεί, το μυαλό αλωνίζει χωρίς ενδοιασμούς.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν ο γιατρός. Θα έρχονταν να την μετρήσουν. Της είχε πει πως αν την τρίτη ημέρα η ένδειξη της ραδιενέργειας ήταν στα επιτρεπτά όρια, θα μπορούσε να φύγει. Αν όχι, θα έμενε άλλο ένα βράδυ. Έπινε με υπομονή το ένα μπουκάλι νερό μετά το άλλο σύμφωνα με τις οδηγίες, για να φύγει το φορτίο από πάνω της όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μια θάλασσα θα ξεβγάλει το φαρμάκι, συλλογίστηκε. Και μετά; Την προβλημάτιζε το πώς θα έβγαινε έξω. Πώς θα έμπαινε μέσα στο ταξί; Κι αν συναντούσε κάποια κοπέλα έγκυο; Πόσο θα έπρεπε ν’ απομακρυνθεί; Κι αν κάποιος την σκουντούσε κατά λάθος; Κι αν; Κι αν; Αυτός ο αόρατος ραδιενεργός μανδύας που την αγκάλιαζε, ο ανύπαρκτος αλλά τόσο επικίνδυνος, την τρόμαζε. Ένιωθε την ευθύνη του, ενώ δεν είχε κάνει τίποτα για να τον προκαλέσει. Δεν έφταιγε εκείνη για την ασθένειά της. Ή μήπως έφταιγε; Που κατάπινε τόσον καιρό τις πίκρες και δε μιλούσε; Αν είχε αντιδράσει, μήπως θα είχε γλιτώσει το μαρτύριο; Το μόνο που ήξερε με βεβαιότητα ήταν πως δεν ήθελε με την κατάστασή της να βλάψει κανέναν. Θα προτιμούσε να φορέσει μια στολή με το γνωστό κίτρινο σήμα κινδύνου, παρά να σκέφτεται όλα αυτά τα ‘αν’.

Προσπάθησε να διώξει τις σκέψεις που η αεργία προσκαλούσε τόσο απροκάλυπτα. Διάβασε, έφαγε μεσημεριανό - το οποίο της έφεραν με τον ίδιο τρόπο - ήπιε νερό, μίλησε με τον άντρα της και με φίλους μέσω μηνυμάτων. Τι ευτυχές που η τεχνολογία δεν επηρεαζόταν από το φορτισμένο άγγιγμά της! Ήταν η μοναδική της σύνδεση με τον έξω κόσμο και η αισιόδοξη επιβεβαίωση πως η ζωή της θα συνεχιζόταν σε λίγες μέρες.

Μπήκε ξανά για μπάνιο, στέγνωσε τα μαλλιά της, ήπιε νερό, έκανε μερικές φορές τον γύρο του δωματίου να ξεμουδιάσει κι έκατσε πάλι στο κρεβάτι να διαβάσει. Η επανάληψη δεν λειτουργούσε ως μητέρα της μάθησης, αλλά ως εκβιασμός προς τη ζωή για να κυλήσει. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά, σαν κόκκοι άμμου μέσα σε γιγάντια κλεψύδρα. Ήθελε να τη σπάσει και να ελευθερωθεί από τα δεσμά, αλλά ποιος είναι στ’ αλήθεια αυτός που μπορεί ν’ αποδράσει από τον χρόνο; Το κελί είχε μετατραπεί σε χρονοκάψουλα αποκομμένη από την εναλλαγή του ήλιου με το φεγγάρι κι από τη ρουτίνα των ανθρώπων που περπατούσαν στον δρόμο, λίγα μέτρα πάνω από το υπόγειο δωμάτιό της.

Υπέμεινε τη μέρα της μαρμότας κι επανέλαβε όσα είχε ήδη κάνει. Έφαγε βραδινό, διάβασε, είδε λίγη τηλεόραση, ήπιε νερό, μίλησε με τον άντρα της. Ρώτησε για το παιδί που είχε ήδη πάει στο σπίτι της γιαγιάς, ώστε να μην είναι εκεί όταν εκείνη θα γύριζε πίσω. Δεν έπρεπε να έρθει σ’ επαφή μαζί του για τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Πώς θα το άντεχε; Κοίταξε ξανά τον πίνακα και θυμήθηκε τη χτεσινή ονειροπόληση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά του. Άπλωσε το χέρι κι ένιωσε το ψυχρό γυαλί με τ’ ακροδάχτυλά της. Γιατί δε ζωντάνευε απόψε; Περίμενε λίγο. Τίποτα. Επέστρεψε απογοητευμένη στο κρεβάτι. Όχι. Δεν έπρεπε να το βάλει κάτω. Όλα θα πήγαιναν καλά. Όλα πήγαιναν καλά. «Ένα βράδυ» ψιθύρισε. «Ένα βράδυ ακόμα.»

Μια χαμένη μπάλα

2 Αυγούστου, 2025

Άνοιξε την πόρτα του οδηγού και βγήκε. Ο καυτός αέρας του Αυγούστου βάρεσε την Αντιγόνη κατακέφαλα. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που είχε στα μαλλιά της, έκλεισε την πόρτα και πήγε στο πορτ μπαγκάζ. Ανοίγοντας αναστέναξε. Πώς θα τα κουβαλούσε όλα αυτά μέχρι την παραλία; Μα τι σκεφτόταν όταν υποσχέθηκε στον μικρό ότι θα πάρουν όλα τα παιχνίδια του μαζί; Όλα μόνη της θα τα έκανε πάλι. Έπνιξε το παράπονο και βούτηξε την πρώτη τσάντα, την πέρασε στον ώμο της και σήκωσε τις άλλες δυο στα χέρια. Έκλεισε το πορτ μπαγκάζ και πήγε να βγάλει το παιδί που κοιτούσε τη θάλασσα από το παράθυρο γεμάτο ενθουσιασμό.

Η παραλία είχε αρκετό κόσμο. Κρατώντας τον μικρό με το ένα χέρι και φορτωμένη με τα πράγματα στο άλλο, κατευθύνθηκε προς την ανοργάνωτη μεριά. Δεν ήταν να ξοδεύει κοροϊδίστικα λεφτά σε ξαπλώστρες. Έπιασε θέση κάτω από ένα αλμυρίκι, άπλωσε την ψάθα, άνοιξε το καρεκλάκι του μικρού, του φούσκωσε τα μπρατσάκια και του έβαλε αντιηλιακό. Το αγόρι με το ζόρι κρατιόταν να μην τρέξει προς τη θάλασσα. Έβαλε κι εκείνη αντιηλιακό όπως όπως και τον πήρε να πάνε να βουτήξουν. Ήταν το πρώτο μπάνιο του φετινού καλοκαιριού κι είχαν μπροστά τους άλλες πέντε μέρες διακοπών. Με τα χρήματα που είχε βάλει στην άκρη και τις επιταγές του κοινωνικού τουρισμού, θα μπορούσαν να παραθερίσουν σαν άνθρωποι.

Μέσα στη θάλασσα, ο Ιάσονας πλατσούριζε με όλη του τη δύναμη. Είχε καιρό να τον δει τόσο χαρούμενο. Το διαζύγιο τού είχε στοιχίσει πολύ. Η παιδοψυχολόγος της είχε πει πως ήταν δύσκολο στα πέντε του χρόνια να καταλάβει γιατί ο μπαμπάς κι η μαμά δε θα ήταν πια μαζί και κυρίως γιατί ο μπαμπάς θα έμενε τόσο μακριά τους. Όταν ο Στράτος τής ανακοίνωσε πως ήθελε να χωρίσουν γιατί είχε εξωσυζυγική σχέση και μάλιστα θα εκμεταλλευόταν μια μετάθεση που του εξασφάλιζε η εταιρεία για να πάει να ζήσει μαζί της στην Αγγλία, η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της.

«Και το παιδί;» ήταν η πρώτη της αυθόρμητη αντίδραση.

«Έχει καλή μητέρα οπότε δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Θα το βλέπω στις διακοπές, όταν θα έρχομαι στην Ελλάδα για επαγγελματικά ταξίδια και όταν μεγαλώσει λίγο θα το παίρνω και στην Αγγλία πότε πότε. Εννοείται πως θα πληρώνω τη διατροφή που μου αναλογεί. Τα χρήματα δεν είναι θέμα.»

Η Αντιγόνη δεν μίλησε. Δε φώναξε. Δεν αντέδρασε. Είχε καταλάβει από καιρό πως ο γάμος τους είχε τελειώσει, αλλά δυσκολευόταν να το παραδεχτεί εξαιτίας του παιδιού. Η ανακοίνωση του Στράτου ήταν απλά το χαστούκι που χρειαζόταν για να το συνειδητοποιήσει. Δε λυπήθηκε για τη σχέση τους. Εδώ κι ένα χρόνο είχε σταματήσει να προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα που μεγέθυναν το χάσμα μεταξύ τους. Δεν της έλειπε πια το χάδι του, ούτε το ότι δε βρίσκονταν στο κρεβάτι. Μιλούσαν μόνο για τα διαδικαστικά. Δεν έβλεπαν ταινίες αγκαλιά στον καναπέ τα βράδια αφού είχε κοιμηθεί ο μικρός. Δεν πήγαιναν βόλτες οι τρεις τους σαν οικογένεια. Ο Στράτος ερχόταν στο σπίτι σαν επισκέπτης, έπαιζε λίγο με τον Ιάσονα, τακτοποιούσε τις εκκρεμότητες και το ενοίκιο και όταν έφευγε δεν της έδινε λογαριασμό πού πηγαίνει. Ούτε εκείνη ρωτούσε. Φοβόταν την απάντηση.

Πώς είχαν γίνει έτσι; Ήταν η ρουτίνα που σκότωσε τον έρωτά τους; Ήταν η έλλειψη συνεννόησης; Πόσο έξω είχε πέσει; Όταν πρωτογνωρίστηκαν, είχε πιστέψει πως αυτός θα ήταν ο άντρας της ζωής της. Ευγενικός, δοτικός, συζητήσιμος, είχε όλα όσα ζητούσε σ’ έναν σύντροφο. Είχαν χτίσει μια υπέροχη ζωή, μέχρι πριν το παιδί. Μετά τη γέννα, η Αντιγόνη άλλαξε. Η κούραση την έκανε πιο απότομη. Άφησε τον εαυτό της, έκλαιγε συχνά, δε δεχόταν βοήθεια. Πνιγόταν μέσα σε πάνες, θηλασμούς, εμετούς κι ένα σώμα που δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει ως δικό της. Το μωρό ήταν πολύ δύσκολο στον ύπνο κι εκείνη δεν κοιμόταν καλά. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της ενέτειναν την εικόνα της παραίτησης που απέπνεε. Κανείς δεν της είχε πει τι την περίμενε μετά τη γέννα.

Μετά τις πρώτες αρνήσεις, ο Στράτος έπαψε να προσπαθεί να βοηθήσει. Του έλειπε η γυναίκα που ερωτεύτηκε κι έβλεπε πως είχε φύγει ανεπιστρεπτί. Δε χαιρόταν όταν τον αντίκριζε. «Πρέπει να πάρουμε πάνες» ή «Το παιδί χρειάζεται καινούρια πιπίλα» ήταν οι φράσεις που είχαν αντικαταστήσει το «Καλημέρα, αγάπη μου» και το «Σ’ αγαπώ». Αυτό το μικρό ανθρωπάκι τού είχε κλέψει την Αντιγόνη που ήξερε και δεν μπορούσε να βρει τον δικό του ρόλο μέσα σε όλο αυτό. Ένιωθε πως δε χωρούσε πουθενά κι ασφυκτιούσε. Έκανε υπομονή τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ύστερα ήρθε στη ζωή του η Ελένη. Ήταν διαθέσιμη κι όλη δική του.

Η Αντιγόνη πήρε τον Ιάσονα από τη θάλασσα σχεδόν με το ζόρι. Ο ήλιος είχε φτάσει ψηλά κι η ζέστη είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Κάθισαν στην ψάθα κι έβγαλε τα φαγητοδοχεία τους για να κολατσίσουν. Όσο το αγόρι έτρωγε, η Αντιγόνη κοίταξε τη θάλασσα. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και γέμισε τα πνευμόνια της αλμύρα. Πάντα την ηρεμούσε αυτή η μυρωδιά. Τη γέμιζε αισιοδοξία. Δεν ήταν εύκολη η ζωή του μονογονέα. Κάποιες φορές είχε πιάσει τον εαυτό της να σκέφτεται πως αν δεν ήταν ο Ιάσονας, ο Στράτος δε θα είχε φύγει. Ύστερα μάλωνε τον εαυτό της που τόλμησε να σκεφτεί κάτι τέτοιο κι έτρεχε ν’ αγκαλιάσει το παιδί της όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Δε θα τον άλλαζε με τίποτα στον κόσμο κι ας κουβαλούσε τόσες κι άλλες τόσες τσάντες για χάρη του.

«Αυτή η μπάλα είναι δική σας;» μια φωνή διέκοψε τη σκέψη της.

«Ναι δική μας είναι!»

«Την πήρε ο αέρας κι ήρθε στα δικά μας πράγματα.»

«Ευχαριστώ πολύ.»

«Παραθερίζετε εδώ;»

«Ναι, σήμερα ήρθαμε. Εσείς;»

«Κι εμείς. Ελένη. Χάρηκα» είπε η κοπέλα κι έτεινε το χέρι της για χειραψία.

Στο άκουσμα του ονόματος, η Αντιγόνη ένιωσε σαν να την τινάζει το ρεύμα. Συγκράτησε την ταραχή της κι έσφιξε το χέρι της κοπέλας εγκάρδια.

«Πόσων ετών είναι ο μικρός;»

«Πέντε.»

«Α όσο κι η κόρη μου!» αναφώνησε η Ελένη, ενώ το κοριτσάκι είχε ήδη πλησιάσει τον Ιάσονα κι εκείνος της έδειχνε την αγαπημένη του βαρκούλα.

«Για κοίτα! Τα βρήκαν κιόλας!» είπε χαμογελώντας η Ελένη.

«Δεν κάθεστε κοντά μας; Κι εμείς μόνοι μας είμαστε.» πρότεινε η Αντιγόνη.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν παρέα κι άρχισαν την κουβέντα. Μπήκαν στη θάλασσα κι οι τέσσερις μαζί, ύστερα βγήκαν κι έφαγαν ό,τι είχε φέρει η καθεμιά τους κι είδαν τον ήλιο να δύει χωρίς να καταλάβουν πώς πέρασε η ώρα. Ξαναβρέθηκαν και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη. Πέρασαν σχεδόν όλες τις διακοπές μαζί. Δυο μανάδες μόνες, με παρόμοιες ιστορίες, που χρειάζονταν δυο χέρια ακόμα για να σηκώνουν τις τσάντες κι ένα ζευγάρι μάτια να προσέχουν το παιδί μέχρι να φάνε, να πιούν, να πάνε τουαλέτα. Την τελευταία μέρα, λίγο πριν πουν αντίο, εκεί, την ώρα του ηλιοβασιλέματος, έδωσαν ραντεβού στην Αθήνα. Τα παιδιά τα πήγαιναν πολύ καλά κι οι παιδοψυχολόγοι είχαν πει και στις δυο ότι θα τους έκανε καλό να βρουν φίλους. Η Αντιγόνη κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο με τον Ιάσονα να την ακολουθεί. Πριν μπει στη θέση του οδηγού, κοίταξε γι’ άλλη μια φορά το ηλιοβασίλεμα. Δεν την πείραζε πια που θα ερχόταν η νύχτα. Αρκεί που ήξερε πως και την επόμενη μέρα θα ξημέρωνε ξανά.

Πίσω στην Αθήνα, ο Ιάσονας άρχισε πάλι τα δικά του. Πετούσε παιχνίδια με δύναμη στο πάτωμα, δεν ήθελε να φάει, να ντυθεί, να πλύνει τα δόντια του, να κάνει μπάνιο, καθυστερούσε με κάθε τρόπο όταν ήταν να πάει για ύπνο το βράδυ. Μια άρνηση προσωποποιημένη. Στην επόμενη συνάντηση με την παιδοψυχολόγο, η Αντιγόνη κατάλαβε πως το παιδί αρνιόταν οποιαδήποτε συνήθεια, επειδή αρνιόταν να συνηθίσει την απουσία του πατέρα του. «Η επιστροφή στη ρουτίνα μετά τις διακοπές μπορεί να γίνει μεγάλη πρόκληση για ένα παιδί, ειδικά όταν έρχεται ξανά αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που δεν έχει ακόμα αποδεχτεί» της είπε η κυρία Κατερίνα.

Η Αντιγόνη βρισκόταν μπροστά σ’ ένα σταυροδρόμι. Ή θα το αντιμετώπιζε όλο μόνη της ή θα έπαιρνε τηλέφωνο τον Στράτο να του αποδώσει τις ευθύνες του και ν’ απαιτήσει την παρουσία του κοντά στο παιδί. Ένιωθε πως περπατούσε πάνω σε τεντωμένο σχοινί κι αρκούσε το παραμικρό φύσημα της μοίρας για να χάσει την ισορροπία της.

Έπιασε το τηλέφωνο. Το στριφογύρισε στα χέρια της. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και πάτησε τον αριθμό του. Θα του έδινε την ευκαιρία. Για το καλό του Ιάσονα.

«Έλα Αντιγόνη, τι γίνεται; Πώς είναι το παιδί; Όλα καλά;»

«Για την ακρίβεια, όχι. Τίποτα δεν είναι καλά.»

Του εξήγησε τι συνέβαινε και την απόφαση που καλούταν να πάρει. Ή θα ερχόταν να μείνει κοντά στο παιδί του ή θα έβγαινε από τη ζωή του μια και καλή. Ο Ιάσονας δεν είχε ανάγκη από πατέρα επισκέπτη. Αναστατωνόταν όποτε ερχόταν, τον γέμιζε δώρα, τον πήγαινε βόλτες κι έπαιζε μαζί του σαν να ήταν ξανά οικογένεια κι ύστερα απείχε για μήνες. Το παιδί δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Θα έπρεπε να διαλέξει. Ή όλα ή τίποτα. Η Αντιγόνη έσφιξε τη γροθιά της.

«Καταλαβαίνω. Ξέρεις, ήθελα κι εγώ να σε πάρω τηλέφωνο… η Ελένη είναι έγκυος. Όπως καταλαβαίνεις...»

Η Αντιγόνη δεν άκουσε τίποτα άλλο. Του έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινε να κοιτάει το κενό. Όχι πως δεν το περίμενε. Το να το ακούει όμως από τα χείλη του ήταν μαχαιριά στην καρδιά. Ένα δάκρυ έπεσε πάνω στη οθόνη του κινητού. Κοίταξε τη στρογγυλή σταγόνα που έμοιαζε με μπάλα. Τη σκούπισε με το δάχτυλό της κι αυτή διαλύθηκε. Πήγε ξανά στο γραφείο της. Έπρεπε να τελειώσει τα γραφιστικά για δυο projects μέχρι αύριο. Άνοιξε το ένα αρχείο. Ο Ιάσονας έπαιζε ήσυχα στο δωμάτιο του. Πώς θα του το έλεγε; Έκλεισε πάλι το αρχείο και πήγε στο μπάνιο. Άφησε την πόρτα λίγο ανοιχτή ώστε να τον ακούσει αν κάτι την ήθελε. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Με το που τα μάτια της αντίκρισαν εκείνα του καθρέφτη, δάκρυα και νερό έγιναν ένα. Έκατσε στην άκρη της μπανιέρας, έχωσε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της κι έκλαψε με λυγμούς σιωπηλούς που τράνταζαν όλο το κορμί της.

«Μαμά» ακούστηκε μια φωνή από το δωμάτιο.

Σαν να την τίναξε ρεύμα, σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια της, φύσηξε τη μύτη της, κοιτάχτηκε βιαστικά στον καθρέφτη, έριξε λίγα μαλλιά μπροστά να καλύψουν κάπως τα κόκκινα μάτια της και βγήκε από το μπάνιο.

«Έλα αγάπη μου!» το παιδί την έψαχνε στο γραφείο της και μόλις την είδε έτρεξε κατά πάνω της να την αγκαλιάσει. Εκείνη γονάτισε για να έρθει στο ύψος του.

«Νόμιζα ότι έφυγες!» της είπε σφίγγοντάς τα χεράκια του γύρω από τον λαιμό της.

«Όχι σκιουράκι μου! Εδώ είμαι.» Του έπιασε το κεφαλάκι με τα χέρια της, το έφερε μπροστά στο δικό της και τον κοίταξε κατάματα. «Δεν πρόκειται να φύγω ποτέ! Για πάντα μαζί! Ναι σκιουράκι μου;»

Το παιδί κατένευσε δακρυσμένο. Έμειναν αγκαλιασμένοι στο πάτωμα για λίγα λεπτά που χωρούσαν μέσα τους χρόνια ολόκληρα.

Το απόγευμα είχαν κανονίσει να πάνε βόλτα με την Ελένη και την Αριάδνη στον Εθνικό Κήπο. Εδώ και δέκα μέρες που είχαν γυρίσει από τις διακοπές βρίσκονταν σχεδόν καθημερινά. Συναντήθηκαν στην παιδική χαρά, τακτοποιήθηκαν σ’ ένα παγκάκι κοντά στις κατασκευές με τα νερά, έδωσαν στα παιδιά τα κουβαδάκια τους κι οι δυο γυναίκες έκατσαν να πιούν λίγο καφέ και να τα πουν.

«Τι νέα; Μίλησες με την παιδοψυχολόγο;»

«Ναι…δε μου είπε κάτι που δεν υποψιαζόμουν. Το παιδί θέλει τον πατέρα του.»

«Και; Πήρες τον Στράτο;»

«Ναι… του έθεσα το δίλημμα ‘ή θα είσαι κοντά στο παιδί σου ή θα εξαφανιστείς’. Μάντεψε τι διάλεξε!»

«Να εξαφανιστεί;»

«Μπίνγκο!»

«Μάλιστα…»

«Εσείς;»

«Εμείς…ψάχνουμε σπίτι. Ο Νίκος θέλει να μείνει με τη νέα του σύντροφο και θέλει να φύγουμε. Θα πληρώνει εκείνος είπε το ενοίκιο όπου πάμε, αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εκεί.» είπε η Ελένη χαμογελώντας αμήχανα.

«Δε μιλάς σοβαρά! Διώχνει το παιδί του από το ίδιο του το σπίτι;»

«Αφού είναι δικό του.»

«Κι επειδή; Αν είναι δυνατόν! Συγγνώμη κιόλας, αλλά είναι απαράδεκτος!»

«Και λίγα λες.»

«Και τώρα δηλαδή ψάχνετε για σπίτι;»

«Ναι. Χτες κοίταζα αγγελίες μέχρι τα ξημερώματα. Τίποτα.»

Η Αντιγόνη στριφογύρισε την ιδέα στο μυαλό της. Ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά η διαίσθηση της ήταν θετική. Αν όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, μήπως θα πληγωνόταν πάλι ο Ιάσονας; Από την άλλη, θα ήταν μια καλή λύση για να καλύψει, έστω προσωρινά, τη φυγή του Στράτου. Ίσως άξιζε το ρίσκο.

«Τι θα έλεγες αν ερχόσασταν να μείνετε μαζί μας; Το σπίτι έχει τρία δωμάτια βέβαια, αλλά κάπως μπορούμε να βολευτούμε. Θα μοιραζόμαστε το ενοίκιο και τα έξοδα, τα παιδιά θα έχουν παρέα, θα έχουμε κι εμείς για βοήθεια η μία την άλλη… τι λες;»

Η Ελένη την κοίταξε έκπληκτη.

«Αν θέλετε, πάμε μετά από εκεί να το δείτε κιόλας!»

«Ναι…δηλαδή…ευχαριστούμε πάρα πολύ για την πρόταση, ειλικρινά το εκτιμώ, αλλά είσαι σίγουρη; Μη σας ξεβολεύουμε.»

«Αν κάποιος μας ξεβολεύει αυτοί είναι οι πρώην μας!» είπε η Αντιγόνη και γέλασαν με την καρδιά τους.

Το βραδάκι πήγαν από το σπίτι της Αντιγόνης. Παρήγγειλαν πίτσα κι έβαλαν στα παιδιά μια ταινία μέχρι να πουν εκείνες τα δικά τους. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο Ιάσονας δεν έφερνε καμία αντίρρηση όσο ήταν με την Δανάη. Η Αντιγόνη ξενάγησε την Ελένη και συζήτησαν για το πώς θα μπορούσαν να χωριστούν τα δωμάτια. Ύστερα ανακοίνωσαν στα παιδιά την απόφασή τους. Εκείνα ενθουσιάστηκαν κι έδωσαν αυθόρμητα τη συγκατάθεσή τους.

Ένα μήνα αργότερα, τριγύριζαν σ’ ένα πολυκατάστημα για ν’ αγοράσουν τα απαραίτητα για την ανακαίνιση. Πήραν τέσσερα πινέλα, ροδάκια και σκαφάκια κι άρχισαν να βάφουν όλοι μαζί τη ζωή τους στα χρώματα που οι ίδιοι είχαν επιλέξει.

Η Μαυρούλα και το μανταρίνι

13 Ιουλίου, 2025

Έχωσε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του. Εκείνο το τσουλούφι δεν έλεγε να στρώσει με τίποτα. Έβαλε πρόχειρα λίγο ζελέ και καθησυχάστηκε πως κανείς δε θα το πρόσεχε ούτως ή άλλως. Πήρε το αγαπημένο του μπλε μπουφάν του και κρέμασε το κράνος στο χέρι του. Βγήκε, κλείδωσε την πόρτα και καλημέρισε τα γατιά της αυλής. Η Μαυρούλα είχε πάλι κουλουριαστεί πάνω στην εξάτμιση. Γιατί προτιμούσε αυτό το άβολο σημείο, αντί για την ευρύχωρη σέλα, δεν το κατάλαβε ποτέ. Ίσως κάποια πλάσματα παραείναι καλόβολα, σκέφτηκε. Κούνησε το κεφάλι του και μάλωσε τον εαυτό του που ταυτιζόταν με μια γάτα. Έβαλε μπρος κι έφυγε.

Η μέρα στη δουλειά κυλούσε απελπιστικά αργά όταν δεν είχε πολλά να κάνει. Οι σχέσεις του με τους συναδέλφους ήταν από τυπικές έως ανύπαρκτες. Για τ’ αφεντικά της εταιρείας, ήταν απλώς ένας υπάλληλος που δε θυμούνταν ποτέ το όνομά του. Με λίγα λόγια, εκείνος και το ατίθασο τσουλούφι του θα πέρναγαν γι’ άλλη μια μέρα απαρατήρητοι. Τουλάχιστον είχε την ηρεμία του. Ή μήπως όχι; Ποια ήταν αυτή που φώναζε το όνομά του λίγο πριν το σχόλασμα; Αποκλείεται ν’ απευθυνόταν σ’ εκείνον. Αλλά και πάλι, δεν είχαν άλλον Σωτήρη στον όροφο. Και η φωνή όλο και πλησίαζε.

«Είσαι ο Σωτήρης, σωστά;» τον ρώτησε η κοπέλα.

Ο Σωτήρης έγνεψε μηχανικά, μην μπορώντας ακόμη να πιστέψει ότι κάποιος από το γραφείο του μιλούσε στ’ αλήθεια.

«Χάρηκα! Είμαι η Στέλλα!» αποκρίθηκε πρόσχαρα η κοπέλα τείνοντας το χέρι της. Άπλωσε το δικό του εντελώς αμήχανα κι άγγιξε επιφυλακτικά το ξένο δέρμα.

«Είμαι καινούρια στη δουλειά και θα ήθελα λίγη βοήθεια! Οι υπόλοιποι δε φαίνονται και τόσο πρόθυμοι…» είπε δείχνοντας γύρω με το βλέμμα της. Ο Σωτήρης βγήκε από τη σιωπή του και προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Ποτέ δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί όταν του ζητούσαν βοήθεια. Έστρωσε το τσουλούφι του, στερέωσε τα γυαλιά του και της χαμογέλασε. Ξαφνικά ένιωθε χρήσιμος. Ορατός.

Αφού της έλυσε κάποιες βασικές απορίες, η Στέλλα γύρισε κι έφυγε για το γραφείο της. Σε λίγο επέστρεψε κρατώντας κάτι στα χέρια της.

«Λυπάμαι που δεν έχω κάτι καλύτερο να σου προσφέρω ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Αλήθεια όμως είναι πολύ σημαντικό για μένα ότι με βοήθησες. Είχα πραγματικά απελπιστεί σήμερα. Έχω ανάγκη αυτήν τη δουλειά και η προοπτική να με απολύσουν με τρομάζει πιο πολύ κι από ταινία τρόμου!» αστειεύτηκε και του έδωσε το μανταρίνι που κρατούσε.

«Είναι από το χωριό μου!» πρόσθεσε συνεσταλμένα. Ο Σωτήρης την ευχαρίστησε λακωνικά και χαμογέλασε ξανά. Αφού την είδε ν’ απομακρύνεται, έβαλε το μανταρίνι στην τσέπη του, μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε για το σπίτι.

Μόλις κατέβηκε από τη μηχανή, η Μαυρούλα ήρθε να τριφτεί στα πόδια του.

«Θέλεις κι εσύ λίγη προσοχή, ε μικρή μου;» της είπε γλυκά και της χάιδεψε το κεφάλι. Έβγαλε το μανταρίνι από την τσέπη του και το κοίταξε. Το πέταξε ψηλά και το ξανάπιασε, σιγοσφυρίζοντας χαρούμενα.

«Γεια σου, Μαυρούλα!» αποχαιρέτησε το γατί. «Και δοκίμασε να κοιμηθείς καμιά μέρα στη σέλα» είπε και της έκλεισε το μάτι. «Δεν ξέρεις! Μπορεί και να σου αρέσει!»

Οι μέρες στο γραφείο κυλούσαν πιο ευχάριστα πλέον. Η Στέλλα έκανε καθημερινά επίσκεψη στο γραφείο του Σωτήρη κι εκείνος φρόντιζε να της λύνει όποια απορία προέκυπτε. Μετρούσε ήδη 5 χρόνια στον χώρο κι όσο να πεις, κάτι παραπάνω ήξερε από το κορίτσι που μόλις είχε βγάλει τη σχολή και πάλευε να κρατήσει την πρώτη του δουλειά. Του θύμιζε πολύ τον εαυτό του στα πρώτα του βήματα. Άβγαλτος και αδαής, νόμιζε πως όλοι θα έτρεχαν να τον βοηθήσουν μόλις τους το ζητούσε. «Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να σε ξεστραβώσει» του είχε πει ενοχλημένος ο πιο “ευγενικός” από τους συναδέλφους του. Τότε ήταν που έραψε τα χείλη του και βολεύτηκε πάνω στην εξάτμιση σαν τη Μαυρούλα. Η σέλα, βλέπεις, ήταν πιασμένη από πιο καπάτσους γάτους κι ο Σωτήρης δεν είχε όρεξη να έρθει σε σύγκρουση μαζί τους. Του άρεσε η δουλειά του, ο μισθός ήταν ικανοποιητικός, δεν έβλεπε λοιπόν τον λόγο ν’ αλλάξει τις συνθήκες. Όλα αυτά μέχρι που ήρθε η Στέλλα και τάραξε τα νερά. Για κάποιον περίεργο λόγο, η αδικία στο πρόσωπο της του φαινόταν μεγαλύτερη από αυτή που είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος. Μήπως δεν το παίρνουμε πατριωτικά, όταν πειράξουν κάποιον άνθρωπο για τον οποίο νοιαζόμαστε; Μα νοιαζόταν ο Σωτήρης για τη Στέλλα;

Τα βράδια, όταν έβαζε να δει καμία ταινία στην τηλεόραση μαζί με όλα τα συνοδευτικά σνακ και αναψυκτικά, έπιανε τον εαυτό του να κοίτα αφηρημένος την οθόνη, ενώ η σκέψη του έτρεχε σ’ εκείνη. Τα κόκκινα μαλλιά της, τα προσεκτικά πιασμένα σε αλογοουρά για να μην την ενοχλούν καθώς δουλεύει. Τα κάστανα της μάτια με τις μελένιες πινελιές. Το κατάλευκο δέρμα του λαιμού της. Για εκείνη θα μπορούσε να τα βάλει με όλο το γραφείο, υπερηφανευόταν. Τι ανόητη η παντοδυναμία που σου δίνει ο έρωτας! Ύστερα σκεφτόταν πως δε θα μπορούσε να της ομολογήσει τα συναισθήματά του, αν δεν ήταν σίγουρος πως κι εκείνη ένιωθε κάτι. Φτιάχνοντας κάθε πιθανό σενάριο στο μυαλό του, αποκοιμόταν στον καναπέ με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Το πρωί πεταγόταν από τον ήχο του ξυπνητηριού κι έτρεχε να ετοιμαστεί για τη δουλειά με μια πρωτοφανή όρεξη.

Εκείνο το πρωί, ξύπνησε λίγο πιο αισιόδοξος. Είχε δει στον ύπνο του πως η Στέλλα του είχε πει το ναι. Αν δεν είχε ξυπνήσει, λίγο ακόμα ήθελε και θα την είχε φιλήσει, έστω και στ’ όνειρό του! Κατέβηκε τα σκαλιά δυο – δυο, μα όταν έφτασε στην πυλωτή, σταμάτησε απότομα. Ήταν δυνατόν; Η Μαυρούλα καθόταν πάνω στη σέλα! Κι όχι κουλουριασμένη όπως βολευόταν πάνω στην εξάτμιση, αλλά ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά με τα πόδια τεντωμένα. Τι καλός οιωνός!

«Αν τριτώσουν τα σημάδια, θα της μιλήσω σήμερα κιόλας. Σ’το υπόσχομαι!» είπε στο γατί, καθώς το ξεβόλευε για να του πάρει τη θέση.

Έφτασε στην εταιρία με την ψυχή στο στόμα. Η αισιοδοξία του είχε αλλάξει ακόμα και τον τρόπο που περπατούσε. Δεν έστρωνε πια μηχανικά το τσουλούφι του, κρατούσε την πλάτη του ίσια και βάδιζε με σιγουριά τόση, που για πρώτη φορά τράβηξε τα βλέμματα των συναδέλφων του, καθώς περνούσε ανάμεσα τους.

«Τι έπαθε το τσουλούφι;» ψιθύρισαν μεταξύ τους. «Ξέρω ‘γω; Θα πέρασε καλά το βράδυ!» έλεγαν, έκλειναν το μάτι και χασκογέλαγαν κι ούτε που τους ένοιαζε στ’ αλήθεια η δραματική αλλαγή του Σωτήρη, αφού ούτε δουλειά θα τους γλίτωνε, ούτε το μισθό θα τους αύξανε.

Ο Σωτήρης, ευτυχής που αγνοούσε τα σαρκαστικά τους σχόλια, κατευθύνθηκε προς το γραφείο της Στέλλας. Μόνο που δεν ήταν μόνη. Ένας κατάμαυρος γάτος κοιμόταν σ’ ένα κόκκινο κλουβάκι πάνω στο γραφείο της. Να το, το τρίτο σημάδι!

Σκυμμένη πίσω από τον υπολογιστή, η κοπέλα δεν τον πήρε χαμπάρι. Πριν προλάβει να καθαρίσει τον λαιμό του για να της πει καλημέρα, ένας ψηλός, μελαχρινός, κομψά ντυμένος άντρας τον προσπέρασε, έσκυψε από πάνω της και τη φίλησε στον λαιμό. Του Σωτήρη του κόπηκαν τα πόδια. Μα πόσο ηλίθιος ήταν! Πώς πίστεψε πως μια τέτοια κοπέλα δε θα είχε σχέση; Όμως γιατί δεν το είχε αναφέρει τόσον καιρό; Μα και γιατί να το πει; Δεν ήταν υποχρεωμένη να μοιράζεται μαζί του την προσωπική της ζωή. Στο κάτω κάτω συνάδελφοι ήταν απλά. Ούτε καν φίλοι. Ξινό του βγήκε το μανταρίνι.

Με την καρδιά διαλυμένη στα χέρια, γύρισε να φύγει και τότε σκόνταψε πάνω της. Τα κεφάλια τους τσούγκρισαν σαν πασχαλινά αβγά, αλλά ευτυχώς πρόλαβαν να κρατηθούν πριν πέσουν.

«Σωτήρη;»

«Στέλλα;»

Γύρισε σαστισμένος και κοίταξε την κοπέλα που καθόταν στον υπολογιστή. Ξανακοίταξε τη Στέλλα. Επανέλαβε την κίνηση δυο τρεις φορές σαν να παρακολουθούσε αγώνα τένις.

«Μα..»

«Μας μπέρδεψες κι εσύ ε; Με τη Μαίρη είμαστε δίδυμες!»

Ο Σωτήρης δεν ήξερε αν ήθελε να σωριαστεί σε μια καρέκλα από το σοκ ή να χοροπηδήσει από τη χαρά του, αφού αυτό σήμαινε ότι ο μελαχρινός δεν είχε φιλήσει τη Στέλλα.

«Ήρθαν μαζί με το αγόρι της να με πάρουν. Ξέρεις, έληξε η σύμβαση μου και δυστυχώς δε μου την ανανέωσαν. Δεν έχουν ανάγκη, λέει, πια από επιπλέον προσωπικό».

Πέρασαν κιόλας 6 μήνες; Θα ορκιζόταν πως ήταν χτες που την πρωτάκουσε να φωνάζει το όνομά του μέσα στην πηχτή ησυχία του γραφείου. Η Στέλλα προσπάθησε και πάλι να σπάσει τη σιωπή που τους είχε φέρει σε αμηχανία.

«Να σε συστήσω κιόλας. Σωτήρη, από εδώ η Μαίρη κι ο Φίλιππος». Το ζευγάρι έτεινε με τη σειρά το χέρι για χειραψία.

«Κι αυτός είναι ο Black» πρόσθεσε η Στέλλα δείχνοντας το κλουβί.

«Χάρηκα» απάντησε ο Σωτήρης χαιρετώντας τον γάτο που τέντωσε τα μπροστινά πατούσια και του γύρισε επιδεικτικά την πλάτη για να βολευτεί καλύτερα. Η παρέα γέλασε με το γατί και η ατμόσφαιρα άρχισε να ελαφραίνει.

«Έχω κι εγώ μια γάτα στην πυλωτή και κοίταξε σύμπτωση! Τη λέω Μαυρούλα!»

«Ωραίο ζευγάρι θα έκαναν αυτοί οι δυο» είπε τονίζοντας λίγο παραπάνω την κάθε λέξη η Μαίρη.

«Λέμε να πάμε για καφέ και μετά για φαγητό. Θέλεις να έρθεις να μας βρεις όταν σχολάσεις;» πρότεινε ο Φίλιππος.

Άδικα τον είχε παρεξηγήσει. Τώρα που δεν απειλούσε τις ελπίδες του για μια σχέση με τη Στέλλα, φαινόταν πολύ καλό παιδί. Ίσως και να έκαναν παρέα οι δυο τους. Ο Σωτήρης δέχτηκε με χαρά, τους αποχαιρέτησε και πήγε να δουλέψει γεμάτος ανυπομονησία για το μεσημέρι. Του ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί. Όλα περνούσαν σαν ταινία από το μυαλό του˙ διάλογοι, βλέμματα, κινήσεις, σκέψεις. Ύστερα σκέφτηκε τη Μαυρούλα. Καιρός ήταν πια να βρει κι αυτή ένα σπίτι.

Ο Σωτήρης έσωσε το αρχείο κι έκλεισε το λάπτοπ του. Έστρωσε το τσουλούφι που είχε πια γκριζάρει για τα καλά. Βλέποντας από την κουζίνα την γνώριμη αυτή κίνηση, η Στέλλα τον πλησίασε και του χάιδεψε τον ώμο.

«Πάλι γράφεις;»

Πήρε το χέρι της και το φίλησε.

«Αφού σου είπα, θέλω να γράψω την ιστορία μας».

«Με τη Μαυρούλα;»

Ο Σωτήρης ανοιγόκλεισε τα μάτια συγκατανεύοντας.

«Ποιος να μας το έλεγε τότε, ότι 40 χρόνια μετά θα είμαστε παντρεμένοι, με παιδιά, εγγόνια και γατιά! Μου λείπουν, όμως… Και η Μαυρούλα και ο Black…»

«Κι εμένα αγάπη μου! Κι εμένα!»

Πιασμένοι χέρι – χέρι βγήκαν στην αυλή και κάθισαν ν’ απολαύσουν τον απογευματινό καφέ τους στη σκιά της μανταρινιάς.

1 2 3 4