Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Η ησυχία πυκνή στο χωριό σαν φθινοπωρινή ομίχλη. Ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα μπροστά στην αυλή ενός σπιτιού και διακόπτει την ησυχία. Ο άντρας σβήνει τη μηχανή, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει παραπατώντας. Για κακή του τύχη, έφτασε σώος. Το ψιλοχάλικο του δρόμου τρίζει κάτω από τα παπούτσια του και ματαιώνει τις προσπάθειές του να περάσει απαρατήρητος. Ένα φως ανάβει μέσα στο σπίτι. Η μάνα του τον είχε πάρει χαμπάρι. Ή τον περίμενε. Ή και τα δύο.
Μπαίνει στο σπίτι, έτοιμος για κήρυγμα, ξεχνώντας να καθαρίσει τα ίχνη από πάνω του. Τα ουρλιαχτά της μάνας του αντηχούν μέσα στη νύχτα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη της εισόδου. Το λευκό του πουκάμισο είναι ποτισμένο με αίμα. Στο πρόσωπό του, διάσπαρτες κόκκινες σταγόνες. Η μητέρα του τον πλησιάζει τρομαγμένη.
«Είσαι χτυπημένος;»
Δε νιώθει πουθενά πόνο. Νεύει αρνητικά. Καθώς προσπαθεί να αναπαράγει τα γεγονότα στο μυαλό του, τον λούζει κρύος ιδρώτας. Σωριάζεται στην πολυθρόνα.
«Φτιάξε μου έναν καφέ, σε παρακαλώ».
Το κεφάλι του πάει να σπάσει. Το τελευταίο που θυμάται καθαρά είναι να βάζουν στοίχημα με τον Πάνο ποιος θα πιει τα περισσότερα σφηνάκια. Ύστερα, κενό. Μόνο σκόρπιες εικόνες. Ένα μπουκάλι να σπάει. Σκιές του επιτίθενται. Αίμα. Θυμάται κάποιον να του φωνάζει «Φύγε». Και του είχε πει η μάνα του να κόψουν τα ανόητα παιχνίδια με το ποτό… Πώς να της πει τώρα ότι είχε δίκιο;
Η κυρα-Λένη φέρνει τον καφέ. Από την ανάγκη του να βγάλει άκρη, ο Πέτρος τον πίνει μονορούφι, σαν φάρμακο. Η καφεΐνη ξυπνά τα εγκεφαλικά του κύτταρα κι η σκέψη αρχίζει να συνεργάζεται.
«Τι συνέβη, παιδί μου; Μοιάζεις σαν να πάλευες με φαντάσματα!»
Έχει χλομιάσει. Το αίμα από το πρόσωπό του μοιάζει να έχει στραγγίσει όλο στο πουκάμισο. Κοιτά πάλι τον τεράστιο κόκκινο λεκέ και ξαφνικά, όλα βγάζουν νόημα. Ο Πάνος είναι νεκρός…
Μετά τα σφηνάκια, ο Γιώργος τους προκάλεσε να πάνε στο νεκροταφείο. Ήξερε τον φόβο του Πέτρου για τα μεταφυσικά και βρήκε ευκαιρία να τον τσιγκλήσει. Δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Ο Γιώργος είχε μπει στην παρέα τον τελευταίο χρόνο χάρη στον Πάνο. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπον ν’ αστειεύεται με τις αδυναμίες των άλλων, ενώ έκρυβε επιμελώς τις δικές του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνθρωπο κι ο Πέτρος το είχε διαισθανθεί.
Ο έτερος της παρέας, ο Αχιλλέας, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην επιπόλαια νυχτερινή τους περιπέτεια. Την επόμενη μέρα ταξίδευε για Αθήνα και δεν ήθελε να ξενυχτήσει. Έμειναν οι τρεις τους. Ο Γιώργος ήταν ο πιο νηφάλιος.
Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε ψυχή. Ή μάλλον δεν υπήρχε άνθρωπος. Για τις ψυχές δεν έπαιρνε κανείς όρκο ότι δεν τριγύριζαν ανάμεσα στα μνήματα. Κάτι που ο Γιώργος εκμεταλλεύτηκε κι άρχισε να αφηγείται τρομακτικές ιστορίες για τους «ενοίκους» του νεκροταφείου. Η μέθη μεγέθυνε τα λόγια του Γιώργου στο κεφάλι του Πέτρου που είχε τρομοκρατηθεί. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι ένα μπουκάλι μπύρας κι έκανε κάθε τόσο πως πίνει για να κρύβει τον φόβο του.
Κάθισαν σ’ ένα τοιχάκι. Ο Πάνος είχε αρχίσει ήδη να ζαλίζεται και μετά τις ανατριχιαστικές αφηγήσεις του Γιώργου, έσκυψε πίσω κι έκανε εμετό. Ο τρόμος του Πέτρου είχε φτάσει στο ζενίθ. Είχε αρχίσει ν’ ακούει παράξενους θορύβους.
«Τι ήταν αυτό;» πετάχτηκε και παραλίγο να πέσει από το τοιχάκι.
«Ο προπάππους μου που ήρθε για παρέα!» τον κορόιδεψε ο Γιώργος γελώντας δυνατά. «Έλα, ρε, μη φοβάσαι! Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο!»
Ο Πέτρος άρχισε να εκνευρίζεται. Από τη μία με την αδυναμία του να συγκεντρώσει τη μεθυσμένη σκέψη του κι από την άλλη με τον φίλο του που το ‘χε παρακάνει.
«Σταμάτα, γιατί αλλιώς…»
«Γιατί αλλιώς τι θα κάνεις, ρε; Στουπί είσαι!»
«Δεν είμαι…» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος και σήκωσε το μπουκάλι απειλητικά προς το μέρος του.
«Θα με κάνεις ντα, Πετράκη;»
«Έλα, ρε Γιώργο!» επενέβη ο Πάνος που είχε βρει λίγο το χρώμα του.
«Όχι, για να μάθει να μου κάνει τον καμπόσο! Δε φτάνει που το παίζει γόης και μας τρώει τα κορίτσια, θα μας δείρει κιόλας;»
«Τι δουλειά έχεις εσύ με την Αλίκη;» απόρησε ο Πέτρος που θεώρησε ότι μιλούσε για την κοπέλα του.
«Ε όχι και τι δουλειά έχω με το Αλικάκι! Αν δεν ήσουν εσύ…»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο Πέτρος του όρμησε με το μπουκάλι. Ο Γιώργος τον απέφυγε και το χέρι του Πέτρου προσγειώθηκε στο τοιχάκι. Το μπουκάλι έσπασε. Ο Πέτρος γύρισε και μέσα στη θολούρα του, ξαναδοκίμασε να τον πετύχει.
«Μη, Πέτρο!»
Ο Πάνος μπήκε ανάμεσά τους. Το σπασμένο γυαλί γλίστρησε και του έκοψε απότομα τον λαιμό. Με το αίμα ν’ αναβλύζει από την πληγή, έπεσε στην αγκαλιά του Πέτρου, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Το λευκό πουκάμισο γέμισε αίμα. Ο Γιώργος κοιτούσε σαστισμένος.
«Φύγε!» του φώναξε.
Ο Πέτρος υπάκουσε ασυναίσθητα. Ακούμπησε το άψυχο πια σώμα του Πάνου στον τοίχο κι έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο. Μια σκοτεινή ελπίδα άναψε μέσα στο θολωμένο του μυαλό, πως θα τσακιζόταν σε κάνα βράχο πριν προλάβει να φτάσει σπίτι. Αυτό του άξιζε.
«Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;» τον ρώτησε η μάνα του με αγωνία.
«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο…»
«Τι λες, παιδάκι μου; Είσαι καλά;»
«Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο. Ο εγωισμός του ανθρώπου κάνει!»
Έπεσε στα γόνατα, έγειρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Σώπα, παιδάκι μου. Να σου φέρω ένα καθαρό πουκάμισο να φορέσεις. Να καθαριστείς, να πλυθείς. Όλα καλά θα πάνε!» προσπάθησε να τον παρηγορήσει.
Μέσα στην ντουλάπα, ένα πουκάμισο αλέκιαστο και μαύρο σαν τις σκιές, τις τύψεις και τον φόβο του, περίμενε σιωπηλά να τον τιμωρήσει.



