Tag

5 λέξεις

Γλυκόξινο και πρόζα

25 Ιανουαρίου, 2026

Στεκόταν στην ουρά στα Dairy Queen και περίμενε υπομονετικά να παραγγείλει το περίφημο παγωτό με πράσινο τσάι και κόκκινα φασόλια. Είχε βάλει στοίχημα πως αυτό το ταξίδι δε θα ήταν απλά ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσε, αλλά και μια ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του, ακόμα και τα γευστικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Σιχαινόταν τα φασόλια κι από ροφήματα, έπινε αποκλειστικά και μόνο καφέ κι αυτόν σκέτο. Εδώ όμως όλα ήταν αλλιώς. Τόσα μίλια μακριά από την πατρίδα, σ’ έναν τόπο τόσο διαφορετικό από την Αθήνα, όλα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε να υποδυθεί έναν άλλον εαυτό. Να εξερευνήσει όσα είχε μέσα του. Κανείς δε θα τον παρεξηγούσε, κανείς δε θα τον έκρινε, γιατί κανείς δεν τον γνώριζε. Κι αυτή η αίσθηση ανυπαρξίας που του έδινε η ανωνυμία ήταν σχεδόν ηδονική. Σαν την πρώτη ανάσα του νεογέννητου. Tabula rasa κι ο δρόμος μπροστά αδιάβατος. 

Οι άνθρωποι γύρω του βούιζαν σαν πολυάσχολες μέλισσες. Ένιωθε παράταιρος ανάμεσά τους. Ξένος. Μα μήπως δεν ήταν; Θυμήθηκε τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου εξομολογούνταν στους κολλητούς του πως δεν ταίριαζε σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξωγήινος ήταν. Ναι, εξωγήινος. Εκείνοι τον πείραζαν, λέγοντάς του να παρκάρει καλύτερα το διαστημόπλοιό άλλη φορά, μη φάει καμιά αστρονομική κλίση. Ο Ηλίας… τι να κάνει άραγε; Του έχει λείψει το χιούμορ του. Εξαφανίστηκε κι αυτός, όπως όλοι οι φίλοι που παρασύρονται από το ποτάμι που λέγεται ζωή. Ο Διονύσης…το golden boy! Ποιος το περίμενε πως ο οπαδός του Μαρξ και του Λένιν, ο απόστολος του κομμουνισμού, που μοίραζε με πάθος τα φυλλάδια με το σφυροδρέπανο στη σχολή, θα κατέληγε χρηματιστής! Πώς αλλάζει τον άνθρωπο το χρήμα! Μπαίνει σαν το σαράκι στο μυαλό του, τρώει σιγά σιγά νοοτροπίες και πεποιθήσεις κι ύστερα χτίζει τον θρόνο του, εγκαθίσταται κι άντε να το εκθρονίσεις! 

Άλλαξαν οι φίλοι του. Ίσως είχε έρθει κι η δική του ώρα. Ο Γιώργος πήρε το παγωτό στο χέρι, πλήρωσε και στάθηκε πιο πέρα, διστάζοντας να δοκιμάσει. Πρώτα το μύρισε. Δεν τον αηδίαζε η μυρωδιά του. Θετικό αυτό. Έκοψε μια μικρή κουταλιά. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν έκανε τόσο δρόμο για να δειλιάσει μπροστά σε ένα παγωτό! Έβαλε το κουτάλι στο στόμα. Πιπίλισε την πράσινη κρέμα κι άφησε τη γλώσσα του να εξερευνήσει τη γεύση. Δεν ήταν άσχημη! Ξεκίνησε να περπατάει τρώγοντας το παγωτό, σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα. 

Οι ταμπέλες με τα ιδεογράμματα δεξιά κι αριστερά τον έκαναν να νιώθει αναλφάβητος. Εκείνος, ο φιλόλογος, ο σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία, ήταν σαν τον επιστήμονα που διαπιστώνει πόσο απέχει η θεωρία από την πειραματική απόδειξη και κατεβαίνει από το βάθρο της μεγαλομανίας του.  Πόσο του άρεσε αυτή η αίσθηση μικρότητας! Έμοιαζε με τους μαθητές τους. Άλλο ένα ξεβόλεμα που ήθελε να δοκιμάσει. Κάθε λίγο έβγαζε το λεξικό του από την τσέπη και προσπαθούσε να μάθει να συλλαβίζει το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «θα ήθελα μια μερίδα spring rolls». 

Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο Πεκίνο και να μη δοκιμάσει spring rolls! Αυτή θα ήταν μια ευχαρίστηση που θα επέτρεπε στους γευστικούς του κάλυκες. Τα ζυμαρένια ρολάκια με τα λαχανικά, βουτηγμένα στη γλυκόξινη σάλτσα, ήταν η αδυναμία του. Καλό και το σουβλάκι, καλή κι η πίτσα και το μπέργκερ, αλλά τα spring rolls… άλλο πράμα! Το ίδιο και η όπερα. Στην Αθήνα, πάντα επισκεπτόταν το Μέγαρο Μουσικής, όταν ανέβαινε κάποια γνωστή οπερέτα. Αγαπούσε την πρόζα. Ο συνδυασμός χιούμορ και μουσικής ερέθιζε το μυαλό του και τον ψυχαγωγούσε. Στο ξενοδοχείο, του είχαν επαινέσει δεόντως την Όπερα του Πεκίνο. Γνώριζε πως η κινεζική όπερα διαφέρει κατά πολύ από την ευρωπαϊκή. Το τραγούδι και η απαγγελία συνδυάζεται με  χορό και ακροβατικά και το έντονο μακιγιάζ, σε συνδυασμό με τα συμβολικά κοστούμια των καλλιτεχνών, αποπνέουν μια αίσθηση υπερβολής. Θα πήγαινε το απόγευμα το δίχως άλλο. 

Μπήκε στην αίθουσα του θεάτρου με την κόκκινη είσοδο και κάθισε στη θέση του, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Προτίμησε την υπηρεσία των υποτίτλων για να μπορεί ν’ ακούει αυτούσιες τις φωνές των ερμηνευτών. Το πρωτότυπο μεταδίδει πάντα πιο καθαρά το συναίσθημα. Κι εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να νιώσει. 

Η παράσταση ξεκίνησε. Ο Γιώργος παρακολουθούσε μαγεμένος. Τις λεπτές κινήσεις, τις ανεπαίσθητες εκφράσεις. Πρώτη φορά τις παρατηρούσε. Επιβράδυνε τη σκέψη του για να τις δει, να τις αντιληφθεί, να τις συναισθανθεί. Η πλοκή εκτυλισσόταν με προβλέψιμο τρόπο, όμως για τον Γιώργο ήταν συγκλονιστική. Η υπερβολή τον παρέσυρε. Τον έπιασε από τους ώμους και τον πέταξε σε μια θύελλα συναισθημάτων που μαινόταν αδάμαστη μέσα του. Κι ύστερα ήρθε η κορύφωση, με την ένταση της μουσικής να φτάνει στο ζενίθ. Οι κινήσεις έγιναν πιο ζωηρές, πιο έντονες κι οι ερμηνευτές ακροβατούσαν μεταξύ τέχνης και θανάτου. Γιατί τι είναι η ζωή χωρίς τέχνη; Παύση. Συγκίνηση. Τέλος. Χειροκρότημα. 

Γύρισε στο ξενοδοχείο γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα. Η θύελλα ξέσπασε σε δάκρυα που δε σταματούσαν. Πρώτη φορά τα ζούσε όλα αυτά. Πρώτη φορά ζούσε. Τη λύπη, την ευδαιμονία, τον θυμό, την προδοσία, την απόγνωση, τη λύτρωση. Απαλλαγμένος από τις άμυνες που τον απέτρεπαν τόσα χρόνια να νιώσει τις δικές του πίκρες και χαρές. Τις άμυνες που τον είχαν κλείσει σε μια τζαμαρία άθραυστη και πίσω της παρακολουθούσε τη ζωή του να κυλά δίχως εκείνον κι εκείνη, τη μόνη του αγάπη, να χάνεται, χωρίς προειδοποίηση. Τώρα την καταλάβαινε. Τα παράπονά της, τον αγώνα της να κρατήσει τη σχέση τους ζωντανή, τη φυγή της. Έτσι ξαφνικά έφυγε κι εκείνος γι’ αυτό το ταξίδι. Λίγο από αντίδραση και πολύ από τον πόνο που δεν άντεχε ν’ αντιμετωπίσει. Μα εδώ, τώρα, καθισμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο του Πεκίνο, χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή του κι εκείνην, όλα έβγαζαν νόημα. Θέλει απόσταση το δάκρυ για να κυλήσει. Να κρυώσει η απώλεια.

Ο Αόρατος βοηθός

28 Δεκεμβρίου, 2025

Κάποτε, κοντά στον Άγιο Βασίλη, ζούσε ένα μικρό ξωτικό. Έμοιαζε τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν ψηλό και δεν είχε τα κλασικά ξωτικίσια μυτερά αυτιά. Δεν του άρεσαν οι σκανταλιές ούτε τα ζαχαρωτά ή τα γλειφιτζούρια. Ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό. Τους βοηθούσε όλους, χωρίς καν να του το ζητήσουν κι έλυνε όποιο πρόβλημα χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Διακριτικά, παρατηρούσε τα πάντα, ενώ εκείνο περνούσε απαρατήρητο.

Τα υπόλοιπα ξωτικά το σέβονταν και το άφηναν στην ησυχία του. Ο "Αόρατος", όπως τον αποκαλούσαν, μόλις τέλειωνε τη δουλειά στο εργαστήρι του Αγίου Βασίλη, γυρνούσε μόνος στην καλύβα του. Για ν’ αποφορτιστεί από τη φασαρία και τις φωνακλάδικες συζητήσεις των συναδέλφων του, έβαζε μια κούπα ζεστό τσάι, καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κοιτούσε τη φωτιά κι ονειροπολούσε. Φανταζόταν ταξίδια σε άλλες χώρες, εκδρομές, ορειβασίες. Στην καρδιά του, κρυβόταν ένας μικρός ταξιδιώτης που ήθελε να γυρίσει όλον τον κόσμο. Μα το μόνο που έκανε τόσα χρόνια για να τιμήσει το κρυφό του όνειρο, ήταν να στολίζει το έλατό του με μινιατούρες από διάσημα αξιοθέατα, που κατασκεύαζε κρυφά στο εργαστήρι.

Ο Άγιος Βασίλης τον αγαπούσε τον Αόρατο, όπως όλα τα ξωτικά. Ήταν καλός μάστορας, ευγενικός κι εργατικός. Χωρίς εκείνον το εργαστήρι, δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ήταν το αόρατο νήμα που τους κρατούσε όλους δεμένους. Στενοχωριόταν όμως που τον έβλεπε συνεχώς μελαγχολικό. Κατανοούσε την ανάγκη του για μοναχικότητα κι ήξερε ότι τα απλά δώρα που έκανε συνήθως στα ξωτικά του για να τους μοιράσει χαρά, δεν έφταναν να ικανοποιήσουν το ανήσυχο πνεύμα του Αόρατου. Έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο, κάτι… πραγματικά μαγικό για να ευχαριστήσει τον μικρό του ξεχωριστό βοηθό.

Το βράδυ των Χριστουγέννων, λίγο πριν ο Αόρατος φύγει από το εργαστήρι, ο Άγιος Βασίλης τον σταμάτησε και του έδωσε ένα μικρό κουτί.

«Καλά Χριστούγεννα, Αόρατε! Εκτιμώ όλα όσα κάνεις για το εργαστήρι και τα άλλα ξωτικά, μα είναι πια καιρός να βοηθήσεις και τον εαυτό σου μια φορά!»

Ο Αόρατος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ήξερε πως ο αγαπημένος του Άγιος ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε τυχαία. Για πρώτη φορά, έφυγε για το σπίτι σχεδόν τρέχοντας και ανυπομονώντας να μείνει μόνος με το δώρο του. Έκατσε στην πολυθρόνα του και ακούμπησε το κουτί στο τραπεζάκι με προσοχή. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τι μπορούσε να είναι; Να ήξερε ο Άγιος για το κρυφό του όνειρο και να του χάρισε ένα εισιτήριο αεροπλάνου για κάποια μακρινή χώρα; Μπα! Παραήταν ονειροπόλος! Με μια γρήγορη κίνηση, έσκισε το περιτύλιγμα και άνοιξε το κουτί. Μέσα, υπήρχε μόνο ένα γκι. Ο Αόρατος παραξενεύτηκε. Ύστερα όμως θυμήθηκε τα λόγια του Άγιου Βασίλη. Άνοιξε την κάρτα που βρισκόταν στον πάτο του κουτιού και διάβασε, πιστεύοντας πως εκεί θα έβρισκε την εξήγηση που αναζητούσε.

Κάτω από το βλέμμα του γκι, άνοιξε την πόρτα και ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου!

Καλά Χριστούγεννα!

Άγιος Βασίλης

Ο Αόρατος έξυσε το κεφάλι του. Τι εννοούσε το μήνυμα; Στο κεφάλι του σηκώθηκε ένας ανεμοστρόβιλος σκέψεων. Έστυψε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τον γρίφο. Ξαφνικά, του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Κάτω από το βλέμμα του γκι… έλεγε η κάρτα. Λες; Έτρεξε στην εξώπορτα και κρέμασε το γκι. Έπιασε το χερούλι σφιχτά, έκλεισε τα μάτια και στάθηκε πίσω της. Την άνοιξε αργά, έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε έξω. Μπροστά του, μέσα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, βρισκόταν ο Πύργος του Άιφελ! Μα πώς ήταν δυνατόν; Εντελώς μηχανικά, έκλεισε την πόρτα. Έπρεπε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν της φαντασίας του. Την ξανάνοιξε. Ένα αεράκι φύσηξε προς τα μέσα και τα ρούχα του γέμισαν σκόνη. Μα… αυτό δεν ήταν σκόνη! Τίναξε τα μανίκια του. Μα τι στο… Άμμος! Ήταν άμμος ερήμου και απέναντί του έβλεπε ολοκάθαρα τις πυραμίδες της Αιγύπτου! Ήταν απίστευτο! Ο Αόρατος έκλεισε την πόρτα άλλη μια φορά και κοίταξε το γκι. Θυμήθηκε ξανά την κάρτα …ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου. Πριν ανοίξει για τρίτη φορά, ευχήθηκε να δει το Σινικό Τείχος. Με την καρδιά του γεμάτη ενθουσιασμό, γύρισε ξανά το πόμολο και το αγαπημένο του αξιοθέατο ήταν όντως εκεί! Αρκούσε μόνο ν’ απλώσει το πόδι του για να βρεθεί να περπατά πάνω του. Ο Αόρατος έκανε ένα βήμα, αργά μα αποφασιστικά. Ήταν το μεγαλύτερο βήμα που είχε κάνει ποτέ στη ζωή του!

Την επόμενη μέρα πήγε στον Άγιο Βασίλη με μάτια γεμάτα λάμψη. Τα λευκά μουστάκια του Αγίου χαμογέλασαν καλοσυνάτα.

«Σ’ ευχαριστώ» του είπε ντροπαλά το ξωτικό.

«Αγαπημένε μου Αόρατε, το πνεύμα που τρέφεται μόνο με όνειρα, δεν τα μοιράζεται, από φόβο μην τα χάσει. Κράτα το μικρό σου πολύτιμο γκι και χάρισε στην καρδιά σου εμπειρίες. Γέμισέ τη με εικόνες και αρώματα και θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτος να τα μοιραστείς μαζί μας».

Συγκινημένος που επιτέλους κάποιος τον καταλάβαινε, ο Αόρατος επέστρεψε στο εργαστήρι. Τα υπόλοιπα ξωτικά ήταν απορροφημένα από τη δουλειά. Στο διάλειμμα, περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία κι είτε έτρωγαν κάποιο σνακ είτε έπιναν ένα ρόφημα, ενώ μιλούσαν μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων. Ο Αόρατος στάθηκε μπροστά σε μια καρέκλα. Έσφιξε τις γροθιές του κι ανέβηκε πάνω της.

«Αγαπημένοι μου φίλοι, χθες έκανα ένα ταξίδι και… ήταν πολύ ωραία και… ήθελα να σας πω γι’ αυτό».

Όλοι τον κοίταξαν με απορία. Ο Αόρατος είχε γίνει ορατός! Και μάλιστα με τη θέλησή του! Μοιραζόταν, χαμογελούσε, απαντούσε σε ερωτήσεις. Όσο μιλούσε, τόσο διαπίστωνε μέσα στην καρδιά του, πως η χαρά των ονείρων που πραγματοποιούνται είναι μια μαγεία που αξίζει να μοιραστείς με όσους αγαπάς.

Τα βιβλία γράφουν στον Άγιο Βασίλη

21 Δεκεμβρίου, 2025


Από το ταβάνι του βιβλιοπωλείου, κρέμονται όλα δεμένα στη σειρά, σαν μια μεγάλη γιορτινή γιρλάντα. Τα στόλισαν επειδή μιλούν για τα Χριστούγεννα και ταιριάζουν στις γιορτινές αυτές μέρες. Κάθε τέτοια εποχή, οι άνθρωποι τα θυμούνται και τα βγάζουν από τα ράφια για να πάρουν, λες, λίγο αέρα. Ο δικός τους βιβλιοπώλης επέλεξε έξι από τα πιο γνωστά˙ ο «Καρυοθραύστης», η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων», «Το Πολικό Εξπρές» και «Η Βασίλισσα του Χιονιού» κρατιούνται σελίδα σελίδα και βλέπουν όλο τo μαγαζί από ψηλά. Είναι λίγο άβολα έτσι όπως κρέμονται στον αέρα, αλλά η θέα τους ανταμείβει. Δε χάνουν κανέναν βιβλιόφιλο από αυτούς που μπαίνουν να αγοράσουν τα δώρα των Χριστουγέννων. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο έλατο με τις μπάλες και τα γλειφιτζούρια είναι ακριβώς απέναντί τους, δίπλα στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

«Αχ, και τι δε θα έδινα να δοκίμαζα ένα μελομακάρονο!» ψιθύρισε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Εγώ λαχταρώ έναν κουραμπιέ! Κοίτα! Μοιάζει με μικρή χιονόμπαλα!» είπε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Απαπαπα σιχαίνομαι το χιόνι!» διαμαρτυρήθηκε το Κοριτσάκι.

«Μωρέ, ας με ξεκρέμαγαν από δω πάνω και δε θα τους έμενε ψίχουλο» είπε ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων και προσπάθησε να τρίψει πονηρά τις σελίδες του.

«Αν μπορούσα να ταξιδέψω μέχρι κει κάτω, θα έφερνα για όλους!» είπε καλοσυνάτα το Πολικό Εξπρές.

«Να κηρύξουμε πόλεμο και να πάρουμε όλα τα βιβλία με το μέρος μας! Κοίτα πόσα έχει κοντά στο τραπέζι! Αυτά σίγουρα φτάνουν να πιάσουν τα γλυκά!» πρότεινε ο Καρυοθραύστης.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» παρέμενε σιωπηλή.

«Έι, δε μιλάς;» τη σκούντησε ο Καρυοθραύστης που κρεμόταν δίπλα της.

«Αν ένα πράγμα με έχουν διδάξει οι σελίδες μου, είναι πως όταν τα θέλεις όλα δικά σου, δεν κερδίζεις τίποτα. Το μοίρασμα, αγαπητοί μου, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία!»

«Τι θες να πεις;» απόρησε το Κοριτσάκι.

«Ποιος είναι αυτός που μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα;»

«Εννοείς τον Άγιο Βασίλη;» απάντησε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Ακριβώς! Μόνο ένα πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει την τόσο παράδοξη ευχή μας!»

«Και τι θα του πούμε δηλαδή; “Κυρ Βασίλη μου, μου πιάνεις σε παρακαλώ τους κουραμπιέδες γιατί δε φτάνω;” Πφφ…» έκανε κοροϊδευτικά ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων.

«Μην είσαι ανόητος, Γκριντς!» τον μάλωσε ο Καρυοθραύστης.

«Μπορούμε να του γράψουμε γράμμα και να ζητήσουμε να μας κάνει ανθρώπους για μια νύχτα! Όπως συνέβη σε σένα, Καρυοθραύστη!» πρότεινε ενθουσιασμένο το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Και θα το παραδώσω εγώ!» προσφέρθηκε το Πολικό Εξπρές.

«Και δε μου λέτε, εσείς, πανέξυπνοι; Πώς θα το γράψουμε κρεμασμένοι εδώ πάνω;» συνέχισε να τους προκαλεί ο Γκριντς.

«Θα το γράψουμε πάνω σε χιόνι!» είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα του Xιονιού.

«Είσαι απλά ένα βιβλίο, θυμάσαι;» την κορόιδεψε ο Γκρίντς.

«Τη νύχτα των Χριστουγέννων όλα μπορούν να συμβούν!» επιβεβαίωσε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Τα βιβλία σταμάτησαν να μιλούν και περίμεναν το βράδυ των Χριστουγέννων. Το βιβλιοπωλείο ήταν κλειστό από το πρωί. Άνθρωποι περνούσαν, κοιτούσαν τη βιτρίνα και θαύμαζαν τα έξι βιβλία που φαίνονταν μεγαλοπρεπή μέσα στον υπόλοιπο στολισμό. Μόλις βράδιασε, έβαλαν μπρος το σχέδιό τους.

«Ό,τι είναι να κάνετε πρέπει να γίνει γρήγορα! Σε λίγο θ’ ανάψουν τα φώτα!» τους προειδοποίησε ο Κατεργάρης.

Η Βασίλισσα του Χιονιού συγκεντρώθηκε στην ιστορία της και προσπάθησε να δημιουργήσει μια κόλλα χαρτί από χιόνι. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Ούτε μια μικρή χιονονιφάδα δε σχηματίστηκε.

«Πρέπει να πιστέψεις!» της υπενθύμισε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Η Βασίλισσα έβαλε τα δυνατά της. Ξαφνικά, μια, δυο, τρεις, άπειρες χιονονιφάδες πετάχτηκαν μέσα από τις σελίδες της και σχημάτισαν ένα γράμμα.

«Είστε έτοιμοι;» τους φώναξε.

Όλοι κοίταξαν το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκείνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι άρχισε να εύχεται δυνατά.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη…»

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της και σαν να ήταν φτιαγμένες από μελάνι, έβαφαν τις χιονονιφάδες και γράφονταν πάνω στο γράμμα.

Όταν τελείωσε, το Πολικό Εξπρές ανέλαβε δράση. Με την ατμομηχανή του στο φουλ, φύσηξε για να στείλει το γράμμα στο δέντρο. Μα εκείνο… έλιωσε με μιας! Απογοητεύτηκαν.

«Έχω μια ιδέα!» φώναξε ο Καρυοθραύστης.

«Γρήγορα! Ανάβουν τα φώτα!» προειδοποίησε ξανά ο Γκριντς.

Επανέλαβαν ακριβώς το ίδιο, μόνο που αυτή τη φορά, η Βασίλισσα του Xιονιού πάγωνε ελαφρά τον αέρα που φυσούσε το Πολικό Εξπρές. Το γράμμα ταξίδεψε στον αέρα και πήγε και στάθηκε μπροστά από το αστέρι στην κορυφή του δέντρου.

«Τα καταφέραμε!!!!» φώναξε το Κοριτσάκι.

«Συνέχισε να βγάζεις παγωνιά» συμβούλεψε ο Καρυοθραύστης στη Βασίλισσα. «Δε θέλουμε να λιώσει πριν το δει ο Άγιος Βασίλης!»

Σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο έμοιαζε με ψυγείο.

«Ελπίζω να έρθει γρήγορα, δεν αντέχω άλλο κρύο!» παραπονέθηκε το Κοριτσάκι.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ένιωσαν να πέφτουν από το ταβάνι. Ο Γκριντς πετάχτηκε όρθιος. Ήταν πράσινος και αποκρουστικός. Άρχισε να χοροπηδάει από δω κι από κει από τη χαρά του! Η Βασίλισσα προσγειώθηκε ομαλά σαν πάνω σε σύννεφο. Ο Καρυοθραύστης έπιασε τον Σκρουτζ λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί στο πάτωμα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση σαν αληθινός πρίγκιπας. Τότε ακούστηκε μια δυνατή κόρνα. Το πολικό εξπρές, μαζί με τον οδηγό του, τριγύριζε γύρω τους μοιράζοντας τα πολυπόθητα γλυκά. Οι ήρωες έφαγαν, χόρεψαν, διασκέδασαν κι ευχαρίστησαν τον Άγιο Βασίλη, πριν χαθούν ξανά στις σελίδες των βιβλίων τους.

Δυο μέρες μετά, ο βιβλιοπώλης μπήκε ανυποψίαστος στο βιβλιοπωλείο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα βιβλία βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Μονάχα μια μικρή, τόση δα χιονονιφάδα είχε απομείνει στην κορυφή του δέντρου, για να αποδεικνύει πως οι ευχές της καρδιάς πραγματοποιούνται με τον πιο ανέλπιστο τρόπο!

Μια ευχή στο Αστέρι

19 Δεκεμβρίου, 2025


Η Αριάδνη ήταν μόλις επτά ετών όταν έχασε τη μητέρα της. Πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από ανακοπή. Συγγενείς, δάσκαλοι και γείτονες, για να παρηγορήσουν την παγωνιά που απλώθηκε στην καρδούλα της, της είπαν πως η αγαπημένη της μαμά δε χάθηκε, πως έγινε άγγελος στον ουρανό κι από εκεί ψηλά, μαζί με το Αστέρι των Χριστουγέννων, θα την προσέχει για πάντα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Αριάδνη έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, κάνοντας μόνο μια ευχή˙ να της δώσει πίσω τη μαμά της. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, η μαμά όμως δε γύρισε. Η Αριάδνη θύμωσε με τον Άγιο Βασίλη. Έπαψε να πιστεύει κι ορκίστηκε πως δε θα ξαναγιορτάσει ποτέ τα Χριστούγεννα, όσο κι αν την παρακαλούσαν.

Πέρασε μια δύσκολη χρονιά. Έμενε πια με τη θεία Όλγα, την αδερφή της μητέρας της, και τα δυο της ξαδέρφια, με τα οποία –ευτυχώς– τα πήγαινε καλά. Της έλειπε όμως η μαμά της. Στο σχολείο, απομακρύνθηκε από τις φίλες της κι ήταν συνεχώς αφηρημένη στο μάθημα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και τα ματάκια της έψαχναν τον ουρανό, μήπως σαν από θαύμα έβλεπε τη μαμά της να κατεβαίνει ξανά από εκεί που την είχε πάρει ο Άγιος Βασίλης. Πώς μπορούσε ο αγαπημένος της Άγιος να της το έχει κάνει αυτό; Μήπως έφταιγε εκείνη; Μήπως την τιμώρησε επειδή δεν ήταν καλό παιδί; Οι ενοχές φούντωναν και γίνονταν κεριά που έκαιγαν την ψυχούλα της που πονούσε.

Τα επόμενα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα παιδιά έγραφαν πυρετωδώς γράμματα στον Άγιο Βασίλη και ζητούσαν ένα σωρό παιχνίδια. Τα έριχναν σε ταχυδρομικά κουτιά για να πάνε στη Λαπωνία, τα έβαζαν κάτω από το δέντρο για να τα διαβάσει –τηλεπαθητικά λες– ο Άγιος και γενικότερα, έγραφαν κι έγραφαν για να σιγουρέψουν ότι θα εισακουστούν όλες οι επιθυμίες τους. Μέχρι κι η δασκάλα, την τελευταία μέρα του σχολείου, τους κέρασε νόστιμα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά και τους έβαλε εργασία με θέμα «Το δώρο του Άι Βασίλη». Η Αριάδνη όμως αρνήθηκε να την κάνει. Η δασκάλα δεν επέμεινε. Της πρότεινε μόνο να γράψει ό,τι εκείνη επιθυμούσε, για το καλό των ημερών. Στο τέλος του μαθήματος, μέσα στην άδεια πια αίθουσα, η δασκάλα, με δάκρια στα μάτια και χέρια να τρέμουν, διάβασε την κόλλα της Αριάδνης.

Αγαπημένο μου Αστέρι,

Όλοι λένε πως είσαι με τη μαμά μου, αλλά δε σε έχω δει ποτέ στον ουρανό. Σε παρακαλώ! Δε θέλω τίποτα άλλο. Μόνο να σε δω μια φορά! Έτσι θα ξέρω πως η μαμά μου ακόμα με βλέπει και με προσέχει. Κι εγώ θα είμαι καλό παιδί. Το καλύτερο παιδί θα γίνω. Σου το υπόσχομαι. Δε θα ξαναπώ ποτέ ψέματα ότι δεν έφαγα εγώ τις καραμέλες από το κουτί στο σαλόνι, ούτε θα ξαναρνηθώ να πλύνω τα δόντια μου και να κάνω μπάνιο. Και θα βοηθάω τη θεία με τις δουλειές. Θα μαζεύω το δωμάτιο μου και δε θα κάνω αταξίες. Καμία αταξία. Να! Φιλάω σταυρό! Αλήθεια αγαπημένο μου αστέρι!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Θέλω μόνο να δω τη μαμά μου!!!

Με αγάπη,

Αριάδνη

Το βράδυ της παραμονής, η Αριάδνη το πέρασε στο δωμάτιό της, κοιτώντας τον ουρανό. Τίποτα δε φαινόταν. Τα ματάκια της έγερναν από τη νύστα, όμως ήταν αποφασισμένη να μείνει ξύπνια για να μη χάσει το αστέρι της. Ήταν τόσο σημαντικό να το δει!

Ξαφνικά, βρέθηκε στο σαλόνι. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στολισμένο με μεγαλοπρέπεια. Στην κορυφή του, βρισκόταν ένα αστέρι. Ή μήπως ήταν άγγελος; Θυμόταν καλά ότι η θεία Όλγα είχε βάλει αστέρι στην κορυφή. Ναι, το θυμόταν. Έτριψε τα ματάκια της για να δει καλύτερα. Το αστέρι άρχισε να λάμπει όλο και πιο πολύ και μέσα στη λάμψη του φαινόταν καθαρά ένας άγγελος. Γούρλωσε τα ματάκια της με έκπληξη. Ναι! Ήταν σίγουρη! Ο άγγελός της ήταν εκεί και την κοιτούσε. Και…και…ήταν ίδιος η μαμά της! Ναι! Ήταν η μαμά της και τη χαιρετούσε! Ήταν τόσο όμορφη!

Η Αριάδνη κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άγγελος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Το είδε να στριφογυρίζει στον αέρα αφήνοντας πίσω του μια ουρά από φως και χρυσόσκονη. Έφτασε ως εκείνη, την άγγιξε στο μάγουλο κι ύστερα άρχισε να γυρίζει γύρω της και να τη τυλίγει με μια φωτεινή κουβέρτα. Ένιωθε τόσο όμορφα! Έκλεισε τα ματάκια της και για λίγο –μόνο για λίγο– αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά της μαμάς της. Τι ωραία που ήταν!

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι της. Ο άγγελος είχε χαθεί. Όχι! Δεν μπορεί να το ονειρεύτηκε! Ήταν τόσο αληθινό! Μα… τι της είχε πει ο άγγελος;

«Κάθε Χριστούγεννα να κοιτάς το αστέρι στο δέντρο. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω! Κάθε Χριστούγεννα, θα είμαι εκεί να κάνω τις ευχές σου πραγματικότητα!»