Tag

πόλεμος

Το σμαραγδί φόρεμα

7 Μαρτίου, 2026

Κρατούσε ακόμα την κούκλα της σφιχτά. Η άγνωστη γυναίκα την είχε πιάσει από το μπράτσο κι έτρεχε σαν τρελή. Η μικρή Ροξάνα προσπαθούσε να την ακολουθήσει, αποφεύγοντας τις πέτρες που της έκοβαν τον δρόμο. Τα πόδια της πονούσαν κι οι γρατζουνιές στα χέρια της την έτσουζαν. Τούφες από τα μαύρα της μαλλιά έμπαιναν στα μάτια της και την εμπόδιζαν να δει. Δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει. Πριν λίγο, βρισκόταν στην αγορά με τη μητέρα της και κοιτούσαν πατρόν για το φόρεμα που θα φορούσε στα γενέθλιά της την επόμενη εβδομάδα. Ήταν τόσο χαρούμενη! Είχε διαλέξει ένα ύφασμα σε χρώμα σμαραγδί και καθώς η πωλήτρια το ακουμπούσε στον ώμο της για να δείξει πόσο της πήγαινε, εκείνη χαμογελούσε.

«Δε μου πηγαίνει τέλεια, μαμά;»

Η Παρίσα γέλασε με την αθώα κοριτσίστικη αυταρέσκεια κι έκανε να πάρει το ύφασμα από πάνω της, όταν ο κόσμος γέμισε καπνό, χώμα και συντρίμμια. Τι συνέβη; Πού πήγαιναν τώρα;

«Η μαμά μου» φώναξε, αλλά η γυναίκα φάνηκε να μην ακούει μέσα στον πανικό της. Ύστερα, η Ροξάνα θυμήθηκε. Δεν είχε καταλάβει γιατί η μαμά της έπεσε πάνω της και την έριξε στο έδαφος, όταν ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός θόρυβος. Πράγματα έσπαγαν τριγύρω κι η γη κουνιόταν από κάτω τους, σαν να επαναστατούσε γι’ αυτό που γινόταν. Μόλις σταμάτησε λίγο ο χαμός, ξέφυγε από την αγκαλιά της και την κοίταξε. Αίμα κυλούσε στο πρόσωπό της και τα ρούχα της ήταν καλυμμένα από σκόνη και πέτρες. Τα μάτια της; Οι μαύρες κόρες κι οι ίριδες από κεχριμπάρι, ακίνητοι καθρέφτες της απορίας της. Δεν πρόλαβε να της μιλήσει, να την κουνήσει, να τη ρωτήσει αν ήταν καλά. «Μαμά;» Η γυναίκα την άρπαξε. «Έλα. Πρέπει να τρέξουμε».

Επιτέλους έφτασαν. Η γυναίκα την είχε πάει στο νοσοκομείο. «Χρειαζόμαστε περίθαλψη! Η μικρή είναι χτυπημένη! Σας παρακαλώ!» Γιατροί και νοσοκόμες έτρεχαν πανικόβλητοι ν’ αναλάβουν περιστατικά που μόλις είχαν φτάσει. Άνθρωποι με κομμένα πόδια, λειψά χέρια, τραύματα στο κεφάλι και την κοιλιά. Η Ροξάνα κοιτούσε σαστισμένη. Η γυναίκα έπιασε το κεφαλάκι της μέσα στα δυο της χέρια και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.

«Άκουσέ με, μικρή μου. Έγινε μια επίθεση. Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν. Εμείς όμως είμαστε ακόμα ζωντανές. Κι όσο είμαστε ζωντανές, θα κάνω ότι περνά απ’ το χέρι μου για να είσαι καλά. Μ’ ακούς;»

Η μικρή ένευσε.

«Η μαμά μου;»

«Η μαμά σου… δυστυχώς δεν τα κατάφερε».

Η Ροξάνα έσκυψε το κεφάλι κι έσφιξε δυνατά την κούκλα της. Το φθαρμένο πανί ρουφούσε τα δάκρυα του κοριτσιού, όπως η οικειότητα τον πόνο.

Τις οδήγησαν σ’ έναν θάλαμο και μια γιατρός ανέλαβε να τις εξετάσει.

«Είσαι τυχερή, μικρή μου! Σε πήραν τα σκάγια, αλλά τη γλίτωσες με λίγες εκδορές. Ο φύλακας άγγελος σε προστάτεψε. Δόξα τον Αλλάχ!».

Η Ροξάνα δε μίλησε. Δεν είπε πως ο φύλακας άγγελός της λεγόταν «μαμά». Η Νασρίν το ήξερε. Το είχε δει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια της, όταν η Παρίσα έγινε ασπίδα για να γλιτώσει το κοριτσάκι της. Η Νασρίν ορκίστηκε με πλήρη αυτογνωσία πως, αν ζούσε, δε θα άφηνε τη θυσία αυτής της μάνας να πάει χαμένη. Θα το πρόσεχε εκείνη από εδώ και πέρα, σαν δικό της παιδί. Στη μνήμη της κόρης της, που έθαψε πριν λίγες μέρες, ανάμεσα σε 175 τάφους στη Μινάμπ. Όταν τη βρήκαν, η Λαλέχ φορούσε ένα σμαραγδί φόρεμα, με μπαλώματα στις τσέπες και τον γιακά.