Tag

φόβος

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Κρυμμένο όνειρο

18 Αυγούστου, 2021

Έχω ένα όνειρο κρυμμένο. Μόλις ο κίνδυνος περάσει, σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον ουρανό. Κάπου εκεί το έχω φυλάξει. Ανάμεσα στ' αστέρια. Η καρδιά μου είναι τόσο γεμάτη από φόβο που αδυνατεί να το θρέψει. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να το έχω κοντά μου. Μπορεί να το καταλάβουν. Το ένστικτο μού λέει ότι είναι προτιμότερο να επιβιώσω. Η καρδιά μου κλαίει με δάκρυα που δε στάζουν στα μάτια που δε μου κάλυψαν. Δε θα προδοθώ.

Ακούω τη βροχή και φαντάζομαι πως είναι οι πέτρες που ρίχνουν για να με σκεπάσουν. Τρέμω. Βλέπω το σώμα μου να κείτεται νεκρό και ματωμένο στα πόδια τους. Άλλο ένα αντικείμενο άχρηστο που πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αυτό είμαι. Πώς μπορεί ένα σκουπίδι να έχει όνειρα; Δεν αρμόζει.
Κι όμως έχω ένα όνειρο. Δεν απαιτεί πολλά. Λίγες σταγόνες χρώμα στον τοίχο. Δυο πλήκτρα και τέσσερις νότες. Λίγο φως στο δέρμα.

Τι ήταν αυτό; Τρέχω, τρομαγμένη πάλι, να κρυφτώ. Παρασύρθηκα. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου. Νιώθω την κάννη του όπλου τους ν' αγγίζει τον κρόταφό μου. Παρακαλώ να πεθάνω πριν μ' αγγίξουν. Πριν η βαριά, ανυποχώρητη ανάσα τους σκίσει το κορμί μου. Όλα σκοτεινιάζουν. Μέσα στο μαύρο μένω γονατισμένη, πληγωμένη, αδύναμη.

Δεν αξίζω να έχω όνειρα. Σπόροι είναι που φυτρώνουν σε γόνιμο έδαφος. Εγώ είμαι ένας σωρός αποκαΐδια. Τι έχει μείνει για να σώσω;

Το λυπάμαι τ' όνειρό μου. Δε θέλω να καταντήσει σαν κι εμένα. Είναι το μόνο που μπόρεσα να κρατήσω αγνό. Ας το φυλάξουν καλύτερα τ' αστέρια. Πονάω.

Έρχονται πάλι.
Αντίο όνειρό μου.
Αντίο.

Απολογισμός 2020: Για μιαν ανάσα

31 Δεκεμβρίου, 2020

Μια πολυτάραχη χρονιά έφτασε στο τέλος της. Δεν είναι ότι οι προηγούμενες μας έφερναν πάντα ό, τι ποθούσαμε, ούτε ότι τα βάσανα έλειπαν. Ο φετινός απολογισμός διαφέρει στο ότι, σ' έναν κόσμο ατομικισμού, η ταλαιπωρία έγινε συλλογική. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σφύζει από μοναξιά, δεν είμαστε μόνοι, γιατί δεν είμαστε οι μόνοι που ζουν το παράδοξο "δώρο" του 2020. Ένας πλανήτης συντονίστηκε σε έναν κοινό πόλεμο. Οι παρατάξεις αρκετές. Οι γνώμες πολυπληθείς. Η γνώση ηττημένη. 

Αν υπήρξε έναν νικητής φέτος, αυτός ήταν ο διχασμός. Εκείνος εγκατέστησε την αμφιβολία στο μυαλό μας σαν κακόβουλο λογισμικό. Τίποτα πια δε μοιάζει ίδιο, όπως και κανείς μας δε θα είναι ίδιος μετά το 2020. Μια χρονιά ορόσημο για όσα είχαμε δεδομένα. Την αγάπη, την ελευθερία, την υγεία, τους δικούς μας ανθρώπους, την ασφάλεια. Τίποτα δε μοιάζει ασφαλές πια. Δεν είναι ο ιός που έφερε την ανασφάλεια, μα ο τρόπος που ξεκινήσαμε να κοιτάμε τον συνάνθρωπο. Οι δικοί μας έγιναν πιο δικοί μας, γιατί η απουσία τους μας ανάγκασε να εκτιμήσουμε την παρουσία τους στη ζωή μας. Οι ξένοι, όμως, έγιναν πιο ξένοι. Εκείνοι φταίνε για όλα. Που δεν προσέχουν, που δεν υπακούν, που επαναπαύονται.

Γίναμε κριτές των άλλων, περιορίζοντας την αυτοκριτική μας στο κελί που μετατράπηκε το σπίτι μας. Χωρίς να νοιαστούμε για το πόνο του καθενός. Ποιός θα κατηγορήσει έναν παππού που φοβάται πως αυτή θα είναι η τελευταία του χρονιά και γι' αυτό αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος όσο του μένει; Ποιός θα καταλάβει τους γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να γίνονται αγρίμια στα κλουβιά και να παλεύουν με τα σχοινιά μιας μάσκας που τους στερεί το πρώτο δώρο που τους χάρισε η ζωή με μιαν ανάσα; Ποιός γνωρίζει για τη γυναίκα που περπατά στο δρόμο χωρίς "να έχει τον νου της" αν ο εχθρός της ζωής της δεν κρύβεται στο ίδιο της το σπίτι που εσύ την παροτρύνεις να επιστρέψει γρήγορα κι ας καταλήξει άλλο ένα βράδυ να αγκαλιάζει τον βασανιστή της; 

"Άκρα" θα μου πεις. "Η τηλεόραση δε λέει τίποτα γι' αυτά, άρα δεν υπάρχουν" επιχειρηματολογείς, χρίζοντάς την τον σύγχρονο Ντεκάρτ που επιβάλλει τη ρήση του "το μετέδωσα, άρα υπάρχει". Ποιός μπορεί, όμως, αλήθεια να γνωρίζει τι ψυχικούς ιούς κουβαλά ο καθένας μας και πώς αυτοί μεταλλάσσονται ραγδαία υπό την πίεση των γεγονότων και της τρομολαγνείας; 

Έχουμε πόλεμο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τι είδους πόλεμος είναι θα το δείξει μονάχα η ιστορία. Είμαστε πολύ μικροί για να το κρίνουμε κι οι πραγματικοί μαχητές παραμένουν, όπως πάντα, αφανείς. 

Ακόμα κι αν αυτή η πρωτοχρονιά γιορταστεί διαφορετικά, δεν παύει να αποτελεί μια ευκαιρία να διδαχτούμε, να μηδενίσουμε και να αρχίσουμε ξανά. Είτε η δοκιμασία που περνάμε τελειώσει σύντομα, είτε όχι, ας φυλάξουμε μια αγκαλιά για τον συνάνθρωπο. Ας μην ξεχάσουμε πώς ήταν η ζωή πριν τη μάσκα. Ας μην επιτρέψουμε στη συνείδηση μας να διαμορφωθεί ψυχρά και τυπικά. Ας μη συνηθίσουμε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Κι όπως μετά από κάθε καταιγίδα, ένα ουράνιο τόξο περιμένει ταπεινά να υπενθυμίσει την ελπίδα. Πως δε χάθηκε ο άνθρωπος. Πως συνεχίζει να αγαπά, να ονειρεύεται και να υπάρχει. 

Κι αν η αγκαλιά έγινε δηλητήριο και το χαμόγελο ταμπού επειδή εκφράζονται με το σώμα που κινδυνεύει να νοσήσει, το "σ'αγαπώ" και το "σε νοιάζομαι" επιτρέπεται ακόμα να μεταδίδονται από ψυχή σε ψυχή. Ας μείνουμε άνθρωποι, με την ευχή ν' αγκαλιαστούμε ξανά ελεύθεροι και υγιείς και να χαμογελάσουμε με την καρδιά μας σαν παιδιά. Για τα παιδιά. Για τις ζωές που σώθηκαν. Για την ομορφιά της ζωής. Για μιαν ανάσα. 

Αν… Μια πύλη προς μια παράλληλη ζωή

Αν…
Δυο γράμματα.
Μία πύλη προς μία άλλη ζωή.
Καλύτερη ή χειρότερη;
Σίγουρα διαφορετική.

Δυο γράμματα σαράκι της καρδιάς και φωτιά της λογικής.
Στοιχειώνουν το παρελθόν, υποθηκεύουν το μέλλον και απενεργοποιούν το παρόν.
Καταβροχθίζουν όνειρα και οργιάζουν με μια φαντασία διεστραμμένη από πόθο και φόβο.
Γίνονται σενάρια σε ένα έργο παράλληλο, οικείο μα και τόσο ξένο, άπιαστο και μακρινό.

Η αρχή της μάστιγας του άγχους.
Ό, τι δε ζεις σε αγχώνει.
Είτε για να το ζήσεις, είτε για να το αποφύγεις.
Σφυροκοπάς τα κάγκελα του κλουβιού σου
κι είτε ακούς φάλτσα, είτε μελωδίες, η φυλακή παραμένει μέσα σου.

Σταμάτα!
Αυτό που τόσο μειλίχια σου υπόσχονται αυτά τα δυο γράμματα δεν υπάρχει.
Εκείνο που σε τρομοκρατεί στην πιθανότητα του να συμβεί, δεν υπάρχει ούτε αυτό.
Η μόνη αλήθεια είναι πως αυτή τη στιγμή αναλώνεσαι σε κάτι ανυπόστατο.
Χαραμίζεις αυτή τη μοναδική στιγμή ζωής που δε θα ξανάρθει σε ουτοπίες και φαντάσματα.

Μόνο ένα "αν" αξίζει.
Εκείνο που σου ψιθυρίζει πως αν θες να ζήσεις, μην αργείς.
Μην αφήνεις να σου μικραίνουν τη ζωή δυο γράμματα.

Κρίση πανικού

6 Μαΐου, 2020

Εκείνη η μέρα είχε ξημερώσει ευοίωνη όπως όλες οι άλλες. Δεν ήξερες – δεν μπορούσες να ξέρεις – τι σου επιφύλασσε το απόγευμα. Ίσως να είχες μια περίεργη διαίσθηση πως κάτι κακό θα συμβεί, αλλά προσπαθούσες, σχεδόν βίαια, να την αποτραβήξεις από τη σκέψη σου.

«Ιδέα μου είναι» επαναλάμβανες κάθε τόσο.

«Σύνελθε» μουρμούριζες σχεδόν φωναχτά στον εαυτό σου.

Όλα κύλησαν ομαλά, ώσπου δέχτηκες εκείνο το καταραμένο τηλεφώνημα. Η φωνή από την άλλη πλευρά του ακουστικού θλιμμένη, σχεδόν τρεμάμενη, σου ανακοίνωσε τα νέα.

Άρνηση, η πρώτη σου αντίδραση. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια!» ήταν η φράση που έπαιζε επαναλαμβανόμενα σαν από κολλημένη βελόνα σε γραμμόφωνο μέσα στο μυαλό σου. Ήταν τόσο δυνατό το αποτύπωμά της που το ούρλιαξες, μα η φωνή σου, σβησμένη, δε σε υπάκουσε. Όταν πήρες την επιβεβαίωση ότι ισχύει, ένιωσες το αίμα να αδειάζει από πάνω σου σαν καταρράκτης που σπάει το φράγμα που τον κρατούσε. Σωριάστηκες στην καρέκλα και με το ένα χέρι κολλημένο στο ακουστικό που επέμενε να σε ρωτά αν είσαι καλά, κοίταξες το ελεύθερο χέρι σου που είχε αρχίσει να τρέμει.

Έκλεισες το ακουστικό χωρίς να πεις λέξη κι άρχισες να βαριανασαίνεις. Δεν ήσουν σίγουρη αν θα λιποθυμούσες, αν θα έκανες εμετό ή αν θα πέθαινες την ίδια στιγμή. Οι σκέψεις μετατράπηκαν σε αιχμηρές σφαίρες και άρχισαν να τρυπούν το μυαλό σου, αφήνοντας στο πέρασμα τους σκιές της νέας πραγματικότητας που θα διαμορφωνόταν μετά το τηλεφώνημα. Όσο πύκνωναν οι πυροβολισμοί των σκέψεων, τόσο η καρδιά σου επιτάχυνε το ρυθμό της. Βρισκόσουν στην αρχή της πτώσης σου από την κορυφή του βουνού. Κατρακυλούσες και παρέσερνες μαζί συναισθήματα που σκορπούσαν, αφήνοντας ένα κενό στην καρδιά σου που πονούσε στο στήθος σου. Ένιωθες τόσο ευάλωτη, τόσο αδύναμη, σαν να ήταν η ύπαρξή σου ένας πύργος από τραπουλόχαρτα που ένα απλό φύσημα, δυο-τρεις λέξεις, τον είχαν διαλύσει. Τα δάκρυα δεν έλεγαν να κυλήσουν για να λυτρωθείς. Η δύσπνοια σού έσφιγγε το στήθος κι η αναπνοή σου ήταν τόσο ακανόνιστη, που νόμιζες πως η ψυχή σου πάλευε να ελευθερωθεί από τα δεσμά της και να φύγει μια για πάντα από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο φόβος! Ναι…ο φόβος ήταν πια αφέντης σου. Είχε μετατραπεί σε τρόμο και μαζί με τα χέρια σου τάραζε κι εσένα σύγκορμη. Αυτός τα καθόριζε όλα, σαν δαίμονας που σε είχε καταβάλλει, αφήνοντάς σε άβουλη κι ανίκανη ν’ αντιδράσεις. Πάντα έτρεμες στην ιδέα ότι μπορεί να το ξαναπάθαινες, μετά από εκείνη την πρώτη, αλησμόνητη και βασανιστική φορά. Και να που η πρωινή διαίσθησή σου βγήκε αληθινή. Ο τρόμος, αυτός ο απρόσκλητος, απεχθής επισκέπτης είχε επιστρέψει. Η κρίση πανικού βρισκόταν πια στο αποκορύφωμά της και τίποτα δε φαινόταν να μπορεί να τη σταματήσει.

Μηχανικά, μέσα στην θολωμένη συνειδητότητά σου και με μάτια θαμπά, κατάφερες να θυμηθείς πως κάπου εκεί κοντά πρέπει να είχες ακόμα κάτι χάπια. Έκανες να σηκωθείς. Ξαφνικά, ένιωσες ένα χέρι να πιάνει την αύρα σου και να την απομακρύνει από το σώμα σου. Η ταχυκαρδία σταμάτησε, μαζί με τη δύσπνοια και το τρέμουλο. Ένιωθες ανάλαφρη, σαν σε όνειρο και προσωρινά απαλλαγμένη.

Σε λίγο δε βρισκόσουν πια στο δωμάτιό σου. Πετούσες! Ναι! Πετούσες!

«Μα τι συμβαίνει;» απόρησες, όμως μέσα σου είχες αρχίσει παραδόξως να γαληνεύεις.

Το χέρι σε κρατούσε από τον ώμο, αλλά σου ήταν ακατόρθωτο να γυρίσεις να δεις τη μορφή εκείνου στον οποίο ανήκε. Άρχισες να αιωρείσαι πάνω από σπίτια. Έβλεπες τους ανθρώπους να περπατούν στο δρόμο. Έμοιαζαν τόσο μικροί και τα προβλήματά τους ακόμη μικρότερα. Ήταν τόσο όμορφη η αίσθηση της ελευθερίας που ένιωθες, ειδικά μετά το επεισόδιο της κρίσης, που ό,τι κι αν ήταν αυτό που ζούσες εκείνη τη στιγμή δεν ήθελες να τελειώσει.

Ανάμεσα στους ανθρώπους, διέκρινες κάποιους που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα με σένα. Μα γύρω τους είδες ζωή. Ζωή που δεν μπορούσαν ν’ αγνοήσουν και που τους καλούσε να ταξιδέψουν μέσα στον κύκλο της. Ανέβαιναν σαν σε τραινάκι του λούνα παρκ και παρά τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, αφήνονταν στη ζωή. Τους θαύμασες. Όχι που δε φοβούνταν. Μα που δεν παραιτήθηκαν. Που δεν τρόμαξαν, όταν η ζωή τους τα έφερε όλα ανάποδα και που βρήκαν τη δύναμη να πουν ένα «δόξα τω Θεώ» κι ας φαινόταν παράλογο.

Ανάμεσα τους ήταν κι ένα παιδί. Φώναζε πάνω στο τρενάκι, όχι από φόβο μα από ενθουσιασμό. Για εκείνο ήταν όλα ένα παιχνίδι κι ας βρισκόταν στο ίδιο τρένο με τους μεγάλους. Έτσι όπως το έβλεπες από ψηλά, χαμογελούσε κι απολάμβανε τη διαδρομή. Κι ας του φυσούσε μανιασμένα ο αέρας το πρόσωπο από την ταχύτητα. Κι ας τιναζόταν δεξιά κι αριστερά σε κάθε στροφή. Με πόση χαρά αντιμετώπιζε το απρόσμενο!

Λίγα λεπτά αργότερα, βρισκόσουν πάλι στο σπίτι σου. Έκανες να σηκωθείς από το πάτωμα. Διαπίστωσες πως είχες χτυπήσει λίγο το χέρι σου από το πέσιμο. Χαμογέλασες.

«Αυτό θα γίνει γενναία μελανιά!» σκέφτηκες χιουμοριστικά.

Όταν έφτασε το βράδυ, είχες ήδη ξεκαθαρίσει μέσα σου τη νέα πραγματικότητα που θα ξημέρωνε κιόλας από αύριο. Ήσουν κουρασμένη, αλλά παραδόξως γαλήνια. Τώρα πια είχες το αντίδοτο. Την εικόνα του παιδιού στο τρένο της ζωής δεν επρόκειτο να τη λησμονήσεις. Δε φοβόσουν πια την κρίση. Μπορούσες να την αντιμετωπίσεις. Όταν πέφτεις σ’ έναν γκρεμό, το μόνο που χρειάζεσαι είναι η άκρη ενός σκοινιού να σε τραβήξει προς τα πάνω. Τώρα πια είχες την άκρη στο γέλιο ενός παιδιού. Του παιδιού που ζωντάνεψε μέσα σου.

Με την εικόνα του παιδιού χαραγμένη ακόμα στο μυαλό σου, θυμήθηκες το τηλεφώνημα. Τρόμαξες μήπως σε πιάσει πάλι, αν και μέσα σου ήξερες πως δεν επρόκειτο να συμβεί. Με μια λυτρωμένη θλίψη, κοίταξες το τηλέφωνο. Τα δάκρυα έκαναν την εμφάνιση τους για το φινάλε της πράξης. Έκλαψες. Ξέσπασες όλο το φορτίο σου σ’ εκείνο το κλάμα, που ξέπλυνε κάθε φόβο και βάρος.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

Η μεγαλύτερη απειλή


Αναλώνεσαι.
Σκορπάς τα κομμάτια σου
πότε αλόγιστα, πότε από επιλογή.
Δίνεσαι για να καλύψεις τα κενά σου.
Δε χτίζεις σχέσεις
μήπως σ' εκμεταλλευτούν,
μήπως σε πληγώσουν.

Μα συνεχίζεις να πληγώνεσαι
από τα εφήμερα που επιδιώκεις,
ενώ η ψυχή σου λαχταρά τη δέσμευση. 
Την επαφή.
Όχι στο κορμί. 
Το χάδι της σάρκας,
σαν το κύμα της θάλασσας,
περνά, σαρώνει κι απομακρύνεται.
Εσύ αποζητάς το μόνιμο. 
Την τρυφερότητα
που θα σφαλίσει την πόρτα της καρδιά σου
και δε θα την αφήνει έρμαιο
σε κάθε βοριά
που θα την ανοιγοκλείνει με ορμή.

Δεν έψαξες όμως.
Κουράστηκες
και προτίμησες την ασφάλεια
του πρώτου τυχόντα,
που δεν ήταν άλλος από τον εγωισμό σου.
Σε δασκάλεψε καλά
να κοιτάς από εδώ και πέρα τον εαυτό σου. 
"Η αγάπη κι ο έρωτας
είναι για τους αδύναμους", σου είπε.
Τον πίστεψες και κλείστηκες. 
Για πρώτη φορά δεσμεύτηκες.
Να μην φροντίσεις πια κανέναν άλλον.
Όμως δεν είδες; Δεν κατάλαβες; Δεν ένιωσες;
Πως αντί ν' αγκαλιάσεις τον εαυτό σου
για να γιάνεις τις πληγές,
συμμάχησες με τον χειρότερο εχθρό σου;

Εαυτός κι εγωισμός.
Δύο έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες. 
Ο ένας τρέφεται και καλλιεργείται με αγάπη,
ο άλλος οδηγείται και συντηρείται από τη μοναξιά.
Εκείνη τη μοναξιά που απομυζά κάθε ίχνος
χαμόγελου, ζεστασιάς κι ευαισθησίας,
ώσπου να θανατώσει ό,τι καλό είχες ποτέ.
Ποιος θα προλάβει να τον διώξει
πριν απομείνεις ένα κουφάρι αδειανό;

"Αν τον σκοτώσω, θα χαθώ κι εγώ" μου είπες.
Ιδού! Το μεγαλύτερο ψέμα που σου πούλησε.
Δεν είσαι ο εγωισμός σου,
όπως ένα λουλούδι
δεν είναι το παράσιτο
που φύτρωσε στη ρίζα του.

Δε χρειάζονται δραστικά μέτρα.
Το κακό δεν ξεριζώνεται με κακό.
Αν το φωτίσεις με καλό
απλά μαραίνεται και φεύγει.
Τόσο απλά.

Σκέψου. 
Υπάρχει μεγαλύτερη απειλή για τον εγωισμό
από το ν' αγαπήσεις τον εαυτό σου;

Φόβος, αυτό το σκιάχτρο

Κάποιος από παλιά τον εγκατέστησε μέσα σου.
Κρυφά.
Εσύ έπαιζες ανέμελος και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου.
Τόσα πολλά καινούρια όμορφα πράγματα.
Μα για σένα και τα άσχημα καινούρια ήταν.
Γιατί ήσουν μικρός.
Δεν έπαιρνες τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Πολλά ούτε καν που τα θυμάσαι.
Όμως αυτός ήρθε και φώλιασε στη μικρή καρδούλα σου.
Αυτή που χτυπούσε τόσο δυνατά όταν σε φόβιζε που νόμιζες ότι θα σπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μεγάλωσες.
Κι αυτός μεγάλωσε μαζί σου.
Έγινε κομμάτι σου.
Έμεινε εκεί μες στα χωράφια της ψυχής σου σαν σκιάχτρο,
να τρομάζει ο,τι όμορφο πάει να βγει από μέσα σου.
Κι εσύ τον έχεις πια συνηθίσει.
Ακόμα σε πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά όταν τον συναντήσεις,
μα έχεις μάθει πια να το αποφεύγεις.
Άμυνα. Η λύση που εφηύρες για να επιβιώσεις από την τρομοκρατία του.
Μα εκείνος βολεύτηκε στις άμυνες σου.
Δεν χρειάζεται πια να κάνει κάτι.
Αρκεί κάποιος να τις ρίξει για αναζωπυρωθεί η φλόγα του και να σε κάψει.
Έχεις δοκιμάσει να τον κάψεις εσύ ο ίδιος.
Σκιάχτρο είναι εξάλλου. Εύφλεκτο, σκέφτηκες.
Τόλμησες.
Μα μόλις κάτι δεν πήγε καλά, η φωτιά που του έβαλες,
αντί να τον κάψει, σε καταρράκωσε.
Σε γέμισε στάχτες.
Κι είπες δε θα το ξανακάνεις.
Θα ζήσεις με το σκιάχτρο σου.
Αυτό το κακέκτυπο του λούτρινου που αγαπούσες μικρός.
Τι κακό να κάνει ένα σκιάχτρο;
Ίσα ίσα που διώχνει αυτούς που πάνε να εκμεταλλευτούν
τους καρπούς των κόπων σου.
Τον δικαιολόγησες πολύ καλά.
Κι έμεινες μόνος.
Εσύ κι ο φόβος σου.
Ο φονιάς της καρδιάς σου.
Κι έτσι το σφίξιμο έμεινε κι αυτό.
Μόνιμο.
Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα σκιάχτρο;
Αυτό το άψυχο τρομακτικό παράσιτο μέσα σου τρέφεται από την αγάπη σου.
Την κατατρώει σιγά σιγά ώσπου να απομείνεις ένα άδειο κουφάρι.
Ώσπου να του μοιάσεις.
Ώσπου να γίνεις ο ίδιος φόβος και τρόμος για τους άλλους γύρω σου.
Γιατί όποιος προκαλεί τον φόβο στους άλλους,
τον έχει καλλιεργήσει πρώτα μέσα του.
Έχει ταυτιστεί μαζί του.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει.
Δεν πίστεψε στην αγάπη.
Ο φόβος τον έπεισε ότι δεν υπάρχει.
Ότι η αγάπη είναι μια παιδιάστικη ουτοπία.
Είναι αλήθεια ότι κι εκείνος τότε την έθαψε μέσα του. Όταν ήταν παιδί.
Μα η αγάπη υπάρχει.
Η αγάπη είναι οι καρποί που υποτίθεται ότι φυλάει το σκιάχτρο,
ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνο που τους τρώει.
Μην το επιτρέπεις.
Γεννήθηκες με αγάπη μέσα σου.
Αυτή σου ανήκει.
Αυτή είναι κομμάτι σου, όχι ο φόβος.
Και δε χρειάζεσαι κανέναν να τη φυλάει.
Γιατί η αγάπη υπάρχει για να μοιράζεται.
Ποτέ δεν ευτύχησε αυτός που κράτησε την αγάπη για τον εαυτό του.
Μη φοβάσαι λοιπόν.
Σκόρπα τα στάχυα του σκιάχτρου κι αγάπησε.
Αγάπησε.
Άφοβα.