Tag

ελευθερία

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

Είμαστε ένας αιώνια έφηβος λαός…

26 Ιουνίου, 2023

Είμαστε ένας βαθιά τραυματισμένος λαός.  Ένας λαός αιώνια έφηβος που κοιτά την ενηλικίωση από μακριά σαν άπιαστο όνειρό, ενώ περιμένει και προσδοκά έναν «σωτήρα», έναν «ηγέτη» που θα τον απαλλάξει από τα δεινά τα οποία ο ίδιος διαιωνίζει. Η χρόνια αιχμαλωσία πάγωσε όποια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να έχει και τον ανάγκασε πότε να εφευρίσκει και πότε να υιοθετεί τρόπους για να ξεφεύγει. Ν’ αποφεύγει. Τα βάσανα αλλά και τις ευθύνες του.

Κράτησε σαν φυλαχτό σ’ ένα μπαούλο πολιτισμό και αρχαία κληρονομιά, μη και του τη μαγαρίσει ο εχθρός. Μα αν τον θησαυρό τον φυλάς κάπου αλλού κι όχι μέσα σου, γίνεσαι εσύ ο καταπατητής. Καταντάς ξένος στον ίδιο σου τον τόπο, αλλοιωμένος κι αποπροσανατολισμένος, ν’ αποζητάς την ελευθερία σου χωρίς να ξέρεις τι να την κάνεις.

Κι ήρθαν οι σωτήρες και τον απελευθέρωσαν από τον δυνάστη. Πανηγύρισε την επανάσταση κι ύστερα από λίγο άρχισε να σιχτιρίζει τη νέα κατάσταση γιατί τώρα πια ποιον θα έχει να κατηγορεί; Επανάσταση και ελευθερία χωρίς αλλαγή δεν γίνεται κι αυτός έμαθε τόσα χρόνια στη βολή του. Τα κουτσοκατάφερνε. Συνήθισε κι αφού τα φασόλια βγαίνανε, πότε έτσι πότε αλλιώς, έφτασε στο «δε βαριέσαι». Πώς το ευθυνόφοβο «δε βαριέσαι» να γίνει αποδοχή των λαθών και αναγνώριση των τραυμάτων;

Στα επόμενα χρόνια της απελευθέρωσης, φόρεσε το καπέλο του φιλότιμου κι άρχισε να περιφέρεται θεωρώντας εαυτόν ανώτερο. Καμία ενοχή δεν του ψιθύρισε στο αυτί πως φταίει για την ηγεσία του. Και το θύμα άρχισε να ποθεί να μετατραπεί σε θύτη. Η μεγαλομανία τού φούσκωνε τα μυαλά με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας. Ο κληρονόμος που αποποιείται την κληρονομιά του κι ύστερα ανακαλύπτει την αξία της μέσα από τα μάτια των θησαυροθήρων, είναι καταδικασμένος να μεγαλοπιάνεται, να σφετερίζεται και στο τέλος να ξεπουλά όσο όσο.

Είμαστε ένας λαός που δεν ξέρει πώς να αναγνωρίζει τους άξιους. Δεν έμαθε στα χρόνια της σκλαβιάς του. Δεν αποποιήθηκε ποτέ τον εγωισμό του για να εκτιμήσει. Μια ζωή στελέχωνε τα πάντα με μέσον και ρουσφέτι. Κι έτσι τα καλύτερα μυαλά του άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα και να αξιοποιούνται εκτός. Κι εκείνος έμεινε να κατηγορεί την εκάστοτε εξουσία που ο ίδιος ελεύθερα δήθεν επέλεγε μέσα από τις παρωπίδες που ποτέ δεν έβγαλε. Πώς να αναγνωρίσεις τον άξιο αν δεν παραδεχτείς τη δική σου αναξιότητα; Πώς να εκδιώξεις τον ανάξιο αν δέχεσαι να εξυπηρετεί το συμφέρον σου;

Κι έφτασε σήμερα, 200 χρόνια μετά, να μεταθέτει το φταίξιμο από την εξουσία στον συμπολίτη. Και τρώει τις σάρκες του γιατί δεν αντέχει πια τον εαυτό του. Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει η εφηβεία του; Πόσο ακόμα θα χρειαστεί να καταλάβει ότι αν δεν σκύψει το κεφάλι να δει τις πληγές του κι αν δεν αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως τον φαντασιώνεται, δε θ’ αλλάξει ποτέ;

Όσα γίνονται εκεί ψηλά στην εξουσία καθρέφτης είναι. Εμάς δείχνουν. Αντί να καθόμαστε να ψάχνουμε τη λύση στα λόγια και τις ευθύνες των άλλων, ας δούμε τι πολιτική κληρονομιά κουβαλάει ο καθένας μας στο μυαλό του. Τι μας έμαθαν και τι κριτήρια έχουμε για ν’ αποφασίζουμε; Πόσο «δε βαριέσαι» είμαστε ή πόσο φιλότιμο έχουμε στ’ αλήθεια; Ας αναρωτηθούμε όλα αυτά που κατηγορούμε τους γύρω μας, πόσο εμείς τα αποφεύγουμε;

Είμαστε ένας έφηβος λαός που πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθεί στο τώρα. Ας δούμε τα τραύματά μας, χωρίς να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, για να απαντήσουμε στο αιώνιο ερώτημα… Είμαστε άξιοι να θεραπευθούμε για ν’ αξίζουμε την εξουσία που νομίζουμε ότι θέλουμε;

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

Ένα καλοκαίρι σβήνει

27 Αυγούστου, 2020

Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.

Όρκος ελευθερίας

Σαν αρχινώ ο άνθρωπος να κάμω το σταυρό μου
τα δάχτυλα ακουμπώ σφιχτά, γερά αγκαλιασμένα
τρία είναι τον αριθμό, μέρη τσ' Αγίας Τριάδας
μέσα κλείω την κεφαλή, καρδία και χέρια δύο.

Να 'ναι μυαλό και 'σθήματα και πράξεις ένα σώμα
τριάδα να 'ναι ανθρώπινη, στη σάρκα εγκλωβισμένη
για του Θεού Βασίλειο σιμά συνταξιδιώτες
μαζί με τα θερμά, πνιχτά τα παρακαλετά μου
στης Παναγιάς ζεστή αγκαλιά Εκείνος να μ' ακούσει.

Να είν' η θωριά μου καθαρή στ' ορίζοντα την πλώρη
και να με βγάλει μακριά 'πό πάθια κι από λάθια.
Τη μάνα που στα σπλάχνα της μήνες με κουβαλούσε
με την καρδιά αφροσκέπαστη κι αλμυρογιατρεμένη
για μια στερνή φορά στα μάτια ν’αντικρίσω.

Μ’ ελεύθερο το φρόνημα κι ασκλάβωτο το πνεύμα
που 'κείνη μου ανέθρεψε μ' αίμα και με θυσίες,
πριν το φευγιό γίνει αφορμή κεφάλι να σηκώσω
κι απ' τους θανατερούς χαλκάδες μου της φυλακής γλιτώσω.

Πως είναι κάστρο απόρθητο να πω θε στεριωμένο
μεσ' την ψυχή την ταπεινή ευλαβικά χτισμένο.
Εκείνα τα διδάγματα δάσκαλοι που μου 'δώσαν
αρχαίοι μα και κληρικοί, νέοι κι επαναστάτες
οι πρόγονοι που τους χρωστώ πικρή ευγνωμοσύνη.

Με μιαν ευχή για να σταθώ κι εγώ αντάξιός τους
σε μιαν ελεύθερη ζωή το χέρι ορκίζω τούτο
τώρα που κάμει το σταυρό κι από τα δάκρυα τρέμει
να μη σκιαχτώ, γονατιστός ποτέ να μη λυγίσω
μονάχα ορθός να περπατώ ζωσμένος το σταυρό μου
και μια σημαία κατάστηθα για αλάβωτη ασπίδα.

Το παράθυρο

Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας.
Ένα μικρό παράθυρο αρκεί.
Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς.
Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει
ν' ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης.
Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά
κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου.
Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή.
Όλα χωρούν στη θέα ενός παραθύρου.

Το υποχείριο

Βάρος μη γίνεις κανενός.
Ούτε υποχείριο.
Όταν άλλος επιλέγει για σένα
κι εσύ απλά αφήνεσαι, δε δίνεσαι.
Ξοδεύεσαι.
Κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τα όνειρά σου,
αν δεν παλέψεις ο ίδιος γι' αυτά.
Κανείς δεν μπορεί να καλύψει την ανάγκη της καρδιάς σου,
αν δεν την έχεις εξερευνήσει εσύ.
Τα όνειρά σου είναι τα παιδιά που δε γέννησες ακόμα.
Πρέπει να τα προστατεύσεις σαν υπεύθυνος γονιός
για να έχεις την ευκαιρία να τα δεις να μεγαλώνουν.
Αν περιμένεις από άλλους να το κάνουν, στείρος θα μείνεις.
Ένας άνθρωπος άβουλος πάντα έρχεται αντιμέτωπος
με όσα δεν ανέλαβε για τον εαυτό του τον ίδιο.
Μην αφήνεις την ευθύνη της ζωής σου
σε ξένα χέρια. Δε θα σε γλιτώσει από κάτι.
Το μόνο που θα μείνει στον απολογισμό σου
θα είναι ο νόστος της επιλογής εκείνων
για τα οποία διψούσε η ψυχή σου.

Τόλμη

1 Νοεμβρίου, 2019

Η τόλμη είναι αρετή των συνετών ανθρώπων. Δεν είναι παρόρμηση. Είναι δύναμη που συνεπάγεται την επιλογή του να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεών σου.

Όταν τολμάς, δεν οδεύεις προς το λάθος, ούτε αυτό που θεωρείς εσύ σωστό. Οδεύεις προς αυτό που νιώθεις. Κι αυτό πάντα έχει κάτι θετικό να φέρει. Γιατί στην ουσία, δεν είμαστε τα λάθη μας, αλλά το πώς επιλέγουμε να τα διαχειριστούμε. Κι όταν τολμάς, ακόμα κι αν δεν επιτυχείς το στόχο, σημασία έχει να γνωρίζεις πώς να διαχειριστείς την ήττα σου. Αυτή η γνώση διώχνει κάθε φόβο ή δισταγμό. Πως ό,τι κι αν έρθει θα το αντιμετωπίσεις.

Αυτή είναι η δύναμη των τολμηρών ανθρώπων. Να γνωρίζουν πως πέφτοντας και στον γκρεμό ακόμη, εκείνοι θα σταθούν όρθιοι. Κι η τόλμη πάντα ανταμείβεται. Ακόμα κι αν ένα κομμάτι της φέρει καταστροφή, το αποτέλεσμα θα είναι ελευθερία.

Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι θέλει και το διεκδικεί, χωρίς να χάνει το σεβασμό και την ανθρωπιά του. Κάνει το ταξίδι του και κάπου εκεί στο τέλος, κοντά στον προορισμό του, βρίσκει τον θησαυρό που χρόνια έψαχνε. Κι αυτός δεν είναι άλλος από μια καθαρή εικόνα στον καθρέφτη της ψυχής του.

Δεν ειμαι δικος ‘Σου πια’

1 Ιουνίου, 2016

«Δεν είμαι δικός σου πια» είπε κι απομακρύνθηκε από τον Δυνάστη. Αυτό ήταν! Είχε κάνει την επανάστασή του. Όλοι τον θαύμασαν για το κουράγιο και την αποφασιστικότητα του. Και η έκφραση του έμεινε στην ιστορία. «Δεν είμαι δικός σου πια. Δεν είμαι δικός σου πια…  δικός σου πια… δικός σου πια… σου πια… σου πια… Σουπιά.» Και κάπως έτσι του βγήκε το παρατσούκλι «ο Σουπιάς». Ήταν το ηχόχρωμα των λόγων και ο απόηχος της πράξης του να αποδεσμευτεί από ό,τι κρατούσε το πνεύμα του σκλαβωμένο και δέσμιο του Δυνάστη Ύλη.

Και τότε έκατσε κι έγραψε. Έγραψε σε ένα χαρτί ό,τι τον πόνεσε, το έβαλε σε ένα μπουκάλι κι έριξε το μπουκάλι στη θάλασσα. Κι έτσι το μελάνι σκέπασε το παρελθόν με ένα πέπλο λήθης και η θάλασσα του υποσχέθηκε ότι θα φυλάξει το μυστικό του όσο καλά μπορούσε. Όμως η θάλασσα είναι γυναίκα… και ως γυναίκα δεν ξέρει να κρατά μυστικά. Ξέρει όμως να τα εκμυστηρεύεται εκεί που αξίζει. Και το μπουκάλι του Σουπιά ταξίδεψε. Ταξίδεψε. Και μόλις η θάλασσα βρήκε τα άξια χέρια, το μπουκάλι βγήκε στην επιφάνεια και φάνηκε ξανά. Γιατί το μελάνι γράφει, μα δε σβήνει. Κι ό,τι γράφει, μένει. Κι ό,τι μένει, είναι για να διαβάζεται. Κι όταν διαβάζεται, μοιράζεται. Κι όταν μοιράζεται, ξεχνιέται. Μόνο τότε σβήνει. Όχι από το χαρτί, μα από την καρδιά.

Θάλασσα Γαλάζια Μάνα

13 Αυγούστου, 2015

Κάθισα αντίκρυ σου και χάθηκα
στα γαλαζοπράσινα νερά σου,
αύρα σου ο κάλος μου λογισμός
που με παίρνει μακριά.

Θάλασσα γαλάζια μάνα μου
σ’ όποια αν βρέθηκα στεριά
νιώθω μόνο στην αγκάλη σου
μια εγκλωβισμένη ελευθεριά.

Θύελλες πια δε με φοβίζουνε
ξέρω το τιμόνι να κρατάω.
Λεύτερος γίνεται μονάχα αυτός
που δε νιώθει σκλαβιά.