Tag

Ελλάδα

Χαμένοι ήρωες

Οι ήρωες έπεσαν.
Μοναχά θλίψη αρμόζει
για όσα οι αρμόδιοι
δε φρόντισαν.
Θλίψη κι οργή.
Σήμερα οι εγωισμοί
πρέπει να σωπάσουν.
Οι ευθύνες αναζητούν ξανά τον αίτιο.
Ποιος νους χωρά πως για να καλυφθεί
η αναξιότητα χρειάζεται να χαθούν ζωές;
Καθήκον δεν είναι ο θάνατος
ούτε η θυσία.
Κι αν ο διωγμός από το σπίτι σου
λέγεται σωτηρία, τότε πρόληψη
δε θα γνωρίσει ποτέ αυτή η χώρα...
Γιατί για να προστατεύσεις κάτι
πρέπει ν' αγαπάς και να σέβεσαι.
Κι είναι δύσκολη λέξη η αγάπη.
Κι ο σεβασμός;
Μια έννοια που πενθεί
για χρόνια τον χαμό της.

Είμαστε ένας αιώνια έφηβος λαός…

26 Ιουνίου, 2023

Είμαστε ένας βαθιά τραυματισμένος λαός.  Ένας λαός αιώνια έφηβος που κοιτά την ενηλικίωση από μακριά σαν άπιαστο όνειρό, ενώ περιμένει και προσδοκά έναν «σωτήρα», έναν «ηγέτη» που θα τον απαλλάξει από τα δεινά τα οποία ο ίδιος διαιωνίζει. Η χρόνια αιχμαλωσία πάγωσε όποια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να έχει και τον ανάγκασε πότε να εφευρίσκει και πότε να υιοθετεί τρόπους για να ξεφεύγει. Ν’ αποφεύγει. Τα βάσανα αλλά και τις ευθύνες του.

Κράτησε σαν φυλαχτό σ’ ένα μπαούλο πολιτισμό και αρχαία κληρονομιά, μη και του τη μαγαρίσει ο εχθρός. Μα αν τον θησαυρό τον φυλάς κάπου αλλού κι όχι μέσα σου, γίνεσαι εσύ ο καταπατητής. Καταντάς ξένος στον ίδιο σου τον τόπο, αλλοιωμένος κι αποπροσανατολισμένος, ν’ αποζητάς την ελευθερία σου χωρίς να ξέρεις τι να την κάνεις.

Κι ήρθαν οι σωτήρες και τον απελευθέρωσαν από τον δυνάστη. Πανηγύρισε την επανάσταση κι ύστερα από λίγο άρχισε να σιχτιρίζει τη νέα κατάσταση γιατί τώρα πια ποιον θα έχει να κατηγορεί; Επανάσταση και ελευθερία χωρίς αλλαγή δεν γίνεται κι αυτός έμαθε τόσα χρόνια στη βολή του. Τα κουτσοκατάφερνε. Συνήθισε κι αφού τα φασόλια βγαίνανε, πότε έτσι πότε αλλιώς, έφτασε στο «δε βαριέσαι». Πώς το ευθυνόφοβο «δε βαριέσαι» να γίνει αποδοχή των λαθών και αναγνώριση των τραυμάτων;

Στα επόμενα χρόνια της απελευθέρωσης, φόρεσε το καπέλο του φιλότιμου κι άρχισε να περιφέρεται θεωρώντας εαυτόν ανώτερο. Καμία ενοχή δεν του ψιθύρισε στο αυτί πως φταίει για την ηγεσία του. Και το θύμα άρχισε να ποθεί να μετατραπεί σε θύτη. Η μεγαλομανία τού φούσκωνε τα μυαλά με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας. Ο κληρονόμος που αποποιείται την κληρονομιά του κι ύστερα ανακαλύπτει την αξία της μέσα από τα μάτια των θησαυροθήρων, είναι καταδικασμένος να μεγαλοπιάνεται, να σφετερίζεται και στο τέλος να ξεπουλά όσο όσο.

Είμαστε ένας λαός που δεν ξέρει πώς να αναγνωρίζει τους άξιους. Δεν έμαθε στα χρόνια της σκλαβιάς του. Δεν αποποιήθηκε ποτέ τον εγωισμό του για να εκτιμήσει. Μια ζωή στελέχωνε τα πάντα με μέσον και ρουσφέτι. Κι έτσι τα καλύτερα μυαλά του άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα και να αξιοποιούνται εκτός. Κι εκείνος έμεινε να κατηγορεί την εκάστοτε εξουσία που ο ίδιος ελεύθερα δήθεν επέλεγε μέσα από τις παρωπίδες που ποτέ δεν έβγαλε. Πώς να αναγνωρίσεις τον άξιο αν δεν παραδεχτείς τη δική σου αναξιότητα; Πώς να εκδιώξεις τον ανάξιο αν δέχεσαι να εξυπηρετεί το συμφέρον σου;

Κι έφτασε σήμερα, 200 χρόνια μετά, να μεταθέτει το φταίξιμο από την εξουσία στον συμπολίτη. Και τρώει τις σάρκες του γιατί δεν αντέχει πια τον εαυτό του. Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει η εφηβεία του; Πόσο ακόμα θα χρειαστεί να καταλάβει ότι αν δεν σκύψει το κεφάλι να δει τις πληγές του κι αν δεν αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως τον φαντασιώνεται, δε θ’ αλλάξει ποτέ;

Όσα γίνονται εκεί ψηλά στην εξουσία καθρέφτης είναι. Εμάς δείχνουν. Αντί να καθόμαστε να ψάχνουμε τη λύση στα λόγια και τις ευθύνες των άλλων, ας δούμε τι πολιτική κληρονομιά κουβαλάει ο καθένας μας στο μυαλό του. Τι μας έμαθαν και τι κριτήρια έχουμε για ν’ αποφασίζουμε; Πόσο «δε βαριέσαι» είμαστε ή πόσο φιλότιμο έχουμε στ’ αλήθεια; Ας αναρωτηθούμε όλα αυτά που κατηγορούμε τους γύρω μας, πόσο εμείς τα αποφεύγουμε;

Είμαστε ένας έφηβος λαός που πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθεί στο τώρα. Ας δούμε τα τραύματά μας, χωρίς να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, για να απαντήσουμε στο αιώνιο ερώτημα… Είμαστε άξιοι να θεραπευθούμε για ν’ αξίζουμε την εξουσία που νομίζουμε ότι θέλουμε;

“Για το καλό μας”

Σ' έναν φάκελο μέσα σπαρταρά
το μέλλον ενός τόπου.
Κι εσύ ο υπεύθυνος, θαρρείς.
Αγγίζεις τη σχισμή
και κάνεις μια ευχή
ρίχνοντας μέσα την ευθύνη σου.
«Ό,τι κι αν βγει, ας είναι για το καλό μας».

Το ξύλινο κουτί
ένα σμάρι από όνειρα, ελπίδες,
δικαιώματα και ανάγκες
κλείνει και ποτίζει με αξία
μονάχα για μία μέρα.
Μα ύστερα συλλήβδην θα ριχτούν
σε μια αποθήκη σκοτεινή
στη νάρκη την τετραετή
στο παρασκήνιο.
«Για το καλό μας».

Στον ερχομό του δειλινού,
η μπλε αυλαία θα πέσει
κι ο θίασος θ' ανέβει στη σκηνή
ενός έργου που δε λέει ν' ανατραπεί
για το καλό μας.
Ίδια ιστορία, ίδιοι πρωταγωνιστές
μα το εισιτήριο κάθε φορά πιο ακριβό.
Πιο αιματηρό.

Κι εμείς, οι θεατές,
οι καρφωμένοι στην πλατεία
να παρακολουθούμε σιωπηλοί
μια ακατανόητη, τρομακτική πορεία.
«Για το καλό μας».

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Το σκοτάδι βασιλεύει κι απλώνει τα φθαρμένα δίχτυα του.
Με ίνες συμφέροντος τα έπλεκαν με περίσσια ιδιοτελή φροντίδα
οι συντηρητές του αιώνες κι αιώνες τώρα.
Εκείνοι που με σημαία τους το μαύρο υποστηρίζουν το σκοτάδι και την τσέπη τους,
κρύβοντας προθέσεις και ίντριγκες πίσω από μεγαλεπίβολα σχέδια.
Με περίσσεια δεξιοτεχνία, πατούν στα ζωντανά πτώματα των σκοτεινών οπαδών
που έλκονται από τη μυρωδιά της ξένης εξουσίας
σαν τις μύγες που αναζητούν απεγνωσμένα ακαθαρσίες για να τραφούν.
Οι σκοτεινοί οπαδοί είναι η κρυφή δύναμη.
Το βάθρο του ματωμένου θρόνου.
Επιμελώς εκπαιδευμένοι με διαμορφωμένες πεποιθήσεις
που παπαγαλίζουν δεξιά και αριστερά μολύνοντας τον αέρα.
Στη θέα των αρχηγών, λόγια κολακείας ξεπηδούν
σαν μαστίγια από το στόμα τους για να χαϊδέψουν εγωισμούς
καλά εδραιωμένους στις χρυσοποίκιλτες καρέκλες τους.
Η ζωή τους μια δουλοπρεπής υπόκλιση.

Οι πολίτες της χώρας επιβιώνουν μέρα με τη μέρα.
Έχουν κληρονομήσει ζωές με σαθρά θεμέλια κι ανεπαρκείς αξίες.
Καθημερινά κολυμπούν σ’ έναν βούρκο που τους λερώνει
από τα μάτια μέχρι το μυαλό.
Πολλοί διαφωνούν με το σκοτάδι.
Συζητούν, διαπιστώνουν κι έπειτα πάλι σιωπούν.
Αναζητούν, μα υποκύπτουν στην ανάγκη.
Κάποιοι διαδηλώνουν υπέρ του φωτός
κι ας μην είναι σίγουροι αν το έχουν δει ποτέ.
Άλλοι τους ακολουθούν από συνήθεια
κι άλλοι από βαρεμάρα ή από την ανάγκη του ανήκειν.
Με κοιμισμένη συνείδηση πώς να φέρουν την αλλαγή;
Σκόρπιες φωνές, διχασμένες κι αυτές σε αποχρώσεις δίχως όραμα.
Αν οργανωθούν κάτω από έναν κοινό σκοπό, το σκοτάδι τις φιμώνει με πόνο
για να υποκύψουν στ’ αντανακλαστικά της επιβίωσης.
Μεγεθύνει ανείπωτες συμφορές στις συστημικές οθόνες του
κι υποβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του.

Μα ξεθωριάζει πια η παντοδυναμία του.
Η φθορά κατατρώει τους ιμάντες κι αποκαλύπτει
ρωγμές κι αναλήθειες οφθαλμοφανείς.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πια σχέδια μακροπρόθεσμα.
Όνειρά τους έγιναν τ’ αυτονόητα και τα δικαιώματα.
Κουράστηκαν κι η κούραση είναι επικίνδυνος σύμβουλος.
Αγανάκτησαν κι ο θυμός ζητά σθεναρά διέξοδο.
Απηύδησαν κι η απόγνωση πιέζει για λύσεις.
Απελπίστηκαν κι η απογοήτευση διψά για βελτίωση.

Μονάχα μια εκλεπτυσμένη ενσυναίσθηση
μπορεί να διαφύγει από τα σκοτεινά δίχτυα.
Να υψωθεί, ν’ αντικρίσει τα τραύματα,
να κατανοήσει και να σκύψει ύστερα να λυτρώσει τα δικά της.
Μία προς μία, ώσπου ο ήχος της εσωτερικής αλλαγής
να γίνει αντίλαλος που δε σωπαίνει στη θέα του σκοταδιού.

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα πρέπει να έρθει.
Εκ των έσω.

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

Όρκος ελευθερίας

Σαν αρχινώ ο άνθρωπος να κάμω το σταυρό μου
τα δάχτυλα ακουμπώ σφιχτά, γερά αγκαλιασμένα
τρία είναι τον αριθμό, μέρη τσ' Αγίας Τριάδας
μέσα κλείω την κεφαλή, καρδία και χέρια δύο.

Να 'ναι μυαλό και 'σθήματα και πράξεις ένα σώμα
τριάδα να 'ναι ανθρώπινη, στη σάρκα εγκλωβισμένη
για του Θεού Βασίλειο σιμά συνταξιδιώτες
μαζί με τα θερμά, πνιχτά τα παρακαλετά μου
στης Παναγιάς ζεστή αγκαλιά Εκείνος να μ' ακούσει.

Να είν' η θωριά μου καθαρή στ' ορίζοντα την πλώρη
και να με βγάλει μακριά 'πό πάθια κι από λάθια.
Τη μάνα που στα σπλάχνα της μήνες με κουβαλούσε
με την καρδιά αφροσκέπαστη κι αλμυρογιατρεμένη
για μια στερνή φορά στα μάτια ν’αντικρίσω.

Μ’ ελεύθερο το φρόνημα κι ασκλάβωτο το πνεύμα
που 'κείνη μου ανέθρεψε μ' αίμα και με θυσίες,
πριν το φευγιό γίνει αφορμή κεφάλι να σηκώσω
κι απ' τους θανατερούς χαλκάδες μου της φυλακής γλιτώσω.

Πως είναι κάστρο απόρθητο να πω θε στεριωμένο
μεσ' την ψυχή την ταπεινή ευλαβικά χτισμένο.
Εκείνα τα διδάγματα δάσκαλοι που μου 'δώσαν
αρχαίοι μα και κληρικοί, νέοι κι επαναστάτες
οι πρόγονοι που τους χρωστώ πικρή ευγνωμοσύνη.

Με μιαν ευχή για να σταθώ κι εγώ αντάξιός τους
σε μιαν ελεύθερη ζωή το χέρι ορκίζω τούτο
τώρα που κάμει το σταυρό κι από τα δάκρυα τρέμει
να μη σκιαχτώ, γονατιστός ποτέ να μη λυγίσω
μονάχα ορθός να περπατώ ζωσμένος το σταυρό μου
και μια σημαία κατάστηθα για αλάβωτη ασπίδα.