Tag

οικογένεια

Το Φάντασμα των Χριστουγέννων

25 Δεκεμβρίου, 2022

Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα! Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το μεγάλο τραπέζι, την ανταλλαγή των δώρων, τα αμέτρητα γλυκά και τη ζεστή ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει τα σπίτια. Όλοι εκτός από τον γέρο-Μάρτυ.

Ο γέρο-Μάρτυ ζούσε στο τέλος του δρόμου. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια απ' όταν έχασε τη γυναίκα του. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι, απ' αυτά που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, επέμεναν να κρατιούνται χέρι - χέρι κατά την καθημερινή απογευματινή τους βόλτα. Με τη γυναίκα του αγαπούσαν πολύ τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο γερο-Μάρτυ δε σταμάτησε να τα γιορτάζει. Κάθε χρόνο στόλιζε ένα μικρό δεντράκι, φούρνιζε με επιμέλεια παραδοσιακά γλυκά κι ευχόταν "χρόνια πολλά" σ' όποιον συναντούσε στο δρόμο, χωρίς ν' αφήνει να φαίνεται ίχνος από το προσωπικό του πένθος.

Την επόμενη κιόλας χρονιά από τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να μετατρέψει την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού σε εργαστήρι. Από τότε, μόλις μπει ο Δεκέμβρης, σαν άλλος Άη Βασίλης, στρώνεται στη δουλειά. Φτιάχνει μικρά χειροποίητα στολίδια και κάθε παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που όλοι απολαμβάνουν το σπιτικό δείπνο γύρω από το φορτωμένο με φαγητά τραπέζι, εκείνος βγαίνει ντυμένος επίσημα και τα κρεμά στο χερούλι της εξώπορτας κάθε σπιτιού.

Όλοι συμπαθούν τον γέρο-Μάρτυ, ακόμα κι αν κανείς δεν τον έχει δει ποτέ να χαρίζει τα μυστικά του δώρα. "Αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων" λένε μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, όμως, ο γέρο-Μάρτυ περνά μόνος τις γιορτινές μέρες. Κανείς δεν τον προσκαλεί. Όλοι νομίζουν ότι κάπου αλλού θα έχει να πάει. Μόνη συντροφιά του είναι το φάντασμα των Χριστουγέννων. Συνεπές στο ραντεβού του, κάθε 25η Δεκεμβρίου, φωλιάζει στην καρδιά του γέρο-Μάρτυ.

"Ήρθες πάλι; Δε χρειαζόταν".

"Ξέρεις καλά πως δε σε αφήνω".

"Πόσο όμορφα θα ήταν αν μια χρονιά έλειπες!".

"Μη γίνεσαι αχάριστος! Είμαι το μόνο που έχεις!".

Ο γέρο-Μάρτυ κούνησε συγκρατημένα το κεφάλι σε ένδειξη συμφωνίας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Η οικογένεια στο απέναντι σπίτι αντάλλασσε δώρα. Χαμόγελα φώτιζαν τα πρόσωπά τους και φωνές χαράς ακούγονταν μέσα από τα παράθυρα.

"Κοίτα τους! Είναι τόσο χαρούμενοι!"

"Μπα! Μην τους πιστεύεις! Για το φαίνεσθαι το κάνουν. Αύριο πάλι θ' αρχίσουν τους τσακωμούς" είπε αδιάφορα το φάντασμα.

"Κι όμως! Γεμίζει η ψυχή τους με φως!" ψιθύρισε ο γερο - Μάρτυ μη χορταίνοντας να τους κοιτάζει.

"Γεμίζει η ψυχή τους με φως και φως και φως! Αυτός ο άχρηστος τα κάνει όλα να φαίνονται ιδανικά!" απάντησε θυμωμένα το φάντασμα.

"Ποιος;" απόρησε ο γέρο-Μάρτυ.

"Ο αδερφός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτός που σε κάνει να μοιράζεις δώρα παντού και μετά έρχομαι εγώ να μαζεύω τα κομμάτια σου. Παντού έτσι κάνει. Είναι τόσο άδικος, αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ξέρετε όλοι μόνο να τον εκθειάζετε".

"Μα..". Ο γέρο-Μάρτυ προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δίσταζε να πιστέψει εκείνα τα λόγια. Το φάντασμα κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για αποδείξεις.

"Κοίταξε εκεί!" του είπε κι έδειξε έναν ζητιάνο που καθόταν σχεδόν ακίνητος στο πεζοδρόμιο.

"Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στη γειτονιά" αποκρίθηκε ο γέρο - Μάρτυ.

"Δεν έχει σημασία. Είναι δικός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τον έχει ξεχάσει. Όπως έκανε και με σένα. Λατρεύει τις οικογένειες, τα φωτάκια, τα στολίδια και όλα τα γιορτινά. Σε ανθρώπους σαν εκείνον και σαν εσένα μόνο εγώ κάνω συντροφιά. Τι έχεις να πεις τώρα; Ακόμα νοσταλγείς το πνεύμα των Χριστουγέννων;" είπε μ' ένα θιγμένο χαμόγελο.

Ο γέρο-Μάρτυ επέστρεψε στην πολυθρόνα του αποκαρδιωμένος. Ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε το φάντασμα. Τα είχε δει με τα μάτια του. Κάτι μέσα του, όμως, αρνούνταν να τα δεχτεί. Τότε θυμήθηκε την πρώτη χρονιά που έκανε Χριστούγεννα χωρίς τη γυναίκα του. Ένιωθε τόση μοναξιά. Δεν είχε κουράγιο να γιορτάσει. Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σχεδόν τον πονούσαν. Ήταν τότε που γνώρισε το φάντασμα των Χριστουγέννων για πρώτη φορά. Η μοναξιά του το είχε καλέσει. Στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πόνο του, ξεκίνησε να φτιάχνει τα στολίδια. Πίστευε πως αν μοίραζε λίγη χαρά, θα έδιωχνε το στοιχειό μέσα από την καρδιά του. Όμως να που το φάντασμα ήταν τώρα εδώ και διέλυε κάθε όμορφη εικόνα που είχε για την αγαπημένη του γιορτή. Ο γέρο - Μάρτυ πείσμωσε. Σηκώθηκε, έβαλε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

"Που πας;" ρώτησε παραξενεμένο το φάντασμα.

Χωρίς να του απαντήσει, πήρε ένα από τα στολίδια του και βγήκε από το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν δίπλα στον ζητιάνο.

"Καλά Χριστούγεννα!" ευχήθηκε ο γέρο - Μάρτυ τείνοντας προς το μέρος του ζητιάνου το χέρι που κρατούσε το στολίδι. Ο ζητιάνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε με απορία κι ευγνωμοσύνη.

"Ευχαριστώ!" είπε χαμογελώντας δειλά. Περιεργάστηκε το στολίδι με προσοχή, λες και του είχαν χαρίσει χρυσάφι.

"Με λένε Μάρτυ. Μένω εδώ δίπλα" συστήθηκε.

"Εγώ είμαι ο Μπιλ. Δεν έχω σπίτι" είπε ο ζητιάνος και κατέβασε το κεφάλι.

Ο γέρο-Μάρτυ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. Αν και ταλαιπωρημένος, δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε ίχνος από γένια στο πρόσωπό του. Φορούσε κουκούλα που έκρυβε τα μαλλιά του κι ήταν αδύνατος και αδύναμος. Ο γέρο-Μάρτυ έκατσε δίπλα του στο σκαλάκι.

"Τι συνέβη;".

Ο Μπιλ τον κοίταξε έκπληκτος. Μήνες είχε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνον.

"Ο πατέρας μου" είπε διστακτικά. "Από όταν πέθανε η μητέρα μου, έγινε άλλος άνθρωπος. Έπινε, έβριζε, με χτυπούσε. Έτσι έφυγα από το σπίτι".

"Πόσον καιρό είσαι στους δρόμους;".

"Έναν χρόνο, κύριε. Χριστούγεννα ήταν όταν έφυγα".

"Αυτό κι αν είναι σημάδι!" σκέφτηκε ο γέρο-Μάρτυ. Τότε του ήρθε η ιδέα. Θα αποδείκνυε ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν έχει προτιμήσεις. Εμείς το προσκαλούμε, εμείς το διώχνουμε. Πρότεινε στον Μπιλ να του κάνει το τραπέζι και να περάσουν μαζί το υπόλοιπο της γιορτινής ημέρας. Τα μάτια του Μπιλ άστραψαν! Δέχτηκε το χριστουγεννιάτικο δώρο με ευγνωμοσύνη. Ο γέρο-Μάρτυ αναγνώρισε αυτή τη λάμψη. Κοίταξε πέρα και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Το φάντασμα των Χριστουγέννων είχε φύγει.

Ο Μπιλ και ο γέρο-Μάρτυ πέρασαν μαζί τις γιορτές. Το χαμόγελο είχε γεννηθεί ξανά στις καρδιές τους. Ο Μπιλ έγινε για τον γέρο - Μάρτυ ο γιος που δεν είχε και ο γέρο - Μάρτυ αγάπησε τον Μπιλ περισσότερο κι από τον πραγματικό του πατέρα. Την επόμενη χρονιά, με τη βοήθεια του Μπιλ, ο γέρο - Μάρτυ άνοιξε ένα μαγαζί, όπου εκείνος και ο "γιός" του κατασκεύαζαν χειροποίητα στολίδια. Στην πόρτα του μαγαζιού, κρεμόταν εκείνο το πρώτο στολίδι που ο Μπιλ είχε δεχτεί από τα ευγενικά χέρια του θετού του πατέρα, εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Το πνεύμα των Χριστουγέννων (που τελικά κουβαλάμε μέσα μας) είχε φτιάξει ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Τι είναι οικογένεια;

24 Δεκεμβρίου, 2021

Οι γιορτινές μέρες μάς φέρνουν πάντα στον νου την έννοια της οικογένειας. Είναι τόσο παγιωμενη λέξη, που στο άκουσμά της, η εικόνα που μας έρχεται είναι συγκεκριμένη. Όμως, ανά τα χρόνια, έχει αποδειχθεί πως ένας πατέρας, μια μάνα, ένας αδερφός ή ένας συγγενής εν γένει μπορεί να γίνει ο τοξικότερος εχθρός μας. Το αίμα δεν εξασφαλίζει την απουσία ούτε των αρνητικών συναισθημάτων ούτε των επιβλαβών πράξεων.

Ετυμολογικά, η οικογένεια περιλαμβάνει τις έννοιες οίκος και γένος. Όμως, τι θα γινόταν, αν σπίτι μας θεωρούσαμε εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ο εαυτός μας και γένος μας τους ανθρώπους που εκπέμπουν στο ίδιο ψυχικό μήκος κύματος μ’ εμάς; Ίσως τότε η σημασία της λέξης ν’ άλλαζε κατά πολύ.

Η οικογένεια εμπεριέχει επίσης την έννοια της διάρκειας. Μας ακολουθεί από τη γέννηση μας έως τον θάνατο και μας δένει με αόρατα σχοινιά που είτε μας βοηθούν να νιώθουμε ασφάλεια στις ρίζες μας, είτε μας κρατούν αιώνια δέσμιους καταστάσεων. Εκείνος ο άγνωστος, όμως, ένα απόγευμα που από το πουθενά βρέθηκε κοντά σου, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό που σε απασχολεί, ένιωσε τον πόνο σου, έδωσε μια συμβουλή που σου άνοιξε τα μάτια και ελάφρυνε την καρδιά σου, θα μπορούσε άραγε να λογιστεί ως «προσωρινή οικογένεια»;

Τι είναι οικογένεια στην ουσία; Ας σκεφτούμε το εξής. Αν κατέρρεαν τα πάντα γύρω μας, ποιος θα ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι που θα σκεφτόμασταν; Σε ποιον θα τρέχαμε να βρούμε στήριξη; Ποιον θα προστατεύαμε πάση θυσία; Ποιος θα είχε τη δύναμη να μας σηκώσει στα πόδια μας; Ποιος έχει ανάγκη από την αγάπη μας στη ζωή του; Όλοι όσους σκεφτήκαμε απαντώντας, είναι η οικογένειά μας.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σε μια οικογένεια με καλοκάγαθους ανθρώπους, ευλογημένοι όσοι τους συνάντησαν στην πορεία της ζωής τους και αξιέπαινοι όσοι έχτισαν μια υγιή σχέση μαζί τους. Η οικογένεια είναι προσωπική υπόθεση. Εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να ταιριάζει, να συμπορεύεται, ν' αγαπά.

Η οικογένεια, με άλλα λόγια, είναι μια μεγάλη αγκαλιά που μας χωρά ψυχή τε και σώματι. Ένας αμνιακός σάκος εν ζωή που μας θρέφει και συντηρεί την ύπαρξή μας. Γι' άλλους είναι ο σύντροφος, τα παιδιά, οι γονείς, τ’ αδέρφια. Γι' άλλους οι φίλοι ή ένα κατοικίδιο. Δεν έχει σημασία αν έχει το ίδιο αίμα μ' εμάς, αν είναι άνθρωπος ή όχι, αρκεί να γεμίζει την καρδιά μας με τρυφερά αισθήματα και την ψυχή μας με ζεστασιά.

Ακόμα κι αν η οικογένειά μας είναι μακριά, η αγάπη είναι γνωστό πως δε γνωρίζει απόσταση. Η γνώση ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο για τον οποίον είμαστε σημαντικοί, αρκεί για να γεμίσει το κενό της προσωρινής απουσίας του. Αν πάλι έφυγε για το μακρύ ταξίδι, μας έχει αφήσει τον πολυτιμότερο θησαυρό. Ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε ειλικρινά. Αυτά είναι εφόδια στο σάκο του κάθε ανθρώπου που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να προχωρά. Όταν κάποιος που χάσαμε ήταν οικογένεια μας, θα είναι για πάντα. Στην πορεία θ’ αντιληφθούμε πως, χωρίς να το περιμένουμε, παρουσιάζονται στη ζωή μας άνθρωποι, όχι για ν' αντικαταστήσουν άλλους, αλλά για να διευρύνουν την οικογένεια μας, με όποια έννοια κι αν αυτή έχει. Είναι το συνεχές ταξίδι της αγάπης.

Αυτή τη θαλπωρή ας έχουμε όλοι φέτος τα Χριστούγεννα, αλλά και κάθε Χριστούγεννα. Μα αν γνωρίζουμε κάποιον που τη στερείται, ας γίνουμε η οικογένειά του έστω για λίγο, χαρίζοντας ένα χαμόγελο, αγάπη και μια αγκαλιά. Αν πάλι είμαστε εμείς σ' αυτή τη θέση, ας γίνουμε οικογένεια για τον εαυτό μας. Ας ξορκίσουμε τη μοναξιά, αυτό το αιώνιο φάντασμα των Χριστουγέννων που τρυπώνει όπου λείπει η οικογένεια κι ας αγκαλιάσουμε τις πληγές μας. Η μοναξιά φοβάται τον άνθρωπο που αγαπά και αποδέχεται τον εαυτό του και η ζωή τον ανταμείβει δίνοντάς του ευκαιρίες για ορθές επιλογές.

Καλά και οικογενειακά Χριστούγεννα με όσους αγαπά η καρδιά μας και μας αγαπούν με όλη τους την ψυχή!

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.