Tag

ταξίδι

Γλυκόξινο και πρόζα

25 Ιανουαρίου, 2026

Στεκόταν στην ουρά στα Dairy Queen και περίμενε υπομονετικά να παραγγείλει το περίφημο παγωτό με πράσινο τσάι και κόκκινα φασόλια. Είχε βάλει στοίχημα πως αυτό το ταξίδι δε θα ήταν απλά ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσε, αλλά και μια ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του, ακόμα και τα γευστικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Σιχαινόταν τα φασόλια κι από ροφήματα, έπινε αποκλειστικά και μόνο καφέ κι αυτόν σκέτο. Εδώ όμως όλα ήταν αλλιώς. Τόσα μίλια μακριά από την πατρίδα, σ’ έναν τόπο τόσο διαφορετικό από την Αθήνα, όλα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε να υποδυθεί έναν άλλον εαυτό. Να εξερευνήσει όσα είχε μέσα του. Κανείς δε θα τον παρεξηγούσε, κανείς δε θα τον έκρινε, γιατί κανείς δεν τον γνώριζε. Κι αυτή η αίσθηση ανυπαρξίας που του έδινε η ανωνυμία ήταν σχεδόν ηδονική. Σαν την πρώτη ανάσα του νεογέννητου. Tabula rasa κι ο δρόμος μπροστά αδιάβατος. 

Οι άνθρωποι γύρω του βούιζαν σαν πολυάσχολες μέλισσες. Ένιωθε παράταιρος ανάμεσά τους. Ξένος. Μα μήπως δεν ήταν; Θυμήθηκε τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου εξομολογούνταν στους κολλητούς του πως δεν ταίριαζε σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξωγήινος ήταν. Ναι, εξωγήινος. Εκείνοι τον πείραζαν, λέγοντάς του να παρκάρει καλύτερα το διαστημόπλοιό άλλη φορά, μη φάει καμιά αστρονομική κλίση. Ο Ηλίας… τι να κάνει άραγε; Του έχει λείψει το χιούμορ του. Εξαφανίστηκε κι αυτός, όπως όλοι οι φίλοι που παρασύρονται από το ποτάμι που λέγεται ζωή. Ο Διονύσης…το golden boy! Ποιος το περίμενε πως ο οπαδός του Μαρξ και του Λένιν, ο απόστολος του κομμουνισμού, που μοίραζε με πάθος τα φυλλάδια με το σφυροδρέπανο στη σχολή, θα κατέληγε χρηματιστής! Πώς αλλάζει τον άνθρωπο το χρήμα! Μπαίνει σαν το σαράκι στο μυαλό του, τρώει σιγά σιγά νοοτροπίες και πεποιθήσεις κι ύστερα χτίζει τον θρόνο του, εγκαθίσταται κι άντε να το εκθρονίσεις! 

Άλλαξαν οι φίλοι του. Ίσως είχε έρθει κι η δική του ώρα. Ο Γιώργος πήρε το παγωτό στο χέρι, πλήρωσε και στάθηκε πιο πέρα, διστάζοντας να δοκιμάσει. Πρώτα το μύρισε. Δεν τον αηδίαζε η μυρωδιά του. Θετικό αυτό. Έκοψε μια μικρή κουταλιά. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν έκανε τόσο δρόμο για να δειλιάσει μπροστά σε ένα παγωτό! Έβαλε το κουτάλι στο στόμα. Πιπίλισε την πράσινη κρέμα κι άφησε τη γλώσσα του να εξερευνήσει τη γεύση. Δεν ήταν άσχημη! Ξεκίνησε να περπατάει τρώγοντας το παγωτό, σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα. 

Οι ταμπέλες με τα ιδεογράμματα δεξιά κι αριστερά τον έκαναν να νιώθει αναλφάβητος. Εκείνος, ο φιλόλογος, ο σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία, ήταν σαν τον επιστήμονα που διαπιστώνει πόσο απέχει η θεωρία από την πειραματική απόδειξη και κατεβαίνει από το βάθρο της μεγαλομανίας του.  Πόσο του άρεσε αυτή η αίσθηση μικρότητας! Έμοιαζε με τους μαθητές τους. Άλλο ένα ξεβόλεμα που ήθελε να δοκιμάσει. Κάθε λίγο έβγαζε το λεξικό του από την τσέπη και προσπαθούσε να μάθει να συλλαβίζει το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «θα ήθελα μια μερίδα spring rolls». 

Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο Πεκίνο και να μη δοκιμάσει spring rolls! Αυτή θα ήταν μια ευχαρίστηση που θα επέτρεπε στους γευστικούς του κάλυκες. Τα ζυμαρένια ρολάκια με τα λαχανικά, βουτηγμένα στη γλυκόξινη σάλτσα, ήταν η αδυναμία του. Καλό και το σουβλάκι, καλή κι η πίτσα και το μπέργκερ, αλλά τα spring rolls… άλλο πράμα! Το ίδιο και η όπερα. Στην Αθήνα, πάντα επισκεπτόταν το Μέγαρο Μουσικής, όταν ανέβαινε κάποια γνωστή οπερέτα. Αγαπούσε την πρόζα. Ο συνδυασμός χιούμορ και μουσικής ερέθιζε το μυαλό του και τον ψυχαγωγούσε. Στο ξενοδοχείο, του είχαν επαινέσει δεόντως την Όπερα του Πεκίνο. Γνώριζε πως η κινεζική όπερα διαφέρει κατά πολύ από την ευρωπαϊκή. Το τραγούδι και η απαγγελία συνδυάζεται με  χορό και ακροβατικά και το έντονο μακιγιάζ, σε συνδυασμό με τα συμβολικά κοστούμια των καλλιτεχνών, αποπνέουν μια αίσθηση υπερβολής. Θα πήγαινε το απόγευμα το δίχως άλλο. 

Μπήκε στην αίθουσα του θεάτρου με την κόκκινη είσοδο και κάθισε στη θέση του, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Προτίμησε την υπηρεσία των υποτίτλων για να μπορεί ν’ ακούει αυτούσιες τις φωνές των ερμηνευτών. Το πρωτότυπο μεταδίδει πάντα πιο καθαρά το συναίσθημα. Κι εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να νιώσει. 

Η παράσταση ξεκίνησε. Ο Γιώργος παρακολουθούσε μαγεμένος. Τις λεπτές κινήσεις, τις ανεπαίσθητες εκφράσεις. Πρώτη φορά τις παρατηρούσε. Επιβράδυνε τη σκέψη του για να τις δει, να τις αντιληφθεί, να τις συναισθανθεί. Η πλοκή εκτυλισσόταν με προβλέψιμο τρόπο, όμως για τον Γιώργο ήταν συγκλονιστική. Η υπερβολή τον παρέσυρε. Τον έπιασε από τους ώμους και τον πέταξε σε μια θύελλα συναισθημάτων που μαινόταν αδάμαστη μέσα του. Κι ύστερα ήρθε η κορύφωση, με την ένταση της μουσικής να φτάνει στο ζενίθ. Οι κινήσεις έγιναν πιο ζωηρές, πιο έντονες κι οι ερμηνευτές ακροβατούσαν μεταξύ τέχνης και θανάτου. Γιατί τι είναι η ζωή χωρίς τέχνη; Παύση. Συγκίνηση. Τέλος. Χειροκρότημα. 

Γύρισε στο ξενοδοχείο γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα. Η θύελλα ξέσπασε σε δάκρυα που δε σταματούσαν. Πρώτη φορά τα ζούσε όλα αυτά. Πρώτη φορά ζούσε. Τη λύπη, την ευδαιμονία, τον θυμό, την προδοσία, την απόγνωση, τη λύτρωση. Απαλλαγμένος από τις άμυνες που τον απέτρεπαν τόσα χρόνια να νιώσει τις δικές του πίκρες και χαρές. Τις άμυνες που τον είχαν κλείσει σε μια τζαμαρία άθραυστη και πίσω της παρακολουθούσε τη ζωή του να κυλά δίχως εκείνον κι εκείνη, τη μόνη του αγάπη, να χάνεται, χωρίς προειδοποίηση. Τώρα την καταλάβαινε. Τα παράπονά της, τον αγώνα της να κρατήσει τη σχέση τους ζωντανή, τη φυγή της. Έτσι ξαφνικά έφυγε κι εκείνος γι’ αυτό το ταξίδι. Λίγο από αντίδραση και πολύ από τον πόνο που δεν άντεχε ν’ αντιμετωπίσει. Μα εδώ, τώρα, καθισμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο του Πεκίνο, χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή του κι εκείνην, όλα έβγαζαν νόημα. Θέλει απόσταση το δάκρυ για να κυλήσει. Να κρυώσει η απώλεια.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Η φυγή

Σαγηνευτική δύναμη με καλεί σαν τον δραπέτη
Να τρέξω, ν’ απομακρυνθώ, να χαθώ.
Σ’ έναν κόσμο πιο φιλόξενο
για την πληγωμένη ευαισθησία μου.
Δε μου υπόσχεται ακριβή προορισμό.
Μια ασαφή ιδέα για πυξίδα μόνο.
Τριγύρω όλα ξένα με αύρα εχθρική.
Από τ’ ασήμαντα ως τα πιο ουσιώδη.
Αναταράσσουν με τις δονήσεις τους
την ήδη ταραγμένη ψυχή μου.
Δε χωρά κανέναν και τίποτα αυτή τη στιγμή.
Μόνο εκείνην που με την προστατευτική της χροιά
με καλύπτει.
Λόγια στριμωγμένα στο μυαλό μου,
αδιάλειπτα κι ακατανόητα, βαραίνουν την καρδιά.
Πονάω.
Μόνο αυτή μου μένει.
Με καλεί σαν θεραπεία που γνωρίζω πως δεν είναι.
Ποθώ να βουτηχτώ στη δειλία μου, παρά να σταθώ.
Αυτή τη στιγμή που απουσιάζει το κουράγιο.
Ίσως αργότερα, κάπου ανάμεσα σ’ ένα όμορφο θέαμα,
σε μια όμορφη σκέψη ή λέξη να το βρω.
Μα τώρα χάνομαι κι εκείνη με περιμένει.
Μιλά ψιθυριστά μέσα στο μυαλό μου σαν ερωμένη.
Μουδιάζει τη σκέψη μου.
Σχεδόν δεν αισθάνομαι.
Δε θα μου δώσει απαντήσεις,
δε θα μου βρει λύσεις.
Ίσως στο ταξίδι τις βρω κρυμμένες
στην εναλλαγή παραστάσεων.
Προς το παρόν υπακούω στην ορμητική της έλξη.
Δεν περιμένω τίποτα.
Δεν επιθυμώ τίποτα.
Μονάχα εκείνη.
Με καλεί.
Με περιμένει.
Η φυγή από τον επώδυνο βάλτο των πληγών.

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Για πάντα

Να προτιμάς να σ'αγαπά με την αγκαλιά, το φιλί, το χάδι, το χαμόγελο.
Αυτή είναι η γλώσσα της καρδιάς που μιλά την αλήθεια.
Τα λόγια είναι επισκέπτες των στιγμών.
Πάνε κι έρχονται.
Αυτά που νιώθεις χτίζουν το "για πάντα".
Εκείνο το "για πάντα" που γεμίζει με ευτυχία τις μέρες σου.
Όχι επειδή θα διαρκέσει,
μα επειδή ταξιδεύει μέσα στον χρόνο τους συνεπιβάτες που το επέλεξαν.
Κι αυτό…είναι το ομορφότερο ταξίδι.
Μια βάρκα το "για πάντα" κι εμείς οι ευτυχισμένοι ναυαγοί μες στο σκαρί της.

Δυο – τρία βήματα

Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος μπροστά σου άδειος.
Καινούριος κι αδιάβατος.
Πόσο τρομακτικό είναι το άγνωστο!
Κι όμως η αλλαγή από το σκληροτράχηλο μονοπάτι σου,
φαντάζει τόσο ποθητή στην ψυχή σου.
Κάνεις ένα βήμα.
Καμία αλλαγή.
Κάνεις και δεύτερο.
Τα ίδια.

Μα ποιος σου είπε ότι δυο τρία βήματα φτάνουν να διανύσουν
μια απόσταση από την αρχή ως το τέλος;
Τίποτα στη ζωή δε σου χαρίζεται με δυο τρία βήματα.
Τίποτα που να μένει μόνιμο, κεκτημένο μέσα σου.
Θέλει πόλεμο η ζωή.
Χρειάζονται πολλές νίκες για να γίνουν τα απαραίτητα βήματα.

Κανείς δρόμος τόσο μικρός, όσο δυο τρία βήματα.
Όλα μακριά κι όλα σε απόσταση. 
Πόσο παρήγορο μέσα στη δυσκολία του όμως,
το ότι είναι στο χέρι σου να τραβήξεις μπροστά. 
Να σταθείς στα πόδια σου και απλά να προχωρήσεις.
Χωρίς δεκανίκια.
Χωρίς ανασφάλειες.
Χωρίς βαρίδια να σε τραβούν πίσω.
Χωρίς φόβο.
Το κεφάλι είναι για να κοιτά μπροστά
και τα πόδια για να σε στηρίζουν. 
Την κατεύθυνση την έχεις στα χέρια σου.
Εσύ κρατάς τον χάρτη της ζωής σου.

Όσο για την καρδιά…
Εκείνη απλά ακολουθεί. 
Την παίρνεις μαζί σου με τις πληγές της,
τα σημάδια της, τις δικές της αγάπες.
Κάνει κι αυτή τις επιλογές της.
Τους απολογισμούς της.
Θα μάθει.
Θα θεραπευτεί.
Είναι ευπροσάρμοστη η καρδιά.
Πιο ευπροσάρμοστη από το μυαλό.
Η καρδιά δεν υπακούει σε συνήθειες.
Ξέρει μόνο από δύναμη.
Κι αν τα πόδια σου σε τραβήξουν μπροστά, θα ακολουθήσει.
Αρκεί το μυαλό σου να θέσει ως στόχο τον προορισμό του χάρτη.
Να χαράξει πορεία χωρίς παρελθόν.

Και τότε η απόσταση από την αρχή ως την αλλαγή θα σου φανεί όσο δυο τρία βήματα.
Γιατί τελικά, υπάρχει μια απόσταση που μετράει μόνο τόσο.
Το μυαλό από την καρδιά…
Δυο τρία βήματα είναι μόνο.


Ο ξενιτεμένος Οδυσσέας

4 Απριλίου, 2019

Το ταξίδι του μεγάλο
μα οι ελπίδες λιγοστές
να γνωρίσει την πατρίδα
να γιατρέψει τις πληγές

Λαιστρυγόνες και Σειρήνες
βρίσκει πάντοτε μπροστά
και η θέα της Ιθάκης
φεύγει όλο πιο μακριά

Τα φτερά του τα τσακίζουν
ατυχίες κι αναποδιές
κι απεχθάνεται να βλέπει
πίσω από κενές ματιές

Το ανάστημα ορθώνει
λίγο αν τύχει και του πουν
πως θα φτάσει, θα γυρίσει
εκεί που μόνο αγαπούν

Έχει μέσα φυλαγμένο
μυστικό μες την καρδιά
νόστο που κρατά κρυμμένο
καλοσύνη κι ανθρωπιά

Οδυσσέα ξενιτεμένε
με τον νόστο στην καρδιά
την Ιθάκη δεν την φέρνει
Πηνελόπης αγκαλιά

Πηνελόπη ειν’ η καρδιά σου
που κρατά το μυστικό
και Ιθάκη η αγάπη
στο γέλιο σου το παιδικό

Μέσα σου ό,τι ζητήσεις
αν το ψάξεις θα το βρεις
κανενός την ευτυχία
δεν την έφτιαξε κανείς.

Γι’ αυτό πάψε να πλανιέσαι
και ταξίδεψε απλώς
και θα δεις ο προορισμός σου
σε οδηγεί πάντα εντός.

Η ψυχή ένα ταξίδι

Άδεια γίναν τα ταξίδια μας.
Μια μεταφορά από το ένα μέρος στο άλλο.
Διαδικαστικά, σε μια θέση ανώνυμη
μέσα σε ξένο μέσο μεταφοράς.
Τίποτα το οικείο.
Οι ενδιάμεσοι σταθμοί αδιάφοροι.
Ούτε μαθήματα, ούτε απόλαυση.
Υπάρχουν μόνο ως προορισμός των άλλων.
Η μισή μας ζωή μια αναμονή
για τη μεταφορά από την αφετηρία στον προορισμό.
Είτε ίδιο είτε διαφορετικό, εξίσου ανούσιο.
Χάθηκαν πια οι Ιθάκες.
Χάθηκε ο νόστος.
Όλα άνοστα.
Όλα μια μεταφορά κι η ειλικρίνεια της κυριολεξίας ξένη.
Η μισή ζωή μας με ξένους απέναντι και σε απόσταση.
Κορμιά που αγγίζονται, περιφέρονται, μετακινούνται.
Λικνίζονται στη συνήθεια.
Κουβαλούν ψυχές που διψούν για το ταξίδι.
Από τον εαυτόν στον πλησίον κι από τον πλησίον στον εαυτό.
Αφετηρία και προορισμός με την ίδια ουσία.
Άφιξη κι επιστροφή με άδειες αποσκευές.
Επιλογές που υφαίνουν τη μοίρα με νήματα ψυχής.
Γιατί και η ψυχή ένα ταξίδι είναι.

Πλανόδια καρδιά

25 Ιουλίου, 2016

Κάθε που φυσά άνεμος εκεί γυρνώ
σ’ άδεια κύματα πάντα ταξιδεύω.
Σφαίρα από γυαλί με γυρνά στο παρελθόν
μοίρα στοργική σ’ αγκαλιά γυρεύω.

Έχω για πατρίδα
μία τόση δα
πλανόδια καρδιά.

Ρίζες που πατούν σ’ ένα έδαφος ρηχό
μόλις απλωθούν να κοπούν παλεύω.
Πόρτα που κρυφά την ανοίγω για να βγω
από τη ζωή κι άλλο φως γυρεύω.

Έχω για πατρίδα
μία τόση δα
πλανόδια καρδιά.

Μα έχω μια ψυχή με ρίζα από ουρανό,
κανείς δε θα μου πει τι αξίζω εγώ.

Έχω για ασπίδα,
μία τόση δα
ελεύθερη καρδιά.

H εξομολόγηση του Οδυσσέα

24 Νοεμβρίου, 2014

Στων Φαιάκων το νησί
ταξιδεύει άγρυπνο πουλί.
Μήνυμα φέρνει από τη θεά
πως τελειώνουν πια τα βάσανα.

Τώρα έφτασε ο καιρός
για να γίνει απολογισμός.
Ποια ήταν της ζωής παθήματα
για να γίνουν πια μαθήματα.

Αχ Θιάκι πως βαστώ
λίγο αν μένει μόνο
πάνω στο έδαφός σου
να ξαναβρεθώ
ποσό σκοτεινή
φαίνεται η νύχτα
μία μέρα μόνο
πριν το γυρισμό.

Στων Κυκλώπων τη σπηλιά
φήμη κι εξουσία μόνος τύφλωσα.
Νίκησα απληστία και οργή
απ’ της Κίρκης το χρυσό ραβδί.

Μες του Άδη τον γκρεμό
παρελθόν και μέλλον συναντώ.
Νύφη την Καλυψώ αρνήθηκα
η αθανασία μη γενεί συνήθεια.

1 2