Tag

θέληση

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν προσπαθώ, άρα δε θέλω

30 Νοεμβρίου, 2019

Μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του ανθρώπου είναι η θέληση. Όταν θέλουμε πολύ να καταφέρουμε κάτι, επιστρατεύουμε όλες τις ικανότητες μας για να το επιτύχουμε. Αυτή η διαδικασία συσσώρευσης των αποθεμάτων ενέργειας μας σε ένα συγκεκριμένο στόχο είναι παράλληλα κατάσταση εξέλιξής μας.

Αυτό συμβαίνει, διότι η επίτευξη του σκοπού μας γίνεται κίνητρο να πράξουμε πολλές φορές υπερβαίνοντας τις δυνάμεις μας. Τα όρια των ικανοτήτων μας αυξάνονται, αναιρώντας με αυτόν τον τρόπο τη δικαιολογία «δεν μπορώ».

Αν καταφέρουμε να μεταφράσουμε μέσα στο μυαλό μας το «δεν μπορώ» σε «δεν προσπαθώ», θα αντιληφθούμε πως είμαστε εμείς οι ίδιοι που σαμποτάρουμε τον εαυτό μας. Μειώνουμε την αυτοπεποίθησή μας, αποθαρρυνόμαστε και εν τέλει απογοητευόμαστε, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη θέληση.

Ο βασικότερος λόγος που χρησιμοποιούμε το «δεν μπορώ» ως άγκυρα και αρνούμαστε να απομακρυνθούμε από το λιμάνι της βολής μας, είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι γι' αυτό που θέλουμε. Πόσες φορές δισταγμοί, αμφιβολίες, δεύτερες σκέψεις μας κράτησαν πίσω, αφήνοντας όλους τους γύρω μας να πιστεύουν ότι δε θέλαμε αρκετά αυτό που χάσαμε ή δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε; Το να γνωρίζουμε τι πραγματικά θέλουμε είναι από τις γνώσεις που διδάσκονται μόνο στη σχολή της ζωής.

Από την άλλη πλευρά, δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι θέλουμε. Υπάρχουν άλλες δύο παράμετροι που είναι εξίσου σημαντικές για να εξασφαλίσουμε την ευτυχία μας. Η πρώτη είναι να είμαστε βέβαιοι ότι αυτό που θέλουμε είναι και αυτό που χρειαζόμαστε. Η δεύτερη είναι πως αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε δεν επεμβαίνει στην ελευθερία των άλλων. Μα πόσο εύκολο είναι να είμαστε πάντα σίγουροι για τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, αλλά και για την ωφελιμότητα αυτών; Όσο εύκολο είναι να είμαστε σίγουροι για οτιδήποτε σε αυτή τη ζωή, θα έλεγα.

Μέσα στη δυσκολία όμως του κύκλου «επιθυμώ, χρειάζομαι, μπορώ», εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το «προσπαθώ». Εδώ, λοιπόν, επιστρέφουμε στο θέμα της θέλησης που είναι και ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξης μας.

Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν προσπαθώ, άρα δε θέλω. Μα αν ο άνθρωπος είναι ικανός για τα μεγαλύτερα καλά, δεν είναι κρίμα να επιλέγει να μην τα πράττει; Η τελευταία ερώτηση ας γίνει τροφή για σκέψη. Ποιά η ευθύνη αυτού που δε θέλει, αλλά μπορεί να κάνει κάτι, όταν αυτό θα μπορούσε να είναι ωφέλιμο για όλη την ανθρωπότητα;

Από τον μακρόκοσμο στον μικρόκοσμο και το αντίστροφο, η θέληση είναι εκείνο το μικρό ηλεκτρόνιο που δίνει την απαραίτητη ενέργεια για να κινηθεί κάθε ενεργητικό άτομο που προσπαθεί να βρει τη θέση του σε αυτό το σύμπαν.

Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.