By

Φωτοσταλίδα

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι

11 Νοεμβρίου, 2020

Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 

Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα. Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 

Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα και την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 

Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε «Σιγά! Θα με σκάσεις!» Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα! Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 

Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τ’ αυτάκια του. Το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τα πολλά ζουλήγματα και τους άπειρους παιδικούς ύπνους που μοιραστήκατε αγκαλιά.

 «Σου έχω μια έκπληξη, φίλε μου!» του είπες και χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. Το αγκάλιασες σφιχτά σαν να ένιωθες τη χαρά του. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα! Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου!

Μετάνοια και συγχώρεση: δυο θεμέλιοι λίθοι των ανθρωπίνων σχέσεων

4 Νοεμβρίου, 2020

Μια αρετή που αναμφίβολα αξίζει να καλλιεργήσει ο άνθρωπος είναι η συγχώρεση του εαυτού. Αναφέρεται ως αρετή, διότι η αναγνώριση, η κατανόηση και, εν τέλει, η αποδοχή ενός λάθους που έχουμε κάνει είναι ένα από τα πιο δύσκολα σκαλοπάτια που μπορούμε να χτίσουμε προς την αυτογνωσία.

Πολλές φορές, δε φτάνει απλά να παραδεχθούμε πως κάναμε κάτι λάθος, πως πληγώσαμε κάποιον ή ακόμα χειρότερα πως τον βλάψαμε. Η κατανόηση της αιτίας που μας έφτασε ως την επίμαχη πράξη είναι πολύ πιο σημαντική, διότι μας βοηθά να υπολογίσουμε τις ευθύνες μας και να ζυγίσουμε ορθά τις συνέπειες τους.

Η παράθεση δικαιολογιών που απλά θα ελαφρύνουν τη θέση μας, σαν να προσπαθούσαμε να καλοπιάσουμε τον δικαστή που θα βγάλει την ετυμηγορία, προφανώς και δεν επαρκεί. Ο πραγματικός κριτής είναι στην ουσία η συνείδηση μας, την οποία δεν μπορούμε να ξεγελάσουμε, όσο κι αν πασχίσουμε να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας. Η συνείδηση «δεν παίρνει» από λογικοφανή επιχειρήματα, παρά μόνο από καθαρό αίσθημα και πράξεις μετάνοιας.

Το δυσκολότερο και τελευταίο βήμα μετά την αναγνώριση, κατανόηση και αποδοχή είναι η συγχώρεση. Εμπεριέχει την προθυμία να βάλουμε μέσα μας το λάθος καθαρό από συναισθηματικά φορτία και εγωιστικές αποχρώσεις και να το εναποθέσουμε στην καρδιά μας ως μάθημα. Ως παράδειγμα προς μελλοντική αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων. Αυτό είναι και το νόημα της μετάνοιας.

Τα λάθη των άλλων είναι πάντα πιο ευδιάκριτα στα μάτια μας και είμαστε συνεχώς έτοιμοι να τα βάλουμε στο στόχαστρο και να τα κρίνουμε με μεγαλύτερο ζήλο από ότι τα δικά μας. «Η καμήλα δεν βλέπει την καμπούρα της» λέει η παροιμία και αναφέρεται σε αυτό ακριβώς.

Στην πραγματικότητα, τα λάθη που διακρίνουμε πιο άμεσα στους άλλους είναι εκείνα που δεν μπορούμε να δούμε και να αποδεχθούμε ότι κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Γι’ αυτό και μας ενοχλούν. Είναι ζιζάνια που προβάλλονται στις πράξεις των άλλων, ενώ έχουν τη ρίζα τους μέσα μας.

Ας δούμε, λοιπόν, και την άλλη πλευρά. Έρχεται η στιγμή που ένας άνθρωπος που αγαπάμε κάνει ένα «ασυγχώρητο» σφάλμα από εκείνα που θεωρούμε ανεπανόρθωτα. Πρώτη αντίδραση σαφώς η άρνηση, η οποία δίνει τη σκυτάλη στον εγωισμό, που ως συνήγορός μας σπεύδει να διεκδικήσει το δίκιο μας.

Το θύμα μετατρέπεται σε θύτη που αρχίζει να πληγώνει αδιακρίτως και ο θύτης γίνεται το θύμα που δέχεται τα πυρά. Ένας φαύλος κύκλος φαινομενικής εξιλέωσης ξεκινά, ενώ στην ουσία αυτό που επιτυγχάνεται είναι η καταρράκωση και των δυο και ο θρίαμβος του εγωισμού. Η συνέχεια εξαρτάται πάντα από τις διαθέσεις του παθόντος και τις πράξεις του σφάλλοντος.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως ο άνθρωπος, που μέχρι πριν το ασυγχώρητο, αγαπούσαμε, μετανοεί αληθινά και επιθυμεί να επανορθώσει. Η ερώτηση που προκύπτει είναι κατά πόσον θα αφήσουμε τις αμφιβολίες να πνίξουν την αγάπη που μέχρι τότε ορκιζόμασταν πως νιώθουμε ή θα στηριχθούμε στη δύναμή της για να δώσουμε στον άνθρωπό μας μια ευκαιρία να σταθεί ξανά στα πόδια του. Ας μην ξεχνάμε ότι για να φτάσει ένας άνθρωπος στη μετάνοια, έχει περάσει από τον πόνο του να κατηγορήσει ο ίδιος πρώτος τον εαυτό του για το λάθος του.

Είτε πρόκειται για τον εαυτό μας είτε για κάποιον άλλον, η διαδικασία είναι η ίδια. Είτε είμαστε άνθρωποι που συγχωρούν εύκολα, είτε δυσκολεύονται να εμπιστευτούν για να συγχωρήσουν, όλα ξεκινούν από το πώς φερόμαστε στον εαυτό μας.

Αν είμαστε ενοχικοί, συγχωρούμε αναλαμβάνοντας το φταίξιμο. Αν είμαστε αυστηροί, απαιτούμε το αλάθητο. Ως αδιάφοροι, αγνοούμε τα σφάλματα μας και τις συνέπειές τους στους άλλους μέχρι να μας θίξουν και ως ελαστικοί, ρισκάρουμε με καταστροφικές συνέπειες για τα στοιχεία της ζωής μας που αξίζουν.

Αν, όμως, αντιμετωπίζουμε τα λάθη μας με αγάπη και κατανόηση, μπορούμε να συγχωρήσουμε οποιονδήποτε έσφαλε και μετανόησε.

Δε φτάνει, λοιπόν, η πρόθεση μετάνοιας ή η έμπρακτη απόδειξη αυτής για να διασωθεί μια ανθρώπινη σχέση. Είτε είναι ερωτική, είτε συγγενική, είτε φιλική. Ποτέ δεν εξαρτάται από τον έναν. Χρειάζεται να είναι και ο άλλος εξίσου πρόθυμος να συγχωρέσει και να βάλει την πίστη του στον άνθρωπο που γνωρίζει πάνω από φόβους και αμφιβολίες. Να εκτιμήσει τον αγώνα του άλλου να μην απορροφηθεί από το σφάλμα του και τη θέλησή του να διασώσει αυτό που θεωρεί πολυτιμότερο, ακόμα κι αν πάνω στο λάθος του το υποτίμησε.

Ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην αυτογνωσία και τη συγχώρεση εαυτού και άλλων είναι αυτός της ειλικρίνειας. Μόνο η ειλικρινής αντιμετώπιση μπορεί να καθαρίσει το φορτίο ενός λάθους και να του προετοιμάσει την οδό προς την επανόρθωση. Ο πόνος που περιλαμβάνει ίσως μοιάζει αφόρητος, αλλά αξίζει τον κόπο, όπως κάθε τι που γεννιέται αξίζει τον μόχθο της γέννας του.

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Αν μ’αγαπάς, να με προσέχεις

Αν μ' αγαπάς...
Σε μια υπόθεση ακουμπώ δειλά την ελπίδα μου.
Αν...
Από δυο γράμματα εξαρτάται η αγάπη σου.
Να με προσέχεις.
Μια επιθυμία της ψυχής μου.
Να...
Σε δυο γράμματα κλείνω την καρδιά μου και στη δωρίζω.
Δεν είναι απαίτηση.
Όταν αγαπά πραγματικά η καρδιά, δε ζητά για να πάρει.
Μονάχα συμβουλή είναι.
Αν μ' αγαπάς, να με προσέχεις.

Το κολαστήριο των τύψεων ως σκαλοπάτι προς την αυτογνωσία

13 Οκτωβρίου, 2020

Μικρές θεότητες εγκατεστημένες μέσα στη συνείδησή μας, οι Ερινύες συναντώνται και ως τύψεις ή ενοχές. Όπως και να τις ονομάσουμε, ο ρόλος τους είναι σαφής. Μας καταδιώκουν και μας τιμωρούν ανελέητα, έπειτα από κάθε κρίμα μας. Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για ένα λογισμικό που εγκαταστάθηκε κατά τη δημιουργία του ανθρώπου για να διαβεβαιώσει την εξέλιξη του. Η τιμωρία τους δεν είναι εμφανής κι ίσως να είναι η πιο δίκαιη που γνώρισε ποτέ το ανθρώπινο είδος.

Ως εσωτερική Θεία δίκη, μας επαναλαμβάνουν το «έγκλημά» μας με κάθε του αποτρόπαιη μορφή κι ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Είναι εκείνη η φωνή της συνείδησης, όπως λέμε, που παραμερίζει βασανιστικά τον ύπνο και αναλύει επιμελώς και αδιάκοπα το λάθος. 

Η προϋπόθεση για να εμφανιστούν και να σε ταλανίσουν δεν είναι το διαπραχθέν λάθος. Το βασικότερο είναι να έχεις συνείδηση. Να έχεις αφήσει έστω ένα κομμάτι της καθαρό, ώστε να έρθουν και να φωλιάσουν. Οι τύψεις δεν αγαπούν τη βρομιά. «Τίπτουν» το σκοτάδι και το καθαρίζουν με φως και αλήθεια.

Στην απαλλαγή από τις ενοχές φτάνεις από δυο δρόμους. Ο ένας είναι η αναισθησία. Η επιλογή να αγνοήσεις κάθε ίχνος τους. Παγώνεις τη συνείδησή σου, αποβάλλεις κάθε ανθρώπινο στοιχείο που σου έχει απομείνει και μετατρέπεσαι σε ένα ανθρωπόμορφο κτήνος. Φυσικά, στο δρόμο του χαμού ακολουθούν το συναίσθημα και η λογική.

Ο δεύτερος δρόμος είναι της συγχώρεσης και της αυτογνωσίας. Είναι αυτός στον οποίον αποσκοπούν οι ενοχές, καθώς στην πραγματικότητα δεν επιζητούν το χαμό σου, όσο βασανιστική κι αν είναι η παρουσία τους.

Οι ίδιοι οι διώκτες σου είναι και η ποινή που εκτίεις. Η ηθική ποινή. Αυτό το βασανιστήριο του να μην μπορείς να ηρεμήσεις και οι σκέψεις να τριγυρίζουν συνεχώς στην πράξη που δεν έπρεπε να κάνεις. Να χάνεσαι σε ένα βάλτο υποθέσεων και να βουλιάζεις ολοένα και περισσότερο. 

Πριν αποφασίσεις να το διαχειριστείς, προσπαθείς με το μυαλό σου να πλάσεις σενάρια με το πώς θα μπορούσες να μην το είχες κάνει, περισσότερο από το τι θα κάνεις τώρα για να το διορθώσεις. Όσο πιο βαρύ το αδίκημα, τόσο πιο μεγάλο το διάστημα των ενοχών και τόσο πιο βαρύ το φορτίο.

Η δικαιοσύνη κρίνεται από το αποτέλεσμα. Στον παράδεισο της καθαρής συνείδησης φτάνεις μόνο με αγώνα στο κολαστήριο των τύψεων. Έρχεται, λοιπόν, η στιγμή που οι ενοχές σε έχουν πείσει να βγάλεις την ετυμηγορία και να κρίνεις εαυτόν ένοχο. Να παραδεχτείς και να αποδεχτείς. Έπεται η συγχώρεση, που είναι και το δυσκολότερο βήμα. 

Αν καταφέρεις να συγχωρήσεις τον εαυτό σου, χωρίς να καταφύγεις στην ελκυστική παγίδα της δικαιολογίας, είναι βέβαιο πως έχεις φτάσει ένα βήμα πιο κοντά στην αυτογνωσία. Κατάλαβες τι σε οδήγησε εκεί, τι σε παραπλάνησε, τι σε γοήτευσε. Μαθαίνεις τις αδυναμίες σου που έγιναν έδαφος για την πράξη σου. 

Η κατανόηση ενός λάθους είναι η μισή διόρθωσή του. Η συνείδηση έχει ήδη ελαφρύνει και ως ηθικό χρέος, το μόνο που μένει είναι μια έμπρακτη «συγγνώμη» στον αδικηθέντα, αν αυτό φυσικά είναι εφικτό. 

Το σημαντικότερο επίτευγμα των τύψεων, όμως, είναι η μετάνοια που εξασφαλίζει πως δεν θα επαναληφθεί το ίδιο λάθος. Επειδή πήρες το μάθημα σου. Επειδή έδιωξες το λάθος και το αντικατέστησες μέσα σου με αγάπη. Και τον άνθρωπο που μαθαίνει την αγάπη από τα λάθη του, τον συγχωρεί κι ο ίδιος ο Θεός.

Ο θάνατος της μοναξιάς

13 Σεπτεμβρίου, 2020

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγκαλιά. Κάθε που ξημέρωνε άνοιγε για να χωρέσει όλον τον κόσμο. Ήταν το καταφύγιο κάθε πονεμένου, κουρασμένου, ευτυχισμένου. Έπαιρναν δύναμη κι έφευγαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τα βράδια μόνο έκλεινε για ν' αγκαλιάσει τη μοναξιά. Εκείνη που όλη μέρα δεν τολμούσε να πάει κοντά της και να ζητήσει μερίδιο.

Η αγκαλιά γνώριζε την υπερηφάνεια τη μοναξιάς, γι' αυτό, κάθε που νύχτωνε, την πλησίαζε διακριτικά και την έκλεινε μέσα της, λίγο πριν κοιμηθεί. Εκείνη τη στιγμή που την είχε περισσότερη ανάγκη. Λίγο πριν τα βλέφαρα βαρύνουν. Τότε που οι σκέψεις ζωντάνευαν και σαν φαντάσματα στοίχειωναν την καρδιά.

Η αγκαλιά απάλυνε το βάσανο της μοναξιάς κι έπειτα την παρέδιδε στον Μορφέα. Έτσι της έσωζε τη ζωή κάθε βράδυ. Δείχνοντάς της πως ο θάνατος της αξίζει περισσότερο από τα βάσανα στα οποία η ίδια είχε υποβάλει τον εαυτό της.

Και κάθε βράδυ η μοναξιά πέθαινε στον ύπνο της γαλήνια.

Ένα καλοκαίρι σβήνει

27 Αυγούστου, 2020

Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.

Νοσταλγικό φεγγάρι

Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

1 13 14 15 16 17 29