By

Φωτοσταλίδα

Η ομορφιά μέσα στα σκοτάδια

Αν δεν έχεις δει την ομορφιά στα σκοτάδια μιας γυναίκας,
πώς θα διακρίνεις το φως
που εκπέμπει το βλέμμα της στη χαρά;
Πώς θα αξίζεις να γευτείς την αυτοπεποίθηση
που της δίνει η νίκη της εσωτερικής πάλης
και την ευωδιά που αναδύει η δύναμη της καρδιάς της;
Το πιθανότερο είναι να θαμπωθείς
και να πλησιάσεις από συμφέρον,
μήπως η ζεστασιά του χαμόγελού της
γλυκάνει λίγο τη ματαιοδοξία σου.
Μα όποιος αγαπά πραγματικά δεν έχει συμφέρον.
Όποιος αγαπά, βουτά στο σκοτάδι του και βρίσκει φως.

Ο Γόρδιος δεσμός

Μην αφήνεις άλυτα πράγματα μέσα σου.
Υφαίνεις άθελά σου το Γόρδιο δεσμό σου.
Κάποια στιγμή θα αναγκαστείς να τον κόψεις
για να μη γίνει θηλιά γύρω από το λαιμό σου.
Ξέρεις, εκείνο τον κόμπο στο λαιμό που κρατά πάντα ένα λυγμό πνιγμένο.
Ένα δάκρυ της καρδιάς που ποτέ δεν κύλησε.
Δεν χρειάζεσαι κανένα δέσιμο μέσα σου.
Κανένα καράβι δεν ταξίδεψε δεμένο στην προβλήτα.
Γιατί να στερήσεις από τον εαυτό σου το ταξίδι της ζωής;
Ένα είναι.
Κι αν το χάσεις μένοντας στάσιμος,
γεμάτος βαρίδια να σε κρατούν πίσω,
τότε θα έχεις χάσει τον εαυτό σου.
Αυτόν τον μόνο σύντροφο που σου εμπιστεύτηκε τη ζωή του να τη ζήσεις.

Πώς επιλέγεις ποιόν ερωτεύεσαι;

Ρώτησα με θυμό κι απογοήτευση την πληγωμένη καρδιά μου
πώς επιλέγει ποιόν ερωτεύεται.
«Δεν επιλέγω εγώ, μα τα τραύματά μου» απάντησε.
«Με μισή καρδιά δεν έλκεις τον αληθινό έρωτα.
Θεράπευσέ με και θα σου δείξω πώς είναι να ερωτεύεσαι με αγάπη!».


Η μαγική πηγή

22 Απριλίου, 2020

«Μια φορά κι έναν καιρό, σκαρφαλωμένη σ’ έναν απόκρημνο βράχο, μια πηγή ανάβλυζε, ξεδιψώντας όσους ζητούσαν να πιουν από αυτήν.

Δυσπρόσιτη όπως ήταν, για να την φτάσει κανείς έπρεπε να έχει τη θέληση να αναρριχηθεί ως την κορυφή του βράχου κι έπειτα να κατέβει το στενό και δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε σ’ εκείνη. Πολλοί ανέβαιναν, στέκονταν, αλλά δίσταζαν να κατέβουν, είτε από κούραση είτε από φόβο. Αγνάντευαν τη θέα από τον βράχο και διηγούνταν στους φίλους τους όλο καμάρι, πώς κατάφεραν να φτάσουν.

Υπήρχαν κι εκείνοι που δεν υπολόγιζαν τίποτα προκειμένου να γευτούν το ιερό νερό της. «Ασκητές» τους αποκαλούσαν. Οι περισσότεροι έμεναν εκεί για ώρες έως και μέρες, μη μπορώντας να αποχωριστούν τον υδάτινο θησαυρό.

Μα η πηγή δεν ανάβλυζε απλά νερό. Θρύλοι το ‘χαν πως όποιος έπινε μία φορά, δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Μεταμορφωνόταν και κουβαλούσε τη δροσιά στην ψυχή του μέχρι να πεθάνει.

Η γενναιοδωρία της μαγικής πηγής δε σταματούσε εκεί. Σ’ όσους παράβλεπαν τον κόπο κι έκαναν το παν για να την αγγίξουν, χάριζε από ένα δώρο. Ένα δώρο ψυχής».

«Τι δώρο ήταν αυτό παππού;» ρώτησε η μικρή με μάτια που άστραφταν από αγωνία.

«Η αφύπνιση του ταλέντου» απάντησε ο παππούς με ένα ίχνος νοσταλγίας.

«Τι σημαίνει αυτό;» απόρησε το κορίτσι.

«Σημαίνει, μικρή μου, πως οποίος κατάφερνε να πιει, έστω και μια φορά, από εκείνη την πηγή, ανακάλυπτε μέσα του την τέχνη για την οποία ήταν φτιαγμένη η ψυχή του. Πολλούς ξεδίψασε αυτή η πηγή. Ζωγράφους, συγγραφείς, γλύπτες, μουσικούς κι ένα σωρό άλλους καλλιτέχνες. Πείτε μου όμως τώρα. Καταλάβατε ποια είναι η πηγή;»

Το κοριτσάκι σώπασε, μην ξέροντας τι να απαντήσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, χωρίς να αφήσει από το χέρι του το μολύβι που σχεδίαζε ασαφείς γραμμές στο χαρτί που βρισκόταν μπροστά του, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον παππού του. Είχε αντιληφθεί πως η ιστορία προοριζόταν κυρίως για εκείνον.

Κατέβασε πάλι το βλέμμα στο χαρτί. Άρχισε να ενώνει τις σκόρπιες γραμμές, ώσπου διακρίθηκε ένα σχέδιο. Όσο σχεδίαζε, τόσο περισσότερο πάθος γέμιζαν οι κινήσεις του. Φαινόταν σαν να μη βρισκόταν κοντά τους. Αγκομαχούσε σχεδόν, σαν να σκαρφάλωνε. Στο μέτωπο του φάνηκαν οι πρώτες σταγόνες κόπου. Τις σκούπισε με μια βιαστική, μηχανική κίνηση και συνέχισε. Σιγά-σιγά, καθώς περνούσε στις λεπτομέρειες του σχεδίου, το χέρι του γλιστρούσε πιο απαλά. Προσέθετε σκιές, τόνιζε γραμμές, σχεδίαζε καμπύλες.

Ο παππούς τον κοιτούσε με ένα χαμόγελο υπερηφάνειας να φουσκώνει τα χείλη του. Η μικρή αδερφή παρακολουθούσε αποσβολωμένη.

Όταν τελείωσε, το βλέμμα του επανήλθε με δυσκολία στο χώρο του δωματίου. Την έκφραση του προσώπου του είχε ωριμάσει η πληρότητα της εμπειρίας. Προέτεινε το σχέδιο στον παππού. Εκείνος το πήρε και το κοίταξε προσεκτικά. Η μικρούλα, όμως, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη μυστική σιωπή των δυο ανδρών.

«Πολύ όμορφο είναι! Μα αυτή η πηγή δε βγάζει νερό! Βγάζει μολύβια!» είπε γεμάτη απορία κι έκπληξη.

«Ακριβώς!» της είπε ο παππούς.

«Δεν καταλαβαίνω…» παραδόθηκε στην πολυθρόνα της απογοητευμένη.

«Η ιστορία μας, μικρή μου, μιλά για την πηγή της Έμπνευσης. Από αυτήν ήπιε ο αδερφός σου κι έφτιαξε αυτό το σχέδιο. Θυμάσαι που σου είπα πως η πηγή σε βοηθά να ανακαλύψεις την τέχνη σου;»

«Ναι» απάντησε σε μια προσπάθεια να καταλάβει.

«Ποιά τέχνη πιστεύεις ότι ανακάλυψε ο αδερφός σου;»

«Τη ζωγραφική!» είπε χαρούμενη που ήξερε την απάντηση.

«Πολύ σωστά! Γι’ αυτό η πηγή που ζωγράφισε βγάζει μολύβια. Γιατί η έμπνευση πότισε το μολύβι του με το νερό της. Και από εδώ και πέρα θα συνεχίσει να το ποτίζει».

Τελείωσε το λόγο του, εναποθέτοντας ένα στοργικό βλέμμα στον εγγονό του, που τόσο του θύμιζε τον εαυτό του και το ταλέντο που ο ίδιος είχε ανακαλύψει στα νιάτα του. Το ταλέντο εκείνο που στόλιζε τους τοίχους γύρω τους και τις ψυχές όσων τους αντίκριζαν.

Ν’αγκαλιάζεις

Ν’ αγκαλιάζεις τους ανθρώπους που αγαπάς,
να μπλέκονται οι μυρωδιές και να υφαίνουν όνειρα.
Να κλείνουν τα μάτια και να στεγνώνουν δάκρυα.
Να πάλλονται οι καρδιές, να ζωντανεύει η ελπίδα.

Θέμα οπτικής

Όλα είναι θέμα οπτικής και προοπτικής.
Όπου κοιτάς πορεύεσαι κι όπως κοιτάς βαδίζεις.
Αν κοιτάς τον καθρέφτη,
πάντα κάνεις τα αντίθετα από αυτά που νιώθεις.
Αν κοιτάς την εικόνα του εαυτού μέσα σου,
γίνεσαι ο ίδιος πορεία και τρόπος ζωής.

Για ποιον ανέστη ο Χριστός;

Το Άγιο Φως ήρθε και φέτος, μα δεν έλαβε καμιά υποδοχή.
Το έκλεισαν σαν λαθρομετανάστη σε κέντρο συγκέντρωσης.
«Επικίνδυνη» χρίστηκε η παραλαβή του από το εκκλησίασμα, γιατί ο άνθρωπος κινδυνεύει από τον άνθρωπο και ό,τι τον ενώνει είναι απειλή για την υγεία του.
Όμως ο Χριστός Ανέστη.
Για τον άρρωστο, που ελπίζει στη θεραπεία του.
Για τον άστεγο, που ονειρεύεται κάτω απ’ τα θολά αστέρια της πόλης.
Για τον ναρκομανή, που αρνείται αυτόν τον κόσμο που του στερεί τα όνειρα με τον πιο σκληρό τρόπο.
Για τα ορφανά, που αναζητούν ένα χάδι σε βλέμματα και μια αγκαλιά στη βραδινή προσευχή τους.
Για την οικογένεια του ανέργου που στερείται, μα δε χάνει την πίστη της.
Για τη μάνα, που της πήρε τόσο άχαρα ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια.
Για τα βρέφη, που για μάνα γνώρισαν την απόρριψη.
Για όσους φέτος στερήθηκαν το ύστατο αντίο σε φίλους κι οικογένεια.
Για τους λειτουργούς που σηκώνουν το σταυρό της αρρώστιας άλλων.
Για τα παιδιά, που το σαράκι της αβεβαιότητας αυτών που ζούμε κατατρώει την ανεμελιά τους.
Για τον ηλικιωμένο, που περνά τις γιορτές με μόνη συντροφιά την εικόνα της Παναγιάς στο φως του καντηλιού του.
Για την οικογένεια εκείνων που ακόμα κάνουν το σταυρό τους πριν φάνε όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι.
Για σένα και για μένα, που φυλάμε την αγάπη σαν φυλαχτό μέσα μας και πασχίζουμε να πράξουμε το καλό με υπομονή.
Για όλους όσους έλαβαν το πνευματικό Άγιο Φως με την ψυχή τους.
Για τους αδικημένους, τους φτωχούς, τους αμαρτωλούς, τους πονούντες και πενθούντες.
Σταυρώθηκε από τον άνθρωπο και αναστήθηκε για τον Άνθρωπο.
Οι προδότες κι οι Φαρισαίοι, μόνοι τους προκαλούν τη μοίρα τους ανά τους αιώνες, αποστρέφοντας την καρδιά τους από την Αγάπη Του. Το κενό της απουσίας Του είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που επιβάλλουν στον εαυτό τους. «Οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Μα εσύ, που παρ’ όλα σου τα στραβά και τις αμφιβολίες, κρατάς το σταυρό στην καρδιά σου, μη φόβου.
Για σένα ανέστη ο Κύριος.
Η Αγάπη Του, πιο μεγάλη από την απιστία και τη ματαιοδοξία των ανθρώπων, υπάρχει και δεν περιορίζεται από καμία εντολή και κανένα μέτρο.
Φέτος που εντολές δόθηκαν και μέτρα πάρθηκαν για’ σένα, ήρθε η ώρα να θυμηθείς και να νιώσεις, μόνος μες στην αγκάλη Του, πως ο Χριστός ανέστη για τον Άνθρωπο.

Ένα διαφορετικό Πάσχα

16 Απριλίου, 2020

Σωριάστηκα γονατιστή μπρος στην εικόνα Του. Προσπάθησα μάταια να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά. Είχαμε ήδη οργανώσει το πώς θα περάσουμε το Πάσχα. Ο αδερφός μου θα ερχόταν από την Αγγλία για να τους κάνει έκπληξη. Μόνο εγώ το ήξερα. Μα την έκπληξη μας την έκανε εκείνη. Σάββατο του Λαζάρου και αντί για ανάσταση, γιορτάζουμε τον θάνατο, βαδίζοντας τον δικό μας Γολγοθά με τον σταυρό της απώλειάς της στην πλάτη. 
 
«Είχε αδύναμη καρδιά», είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο.
«Δεν έχετε ιδέα πόση δύναμη έκρυβε η καρδιά της μάνας μου!» σκέφτηκα ενοχλημένη, μα οι λυγμοί δε μ’ άφηναν να αρθρώσω λέξη. 
 
Αισθανόμουν τόσο μόνη. Ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η τελευταία κουβέντα της, όταν μ’ άφησαν να τη δω. «Να προσέχεις». Τη στιγμή που η ζωή την εγκατέλειπε, η προσοχή της ήταν στραμμένη στο παιδί που είχε κοντά της.
 
Σε μια προσπάθεια να διώξω αυτήν την εικόνα από το ταραγμένο μυαλό μου, θυμήθηκα μια κουβέντα που κάναμε πριν μερικά χρόνια.
«Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα με βουρκωμένα μάτια, έπειτα από τον χωρισμό μου με τον επί 4 χρόνια σύντροφό μου.
«Σ’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου!» μου απάντησε και τα μάτια της έλαμπαν από στοργή.
«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να εξηγήσω την αγάπη στην πληγωμένη καρδιά μου.
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» είπε κοιτώντας με κατάματα και χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό μου. 
Αυτό το χάδι της! Σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα «σ ’αγαπώ» που μου χρωστούσε! 
 
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα αυτήν την αίσθηση. Έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα την εικόνα Του. Ένωσα τα χέρια μου κι ανασηκώθηκα σε στάση προσευχής. Έμεινα για λίγα λεπτά με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια μου. Αυτά τα χέρια που πριν λίγο είχαν κλείσει τα μάτια της. Άρχισα να τρέμω, μα δεν άφησα τα χέρια μου να χωρίσουν. Πείσμωσα. Της χρωστούσα μια προσευχή. Ήταν το μόνο αντίο που ήξερα πως μπορούσα να προσφέρω ως βοήθεια στο τελευταίο της ταξίδι. Ήταν ο δικός της χωρισμός κι έπρεπε να σταθώ δίπλα της, με το δικό μου χάδι να λέει «σ’ αγαπώ».
 
Αναρωτήθηκα αν ήμουν άξια να το κάνω. Αν είχα τη δύναμη να Του ζητήσω να την πάρει κοντά Του και να τη συγχωρέσει. Να γίνει η Ανάστασή Του ανάπαυση για εκείνη και παρηγοριά για εμάς. Να γίνει το φετινό Πάσχα πραγματικό πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Για όλους μας.
 
Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα χέρια μου, που σε σχήμα βέλους έδειχναν την κατεύθυνση της προσευχής μου. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω.
 
«Πώς η πίστη χωρά σε δυο χέρια ενωμένα;» Τον ρώτησα σαν να περίμενα επιβεβαίωση πως θα δεχθεί την προσευχή μου. 
«Πώς η αγάπη χωρά σ’ ένα χάδι;» ένιωσα την απάντηση μέσα μου.
Αναρίγησα. Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. 
 
Σήκωσα τα μάτια ψηλά.
«Όπως Σε βλέπω και με βλέπεις!» είπα σιωπηλά με δάκρυα στα μάτια και ξεκίνησα να προσεύχομαι.
 

Οι τελευταίες στιγμές

Φανερά δείπνα σε πλούσια τραπέζια τραβούν τα φώτα.
Μα ο μυστικός δείπνος τελείται στην άκρη ενός πεζοδρομίου, λαμβάνοντας Φως.
Στο άδειο χαρτόκουτο ενός άστεγου.
Στην κάμαρα ενός φτωχού, η προσευχή έμεινε ανεκπλήρωτη.
Όχι από τον Θεό, μα απ' τον συνάνθρωπο.
Εκείνον που δεν έμεινε.
Σηκώθηκε κι έφυγε πριν γίνει η Κοινωνία για να προλάβει.
Κλεισμένος έξω από χρυσοποίκιλτες πόρτες,
με τους κατόχους τους να παίζουν στον τζόγο ζωές
και να κρατούν μυστικά σφαλισμένα για την ασφάλειά τους.
Ποιά μύηση αλήθεια σε κάνει άνθρωπο;
Ποιά μύηση σε κάνει απόστολο του λόγου της αγάπης, αν όχι η πράξη αυτής;
Τα φανερά προσποιούνται μυστικότητα και τα κρυφά αληθοφάνεια.
Ο αλέκτωρ λάλησε.
Όχι τρις μα τρισάκις.
Δεν ακούγεται πια.
Κουράστηκε να μαρτυρά αθέλητες προδοσίες.
Το φιλί επιτράπηκε και δόθηκε με ζήλο.
Είναι το μόνο που αφήνεται πια ελεύθερο να μολύνει ψυχές.
Το φιλί της αγάπης απαγορεύτηκε.
Στον ήχο της πρώτης κραυγής, ο Ιούδας ζώστηκε τα 30 αργύρια.
Τα 7 αμαρτήματα εις τριπλούν, την τιμωρία και την αιώνια ενοχή.
Απόλαυσε τον απαγορευμένο καρπό πριν γίνει δηλητήριο στα σωθικά του.
Πέρα στο λόφο του μαρτυρίου, στα πόδια του σταυρού, η Μάνα σπαράζει.
Η τελευταία κραυγή της,
βάλσαμο κι οδυρμός στα στήθη κάθε μάνας... εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Προσευχή

Τι πιο όμορφο από το να ταπεινώθεις εμπρός στο φώς;
Γυμνός, λυτρωμένος, ελεύθερος.
Τότε υπομένονται τα πάθη.
Όταν δεν μπορούν πια να σ'αγγίξουν.
Όταν η αρετή της ταπεινοφροσύνης φτάνει
στο μεγαλείο της για να συναντήσει
το μεγαλείο του Θεού.
Δια της ταπείνωσης οδηγούμαστε στα ύψη.
Σ'εκείνα τα ύψη που νικούν τον φόβο
και καλλιεργούν την ασφάλεια της ύπαρξης.

1 16 17 18 19 20 29