By

Φωτοσταλίδα

Εξόριστος Θεός

23 Μαρτίου, 2020

Μένουμε αμήχανα φοβισμένοι μπροστά στην απεραντοσύνη της αγνωσίας μας.
Εμείς ν’ αναζητούμε λέξεις να κάνουν λόγο το βίωμα, μα η ζωή πεισματικά να επιλέγει τη σιωπή.
Θαρρείς πως γίνεται συνένοχη των ιθυνόντων, των ηθικών αυτουργών και των εγκληματικών εγκεφάλων.
Ακούς τον απλό άνθρωπο να κραυγάζει «Πού είσαι Θεέ; Πώς τα επιτρέπεις όλα τούτα;» κι από την ψυχή του να στάζει αίμα η δύναμή του.
Μα στάσου. 
Η σιωπή, σαν χαμαιλέων, παίρνει τη μορφή που θα της δώσεις. 
Δε συνεργεί με κανέναν η ζωή.
Θλίβεται. Άκουσέ την.
Ο λυγμός της πάλλεται στην πνιγμένη από μάσκες ατμόσφαιρα.
Θλίψη είναι η σιωπή της.
Για τον άνθρωπο που ξεχνά.
Που κρίνει.
Που επιτίθεται.
Που φθονεί.
Που μισεί.
Που σε θέση Θεού αποφασίζει ποιο είναι το καλό.
Ο άνθρωπος εξόρισε το Θεό από την καρδιά του.
Γι’ αυτό τα μάτια του αδυνατούν να τον δουν. 
Στα βουρκωμένα βλέμματα εκείνων που μάχονται σιωπηλά για έναν καλύτερο κόσμο.
Στα χέρια εκείνων που βοηθούν δίχως φόβο.
Στην αγκαλιά όσων αγαπούν χωρίς όρια.
Σιωπές είναι όλα αυτά.
Αυτές τις σιωπές αγαπά η ζωή.
Αυτές εισακούει ο Θεός.
Ένας Θεός εξόριστος, μα όχι αόριστος.
«Πού είσαι Θεέ;» αναρωτιέσαι κοιτώντας την καταστροφή κι αναζητώντας Τον μέσα στη δαιμονική ομίχλη.
Κοίτα μια φορά τον εαυτό σου στα μάτια και επανάλαβε την ερώτηση.
Αντέχεις να αντικρίσεις την απουσία;
Πνίγεσαι από την ανομία των λαθών.
Δεν εμπιστεύεσαι ούτε Θεό μα ούτε κι άνθρωπο.
Κάπου πιο πέρα, ένας ποιητής θαλασσοδέρνει την πένα του στα τρικυμισμένα βάθη των συναισθημάτων του για να βρει την ουσία.
Να επαναπατρίσει το Θεό με περίσσια ευαισθησία.
Με μια ταπεινωμένη από τους συνανθρώπους ευγνωμοσύνη για την πίστη του.
Δες τον. 
Διάβασε τον.
Νιωσ’ τον.
Ακόμα αναρωτιέσαι πού είναι ο Θεός;
 

Λουλούδια θερμοκηπίου

Ημέρεψαν τ' αγριολούλουδα.
Τα φύτεψαν σε γλάστρες
και τα 'κλείσαν πίσω από τζάμια για την ασφάλειά τους.
Μα εκείνα δεν είπαν όχι.
Δέχτηκαν την πρόσκαιρη απομόνωσή τους.
Παρά την ανεξάρτητη φύση τους.
Για να ξαναξημερώσει η μέρα που θ' αντικρίσουν τα λιβάδια τους
και μεθυσμένα από το λίκνισμα του ανέμου, θα χορέψουν και πάλι.
Λουλούδια θερμοκηπίου γίναμε.
Ανθίζουμε κλεισμένα.
Σημασία όμως έχει το "κλεισμένα" ή το "ανθίζουμε";
Μην ανησυχείτε, λοιπόν.
Θα ξημερώσει και πάλι!

Νόμος ψυχικής αμοιβαιότητας

21 Μαρτίου, 2020

Στη ζωή συναντάμε διαφόρων λογιών ανθρώπους. Έχουμε την τάση να νιώθουμε έλξη για εκείνους που έχουν κάτι διαφορετικό από εμάς. Κάτι που αρχικά το ντύνουμε με ένα πέπλο μυστηρίου, κάνοντας το έτσι ακόμα πιο ελκυστικό για το μυαλό μας. Η καρδιά ακολουθεί και συμπαθεί ή ερωτεύεται, αναλόγως τη σχέση. Ο χρόνος είναι εκείνος που δείχνει πως το διαφορετικό, όταν αποκαλύπτεται δύσκολα γίνεται αποδεκτό. Γι' αυτό και εν τέλει, οι διαφορές είναι εκείνες που χωρίζουν τους ανθρώπους.

Από την άλλη, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας ανθρώπους με τους οποίους μας ενώνουν κοινά στοιχεία. Όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά αξίες, πιστεύω και στάσεις ζωής. Με αυτούς νιώθουμε ασφάλεια και εν τέλει συμβαδίζουμε τόσο ομαλά κι αβίαστα σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Το μυαλό καλλιεργείται και η καρδιά αγαπά.

Ακόμα κι αν δυο διαφορετικοί άνθρωποι αποφασίσουν να πορευθούν μαζί, θα το επιτύχουν εξομαλύνοντας τις διαφορές και ενισχύοντας ή χτίζοντας ομοιότητες.

Σαν συμπέρασμα στο αιώνιο πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων προκύπτει πως η ψυχή είναι που επιλέγει τους συνταξιδιώτες της. Αν είναι απλά έλξη του μυαλού ή της καρδιάς, αργά ή γρήγορα θα φανεί η ασυμβατότητα.

Διότι τελικά τα ετερώνυμα έλκονται, μα τα ομώνυμα συμπορεύονται.

Συζήτηση μ’ ένα χελιδόνι

20 Μαρτίου, 2020

Ήταν πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι και το είδα. Κουβαλούσε με προσοχή ένα κλαδάκι στο στόμα του. Όταν έφτασε στη φωλιά που έχτιζε, το τοποθέτησε με μαεστρία και κοίταξε υπερήφανο. Ήταν έτοιμη.

«Καλημέρα χελιδόνι!» το χαιρέτησα. «Καλημέρα!» μου ανταπάντησε με ένα κοφτό τιτίβισμα.
Ξάφνου, παρά το μαγικό μου διάλογο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου. Αναλογίστηκα πως οι άνθρωποι δεν ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στα σπίτια μας. «Εγκλεισμό» το ονομάζαμε. Ένιωσα απογοήτευση. Κοίταξα ξανά το χελιδόνι. «Θα έρθει η άνοιξη φέτος;» το ρώτησα μελαγχολικά. «Κάθε χρόνο έρχεται» τιτίβισε απορημένο. «Φέτος δεν είναι το ίδιο όμως. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουν να τη δουν» αναστέναξα. «Ξέρεις γιατί λένε πως ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη;» με ρώτησε. Η απρόσμενη ερώτησή του διέκοψε τη μελαγχολία μου, όπως κεντρίζεται η σκέψη από μια γνώση πιο ενδιαφέρουσα από τη θλίψη της. «Γιατί;» θέλησα να ακούσω την απάντησή του. «Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με χελιδόνια. Ευγενικές και ευαίσθητες ψυχές που η παρουσία τους και μόνο, αναγγέλλει χαρμόσυνα νέα για τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι εκείνοι που προσωποποιούν την ελπίδα. Δεν είμαστε εμείς τα χελιδόνια που φέρνουμε την άνοιξη, λοιπόν. Οι άνθρωποι το κάνουν. Εμείς απλά διαβάζουμε τα σημάδια» απάντησε ταπεινά. «Αν είναι έτσι, τότε για να φτιάχνεις την φωλιά σου, σημαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα καλωσορίσουν και φέτος την άνοιξη!» αναφώνησα έκπληκτη. «Πράγματι. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την άνοιξη στην καρδιά τους όλον το χρόνο. Καλοσύνη λέγεται» είπε ενώ το τιτίβισμα του μου έδωσε την αίσθηση ενός χαμόγελου ευγνωμοσύνης. «Μα πώς; Κοίταξέ τους τώρα. Έχουν χάσει τη διάθεσή τους όλοι» επέστρεψα στη μελαγχολία μου. «Μην κοιτάς αυτά που φαίνονται. Τους ανθρώπους χελιδόνια δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις ανάμεσα στα άλλα πουλιά. Όπως εμένα. Ήθελες να με δεις. Γι’ αυτό τα μάτια σου έψαξαν να με βρουν» μου εξήγησε. «Θες να πεις πως κρύβονται; Τότε πώς θα τους δούμε για να καταλάβουμε ότι ήρθε η άνοιξη;» απόρησα παιδιάστικα. «Δεν κρύβονται. Αλλά δεν επιδιώκουν και να φανούν. Κάνουν απλά αυτό που νιώθουν. Δε χρειάζεται να τους δεις για να βρεις την άνοιξη. Όπως δε χρειαζόταν να δεις κι εμένα. Τη φέρνουν και τη σκορπίζουν γύρω τους τόσο ταπεινά, που δεν καταλαβαίνεις ότι το έκαναν, παρά μόνο αν τους νιώσεις. Οι άνθρωποι χελιδόνια δε μιλούν με λόγια, μα με πράξεις καλοσύνης».

Όταν τελείωσε τον λόγο του έμεινα αποσβολωμένη. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το περιβάλλον γύρω μου.
Κάτι ανέλπιστο συνέβη. Μέσα στην απόκοσμη ησυχία της πόλης άρχισα να ακούω καρδιές να χτυπούν. Ήταν τόσο καθαρός και αρμονικός ο ήχος τους, που νόμιζες πως είχαν συγχρονιστεί σ’ έναν κοινό ρυθμό. Σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν γλυκά κάποιον. Έμεινα για λίγα λεπτά να απολαμβάνω αυτήν την πρωτόγνωρη γαλήνη.

Άνοιξα τα μάτια κι ο ήχος χάθηκε. Μέσα στη γλάστρα εμπρός μου, είχε ανθίσει ένα κρινάκι. Τόσο δειλά και διακριτικά. Σήκωσα τα μάτια στη φωλιά του χελιδονιού. Τα είδα να έρχονται με το υπερήφανο πέταγμά τους. Δεν ήταν πια ένα. Ήταν μια ολόκληρη οικογένεια.

Τι πιστεύεις ότι αξίζει ένας άγγελος;

17 Μαρτίου, 2020

Δεν είναι εύκολο να είσαι γονιός. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, είναι μια πρόκληση άνευ προηγουμένου. Δεν είναι μόνο ότι έχεις την απόλυτη ευθύνη ενός μικρού ανθρώπου. Είναι ότι αυτό το πλάσμα χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή, φροντίδα και κατανόηση μέσα σ' έναν κόσμο τόσο εχθρικό γι 'αυτό. Έχει μεγαλύτερη ανάγκη από αγάπη κι αυτήν αναζητά με κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα, κάθε σκανταλιά και κάθε αντίδραση. Ζει στον δικό του κόσμο τον οποίο καλείται, από πολύ μικρή ηλικία, να προσαρμόσει στην πραγματικότητα γύρω του. Μα ένα πράγμα γνωρίζει καλά. Να είναι αυθεντικό. Να είναι παιδί.

Κοίταξέ το. Άθελά του σε οδηγεί στην αυτογνωσία που έχασες ψάχνοντας να τη βρεις μεγαλώνοντας. Τι ειρωνεία! Υπό το φως της ωμής αλήθειας ενός παιδιού, αποκαλύπτονται όλες οι αδυναμίες σου. Έχεις δύο επιλογές. Να το τιμωρήσεις ή να αποδεχθείς τα λάθη σου και να τα διορθώσεις. Σε κάθε περίπτωση η ζωή του είναι στα χέρια σου. Τι πιστεύεις ότι αξίζει ένας άγγελος;

Το παράθυρο

Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας.
Ένα μικρό παράθυρο αρκεί.
Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς.
Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει
ν' ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης.
Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά
κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου.
Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή.
Όλα χωρούν στη θέα ενός παραθύρου.

Χαμένοι στη μετάφραση

12 Μαρτίου, 2020

Κοίτα να δεις που αντικαταστήσαμε στην καθημερινότητα τον προφορικό λόγο με τον γραπτό και χαραμίζονται συναισθήματα στο πάτημα ενός κουμπιού. Πασχίζουμε να ταυτίσουμε την έκφραση του προσώπου μας με εικονίδια κατασκευασμένα και ανύπαρκτα επιφωνήματα.

Πόσα χαμόγελα δεν είδαν ποτέ τα μάτια που τα προκάλεσαν;
Πόσα «σ' αγαπώ» έμειναν ανείπωτα από χείλη που ποθούσαν να ενωθούν;
Πόσες αγκαλιές έμειναν αδειανές και βυθίστηκαν στην απουσία με το χαμόγελο να δύει στην ανατολή του; Δυο καρδιές να χτυπούν μακριά η μια από την άλλη και να δυναμώνουν τον χτύπο τους για να μειώσουν την απόσταση.

Μα και πόσοι πληγώθηκαν από το σαράκι της παρεξήγησης, αφού τα λόγια τους μεταφράστηκαν διαφορετικά από την πρόθεσή τους; Η ευχή και η κατάρα του γραπτού λόγου. Να βρεις τις κατάλληλες λέξεις που θα ενώσουν ουσιαστικά τα λόγια με την αίσθηση που μεταφέρουν.

Μείναμε χαμένοι στη μετάφραση να προσπαθούμε να καλύψουμε κενά και να κάνουμε διάλογο μ' ένα πληκτρολόγιο ανά χείρας. Σβήνοντας βλέμματα και εναποθέτοντας τη σιωπή επάνω σε μια οθόνη.
Αναπολώντας την εποχή που ένα παγκάκι άκουγε όλα τα μυστικά μας κι ένα δέντρο κρατούσε χαραγμένα για πάντα συνθήματα και συναισθήματα.

Οι Φωταυγείς και η Σκιά

11 Μαρτίου, 2020

Σήκωσα το χέρι μου στο ύψος των ματιών μην κάνει να τ’ αγγίξει. Η Σκιά ήταν εκεί για άλλη μια φορά. Η παρουσία της αποκρουστική όπως πάντα. Είχε πάρει μορφή ανθρώπου. Ενός άνδρα σοβαροφανούς, με ύφος επιβλητικό. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω μου από την πρώτη στιγμή. Μια σκοτεινή ομίχλη είχε για αύρα, μα μόνο εγώ μπορούσα να τη δω. Χάρισμα, θες; Κατάρα; Δεν είχε σημασία. Άρχισε να μιλά μειλίχια, κάπως αντιφατικό για το παρουσιαστικό του. Ο λόγος του φαρμάκι βαφτισμένο βάλσαμο, δηλητηρίαζε και το πιο δυνατό μυαλό. Κάθε που μια κολακεία δραπέτευε από το στόμα του, στην άκρη των χειλιών του έσταζε αίμα. Οι κινήσεις του, δήθεν καθωσπρέπει, έλιωναν και την πιο παγερή καρδιά.
 
Μα για μένα, ήταν η Σκιά. Η αλλόκοτη και απεχθής εικόνα ολοένα και πλησίαζε. Ξαφνικά, οι λέξεις του έγιναν σφαίρες. Έρχονταν κατά πάνω μου με ορμή, στοχεύοντας να με πληγώσουν, μήπως και το δικό μου αίμα γίνει τώρα λεία του. Όμως δεν είχα σκοπό να τις αφήσω να μ’ αγγίξουν. Η αλήθεια, σαν υδάτινη παλίρροια, άρχισε να με ξεχειλίζει. Άνοιξα το στόμα μου και το αλμυρό κύμα της τον σκέπασε. Ούρλιαξε από τον πόνο του αλατιού στις πληγές που ο ίδιος είχε ανοίξει στον εαυτό του. Άρχιζε να βρίζει ιερά και όσια, μέχρι που έπεσε καταρρακωμένος καταγής.
 
Σταμάτησα. Κατέβασα το χέρι από τα μάτια και τον κοίταξα. Η μαύρη αύρα τον είχε καταπνίξει και είχε μείνει μονάχα η Σκιά. «Τι ζητάς από μένα;» ρώτησα ενοχλημένη. «Το φως σου. Με πονά» απάντησε αναστατωμένη. «Γιατί δε μένεις μακριά μου;» πρότεινα αυστηρά. «Εσύ με κάνεις και φαίνομαι. Η ουσία σου με θρέφει. Την έχω ανάγκη» ομολόγησε ευθαρσώς. «Σταμάτα να με ακολουθείς» πρόσταξα. «Με έλκεις» συνέχισε. «Μάθε τότε πως όσο κι αν παλεύεις να μου στερήσεις το φως, η ψυχή μου θα το κάνει δυνατότερο. Αν προσπαθήσεις να με καταλάβεις, στο τέλος θα διαλυθείς. Η επιλογή είναι δική σου» .
 
Γύρισα την πλάτη και συνέχισα το δρόμο μου με έναν εμφανή αέρα σιγουριάς στο βάδισμά μου.Η Σκιά έμεινε πίσω. Καθώς απομακρυνόμουν, η φιγούρα άρχισε να χάνει το σχήμα της, ώσπου έγινε ένα με το σκοτάδι τριγύρω της. Βλέπεις, εμείς οι Φωταυγείς δεν έχουμε σκιά. Το Φως είναι η αύρα και ο δρόμος μας.

Τίποτα

Όταν η σιωπή δείχνει αδιέξοδο και φωνάζει βοήθεια...
Μην τρομάξεις.
Κι αν σε ρωτήσουν «τι έχεις;»
απάντησε «Πού να σου λέω τώρα...»
Δεν έχει σημασία αν όντως θα τους πεις.
Θα βοηθηθείς όμως εσύ στο να βρεις την άκρη του νήματος.
Μην απελπιστείς.
Μπόρα είναι και θα περάσει.
Δώσε χρόνο στον εαυτό σου.
Κάνε επανάσταση στις σκέψεις σου
και χάρισε τους κάτι χαρούμενο ή έστω διαφορετικό.
Μην αφήνεις ένα «τίποτα» να σου κλείνει το στόμα βίαια
και να φυλακίζει μέσα στα τείχη του μυαλού σου τον χείμαρρο που σε πνίγει.
Ένα «τίποτα» δεν αξίζει τη θλίψη σου.

Το κυνήγι του πάθους

Σκαρφαλώνεις με κόπο έχοντας την ηδονή της κορύφωσης
να σου σιγοκαίει το μυαλό.
Καταραμένο το πάθος σε αιώνια ένωση με την πτώση
αμέσως μετά την κατάκτηση.
Μένεις να βιώνεις τη ζωή και το θάνατο
σε μια συνεχή μαρτυρική εναλλαγή.
Μα όσο πρόσκαιρη είναι η αίσθηση της νίκης,
άλλο τόσο εφήμερη είναι και η πτώση.

"Τίποτα δε μας ανήκει σε αυτή τη ζωή πέρα από το σαρκίο μας".
Πόσο λανθασμένη οπτική!
Με τη σάρκα δεν εξελίσσεσαι.
Δεν αγαπάς.
Μόνο η ψυχή μας ανήκει
κι ό,τι της φορτώσουμε στο δισάκι της.

Μην κυνηγάς, λοιπόν, το πάθος.
Θα έρθει αναπόφευκτα όπως η καταιγίδα το χειμώνα.
Θα σε ξεπλύνει ή θα σε λερώσει
ανάλογα με τι ένδυμα θα το χρεώσεις.
Της αμαρτίας ή του έρωτα;
Της λάσπης ή του ανθώνα;

Όπως και να 'χει θα φύγει
και το τίμημα του θα το πληρώσεις ή θα το απολαύσεις.
Μην παρασυρθείς όμως από τη λάβα του
και πλέξεις παραμύθια που δε θα τηρήσεις.
Δεν είναι τίμιο.
Για σένα τον ίδιο πρώτα - πρώτα.

Ποτέ μη λες "ποτέ" και "για πάντα".
Μην ορίζεις το μέλλον με λόγια.
Η ζωή είναι πιο δυνατή από τις υποσχέσεις.
Μόνο η πράξη είναι πιο δυνατή από τη ζωή.
Σαν θάλασσα σκαλίζει το βράχο της
κι αν είσαι καλλιτέχνης στις πράξεις σου,
όπου περνάς θα σκορπίζεις αγάλματα να ομορφαίνει ο κόσμος.

1 18 19 20 21 22 29