By

Φωτοσταλίδα

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

Έρωτας και αγάπη – 4 εποχές

13 Σεπτεμβρίου, 2019

Είναι κάποιες φάσεις στη ζωή που μοιάζουν με χειμώνα. Το κρύο της μοναξιάς τυλίγει την καρδιά, η κούραση της παγωνιάς στο περιβάλλον βαραίνει την ψυχή, κι ένα πυκνό χιόνι απογοήτευσης καλύπτει κάθε διάθεση και όρεξη να τραβήξεις μπροστά. Όμως το τέλος κάθε χειμώνα φέρνει κάτι καινούριο.

Μόλις αρχίσει να σπάει ο πάγος και να ξεμουδιάζει το κορμί, μόλις η ζεστασιά αρχίσει να σου θυμίζει ξανά το ποιος ήσουν κάτω από αυτό το βαρύ πέπλο του χειμώνα σου, αρχίζεις να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου. Τότε είναι που ο έρωτας έρχεται να φέρει την άνοιξη.

Θα είναι ο έρωτας για μια τέχνη, για μια νέα κατάσταση, για έναν άνθρωπο. Θα είναι αυτό το δημιουργικό φτερούγισμα της καρδιάς που θα κάνει τα όνειρα σου να ανθίσουν ξανά. Θα έρθει τότε όχι μόνο γιατί το έχεις ανάγκη για να προχωρήσεις, αλλά και επειδή το έλκεις με τη στάση σου. Γιατί μόλις άρχισες να είσαι καλά με τον εαυτό σου και πάλι.

Ό,τι ζητάμε παίρνουμε σε αυτή τη ζωή. Ίσως όχι με τον τρόπο που το θέλουμε. Ο έρωτας δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσον για να φτάσουμε. Ο έρωτας είναι το ταξίδι. Φέρνει απόλαυση, δημιουργία, τόλμη, ομορφιά. Είναι το κίνητρο να φτάσεις στο καλοκαίρι. Να αποφέρεις καρπούς.

Είναι γλυκός ο έρωτας. Κι όταν τον διοχετεύεις σε κάτι μέσω της δημιουργίας μπορεί να μείνει διαχρονικός. Κι ας είναι στην ουσία εφήμερος. Ο καρπός που σε ώθησε να καλλιεργήσεις, θα σου θυμίζει πάντα τον έρωτα που πότισε το λουλούδι του. Κι εκεί στο καλοκαίρι σου θα ζήσεις τις καλύτερες στιγμές της ζωής σου. Αυτές που θα φτιάξουν τις αναμνήσεις που αξίζει να χαραχτούν μέσα σου, σαν γιατρικό για τις δύσκολες ώρες που θα ξανάρθουν.

Αφού έχεις νιώσει τον έρωτα κι έχεις δοκιμάσει λοιπόν τους καρπούς του, έρχεται η αγάπη. Γιατί ό,τι γεννιέται από έρωτα ντύνεται την αγάπη. Είναι ο μόνος τρόπος να μην πονά. Η αγάπη κάνει υποφερτή τη μελαγχολία του φθινόπωρου που ακολουθεί. Ναι εκεί, μετά τη ζεστασιά του καλοκαιριού, έρχεται το φθινόπωρο να σου υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Μα αν έχεις αγάπη μέσα σου, γνωρίζεις ότι η ουσία δεν είναι στη διάρκεια, αλλά σε αυτό που ένιωσες. Σε αυτό που έβαλες σαν ψυχικό λάφυρο στο σακίδιο της ζωής, για να συνεχίσεις το ταξίδι σου.

Η αγάπη σε προστατεύει από την αστάθεια του φθινόπωρου. Κάνει τη βροχή έμπνευση για το πνεύμα σου και τον αέρα δροσιά για την καρδιά σου από τον καύσωνα του καλοκαιριού. Είναι εκείνη η γαλήνη που νιώθεις όταν είσαι πίσω από ένα παράθυρο και παρακολουθείς τη μανία του φθινόπωρου να ρίξει τα φύλλα των δέντρων με κάθε τρόπο. Όμως εσύ δε φοβάσαι. Εσύ έχεις αγάπη. Και θα αντέξεις. Όχι μόνο επειδή η αγάπη σου δίνει τη δύναμη να παλέψεις, αλλά και επειδή πιστεύεις στην ύπαρξη της. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμη.

Δεν φέρνουν όλοι οι έρωτες το καλοκαίρι. Μήτε γλυτώνεις πάντα την παρακμή του φθινόπωρου μέσα σου. Μα αν διδαχθείς από έναν έρωτα να κρατάς την αγάπη, θα δεις ότι εξαρτάται από σένα. Εσύ προσκαλείς τον έρωτα, εσύ τον ντύνεις με αγάπη. Κι ας πληγωθείς από το αντικείμενο του έρωτα σου. Εσύ ερωτεύτηκες κι εσύ αγάπησες. Τον έρωτα τον μοιράστηκες, γι’ αυτό και πονά. Η αγάπη όμως είναι δική σου. Αν έβγαλες αγάπη από μέσα σου, δεν την έχασες. Είναι ακόμα εκεί.

Η αγάπη δε φθίνει. Δεν χειμωνιάζει. Η αγάπη δεν έχει εποχή. Είναι διαχρονική και τη φέρει η ψυχή από τη γέννηση της. Κι αν ο έρωτας φέρει στις εποχές σου τα πάνω κάτω, μη φοβάσαι. Την αγάπη να έχεις στο νου σου. Την αγάπη για τις εναλλαγές των εποχών. Γιατί χωρίς αυτές δε θα ζούσες.

Άσε τον έρωτα να φέρνει πάντα την άνοιξη για να έρθει καλοκαίρι. Και βγάλε από μέσα σου αγάπη για να αντέξεις το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής. Να ακροβατείς πάνω στον έρωτα για να ενισχύεις την αγάπη.

Χιούμορ, η έβδομη αίσθηση

9 Σεπτεμβρίου, 2019

Πόσες φορές η απογοήτευση κυρίευσε το μυαλό σου και η απελπισία μούδιασε την καρδιά σου; Κι εκεί που είχες πέσει και τίποτα ευχάριστο δεν μπορούσε να περάσει από το μυαλό σου, ένα καλόγουστο αστείο από κάποιο αγαπημένο πρόσωπο σε έβγαλε από τον βάλτο σου. Ήταν αυτή η μικρή ανάσα που χρειαζόσουν για να ανασυντάξεις τις δυνάμεις σου και να σηκωθείς. Ήταν αυτή η μικρή αχτίδα φωτός στο χαμόγελο σου που επέτρεψες να διαλύσει τη σκοτεινιά.

Το χιούμορ είναι αίσθηση. Είναι η αίσθηση του ευχάριστου μέσα σε όλον τον αρνητισμό της καθημερινότητας. Είναι εκείνη που μας θυμίζει πόσο σημαντικό είναι το γέλιο στη ζωή, όπως η αίσθηση της δίψας μας υπενθυμίζει την ανάγκη μας για νερό. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς χαμόγελο. Γι' αυτό καλλιεργεί το χιούμορ.

Το χάρισμα του χιούμορ είναι μια άυλη αίσθηση που επιτρέπει στον εγκέφαλο να εστιάζει στην ευχάριστη πλευρά της ζωής. Οι άνθρωποι που κάνουν χιούμορ, δεν το σκέφτονται. Αυθόρμητα συνδέουν καταστάσεις, φαντάζονται και φτιάχνουν λογοπαίγνια για να προκαλέσουν το γέλιο, σαν να παίζουν ένα παιχνίδι του οποίου βασικός κανόνας είναι να ευφράνει την καρδιά.

Ενώ με τις αισθήσεις μας αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, με το χιούμορ εντοπίζουμε την ουσία της ζωής. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το να είμαστε και να νιώθουμε καλά. Παρά τις δυσκολίες, παρά τα εμπόδια, παρά την ασχήμια. Είναι πολύ μικρή η ζωή για να την παίρνουμε τόσο στα σοβαρά. Χιλιοειπωμένο, μα τόσο αληθινό. Κι ο άνθρωπος που στη δύσκολη στιγμή μπορεί να κάνει χιούμορ, έχει μια ιδιαίτερη δύναμη μέσα του. Θέλει να βλέπει τους άλλους να γελάνε και προσλαμβάνει την ομορφιά που εκπέμπουν όταν το κάνουν. Αναγνωρίζει ότι καλό είναι αυτό που αξίζει. Αυτό που πρέπει να κρατάμε στο τέλος. Αυτό που νικάει ακόμα και στα παραμύθια. Κι ας μην μπορούμε να το δούμε κάποιες φορές. Το χιούμορ είναι εκεί για να μας κάνει να το νιώσουμε. Είναι μια πύλη αυτογνωσίας.

Η μορφή του χιούμορ που βρίσκεται πιο κοντά στην αυτογνωσία είναι αναμφίβολα ο αυτοσαρκασμός. Η αναγνώριση και αποδοχή των ελαττωμάτων μας μέσα από το χιούμορ είναι μεγάλη διδασκαλία, τόσο για εμάς όσο και για τους άλλους. Τότε το χιούμορ μπορεί να γίνει εργαλείο και βλέποντας τα λάθη και τα στραβά μας μέσα από το πρίσμα του αυτοσαρκασμού, έχουμε τη δυνατότητα να τα δούμε πιο καθαρά και - γιατί όχι - να τα διορθώσουμε.

Ο άνθρωπος που κάνει χιούμορ έχει βρει ένα κομμάτι του εαυτού του. Μπορεί να έχει χίλια δυο άλλα ελαττώματα, αλλά ξέρει να τα αντιμετωπίζει κι αυτά με χιούμορ. Μπορεί να βολευτεί σε καταστάσεις ή να γίνει παράτολμος. Όμως η ανεπτυγμένη του αίσθηση είναι εκεί για να του θυμίζει το μέτρο. Να κινείται όταν μένει στάσιμος και να φρενάρει όταν τρέχει επιπόλαια. Γιατί για να κάνεις χιούμορ, επιτυχημένο χιούμορ, χρειάζεται ισορροπία.

Κι είναι πάντα γοητευτικός ένας άνθρωπος με χιούμορ. Είναι αυτή η έξυπνη λάμψη που αστράφτει στα μάτια του όταν λέει το αστείο ή ακόμα η άνεση με την οποία το εκφράζει, χωρίς να περιμένει εσένα να γελάσεις. Το νιώθει και το κάνει. Γιατί αν το κάνει επιτηδευμένα, θα χάσει. Κι η γοητεία του αυτή ερεθίζει το μυαλό σου και κάνει την καρδιά σου να νιώσει όμορφα.

Μα κι ο άνθρωπος που γνωρίζει πώς να δέχεται το χιούμορ, έχει μπει σε ένα δρόμο αυτογνωσίας. Δε καταπιάνεται με παρεξηγήσεις και μικροπρέπειες. Το χιούμορ έχει τη δυνατότητα να παίζει με τα όρια και χρειάζεται να είσαι καλοπροαίρετος για να δαμάσεις τις ανασφάλειές σου, ώστε να μην γίνουν εμπόδιο.

Θέλει χιούμορ η ζωή. Και θέλει χιούμορ γιατί έχει χιούμορ, ακόμα κι αν εμείς θεωρούμε ότι μας φέρεται με ειρωνεία. Ακόμα κι οι πιο μαύρες στιγμές μας κρύβουν μέσα τους το αστείο, όπως τον γιν εντάσσει στον κόλπο του το γιανγκ. Ο πόνος και το χαμόγελο εναλλάσσονται για να μας υπενθυμίσουν πως η ροή κι η εναλλαγή τους είναι αυτή που μας κρατά ζωντανούς. Αυτή που μας κινεί. Είναι κίνηση το χιούμορ. Όπως κι η ζωή. Κι έχει χιούμορ η ζωή.

5 τρόποι που θα βοηθήσουν το μυαλό να πάψει να λειτουργεί βάσει του άγχους

6 Σεπτεμβρίου, 2019

Οι ρυθμοί τρέχουν και μαζί τους κι εμείς. Μακριά από τη φύση, που αποτελεί κατεξοχήν πηγή ηρεμίας, καλούμαστε καθημερινά να αντιμετωπίσουμε πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που το μυαλό μπορεί να διαχειριστεί με τους δικούς του ρυθμούς. Λόγω αυτής της ανασφάλειας, ο φόβος της αποτυχίας έχει εγκατασταθεί σε όλους τους τομείς της ζωής μας και μας υποτάσσει.

Το άγχος είναι φόβος. Ο φόβος της υπόθεσης για το μέλλον. Έχουμε γίνει σεναριογράφοι της ίδιας μας της ζωής, χωρίς όμως να κατανοούμε ότι το έργο μας γράφεται από αυτά που ζούμε κι όχι από αυτά που υποθέτουμε. Χάνουμε τον ειρμό της ζωής, ώσπου στο τέλος το μυαλό συνηθίζει και πείθεται πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς άγχος. Έτσι ολόκληρο το σώμα μπαίνει στη διαδικασία να εκτελεί τις λειτουργίες του υπό την επήρεια του. Με αυτόν τον τρόπο αντικαθιστούμε τον φυσιολογικό, βιολογικό μας ρυθμό με αυτόν που επιτάσσει η καθημερινότητά μας.

Οι τρόποι να απαλλαγούμε από το άγχος μοιάζουν συνήθως ανέφικτοι, κυρίως επειδή έχουμε πειστεί πως το έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε. Αν όμως σταθούμε λίγο και δούμε τα πράγματα διαφορετικά, θα διαπιστώσουμε ότι είναι καθαρά θέμα νοοτροπίας που έχουμε υιοθετήσει. Και η αλλαγή νοοτροπίας είναι δύσκολη, όχι όμως ακατόρθωτη αν υπάρχει θέληση να την αλλάξουμε.

Πρώτο βήμα λοιπόν είναι να θέλουμε να απαλλαγούμε από το άγχος πραγματικά και όχι μόνο στα λόγια.

 Οι 5 παρακάτω τρόποι θα μας βοηθήσουν να επαναρρυθμίσουμε τον οργανισμό μας και το μυαλό μας, ώστε να πάψουν να λειτουργούν βάσει του άγχους.

1  Οι ανάσες

Οι βαθιές ανάσες σε τακτά χρονικά διαστήματα και κυρίως τη στιγμή που νιώθουμε ότι μας πιάνει άγχος, βοηθούν τον εγκέφαλο να ανακτήσει το οξυγόνο που χρειάζεται και να χαλαρώσει, καθώς και να αποβληθεί το σφίξιμο στο στήθος, που είναι το κύριο σύμπτωμα του κοινού άγχους.

2  Η αλλαγή περιβάλλοντος

Η αλλαγή περιβάλλοντος είναι σημαντική για να μπορέσουμε μέσα από την αλλαγή παραστάσεων να εστιάσουμε την προσοχή μας σε κάτι διαφορετικό από αυτό που μας προκαλεί το άγχος. Η καλύτερη λύση είναι σίγουρα μια βόλτα. Αν πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι εφικτό, έστω και η αλλαγή χώρου για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

3  Η φυγή από τα προβλήματα

Σε συνδυασμό με την αλλαγή περιβάλλοντος υλικά, οφείλουμε να αλλάξουμε περιβάλλον και μέσα στο μυαλό μας. Έτσι το να βάλουμε στην άκρη για λίγο το πρόβλημα και να πάψουμε να το σκεφτόμαστε, θα μπορέσει να μας βοηθήσει ακόμα και να βρούμε αργότερα τη λύση, εφόσον θα προσφέρουμε στο μυαλό μας λίγη από την πολυπόθητη ξεκούραση. Ένα κλασικό παράδειγμα αυτού, είναι πως θυμόμαστε κάτι πιο εύκολα όταν σταματήσουμε να προσπαθούμε να το θυμηθούμε, ακριβώς επειδή αφήνουμε το μυαλό να το θυμηθεί χωρίς να του ασκούμε επιπλέον πίεση.

4  Οι θετικές σκέψεις

Η καλύτερη αλλαγή παραστάσεων για το μυαλό, αφού βάλει στην άκρη το πρόβλημα, είναι αναμφίβολα οι θετικές σκέψεις. Οι όμορφες εικόνες, οι ευχάριστες ενασχολήσεις ή ακόμα και οι μικρές απολαύσεις της καθημερινής ζωής μπορούν να βοηθήσουν το μυαλό να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του. Για να πειστούμε για την ωφέλεια των θετικών σκέψεων, αρκεί να θυμηθούμε πόση σωματική και πνευματική ξεκούραση μας προσφέρουν οι διακοπές, όταν τις περνάμε σε όμορφα μέρη και με ανθρώπους που αγαπάμε.

5  Η αισιοδοξία

Ο απώτερος στόχος των παραπάνω και το καλύτερο αντίδοτο του άγχους είναι η αισιοδοξία. Αν σταματήσεις να φοβάσαι τι θα φέρει το μέλλον, έχοντας ως γνώμονα πως οτιδήποτε κι αν είναι θα το αντιμετωπίσεις με χαμόγελο ή αν μη τι άλλο θα έχεις τη δύναμη να σταθείς στα πόδια σου, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος του άγχους σου θα σε αποχαιρετήσει για τα καλά.

Η ζωή είναι γεμάτη απρόοπτα. Είτε θετικά, είτε αρνητικά. Το σίγουρο είναι ότι το άγχος δεν είναι αποτελεσματική μέθοδος ελέγχου και μείωσης των αρνητικών. Αντίθετα, είναι ένας τρόπος να λιγοστέψουν και τα θετικά που υπάρχουν στη ζωή μας, όταν το άγχος γίνεται ο πρωταγωνιστής στη σκέψη μας.

Η υγεία είναι πολύτιμο αγαθό και ίσως αυτός ο λόγος είναι επαρκής για να πάρουμε την απόφαση να κάνουμε κάτι για τον σύγχρονο εθισμό μας, πριν εξελιχθεί σε κάτι παθολογικό. Υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης και απαλλαγής από το άγχος και στο χέρι μας είναι να τους εφαρμόσουμε με επιτυχία.

Γέλα! Το παιδί μέσα σου θέλει χαμόγελο για να ζήσει!

5 Σεπτεμβρίου, 2019

Κάποτε ήσουν παιδί. Γελούσες συχνά και χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Οι μεγάλοι σε έβλεπαν και απορούσαν. Άλλοτε γελούσαν μαζί σου, άλλοτε προσπαθούσαν να σε σταματήσουν επειδή δεν έβλεπαν που είναι το αστείο. Για εκείνους έκανες απλά «χαζομάρες». Εσύ όμως γελούσες ξανά με την πρώτη ευκαιρία.

Σιγά σιγά ο κόσμος των μεγάλων άρχισε να σε γοητεύει και θέλησες να σοβαρευτείς. Να σταματήσεις τα «παιδιαρίσματα». Έβαλες το γέλιο σε νόρμες και γελάς πια μόνο με πολύ δικούς σου ανθρώπους. Στους άλλους χαμογελάς τυπικά κι αυτό αν χρειαστεί. Μα δε γελάς πια με την ψυχή σου. Λες και ντρέπεσαι γι’ αυτήν.  Ντρέπεσαι για το παιδί μέσα σου. Δεν το ακούς που σου φωνάζει να ζήσεις, να χαρείς. Κάποιες φορές σε σκουντάει, σαν να σε τραβάει από το χέρι, μα εσύ κολλημένος στις υποχρεώσεις, στη δουλειά, στο κινητό είσαι πολύ απασχολημένος για να του δώσεις σημασία. Αν ήταν αληθινό παιδί, θα ήταν δυσκολότερο να το αγνοήσεις, γιατί θα άρχιζε να κλαίει δυνατά για να το προσέξεις. Όμως το παιδί μέσα σου κλαίει σιωπηλά. Όσο μεγαλώνεις, όσο απομακρύνεσαι, όσο το ξεχνάς, τόσο σωπαίνει. Και μαζί του και το γέλιο σου.

Μα στάσου μια στιγμή. Θυμήσου. Δεν ήταν ωραία να γελάς χωρίς έγνοιες; Πέρασαν αυτές οι εποχές θα πεις. Τώρα οι καιροί είναι δύσκολοι. Τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο και πιο θλιβερό από έναν άνθρωπο που έχασε το γέλιο του και στη θέση του έβαλε το άγχος. Και ξέρεις γιατί μικρός έκανες «χαζομάρες»; Γιατί δε σε ένοιαζε τίποτα. Δεν ήξερες τι θα πει άγχος. Και αντιδρούσες όποτε οι μεγάλοι πήγαιναν να σου επιβάλλουν το άγχος τους με «μη», «πρέπει» και «γρήγορα». Τώρα τα επιβάλλεις εσύ στον εαυτό σου ως μεγάλος. «Μη γελάς, πρέπει να είσαι σοβαρός, γρήγορα, δεν έχεις χρόνο για χάσιμο». Μα δεν καταλαβαίνεις ότι έτσι ακριβώς χάνεις το χρόνο σου! Χάνεις τη ζωή σου μέσα από τα χέρια σου.

Γέλα. Με ό,τι σου φανεί αστείο. Χαμόγελα πιο συχνά με ό,τι σου φαίνεται όμορφο. Σταμάτα να σπαταλάς τον χρόνο σου στο άγχος και ζήσε. Πάρε μια βαθιά ανάσα και πέτα το βάρος της σοβαροφάνειας από την πλάτη σου. Τα προβλήματα λύνονται πιο εύκολα αν δεν τα παίρνεις τόσο στα σοβαρά, αλλά με χαμόγελο. Αρκετά κουράστηκες με το να είσαι μεγάλος. Άσε το παιδί μέσα σου να σε ξεκουράζει που και που. Μην νιώθεις τύψεις για τη χαρά σου. Το παιδί μέσα σου ξέρει να ζήσει. Κι ο άνθρωπος που έχει επιτρέψει στο παιδί μέσα του να επιβιώσει παρά τα όσα εμπόδια, έχει ελπίδα. Έχει ζωή.

Όταν βλέπεις με καθαρά μάτια, όλα μοιάζουν πιο απλά

3 Σεπτεμβρίου, 2019

Θα υπάρξουν φορές στη ζωή που θα πιάσουμε τον εαυτό μας να έχει άδικο στο πώς βλέπει μια κατάσταση. Άλλες φορές θα εθελοτυφλεί ή θα αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε αλλαγή στην οπτική του. Την “οπτική γωνία” που διαμορφώνει μέσα από τη σύνδεση του μυαλού με τα μάτια. Τα μάτια του ανθρώπου δεν έχουν απλά την ιδιότητα της όρασης. Είναι πύλες που συνδέουν τον εσωτερικό του κόσμο με αυτόν του περιβάλλοντος του. Όσο του επιτρέπουν να προσλάβει ερεθίσματα που θα καθορίσουν τις πράξεις του, άλλο τόσο γίνονται μέσον για να εκπέμψει τι νιώθει και τι σκέφτεται.

Η επιρροή των οπτικών ερεθισμάτων στο μυαλό και την καρδιά και η τελική διαχείριση τους συντελούν, εν μέρει, στο να γίνουμε αυτοί που είμαστε. Αυτά που σκεφτόμαστε και νιώθουμε οδηγούν σε αυτά που κάνουμε και κατ’ επέκταση η οπτική μας φτιάχνει τον χαρακτήρα μας. Το αποτύπωμα αυτής της ταυτότητα μας εκπέμπεται στη συνέχεια προς τα έξω από το βλέμμα: “τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής”, λένε. Έτσι επικοινωνούμε, αλληλεπιδρούμε και αναπτύσσουμε τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Οι πύλες των ματιών παραμένουν ανοιχτές σε κάθε νέα εμπειρία, για να δεχτούν και να προβάλλουν. Τα όρια τους στενεύουν, όσο στενεύει και η οπτική μας. Τα μάτια θολώνουν από το ψέμα, την υποκρισία, το φανατισμό, τον εγωισμό, την ανασφάλεια. Μεγαλώνοντας όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος αλλάζει. Οι καταστάσεις τον ωθούν να “καθαρίσει τη ματιά του”. Ανάλογα με το πόσο βαθιές είναι οι ρίζες της οπτικής του, το πλήγμα της αλλαγής θα είναι λιγότερο ή περισσότερο βαρύ.

Όταν αρχίσεις και βλέπεις τα πράγματα με καινούρια μάτια, απαλλαγμένα από προκαταλήψεις, συνήθειες και απωθημένα, ξαφνικά όλα μοιάζουν πιο απλά. Κατανοείς πλέον καλύτερα το γιατί συνέβησαν κάποια γεγονότα στη ζωή σου, γιατί διαιωνίζονται καταστάσεις, ποιούς ανθρώπους αγαπάς και ποιοί σε αγαπούν πραγματικά. Το μονοπάτι της αυτογνωσίας εμφανίζεται μπροστά σου και σε καλεί να το ακολουθήσεις.

Είναι πραγματικά όμορφο να βλέπεις με καινούρια μάτια. Ίσως αρχικά να σου προκαλέσει πόνο, όταν αναλογιστείς τις ευθύνες που μπορεί να έχεις για λάθη που έκανες ή όταν ανακαλύψεις ελαττώματα που δεν είχες δει πρωτύτερα. Η ελευθερία της κάθαρσης όμως μέσα σου θα σε οδηγήσει να βρεις τη δύναμη για να χτίσεις από την αρχή. Πάνω σε νέες βάσεις να βάλεις καινούρια θεμέλια. Γιατί όταν καθαρίζουν τα μάτια, τα αναθεωρείς όλα στη ζωή. Κι αυτή είναι πάντα μια καινούρια αρχή.

Δεν είναι ότι δε θα ξανακάνεις λάθος ή δε θα θολώσει πάλι η ματιά σου. Όσο αποκτάς βιώματα μέσα από εσένα ή τους άλλους, τόσο πιο ώριμος γίνεσαι να αντιμετωπίσεις καταστάσεις. Πιο υποψιασμένος και πιο έτοιμος να παρατηρήσεις. Και καθαρίζουν και πάλι τα μάτια. Και μαζί με τα μάτια καθαρίζει κι η συνείδηση. Κι ο άνθρωπος με καθαρά μάτια και καθαρή συνείδηση δεν έχει να φοβηθεί κανένα δάκρυ.

Φόβος, αυτό το σκιάχτρο

Κάποιος από παλιά τον εγκατέστησε μέσα σου.
Κρυφά.
Εσύ έπαιζες ανέμελος και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου.
Τόσα πολλά καινούρια όμορφα πράγματα.
Μα για σένα και τα άσχημα καινούρια ήταν.
Γιατί ήσουν μικρός.
Δεν έπαιρνες τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Πολλά ούτε καν που τα θυμάσαι.
Όμως αυτός ήρθε και φώλιασε στη μικρή καρδούλα σου.
Αυτή που χτυπούσε τόσο δυνατά όταν σε φόβιζε που νόμιζες ότι θα σπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μεγάλωσες.
Κι αυτός μεγάλωσε μαζί σου.
Έγινε κομμάτι σου.
Έμεινε εκεί μες στα χωράφια της ψυχής σου σαν σκιάχτρο,
να τρομάζει ο,τι όμορφο πάει να βγει από μέσα σου.
Κι εσύ τον έχεις πια συνηθίσει.
Ακόμα σε πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά όταν τον συναντήσεις,
μα έχεις μάθει πια να το αποφεύγεις.
Άμυνα. Η λύση που εφηύρες για να επιβιώσεις από την τρομοκρατία του.
Μα εκείνος βολεύτηκε στις άμυνες σου.
Δεν χρειάζεται πια να κάνει κάτι.
Αρκεί κάποιος να τις ρίξει για αναζωπυρωθεί η φλόγα του και να σε κάψει.
Έχεις δοκιμάσει να τον κάψεις εσύ ο ίδιος.
Σκιάχτρο είναι εξάλλου. Εύφλεκτο, σκέφτηκες.
Τόλμησες.
Μα μόλις κάτι δεν πήγε καλά, η φωτιά που του έβαλες,
αντί να τον κάψει, σε καταρράκωσε.
Σε γέμισε στάχτες.
Κι είπες δε θα το ξανακάνεις.
Θα ζήσεις με το σκιάχτρο σου.
Αυτό το κακέκτυπο του λούτρινου που αγαπούσες μικρός.
Τι κακό να κάνει ένα σκιάχτρο;
Ίσα ίσα που διώχνει αυτούς που πάνε να εκμεταλλευτούν
τους καρπούς των κόπων σου.
Τον δικαιολόγησες πολύ καλά.
Κι έμεινες μόνος.
Εσύ κι ο φόβος σου.
Ο φονιάς της καρδιάς σου.
Κι έτσι το σφίξιμο έμεινε κι αυτό.
Μόνιμο.
Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα σκιάχτρο;
Αυτό το άψυχο τρομακτικό παράσιτο μέσα σου τρέφεται από την αγάπη σου.
Την κατατρώει σιγά σιγά ώσπου να απομείνεις ένα άδειο κουφάρι.
Ώσπου να του μοιάσεις.
Ώσπου να γίνεις ο ίδιος φόβος και τρόμος για τους άλλους γύρω σου.
Γιατί όποιος προκαλεί τον φόβο στους άλλους,
τον έχει καλλιεργήσει πρώτα μέσα του.
Έχει ταυτιστεί μαζί του.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει.
Δεν πίστεψε στην αγάπη.
Ο φόβος τον έπεισε ότι δεν υπάρχει.
Ότι η αγάπη είναι μια παιδιάστικη ουτοπία.
Είναι αλήθεια ότι κι εκείνος τότε την έθαψε μέσα του. Όταν ήταν παιδί.
Μα η αγάπη υπάρχει.
Η αγάπη είναι οι καρποί που υποτίθεται ότι φυλάει το σκιάχτρο,
ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνο που τους τρώει.
Μην το επιτρέπεις.
Γεννήθηκες με αγάπη μέσα σου.
Αυτή σου ανήκει.
Αυτή είναι κομμάτι σου, όχι ο φόβος.
Και δε χρειάζεσαι κανέναν να τη φυλάει.
Γιατί η αγάπη υπάρχει για να μοιράζεται.
Ποτέ δεν ευτύχησε αυτός που κράτησε την αγάπη για τον εαυτό του.
Μη φοβάσαι λοιπόν.
Σκόρπα τα στάχυα του σκιάχτρου κι αγάπησε.
Αγάπησε.
Άφοβα.

Η ζωή δεν έχει σκοπό να σε κάνει να ανοίξεις τα φτερά σου αλλά να σε μάθει να πετάς

30 Αυγούστου, 2019

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που νιώθεις μια ώθηση. Μια εσωτερική δύναμη είναι εκεί και σε προτρέπει να ξεκινήσεις και να προχωρήσεις. Να μη φοβηθείς. Πρόκειται για μια νέα φάση όπου η ζωή σε καλεί να πράξεις, να δημιουργήσεις, να κοιτάξεις μπροστά και να πετάξεις. Και τότε είναι που αποφασίζεις να ακούσεις αυτή τη φωνή και να ανοίξεις τα φτερά σου. Χωρίς να υπολογίσεις φόβους και δισταγμούς. Παίρνεις το ρίσκο κι αρχίζεις το ταξίδι.

Όμορφα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν. Βλέπεις όνειρα σου να πραγματοποιούνται, βλέπεις ικανότητες σου να βελτιώνονται. Είσαι αισιόδοξος. Αντιμετωπίζεις νέες προκλήσεις, γνωρίζεις νέα πράγματα, νέοι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή σου στους τομείς που έχεις αφήσει ανοιχτούς. Κάνεις καινούρια λάθη και νιώθεις γνώριμα συναισθήματα αλλά από άλλη οπτική γωνία. Και αφού έχεις αρχίσει να συνηθίζεις τη νέα κατάσταση, μόλις θεωρήσεις ότι βρήκες τη φωλιά που θα ξαποστάσεις τα φτερά σου, η ζωή σου φυλάει ένα μάθημα για το τέλος.

Άλλες φορές το μάθημα είναι μικρό, άλλες μεγάλο. Εξαρτάται πάντα από το πώς θα το βιώσεις. Κάποιες φορές είναι ευδιάκριτο μέσα από εξόφθαλμα γεγονότα που έχουν στόχο να σε ξυπνήσουν απότομα. Άλλες είναι τόσο δύσκολο να καταλάβεις τι θέλει να σου πει η ζωή, σαν να μιλάει λες ξένη γλώσσα. Εκεί χρειάζεται να εξασκήσεις την παρατηρητικότητα σου και να επιστρατεύσεις τη θέληση σου για αυτοβελτίωση. Καλά όλα αυτά. Μα όταν στα μαθήματα αυτά εμπλέκεται η καρδιά, τα πράγματα γίνονται σίγουρα πιο δύσκολα.

Τότε είναι που νιώθεις ότι η ζωή τα έβαλε με τα φτερά που η ίδια σου επέτρεψε να ανοίξεις. Φτάνεις στον παραλογισμό να θεωρείς ότι σε εκδικείται κι ότι εσύ δε φταις σε τίποτα. Μα δυστυχώς φταις. Γιατί όσο καλά κι αν μπορούμε να προγραμματίσουμε τη ζωή με το μυαλό, τόσο ακατόρθωτο είναι να ελέγξουμε την καρδιά σε αυτά που ζούμε. Και τα λάθη από καρδιάς είναι αυτά που πονούν περισσότερο. Αυτά σου τσακίζουν τα φτερά και σε κάνουν σε κάθε πονεμένο χτύπο της καρδιάς σου να νιώθεις ότι θα κοπούν.

Κι εκεί που νομίζεις ότι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και είναι μάταιο να προσπαθήσεις ξανά για κάτι καινούριο, εμφανίζεται ένας άνθρωπος από το πουθενά για να σου αποδείξει το αντίθετο. Θα είναι τα λόγια του, θα είναι το παράδειγμα του, θα είναι ο αέρας που εκπέμπει. Θα είναι ο τρόπος μέσα από αυτόν τον άνθρωπο να σου δείξει η ζωή ένα κομμάτι του εαυτού σου. Ένα κομμάτι της δύναμης σου που δεν γνώριζες ότι υπήρχε. Πως και να φταις, δεν πειράζει, προχώρα. Έτσι είναι η ζωή. Αρκεί να πάρεις το μάθημα. Και τα φτερά σου θα αρχίσουν ξανά να κινούνται.

Γιατί τελικά η ζωή δεν έχει σκοπό να σε κάνει να ανοίξεις τα φτερά σου, αλλά να σε μάθει να πετάς. Με όποιο κόστος. Μέσα από καταστάσεις, μέσα από ευκολίες και δυσκολίες, μέσα από σχέσεις ο στόχος είναι ένας. Να μάθεις ποιος είσαι. Να μάθεις ότι τα φτερά σου εσύ τα αποκτάς, εσύ τα ανοίγεις κι εσύ επιλέγεις τον προορισμό του ταξιδιού σου. Όμως είσαι κι εσύ που όταν πληγωθούν, θα τα θεραπεύσεις. Και εκείνη πάντα σου παρέχει το γιατρικό.

Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής. Νέοι ορίζοντες, νέες εμπειρίες, νέες πληγές, νέες θεραπείες. Το μάθημα όμως πάντα ίδιας φύσεως. Πώς να γίνεσαι συνεχώς καλύτερος άνθρωπος.

Το κορίτσι κι η σκακιέρα

21 Αυγούστου, 2019

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι. Χορός και ζωή ήταν ένα για εκείνη. Το βλέμμα της άνοιξης στα μάτια της, αγνό και καθαρό. Ήθελε μόνο να χορεύει. Αυτή ήταν η ειλικρίνεια της καρδιάς της. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την καταλάβαιναν, μα δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη είχε για προστασία την αγκαλιά της μουσικής στο σώμα της όταν γίνονταν ένα.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή της έδινε κι ένα χρώμα. Σε άλλους χρώματα λουλουδιών, σε άλλους στοιχείων της φύσης. Η μητέρα της, για παράδειγμα, είχε το χρώμα του κοραλλιού, ο πατέρας της το πράσινο του σμαραγδιού κι ο μεγάλος αδερφός της το μπλε της βαθιάς θάλασσας. Λάτρευε τη φύση και μάθαινε από αυτήν. Ξεσήκωνε τις κινήσεις των δέντρων, των ποταμών και τις ενσωμάτωνε στο χορό της. Της άρεσαν πολλά χρώματα, αλλά δε μπορούσε να αποφασίσει ποιο χρώμα ήταν το δικό της. Είχε ψάξει πολύ, αλλά μάταια, ώσπου άφησε τη ζωή να διαλέξει χρώμα για εκείνη.

Κάποτε, έκανε αίτηση για να κερδίσει υποτροφία για φοίτηση σε μια σχολή χορού. Εκείνη την ημέρα θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα. Η αγωνία της ήταν τόσο μεγάλη που ένιωθε πως οι χτύποι της καρδιάς της θα μπορούσαν άνετα να δώσουν το ρυθμό για χορογραφία. Μόλις μπήκε στο κτίριο, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα αναμονής. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς και πολύς κόσμος βρισκόταν εκεί λόγω της ημέρας.

Η αίθουσα αναμονής ήταν ένας μακρόστενος διάδρομος που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ασπρόμαυρο πάτωμα σε σχέδιο σκακιέρας. Το κορίτσι έμεινε να το παρατηρεί. Όσο κι αν λάτρευε τα χρώματα, αυτός ο μονότονος καμβάς την προσέλκυε, όπως έναν αστροφυσικό η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη. Ο παλμός της επιτάχυνε, κάνοντας το δέρμα στο πλάι του λαιμού της να ταλαντώνεται σαν μεμβράνη κρουστού οργάνου. 

Έγειρε το κεφάλι και το δεξί της πόδι, όμοιο με πινέλο ζωγράφου που ετοιμάζεται για την παρθενική πινελιά του, άγγιξε ένα λευκό πλακάκι. Με μια πιρουέτα, στριφογύρισε με χάρη το κορμί της. Το τεντωμένο πέλμα της πήρε λίγο μαύρο κι έπειτα ξανά λίγο λευκό και μ’ ένα απότομο τίναγμα σκόρπισε με τη φαντασία της μια βροχή από γκρίζο. Συνέχισε να ακροβατεί πάνω στην ασπρόμαυρη παλέτα της, πότε αργά, με ακρίβεια και πότε δυναμικά και παθιασμένα, δίνοντας μορφή στον πίνακα που είχε στο μυαλό της. 

Με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και το λευκό κορμάκι χορού που φαινόταν πάνω από το αέρινο μαύρο παντελόνι της, έμοιαζε με ασπρόμαυρο κύκνο που λικνιζόταν στο ρυθμό μιας ανύπαρκτης μουσικής συμφωνίας και καθρεφτιζόταν σ'έναν αόρατο καμβά, εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων. 

Όταν σταμάτησε, με την ένταση να πάλλει ακόμη τα κύτταρα της και το συναίσθημα να αναβλύζει από τις εκφράσεις του προσώπου της, ένιωθε πληρότητα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το περιγράψει. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι κατάφερε να τους χρωματίσει με τον χορό της. Το έβλεπε στα πρόσωπα τους.

Μέσα σε αυτήν την αίθουσα με το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα χρώματα που εκείνη έβλεπε είχαν μοιραστεί στα μάτια τους. Ανάμεσα τους ήταν κι οι καθηγητές που θα ανακοίνωναν τα αποτελέσματα. Δεν είχε πετύχει την υποτροφία με την αίτηση της. Την κέρδισε όμως με τον χορό της. Ήταν η καλύτερη παρτίδα σκάκι που παίχτηκε ποτέ από έναν μόνο παίκτη.

Από εκείνη την ημέρα, τα όνειρα της άρχισαν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής της. Τότε ήταν που κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μέσα στην τέχνη δε μπορούν να περιοριστούν σε ένα χρώμα. Όχι γιατί είναι καλύτεροι από τους άλλους. Αλλά επειδή μοιάζουν με το νερό. Παίρνουν το χρώμα που τους δίνει ο ουρανός της τέχνης τους για να ξεδιψούν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Δε θα ξεχνούσε ποτέ το χάρισμα που της αποκαλύφθηκε εκείνη την ημέρα, σε μια αίθουσα αναμονής με ασπρόμαυρο πάτωμα.

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι' αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.

1 23 24 25 26 27 29