Άρθρα

Ένα λεπτό ειλικρινούς προσοχής στο παιδί σου, αποτρέπει δεκάδες δυστυχισμένες στιγμές του στο μέλλον

14 Μαΐου, 2020

Οι μεγαλύτερες ανασφάλειες του ανθρώπου προέρχονται από την έλλειψη της απαραίτητης προσοχής κατά την παιδική του ηλικία. Εκείνη την τρυφερή ηλικία όπου όλα μοιάζουν πρωτόγνωρα και η ανάγκη να τα μοιραστεί με τα πιο κοντινά του πρόσωπα είναι πρωταρχική.

Η ματαίωση της ανάγκης αυτής, όπως και οποιασδήποτε ανάγκης ενός παιδιού, έχει συνέπειες. Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο  ανώριμο για ορθή κρίση μυαλό του είναι πως είναι ανεπαρκές. Πως κάτι άλλο είναι πολύ πιο σημαντικό για τους γονείς του από τις κατακτήσεις, τις ανακαλύψεις ή τις προόδους του.

Όπως κάθε άνθρωπος που παραμελείται από τα αγαπημένα του πρόσωπα, το παιδί βιώνει τη συναισθηματική απογοήτευση. Θεωρεί, μάλιστα, ότι το ίδιο είναι υπεύθυνο, καθώς η στάση των γύρω του δείχνει πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αξίζει την πολυπόθητη προσοχή τους.

Ως ενήλικας, το παιδί αυτό έχει δυο επιλογές ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του. Ή θα κλειστεί στον εαυτό του, υποτιμώντας τον, ή θα αναπτύξει την άμυνα της επίδειξης των δυνατών του σημείων, υπερτιμώντας τα.

Στην πρώτη περίπτωση, το βασικό κριτήριο στις σχέσεις γίνεται η επιλογή ανθρώπων που θεωρούμε πως μπορούν να μας δώσουν αυτά που μας λείπουν. Η απαίτηση, το παράπονο ή η πλήρης υποταγή είναι τα μέσα που χρησιμοποιούμε συνήθως για να γεμίσουμε το κενό μας.

Στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει η τάση για υπερίσχυση πάνω σε ανθρώπους, προκειμένου να μειωθεί το αίσθημα ανεπάρκειας που έχει δημιουργηθεί. Ο κατά τα φαινόμενα δυναμισμός γίνεται εργαλείο ψαρέματος θαυμασμού που ικανοποιεί ψευδώς τον πληγωμένο εγωισμό.

Η εσωτερική ισορροπία είναι δύσκολο να επιτευχθεί, διότι το ανεξήγητο κενό που δημιουργήθηκε κατά την παιδική ηλικία, εκείνη η απουσία συναισθηματικής φροντίδας, κλόνισε τόσο τη ζυγαριά της αυτοπεποίθησής του παιδιού που δεν κατόρθωσε ποτέ να στεριώσει τον άξονά της.

Ως ενήλικες είναι αρκετά δύσκολο ν’ αντιληφθούμε αυτά τα κενά, ώστε να μπορέσουμε να τα καλύψουμε. Χρειάζεται κόπος, θέληση και χρόνος. Ως γονείς, από την άλλη, έχουμε την ευκαιρία να μην τα δημιουργήσουμε στα παιδιά μας. Να μην κάνουμε αυτό που μας έκαναν.

Μεγαλώνοντας ένα παιδί αντιλαμβάνεσαι πιο εύκολα τα λάθη που έγιναν στη δική σου ανατροφή. Είναι επιλογή σου να έχεις τα μάτια και την καρδιά ανοιχτά  για να τα παρατηρήσεις και μέσα από το ταξίδι της αυτογνωσίας να τα διορθώσεις στον εαυτό σου. Όμως είναι υποχρέωσή σου να φροντίσεις ώστε να μην τα επαναλάβεις στο δικό σου παιδί.

Κανένας γονιός δεν είναι αλάθητος, αλλά το να μεταφέρεις τα ίδια λάθη από γενιά σε γενιά, είναι μια κληρονομιά αχρείαστη κι ανώφελη.

Άκου, λοιπόν, το παιδί σου όταν θέλει κάτι να σου πει, ακόμα κι αν σου φαίνεται ασήμαντο ή αν πνίγεσαι στη δουλειά. Ένα λεπτό ειλικρινούς προσοχής σου τώρα, αποτρέπει δεκάδες δυστυχισμένες στιγμές του στο μέλλον. Εξάλλου, τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την υγεία. Από την ψυχική υγεία του παιδιού σου.

Κρίση πανικού

6 Μαΐου, 2020

Εκείνη η μέρα είχε ξημερώσει ευοίωνη όπως όλες οι άλλες. Δεν ήξερες – δεν μπορούσες να ξέρεις – τι σου επιφύλασσε το απόγευμα. Ίσως να είχες μια περίεργη διαίσθηση πως κάτι κακό θα συμβεί, αλλά προσπαθούσες, σχεδόν βίαια, να την αποτραβήξεις από τη σκέψη σου.

«Ιδέα μου είναι» επαναλάμβανες κάθε τόσο.

«Σύνελθε» μουρμούριζες σχεδόν φωναχτά στον εαυτό σου.

Όλα κύλησαν ομαλά, ώσπου δέχτηκες εκείνο το καταραμένο τηλεφώνημα. Η φωνή από την άλλη πλευρά του ακουστικού θλιμμένη, σχεδόν τρεμάμενη, σου ανακοίνωσε τα νέα.

Άρνηση, η πρώτη σου αντίδραση. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια!» ήταν η φράση που έπαιζε επαναλαμβανόμενα σαν από κολλημένη βελόνα σε γραμμόφωνο μέσα στο μυαλό σου. Ήταν τόσο δυνατό το αποτύπωμά της που το ούρλιαξες, μα η φωνή σου, σβησμένη, δε σε υπάκουσε. Όταν πήρες την επιβεβαίωση ότι ισχύει, ένιωσες το αίμα να αδειάζει από πάνω σου σαν καταρράκτης που σπάει το φράγμα που τον κρατούσε. Σωριάστηκες στην καρέκλα και με το ένα χέρι κολλημένο στο ακουστικό που επέμενε να σε ρωτά αν είσαι καλά, κοίταξες το ελεύθερο χέρι σου που είχε αρχίσει να τρέμει.

Έκλεισες το ακουστικό χωρίς να πεις λέξη κι άρχισες να βαριανασαίνεις. Δεν ήσουν σίγουρη αν θα λιποθυμούσες, αν θα έκανες εμετό ή αν θα πέθαινες την ίδια στιγμή. Οι σκέψεις μετατράπηκαν σε αιχμηρές σφαίρες και άρχισαν να τρυπούν το μυαλό σου, αφήνοντας στο πέρασμα τους σκιές της νέας πραγματικότητας που θα διαμορφωνόταν μετά το τηλεφώνημα. Όσο πύκνωναν οι πυροβολισμοί των σκέψεων, τόσο η καρδιά σου επιτάχυνε το ρυθμό της. Βρισκόσουν στην αρχή της πτώσης σου από την κορυφή του βουνού. Κατρακυλούσες και παρέσερνες μαζί συναισθήματα που σκορπούσαν, αφήνοντας ένα κενό στην καρδιά σου που πονούσε στο στήθος σου. Ένιωθες τόσο ευάλωτη, τόσο αδύναμη, σαν να ήταν η ύπαρξή σου ένας πύργος από τραπουλόχαρτα που ένα απλό φύσημα, δυο-τρεις λέξεις, τον είχαν διαλύσει. Τα δάκρυα δεν έλεγαν να κυλήσουν για να λυτρωθείς. Η δύσπνοια σού έσφιγγε το στήθος κι η αναπνοή σου ήταν τόσο ακανόνιστη, που νόμιζες πως η ψυχή σου πάλευε να ελευθερωθεί από τα δεσμά της και να φύγει μια για πάντα από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο φόβος! Ναι…ο φόβος ήταν πια αφέντης σου. Είχε μετατραπεί σε τρόμο και μαζί με τα χέρια σου τάραζε κι εσένα σύγκορμη. Αυτός τα καθόριζε όλα, σαν δαίμονας που σε είχε καταβάλλει, αφήνοντάς σε άβουλη κι ανίκανη ν’ αντιδράσεις. Πάντα έτρεμες στην ιδέα ότι μπορεί να το ξαναπάθαινες, μετά από εκείνη την πρώτη, αλησμόνητη και βασανιστική φορά. Και να που η πρωινή διαίσθησή σου βγήκε αληθινή. Ο τρόμος, αυτός ο απρόσκλητος, απεχθής επισκέπτης είχε επιστρέψει. Η κρίση πανικού βρισκόταν πια στο αποκορύφωμά της και τίποτα δε φαινόταν να μπορεί να τη σταματήσει.

Μηχανικά, μέσα στην θολωμένη συνειδητότητά σου και με μάτια θαμπά, κατάφερες να θυμηθείς πως κάπου εκεί κοντά πρέπει να είχες ακόμα κάτι χάπια. Έκανες να σηκωθείς. Ξαφνικά, ένιωσες ένα χέρι να πιάνει την αύρα σου και να την απομακρύνει από το σώμα σου. Η ταχυκαρδία σταμάτησε, μαζί με τη δύσπνοια και το τρέμουλο. Ένιωθες ανάλαφρη, σαν σε όνειρο και προσωρινά απαλλαγμένη.

Σε λίγο δε βρισκόσουν πια στο δωμάτιό σου. Πετούσες! Ναι! Πετούσες!

«Μα τι συμβαίνει;» απόρησες, όμως μέσα σου είχες αρχίσει παραδόξως να γαληνεύεις.

Το χέρι σε κρατούσε από τον ώμο, αλλά σου ήταν ακατόρθωτο να γυρίσεις να δεις τη μορφή εκείνου στον οποίο ανήκε. Άρχισες να αιωρείσαι πάνω από σπίτια. Έβλεπες τους ανθρώπους να περπατούν στο δρόμο. Έμοιαζαν τόσο μικροί και τα προβλήματά τους ακόμη μικρότερα. Ήταν τόσο όμορφη η αίσθηση της ελευθερίας που ένιωθες, ειδικά μετά το επεισόδιο της κρίσης, που ό,τι κι αν ήταν αυτό που ζούσες εκείνη τη στιγμή δεν ήθελες να τελειώσει.

Ανάμεσα στους ανθρώπους, διέκρινες κάποιους που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα με σένα. Μα γύρω τους είδες ζωή. Ζωή που δεν μπορούσαν ν’ αγνοήσουν και που τους καλούσε να ταξιδέψουν μέσα στον κύκλο της. Ανέβαιναν σαν σε τραινάκι του λούνα παρκ και παρά τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, αφήνονταν στη ζωή. Τους θαύμασες. Όχι που δε φοβούνταν. Μα που δεν παραιτήθηκαν. Που δεν τρόμαξαν, όταν η ζωή τους τα έφερε όλα ανάποδα και που βρήκαν τη δύναμη να πουν ένα «δόξα τω Θεώ» κι ας φαινόταν παράλογο.

Ανάμεσα τους ήταν κι ένα παιδί. Φώναζε πάνω στο τρενάκι, όχι από φόβο μα από ενθουσιασμό. Για εκείνο ήταν όλα ένα παιχνίδι κι ας βρισκόταν στο ίδιο τρένο με τους μεγάλους. Έτσι όπως το έβλεπες από ψηλά, χαμογελούσε κι απολάμβανε τη διαδρομή. Κι ας του φυσούσε μανιασμένα ο αέρας το πρόσωπο από την ταχύτητα. Κι ας τιναζόταν δεξιά κι αριστερά σε κάθε στροφή. Με πόση χαρά αντιμετώπιζε το απρόσμενο!

Λίγα λεπτά αργότερα, βρισκόσουν πάλι στο σπίτι σου. Έκανες να σηκωθείς από το πάτωμα. Διαπίστωσες πως είχες χτυπήσει λίγο το χέρι σου από το πέσιμο. Χαμογέλασες.

«Αυτό θα γίνει γενναία μελανιά!» σκέφτηκες χιουμοριστικά.

Όταν έφτασε το βράδυ, είχες ήδη ξεκαθαρίσει μέσα σου τη νέα πραγματικότητα που θα ξημέρωνε κιόλας από αύριο. Ήσουν κουρασμένη, αλλά παραδόξως γαλήνια. Τώρα πια είχες το αντίδοτο. Την εικόνα του παιδιού στο τρένο της ζωής δεν επρόκειτο να τη λησμονήσεις. Δε φοβόσουν πια την κρίση. Μπορούσες να την αντιμετωπίσεις. Όταν πέφτεις σ’ έναν γκρεμό, το μόνο που χρειάζεσαι είναι η άκρη ενός σκοινιού να σε τραβήξει προς τα πάνω. Τώρα πια είχες την άκρη στο γέλιο ενός παιδιού. Του παιδιού που ζωντάνεψε μέσα σου.

Με την εικόνα του παιδιού χαραγμένη ακόμα στο μυαλό σου, θυμήθηκες το τηλεφώνημα. Τρόμαξες μήπως σε πιάσει πάλι, αν και μέσα σου ήξερες πως δεν επρόκειτο να συμβεί. Με μια λυτρωμένη θλίψη, κοίταξες το τηλέφωνο. Τα δάκρυα έκαναν την εμφάνιση τους για το φινάλε της πράξης. Έκλαψες. Ξέσπασες όλο το φορτίο σου σ’ εκείνο το κλάμα, που ξέπλυνε κάθε φόβο και βάρος.

Ο αισιόδοξος γνωρίζει πως μετά τον πόνο, πάντα ξημερώνει

12 Απριλίου, 2020

Οι αισιόδοξοι άνθρωποι που συναντάμε στη ζωή μας είναι, συνήθως, χαμογελαστοί, “έξω καρδιά” και φιλικοί με όποιον συναντήσουν για πρώτη φορά. Γι’ αυτό, η πρώτη εντύπωση που δίνουν, συχνά είναι πως δεν τους επηρεάζει τίποτα. Πως ζουν στο δικό τους ονειρόκοσμο, αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Το τελευταίο, βέβαια, δεν απέχει πολύ από την αλήθεια.

Σαν απρόσβλητοι από τη στενοχώρια, νομίζεις πως αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πονέσει ποτέ στη ζωή τους. Πως τους έχουν έρθει όλα εύκολα και γι’ αυτό έχουν κάθε λόγο να πιστεύουν πως “όλα θα πάνε καλά”, αφού στη μέχρι τώρα ζωή τους αυτό συνέβαινε. Η παρεξήγηση κρύβεται σε αυτό ακριβώς το σημείο.

Όταν θεωρούμε ότι έχουν πάει “όλα καλά” στη ζωή κάποιου, συνήθως αναφερόμαστε στα κοινωνικά και υλικά προνόμια που απολαμβάνει ή στο γεγονός ότι είναι από μια φαινομενικά καλή οικογένεια. Αν και ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το κρυφό δράμα της καρδιάς του κάθε ανθρώπου, ακόμα κι έτσι, οι άνθρωποι που έχουν τα παραπάνω “προνόμια”, νομοτελειακά, δεν εξελίσσονται σε αισιόδοξους. Η συχνότερη κατάληξη τους περνά από το δρόμο της αχαριστίας ή της κατάθλιψης.

Τι είναι τότε εκείνο που τροφοδοτεί την αισιοδοξία; Η ζωή είναι συνήθως γενναιόδωρη στις δυσκολίες που φέρνει στους αισιόδοξους ανθρώπους. Οι περισσότεροι, έχουν τραβήξει ένα μαρτυρικό Γολγοθά, που μόνο οι πολύ κοντινοί τους γνωρίζουν και αναγνωρίζουν. Ανέβηκαν στην κορυφή με το σταυρό στην πλάτη, χωρίς να χάσουν ίχνος από την αξιοπρέπειά τους. Διότι όποια θυσία κι αν έκαναν, ποτέ δε δέχτηκαν να κάνουν έκπτωση στο ήθος της ψυχής τους.

Είναι μέγιστο λάθος να συγχέουμε τους αισιόδοξους με τους επιπόλαιους, τους ελαφρόμυαλους ή τους ονειροπόλους. Ο επιπόλαιος δεν υπολογίζει τις πράξεις του, προκαλώντας συχνά πόνο τριγύρω του, ο ελαφρόμυαλος υποβαθμίζει ακόμα και σοβαρά ζητήματα κι ο ονειροπόλος απλά αρέσκεται στο να ζει σε ένα διαφορετικό κόσμο που ονειρεύεται να ενσωματώσει κάποτε στην πραγματικότητα.

Η ρίζα της αισιοδοξίας βρίσκεται αλλού. Είναι στην πίστη πως μετά τον πόνο και το μαρτύριο, που οι αισιόδοξοι άνθρωποι βιώνουν βουβά μα βαθιά, πάντα ξημερώνει. Όποιο κι αν είναι το κόστος. Το μάθημα αυτό το έχουν πληρώσει ακριβά, γι’ αυτό και το εκτιμούν. Έχουν αποκτήσει επίγνωση της αξίας του πόνου στη ζωή και της ανταμοιβής που πάντα τον ακολουθεί, αν η υπομονή τον κατεργαστεί και τον καταλαγιάσει.

Πιστοί στους νόμους που η ζωή έχει θεσπίσει, ενστερνίζονται με περίσσιο θάρρος, πως “το καλό πάντα νικά”. Ίσως να μην είναι εμφανές πάντα υλικά, καθώς η ηθική αμοιβή είναι αόρατη στα μάτια, μα η ψυχή το εισπράττει. Για τους αισιόδοξους, η δύναμη του να προχωράς προέρχεται από μια ελεύθερη ψυχή κι ένα χαμόγελο που χαράχτηκε ανεξίτηλο πάνω από πληγές που κατάφεραν να κλείσουν.

Θέλουν έναν κόσμο καλύτερο, γιατί πιστεύουν πως μπορεί να επιτευχθεί. Το έχουν βιώσει. Ο ονειρόκοσμός τους είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση. Πως ο άνθρωπος που υπερβαίνει εαυτόν στα δύσκολα, εξαγνίζεται και εξελίσσεται. Εξάλλου, δε νοείται αισιοδοξία χωρίς καθαρή συνείδηση.

Γράμμα προς την κόρη μου – Η γύμνια της ψυχής

8 Απριλίου, 2020

Αγάπη μου,
 
Μεγάλωσες…έφτασες κιόλας στο κατώφλι της εφηβείας και τα γενέθλιά σου ήρθαν ν’ ανοίξουν διάπλατα την πόρτα σ’ αυτόν τον νέο για σένα κόσμο. Όσο κι αν μου φαίνεται σαν χθες, η παιδική σου ηλικία σε λίγο θα περάσει στον κόσμο των αναμνήσεων. Θα γίνει το παρελθόν που έχτισε τις βάσεις του ανθρώπου στον οποίο εξελίσσεσαι. Θέλω να ξέρεις, μικρή μου, πως σ’ αυτό το χτίσιμο συμμετείχα με τα χέρια γυμνά και την καρδιά μου ολόκληρη. Τώρα που θα κληθείς να αντιμετωπίζεις όλο και πιο ωμά την αλήθεια αυτού του κόσμου, αυτή τη γύμνια θέλω να σου εξηγήσω.
 
Πολλές φορές με είδες να δακρύζω. «Γιατί κλαις μαμά;» με ρωτούσες κάθε φορά κι εγώ σκάλιζα την καρδιά μου για να σου δώσω μια εξήγηση με όση ειλικρίνεια μπορούσε ν’ αντέξει το μυαλουδάκι σου. Το σκάλισμα γινόταν βάλσαμο για τον πόνο μου, γιατί προσπαθώντας να σου εξηγήσω με απλά λόγια, το μεγαλείο της ουσίας της ζωής απλωνόταν μπροστά μου. Έλυνα το πρόβλημα μ’ εσένα αγκαλιά, χωρίς να καταλάβεις πόσο με είχες βοηθήσει ν’ απογυμνωθώ από τις έγνοιες μ ’ένα μόνο «γιατί».
 
Μα κι η χαρά χρειάζεται γύμνια, καρδιά μου! Θυμήσου πόσες φορές ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια και παρακαλούσαμε η μία την άλλη να σταματήσει, γιατί η κοιλιά μας δεν άντεχε άλλες συσπάσεις! Μα η ψυχή μας άνοιγε αχόρταγα και καλωσόριζε με λαχτάρα τη θέρμη του γέλιου μας για να τη φωτίσει. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το δώρο ζωής που μου χάριζες κάθε φορά, αφήνοντας την ελπίδα μου να ξαποστάσει στη χαρά του γέλιου σου.
 
Είχαμε και συννεφιασμένες μέρες. Εκείνες που θύμωνα μαζί σου κι ύψωνα τον τόνο της φωνής μου, απαιτώντας από σένα την κατανόηση που η ίδια χρωστούσα στον εαυτό μου. Δεν έφταιγες εσύ, ψυχή μου. Πότε δεν έφταιγες εσύ. Εκείνο το παραπονεμένο βλέμμα σου με άγγιζε σαν ηλεκτροφόρο χάδι που επανέφερε στη ζωή τη νεκρωμένη από κούραση καρδιά μου. Σ ‘έπαιρνα στην αγκαλιά μου να σου ζητήσω συγγνώμη και να σου εξηγήσω τι συνέβη, για να ηρεμήσω την καρδούλα σου και να σου δείξω πως δεν πειράζει αν λυγίσεις. Αρκεί να επανέρχεσαι. Να νιώσεις πως όταν υπάρχει αγάπη και διάλογος όλα μπορούν να λυθούν. 
 
Ακόμα κι όταν μου θύμωνες εσύ, σε πλησίαζα αργά, επιστρατεύοντας την ωριμότητα και ταπεινώνοντας τον ενήλικο εγωισμό που θα μπορούσε να επιβληθεί στην αθωότητα του θυμού σου. Διδασκόμουν και σε δίδασκα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της αγάπης.
 
Τις πιο έντονες μέρες, όταν η βροχή ερχόταν στα μάτια σου κι η συννεφιά στην καρδιά σου, τα χέρια μου άνοιγαν για να χωθείς στην αγκαλιά μου. Εκεί που απορροφούσα τον πόνο σου με κάθε κύτταρο μου, για να σου απομείνει μονάχα η γλύκα του διδάγματος.
 
Συγχωρέσε με αν σου είπα «Σ ’αγαπώ» τόσες φορές που να το θεωρήσεις δεδομένο, να το συνηθίσεις ή να κουραστείς. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις πως απλά σε πότιζα με αγάπη για ν’ ανθίσεις. Γιατί για μένα αυτό θα είσαι πάντα. Το πιο όμορφο λουλούδι που υπήρξε ποτέ.
 
Και να ‘σαι τώρα που ν’ αρχίζεις ν’ ανοίγεις δειλά τα πέταλα σου. Πόση συγκίνηση γεμίζουν τα μάτια μου, να ‘ξερες! Τώρα που αφήνεις πίσω το κορίτσι κι ανακαλύπτεις τη γυναίκα. Χωρίς φόβο. Με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Αυτές έχτισα με τη γύμνια των συναισθημάτων που σε άφησα να δεις, στο βαθμό που άντεχες πάντα. Την αφοβία ν ’αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου. Ό,τι κι αν νιώθεις. Να χρησιμοποιείς ακόμα και τις ενοχές σου σαν μάθημα για να χτίζεις την αυτογνωσία σου.
 
Ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Όμως κράτα αυτά που διαβάζεις. Μα και να μην τα κρατήσεις, έχω εμπιστοσύνη πως τα έχεις ήδη μέσα σου κι η ζωή θα σου τα αποκαλύψει με τον δικό της τρόπο.
 
Σ ’αγαπώ κι είμαι υπερήφανη όχι μόνο γι’ αυτά που έχεις καταφέρει ή θα καταφέρεις στη ζωή σου, μα γι’ αυτό που είσαι. Για τον άνθρωπο που έχω την ευλογία να βλέπω μπροστά στα μάτια μου και μέσα στα χέρια μου να μεγαλώνει.
 
Έχω τόσα πολλά που θα ήθελα να σου πω. Όμως δε θα γίνω ποτέ προφήτης του τι πρόκειται ν’ αντιμετωπίσεις. Θα είσαι ελεύθερη να τα ζήσεις από τη δική σου σκοπιά. Ούτε θα σου δώσω υποσχέσεις που η ζωή δε θα με αφήσει να τηρήσω. Δε θα είμαι δίπλα σου για πάντα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πάλεψα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να σε βοηθήσω να κρατήσεις μία και μόνη υπόσχεση προς τον εαυτό σου. Πως θα έχεις αγάπη μέσα σου για πάντα. Μέσα σ’ αυτήν την αγάπη θα ζω κι εγώ, όπου κι αν βρίσκομαι. Αυτό μπορώ να στο υποσχεθώ. 
 
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για μια μάνα, από το να γνωρίζει πως ο σπόρος που φύτεψε στην ψυχή του παιδιού της είναι σπόρος αγάπης. Μη φοβηθείς, λοιπόν, ποτέ τη γύμνια της ψυχής σου, ματάκια μου. Γιατί όταν ο άνθρωπος ξεκινά γυμνός και καθαρός, όσο τραχύ κι αν γίνει το ταξίδι του, μόνο ευοίωνος είναι ο προορισμός του.
 
Χρονιά καλά, αγάπη μου!

Φαντασία vs πραγματικότητα

3 Απριλίου, 2020

Δύο από τις διαστάσεις στις οποίες χωρίζονται τα πεδία της ζωής είναι, αναμφίβολα, η πραγματικότητα και η φαντασία. Ως πραγματικότητα θεωρούνται οι καταστάσεις που καλούμαστε καθημερινά ν’ αντιμετωπίσουμε εν σώματι με εργαλεία το μυαλό και το συναίσθημά μας. Ως φαντασία, από την άλλη, ορίζεται το φάσμα στο οποίο το μυαλό μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε κατά βούληση, ανεξάρτητα από αυτό που βιώνει στην πραγματικότητα.

Η φαντασία, ως χωρόχρονος των εν εγρηγόρσει ονείρων, επιτρέπει ένα διαφορετικό πεδίο πράξεων από την πραγματικότητα. Απενοχοποιημένος από οποιαδήποτε κοινωνικά στερεότυπα, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί όπου θέλει, οικειοποιούμενος παράλληλα όποια χαρακτηριστικά επιθυμεί για τον εαυτό του και τους γύρω του.

Κατεξοχήν πνευματική ικανότητα, λίγο πιο ανεπτυγμένη στους καλλιτέχνες, η φαντασία είναι και ο οίκος της έμπνευσης. Στεγάζοντας, λοιπόν, όνειρα, φιλοδοξίες και δημιουργικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του ανθρώπου, είτε εκείνος αποφασίζει να λειτουργεί ενεργά ως προς αυτήν, είτε ονειροπολεί και δέχεται ως επί το πλείστον παθητικά το αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας τρίτων.

Συχνά, η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως αντίπαλος της φαντασίας. Αυτό συμβαίνει διότι η δεύτερη τείνει να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας, την οποία η πραγματικότητα δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Άλλος ένας παράγοντας υπέρ της φαντασίας είναι πως τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο της πνευματικής πτυχής του ανθρώπου, ενώ η πραγματικότητα καθορίζεται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς από αυτόν. Γι’ αυτό και η φαντασία, ως πεδίο δράσης, υπερτερεί της πραγματικότητας στην προτίμηση των περισσότερων ανθρώπων.

Τέλος, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί στον κόσμο της φαντασίας με ένα απλό άλμα σκέψης από όπου κι αν βρίσκεται, χωρίς τη συνοδεία του σώματος του. Δεδομένης αυτής της δυνατότητας, η ονειροπόληση ή η δημιουργική φαντασία, αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μέσα απόδρασης από την καθημερινότητα και τις έγνοιες που αυτή συνεπάγεται. Ένας τρόπος να ανακτήσει ο άνθρωπος δυνάμεις και να αισθανθεί ζωντανός κι απελευθερωμένος από περιορισμούς και υποχρεώσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο ποθητή κι αν είναι, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορούμε να ζήσουμε μία ζωή με πληρότητα, επισκεπτόμενοι μόνο τη φαντασία μας. Η πραγματικότητα είναι εκείνη που, εν τέλει, μας διαμορφώνει και εξελίσσει μέσα από την απειλή του απρόβλεπτου και τη δύναμη της εμπειρίας που χτίζει. Όσο ελκυστικός κι αν είναι ένας κόσμος όπου όλα συμβαίνουν κατ’ ευχήν ή, αν μη τι άλλο, ελεγχόμενα, δια του πόνου και μόχθου της πραγματικότητας είναι που φτάνουμε στην πολυπόθητη αυτογνωσία.

Ό,τι κι αν σκαρφίστηκε ποτέ η φαντασία του ανθρώπου, η ζωή πάντα έβρισκε τον τρόπο να αποδεικνύεται ένα βήμα παραπέρα. Όπως είναι γνωστό, «η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνά τη φαντασία» και γι’ αυτό ουσιαστικά αποτελεί την αστείρευτη πηγή έμπνευσης της. Ακόμα και καλλιτεχνικά, όταν η δημιουργική επινόηση μας διδάσκει την τέχνη της αναπαράστασης, η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με την γνησιότητα.

Εξάλλου, το αποτέλεσμα της έμπνευσης, είτε αυτό είναι έργο ζωγραφικής, συγγραφικό, θεατρικό, μουσικό ή οποιασδήποτε μορφής τέχνης, χρειάζεται υλοποίηση για να μοιραστεί στο κοινό του και να αφήσει το γνήσιο αποτύπωμά του.

Στην ουσία, λοιπόν, φαντασία δεν νοείται χωρίς πραγματικότητα και η πραγματικότητα γίνεται πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμη μέσω της φαντασίας. Είτε είμαστε ονειροπόλοι, είτε πραγματιστές, οι δυο αυτές διαστάσεις είναι αλληλένδετες και απαραίτητες, σε διαφορετικές για τον καθένα αναλογίες, προκειμένου να έχουμε μια αρμονική συνύπαρξη σώματος και πνεύματος. Διότι αν η πραγματικότητα θέτει τα όρια του ανθρώπου εντός της σάρκας του, η φαντασία διευρύνει τα σύνορα της ψυχής του.

Και μετά από αυτό, τι;

26 Μαρτίου, 2020

Για φαντάσου λέει, να μπορούσαμε να βγούμε μια στιγμή από το σώμα μας και σαν αόρατες, αιθέριες φιγούρες να περιπλανηθούμε στον κόσμο. Εκτός του ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο στην παρούσα κατάσταση, διότι δε θα διατρέχαμε κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον.
 
Η αόρατη αυτή υπερδύναμη θα μας επέτρεπε, καταρχάς, να παρατηρήσουμε με την ησυχία μας πράγματα που εν σώματι δε θα μπορούσαμε. Όχι, δεν αναφέρομαι στην κατασκοπεία των συνανθρώπων μας για χάριν κουτσομπολιού. Ας το πάμε λίγο παραπέρα. Όντες ασώματοι, θα είχαμε τη δυνατότητα να διαισθανθούμε συναισθήματα και σκέψεις. Να αντιληφθούμε, δηλαδή, τα πραγματικά κίνητρα που υποκινούν τις πράξεις των ανθρώπων.
 
Η πρώτη μας κίνηση θα ήταν ασφαλώς να ψάξουμε να βρούμε τους δικούς μας ανθρώπους για «να μάθουμε όλη την αλήθεια» για όσα σκέφτονται και νιώθουν για εμάς. Ας μη μείνουμε όμως στα προσωπικά μας. Ας δούμε λίγο το κοινωνικό σύνολο και θα διαπιστώσουμε πως οι ομοιότητες θα είναι πολλές.
 
Θα δούμε, λοιπόν, ανθρώπους με ειλικρινή αισθήματα και καθαρές σκέψεις, αγάπη για τον συνάνθρωπο κι ανιδιοτέλεια τέτοια που θα μας συγκινήσει (μην απορείτε, υπάρχουν ακόμα). Ως εδώ καλά. Ο προβληματισμός θα ξεκινήσει όταν αρχίσουμε να βλέπουμε συμπεριφορές αδικίας, εκμετάλλευσης, κριτικής, κολακείας, αδιαφορίας, υποκρισίας, φθόνου και όλων αυτών που περιέχονται στον ανθρώπινο ασκό του Αιόλου.
 
Οι επιλογές που έχουμε είναι δύο. Ή να παρασυρθούμε από τον άνεμο και να εκδηλώσουμε κι εμείς ανάλογες συμπεριφορές αντιδρώντας με αγανάκτηση, ή να δείξουμε ανωτερότητα. Η ανωτερότητα συχνά συγχέεται με την καλοσύνη, την αγαθότητα και την αφέλεια. Στην πραγματικότητα, είναι η διαχείριση αυτών με τέτοιο τρόπο που να μην επιτρέπει μεν την επιρροή από αρνητικές καταστάσεις, αλλά να εκδηλώνει παράλληλα την αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
 
Ας σταματήσουμε, όμως, το αιθέριο ταξίδι μας εδώ κι ας επιστρέψουμε στο έγκλειστο σώμα μας. Θα έρθει, αργά η γρήγορα, η στιγμή που θα  επιστρέψουμε στη φυσιολογική μας ζωή. Τότε που θα βρεθούμε ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που συναντήσαμε στο μεταφυσικό ταξίδι μας. Ποια θα είναι αλήθεια η δική μας συμπεριφορά; Είμαστε σίγουροι ότι μετά από μια τέτοια κατάσταση, θα βγούμε απλά στο δρόμο τρέχοντας ν’ αγκαλιάσουμε όποιον βρούμε, όπως υπολογίζαμε εξαιτίας της παρατεταμένης έλλειψης ανθρώπινης επαφής; Ή μήπως το λοξό βλέμμα του φόβου προς το συνάνθρωπο θα μείνει ως συνήθεια, όπως τα μισόκλειστα μάτια για τον άνθρωπο του σπηλαίου που μετά από πολύ καιρό βγαίνει ξανά στο φως; Ή μήπως, ακόμα χειρότερα, θα βγούμε ως άλλοι δικαστές να κρίνουμε και να βάλουμε τον καθένα στη θέση που του αξίζει, επειδή εμείς «έχουμε δει και ξέρουμε»; 
 
Πριν μπούμε στον πειρασμό να γίνουμε θεοί κριτές, ας θυμηθούμε λίγο τις λέξεις «ανωτερότητα» και «αγάπη». Αυτές είναι που αφυπνίζουν το θεϊκό στοιχείο μέσα μας, καλλιεργώντας τη μαγική έννοια της ενσυναίσθησης. Της ικανότητας εκείνης να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να δείχνουμε κατανόηση αντί να τον κρίνουμε άδικα.
 
Εύχομαι, λοιπόν, μετά από όλη αυτήν την πρωτόγνωρη εμπειρία να μην αφεθούμε στη δίνη της συνήθειας και της καθημερινότητας σαν να μη συνέβη τίποτα. Η ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη κι αυτό ήταν ένα μάθημα που άξιζε να το πάρουμε. Ας μείνουμε ή ας γίνουμε άνθρωποι, ακόμα κι όταν όλο αυτό θα έχει τελειώσει και θα ανήκει πια στη νεότερη ιστορία. Συμμετείχαμε, πονέσαμε μα διδαχθήκαμε. Αυτό έχει σημασία.
 
Εξάλλου, εκεί φαίνεται η πραγματική ελευθερία του ανθρώπου. Στο να μην αφήνει οποιαδήποτε κατάσταση να αλλάξει αυτό που είναι, παρά μόνο προς το καλύτερο.

Εξόριστος Θεός

23 Μαρτίου, 2020

Μένουμε αμήχανα φοβισμένοι μπροστά στην απεραντοσύνη της αγνωσίας μας.
Εμείς ν’ αναζητούμε λέξεις να κάνουν λόγο το βίωμα, μα η ζωή πεισματικά να επιλέγει τη σιωπή.
Θαρρείς πως γίνεται συνένοχη των ιθυνόντων, των ηθικών αυτουργών και των εγκληματικών εγκεφάλων.
Ακούς τον απλό άνθρωπο να κραυγάζει «Πού είσαι Θεέ; Πώς τα επιτρέπεις όλα τούτα;» κι από την ψυχή του να στάζει αίμα η δύναμή του.
Μα στάσου. 
Η σιωπή, σαν χαμαιλέων, παίρνει τη μορφή που θα της δώσεις. 
Δε συνεργεί με κανέναν η ζωή.
Θλίβεται. Άκουσέ την.
Ο λυγμός της πάλλεται στην πνιγμένη από μάσκες ατμόσφαιρα.
Θλίψη είναι η σιωπή της.
Για τον άνθρωπο που ξεχνά.
Που κρίνει.
Που επιτίθεται.
Που φθονεί.
Που μισεί.
Που σε θέση Θεού αποφασίζει ποιο είναι το καλό.
Ο άνθρωπος εξόρισε το Θεό από την καρδιά του.
Γι’ αυτό τα μάτια του αδυνατούν να τον δουν. 
Στα βουρκωμένα βλέμματα εκείνων που μάχονται σιωπηλά για έναν καλύτερο κόσμο.
Στα χέρια εκείνων που βοηθούν δίχως φόβο.
Στην αγκαλιά όσων αγαπούν χωρίς όρια.
Σιωπές είναι όλα αυτά.
Αυτές τις σιωπές αγαπά η ζωή.
Αυτές εισακούει ο Θεός.
Ένας Θεός εξόριστος, μα όχι αόριστος.
«Πού είσαι Θεέ;» αναρωτιέσαι κοιτώντας την καταστροφή κι αναζητώντας Τον μέσα στη δαιμονική ομίχλη.
Κοίτα μια φορά τον εαυτό σου στα μάτια και επανάλαβε την ερώτηση.
Αντέχεις να αντικρίσεις την απουσία;
Πνίγεσαι από την ανομία των λαθών.
Δεν εμπιστεύεσαι ούτε Θεό μα ούτε κι άνθρωπο.
Κάπου πιο πέρα, ένας ποιητής θαλασσοδέρνει την πένα του στα τρικυμισμένα βάθη των συναισθημάτων του για να βρει την ουσία.
Να επαναπατρίσει το Θεό με περίσσια ευαισθησία.
Με μια ταπεινωμένη από τους συνανθρώπους ευγνωμοσύνη για την πίστη του.
Δες τον. 
Διάβασε τον.
Νιωσ’ τον.
Ακόμα αναρωτιέσαι πού είναι ο Θεός;
 

Νόμος ψυχικής αμοιβαιότητας

21 Μαρτίου, 2020

Στη ζωή συναντάμε διαφόρων λογιών ανθρώπους. Έχουμε την τάση να νιώθουμε έλξη για εκείνους που έχουν κάτι διαφορετικό από εμάς. Κάτι που αρχικά το ντύνουμε με ένα πέπλο μυστηρίου, κάνοντας το έτσι ακόμα πιο ελκυστικό για το μυαλό μας. Η καρδιά ακολουθεί και συμπαθεί ή ερωτεύεται, αναλόγως τη σχέση. Ο χρόνος είναι εκείνος που δείχνει πως το διαφορετικό, όταν αποκαλύπτεται δύσκολα γίνεται αποδεκτό. Γι’ αυτό και εν τέλει, οι διαφορές είναι εκείνες που χωρίζουν τους ανθρώπους.

Από την άλλη, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας ανθρώπους με τους οποίους μας ενώνουν κοινά στοιχεία. Όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά αξίες, πιστεύω και στάσεις ζωής. Με αυτούς νιώθουμε ασφάλεια και εν τέλει συμβαδίζουμε τόσο ομαλά κι αβίαστα σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Το μυαλό καλλιεργείται και η καρδιά αγαπά.

Ακόμα κι αν δυο διαφορετικοί άνθρωποι αποφασίσουν να πορευθούν μαζί, θα το επιτύχουν εξομαλύνοντας τις διαφορές και ενισχύοντας ή χτίζοντας ομοιότητες.

Σαν συμπέρασμα στο αιώνιο πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων προκύπτει πως η ψυχή είναι που επιλέγει τους συνταξιδιώτες της. Αν είναι απλά έλξη του μυαλού ή της καρδιάς, αργά ή γρήγορα θα φανεί η ασυμβατότητα.

Διότι τελικά τα ετερώνυμα έλκονται, μα τα ομώνυμα συμπορεύονται.

Τι πιστεύεις ότι αξίζει ένας άγγελος;

17 Μαρτίου, 2020

Δεν είναι εύκολο να είσαι γονιός. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, είναι μια πρόκληση άνευ προηγουμένου. Δεν είναι μόνο ότι έχεις την απόλυτη ευθύνη ενός μικρού ανθρώπου. Είναι ότι αυτό το πλάσμα χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή, φροντίδα και κατανόηση μέσα σ’ έναν κόσμο τόσο εχθρικό γι ‘αυτό. Έχει μεγαλύτερη ανάγκη από αγάπη κι αυτήν αναζητά με κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα, κάθε σκανταλιά και κάθε αντίδραση. Ζει στον δικό του κόσμο τον οποίο καλείται, από πολύ μικρή ηλικία, να προσαρμόσει στην πραγματικότητα γύρω του. Μα ένα πράγμα γνωρίζει καλά. Να είναι αυθεντικό. Να είναι παιδί.

Κοίταξέ το. Άθελά του σε οδηγεί στην αυτογνωσία που έχασες ψάχνοντας να τη βρεις μεγαλώνοντας. Τι ειρωνεία! Υπό το φως της ωμής αλήθειας ενός παιδιού, αποκαλύπτονται όλες οι αδυναμίες σου. Έχεις δύο επιλογές. Να το τιμωρήσεις ή να αποδεχθείς τα λάθη σου και να τα διορθώσεις. Σε κάθε περίπτωση η ζωή του είναι στα χέρια σου. Τι πιστεύεις ότι αξίζει ένας άγγελος;

Χαμένοι στη μετάφραση

12 Μαρτίου, 2020

Κοίτα να δεις που αντικαταστήσαμε στην καθημερινότητα τον προφορικό λόγο με τον γραπτό και χαραμίζονται συναισθήματα στο πάτημα ενός κουμπιού. Πασχίζουμε να ταυτίσουμε την έκφραση του προσώπου μας με εικονίδια κατασκευασμένα και ανύπαρκτα επιφωνήματα.

Πόσα χαμόγελα δεν είδαν ποτέ τα μάτια που τα προκάλεσαν;
Πόσα «σ’ αγαπώ» έμειναν ανείπωτα από χείλη που ποθούσαν να ενωθούν;
Πόσες αγκαλιές έμειναν αδειανές και βυθίστηκαν στην απουσία με το χαμόγελο να δύει στην ανατολή του; Δυο καρδιές να χτυπούν μακριά η μια από την άλλη και να δυναμώνουν τον χτύπο τους για να μειώσουν την απόσταση.

Μα και πόσοι πληγώθηκαν από το σαράκι της παρεξήγησης, αφού τα λόγια τους μεταφράστηκαν διαφορετικά από την πρόθεσή τους; Η ευχή και η κατάρα του γραπτού λόγου. Να βρεις τις κατάλληλες λέξεις που θα ενώσουν ουσιαστικά τα λόγια με την αίσθηση που μεταφέρουν.

Μείναμε χαμένοι στη μετάφραση να προσπαθούμε να καλύψουμε κενά και να κάνουμε διάλογο μ’ ένα πληκτρολόγιο ανά χείρας. Σβήνοντας βλέμματα και εναποθέτοντας τη σιωπή επάνω σε μια οθόνη.
Αναπολώντας την εποχή που ένα παγκάκι άκουγε όλα τα μυστικά μας κι ένα δέντρο κρατούσε χαραγμένα για πάντα συνθήματα και συναισθήματα.

1 2 3 4 5 6