Από μικρός ήταν διαφορετικός. Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, ο Αχιλλέας προτιμούσε να βάζει τα αυτοκινητάκια του στη σειρά, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από το πιο μεγάλο στο πιο μικρό. Τα στοίχιζε με τις ώρες, ώστε να έχουν ίσες αποστάσεις κι ύστερα καθόταν και τα κοιτούσε. Αν κάποιο παιδί ερχόταν και του...
Σηκώθηκε, όπως πάντα, πρώτη απ’ όλους. Ετοίμασε το πρωινό, έβαλε το κολατσιό των παιδιών στις τσάντες τους κι έπλυνε τα χθεσινοβραδινά πιάτα στον νεροχύτη. Η ώρα 7.00. Ξύπνησε τα παιδιά με γλυκόλογα για ν’ αποφύγει την πρωινή γκρίνια και τα έστειλε να πλύνουν το πρόσωπό τους και να πάνε τουαλέτα. Με το που απλώθηκε η...
Με τον Έκτορα ήταν μαζί από όταν ήταν παιδί. Την διάλεξε μέσα σε μια μάντρα που είχαν πάει με τους γονείς της για να υιοθετήσουν ένα σκυλί. Η Χαρά ήταν πέντε ετών. Μόλις άκουσε το γάβγισμά του να την καλεί, έτρεξε κατά πάνω του. Ο πατέρας της προσπάθησε να τη σταματήσει, μα ο εκπαιδευτής τού...
«Δε φταίει κανένας άλλος. Εγώ φταίω που σε νοιάζομαι!» «Μα δε σου έριξα ευθύνη, Γιώργο. Απλώς εξέφρασα το πώς νιώθω». «Και πώς νιώθεις δηλαδή;» «Να σ’το ξαναπώ. Νιώθω καταπιεσμένη. Σαν να μην έχω χώρο ν’ ανασάνω». «Και σε καταπιέζω εγώ με τη ζήλια μου!» «Μα δεν είπα αυτό!» «Το υπονόησες! Γι’ αυτό σου λέω. Εγώ...
Αύγουστος Στο νησί, η είδηση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά. «Η θάλασσα ξέβρασε το σώμα ενός παιδιού». Τα μαλλιά του ήταν κοντά, σγουρά και μαύρα και το δέρμα του μελαμψό. Στο χέρι του φορούσε ένα γυναικείο δαχτυλίδι με μια μικρή πράσινη πέτρα στο κέντρο. Βρέθηκε από ένα ζευγάρι περαστικών. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Του έδωσαν τις...
Ήταν ένα ανέφελο πρωινό κι ο Γιώργος είχε ξυπνήσει ξεκούραστος, γεγονός που προοιώνιζε μια καλή μέρα. Μόλις άνοιξε το παράθυρο, ο ταχυδρόμος, περνώντας με το μηχανάκι του, τον χαιρέτισε πρόσχαρα. Μα με το που ακούστηκε το «ρα» από το «καλημέρα», το μηχανάκι βρέθηκε να χοροπηδά πάνω σε μια λακκούβα γεμάτη λασπόνερα από τη χτεσινή βροχή....
Έφερε την αχνιστή κούπα μπροστά στο πρόσωπό της κι ένιωσε τη μυρωδιά του καφέ να εισχωρεί στο κεφάλι της. Μια αίσθηση ζεστή και γνώριμη. Ασφάλεια. Έβαλε την κούπα στα χείλη, έκλεισε τα μάτια κι ήπιε την πρώτη γουλιά. Γεύση. Η δεύτερη αίσθηση που ικανοποιούνταν από αυτό το μαγικό ρόφημα. Για κάποιο λόγο, η γεύση ήταν...
Περνώντας από τον διάδρομο κοίταξε επίμονα τον καθρέφτη. «Πάλι εσύ εδώ; Τόσα χρόνια δε βαρέθηκες στο ίδιο μέρος;» «Εσύ με φωνάζεις κάθε φορά.» «Κι αν έλειπες μια μέρα δε θα χανόταν κι ο κόσμος.» «Ο δικός σου ναι.» «Εσύ είσαι ο κόσμος μου; Ας γελάσω. Ο κόσμος μου είναι οι άνθρωποι που αγαπώ.» «Κι αν...
Καθόταν βολικά στη θέση της, ενώ το τρένο γέμιζε με επιβάτες. Η αμαξοστοιχία είχε προορισμό τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί θα συνέχιζε για Ξάνθη. Στην τετράδα των αεροπορικών θέσεων που περιλάμβαναν και τη δική της, δεν είχε καθίσει ακόμα κανείς. Παρακαλούσε είτε να μείνει ως έχει είτε να κάτσει κάποια οικογένεια με παιδάκια. Τα αγαπούσε...
Από παιδί σιχαινόμουν τον Σεπτέμβρη. Σήμαινε το τέλος της ξεγνοιασιάς και του ατέλειωτου παιχνιδιού, του ανέμελου ξυπνήματος στις 12 το μεσημέρι μετά από αθώα ξενύχτια, του μεσημεριανού νανουρίσματος από το τραγούδι των τζιτζικιών, των υπέροχων καλοκαιρινών φρούτων που λέρωναν τα αχόρταγα κι ενθουσιασμένα παιδικά μουτράκια μας. Πάνω από όλα, όμως, σήμαινε το τέλος της θάλασσας....