Μόλις είδε τον φάκελο να εξέχει από το γραμματοκιβώτιο, αναστέναξε. Τον έχωσε κάτω από το μπράτσο της, ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι φορτωμένη με τα ψώνια στο ένα χέρι. Πέταξε τα κλειδιά και την τσάντα της στη συρταριέρα της εισόδου, έβγαλε όπως όπως τα παπούτσια και πήγε στην κουζίνα ν’ αφήσει τις σακούλες. Έσκισε τον...
Έριξε μια ματιά στο μικρό φωτεινό δωμάτιο. Το «Κέλι» όπως το αποκάλεσε. Θα ήταν το σπίτι της για τρεις μέρες κι έπρεπε να το συνηθίσει. Αν και δεν υπήρχαν και πολλά να συνηθίσει εκεί μέσα˙ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ένα κομοδίνο με αναδιπλούμενο δίσκο για το φαγητό, μια μικρή γκρι ντουλάπια, μια καρέκλα, μια τηλεόραση και...
Άνοιξε την πόρτα του οδηγού και βγήκε. Ο καυτός αέρας του Αυγούστου βάρεσε την Αντιγόνη κατακέφαλα. Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που είχε στα μαλλιά της, έκλεισε την πόρτα και πήγε στο πορτ μπαγκάζ. Ανοίγοντας αναστέναξε. Πώς θα τα κουβαλούσε όλα αυτά μέχρι την παραλία; Μα τι σκεφτόταν όταν υποσχέθηκε στον μικρό ότι θα πάρουν όλα...
Έχωσε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του. Εκείνο το τσουλούφι δεν έλεγε να στρώσει με τίποτα. Έβαλε πρόχειρα λίγο ζελέ και καθησυχάστηκε πως κανείς δε θα το πρόσεχε ούτως ή άλλως. Πήρε το αγαπημένο του μπλε μπουφάν του και κρέμασε το κράνος στο χέρι του. Βγήκε, κλείδωσε την πόρτα και καλημέρισε τα γατιά της αυλής....
Πάνω από το πληκτρολόγιο, δυο μάτια κενά κοιτούν την οθόνη. Ένα χέρι κολλημένο στο mouse επιδίδεται σε ατελείωτο scrolling χωρίς κανένα νόημα. Το ζητούμενο είναι να περάσει η ώρα μέχρι την επόμενη υποχρέωση και στο μεσοδιάστημα το μυαλό να μπορέσει να αδειάσει. Το απόγευμα έχει μάθημα. Το μεταπτυχιακό ήταν τολμηρή απόφαση και τη δυσκόλευε σε...
Στην αποβάθρα δεν είχε πολύ κόσμο. Στεκόταν σε μια γωνιά και διάβαζε το βιβλίο της. Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που έβγαινε μόνη κι ήθελε να εκμεταλλευτεί και το τελευταίο λεπτό της ελευθερίας της που θα τέλειωνε μόλις άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της. Τη συνάντηση αυτή με τις φίλες της την κανόνιζε...
Είχε αργήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τους έστηνε, αλλά δεν άντεχε πάλι τη γκρίνια τους. Είχε αποκτήσει τη φήμη του ‘αναίσθητου’ στην παρέα και δεν έχαναν ευκαιρία να του το υπενθυμίζουν. «Ο Πέτρος το έχει φιλοσοφήσει καλά. Δε νοιάζεται για τίποτα κι έχει το κεφαλάκι του ήσυχο» είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου...
«Για να φτιάξεις μια μάνα χρειάζεσαι 5 στοιχεία.Θέλεις γη, για να πατά γερά στα πόδια της και να μπορεί να παρέχει αγαθά κι ασφάλεια στα παιδιά της.Μετά θέλεις αέρα για να φυσά μακριά τις έγνοιες και τα άγχη τους.Ύστερα μπόλικο νερό για να τροφοδοτεί τα δάκριά της. Και τα πικρά και τα γλυκά». «Θα χρειαστεί...
Μέσα στο θάλαμο του ψυχιατρείου, εμπρός σ’ ένα αθέατο κοινό υποκλίνεται με χάρη. Το χειροκρότημα πέφτει βροχή στ’ αυτιά του. Οι προβολείς τον τυφλώνουν και δεν ξεχωρίζει πρόσωπα. Η αυλαία του μυαλού του κλείνει κι εκείνος χάνεται ξανά στα παρασκήνια. Γδύνεται το κοστούμι του και το χαμόγελό του και ντύνεται τη μοναξιά. Περπατά σε ατραπούς...
– Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;– Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!– Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;– Ό,τι μπορείς να φανταστείς!– Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.– Ναι, υπάρχουν. – Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;– Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους...