Ιστορίες

Κατάδικος ή Κλόουν;

21 Φεβρουαρίου, 2026

Φέτος της το είχε υποσχεθεί. Θα πήγαιναν στο καρναβάλι. Η μικρή δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Έτρεξε αμέσως στη ντουλάπα της να ψάξει τι θα φορέσει. Δοκίμασε τις παλιές της στολές, αλλά καμία δεν της έκανε. Είχε γίνει πια ολόκληρη κοπέλα. Ο Μάνος την καθησύχασε πως θα πήγαιναν ν’ αγοράσουν καινούρια. Κάτι που δε σκόπευε, φυσικά, να κάνει για τον εαυτό του.

Ανέβηκε στο πατάρι και βρήκε το μικρό μπαούλο που φύλαγαν με τη Ναταλία τις στολές. Το κατέβασε κι έκατσε μπροστά του οκλαδόν, διστάζοντας να το ανοίξει. Έχουν ένα κακό συνήθειο τα παλιά μπαούλα, μαζί με τα πράγματα να φυλάνε μέσα τους κι αναμνήσεις. Κι όσο τα αντικείμενα παλιώνουν, τόσο εκείνες μένουν ζωντανές και απειλούν να πνίξουν όποιον ανοίξει το καπάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το σήκωσε. Πάνω πάνω, η στολή κλόουν της Ναταλίας. Η αγαπημένη της. Ούτε ντίσκο ντίβες, ούτε σέξι αστυνομικίνες, ούτε τίποτα «πολύ θηλυκό» δεν τις άρεσε. «Οι Απόκριες είναι για να σκορπάμε γέλιο, όχι για να επιδεικνύουμε τ’ απωθημένα μας» δήλωνε με πάθος όποτε την πείραζε για τη στολή. Είχε πράγματι ταλέντο στο να κάνει τον κόσμο να γελάει. Ήταν η προσωποποίηση της χαράς. Μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε ν’ αγοράσει άλλη περούκα. Στον Θεό σου! Φορούσε τα κοκκινα σγουρά μαλλιά του κλόουν το κατακαλόκαιρο και όσο τη βαστούσαν τα πόδια της, τριγύριζε μέσα στο νοσοκομείο κι έκανε αστείες γκριμάτσες σε ανυποψίαστους ασθενείς, προκαλώντας αυθόρμητα χαχανητά που γέμιζαν τον αποστειρωμένο χώρο με μαγικό ηχόχρώμα. Ακόμα κι όταν την επισκεπτόταν η Αριάδνη, μ’ αυτήν την υποδεχόταν.

«Η μαμά είναι κλόουν!» φώναξε την πρώτη φορά που την είδε στο κρεβάτι του θαλάμου. Στο μικρό της παιδικό μυαλό δεν έμειναν ούτε οι όροι στα χέρια, ούτε το λιπόσαρκο κορμί της μητέρας της που έλιωνε λίγο λίγο.

«Η μαμά με κάνει να γελάω τόσο πολύ που πονάει η κοιλίτσα μου!» έλεγε στον Μάνο στο γυρισμό για το σπίτι κι εκείνος κρατούσε τα δάκρυά του και της έσφιγγε το χέρι για να παίρνει δύναμη.
«Έτσι είναι η μαμά, αγάπη μου!»

Πιο κάτω, βρήκε τη στολή κατάδικου που είχε αγοράσει για να κάνει αντίθεση με τον κλόουν. Ήθελε να της πάει κόντρα και να ντυθεί κάτι σκοτεινό, κάτι βαρύ. Μα όσο κι αν προσπάθησε, όλοι το φως της πρόσεχαν. Εκείνος ήταν απλά άλλος ένας μασκαράς. Αυτή θα φορούσε. Ταίριαζε τόσο με την ψυχική του διάθεση.

Την επόμενη μέρα βγήκαν στα μαγαζιά για να ψωνίσει η μικρή. Τίποτα δεν της άρεσε. Το ένα της ξίνιζε, το άλλο της βρώμαγε. Ώσπου την είδε.

«Αυτή θέλω!» φώναξε.

Ο Μάνος έμεινε άφωνος.

«Αυτή τη στολή θέλω! Θα ντυθώ κλόουν, όπως η μαμά!!» δήλωσε η μικρή με σιγουριά.
Δεν της έφερε καμία αντίρρηση. Πήραν τη στολή και γύρισαν στο σπίτι να ντυθούν. Τη βοήθησε να βαφτεί, όπως βαφόταν η μαμά, μ’ ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο και δυο ρόμβους στα μάτια. Μόλις τελείωσαν, ο Μάνος έμεινε να την κοιτάζει.

«Μοιάζω με τη μαμά;»

«Ίδια!!» της είπε με καμάρι και την έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Σιγά θα μου χαλάσεις το μακιγιάζ!» του φώναξε κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα. Γέλασαν κι έφυγαν για το καρναβάλι. Εκεί συνάντησαν τους νονούς της μικρής. Η Ξένια κι ο Μιχάλης κοντοστάθηκαν όταν είδαν μια μικρογραφία της Ναταλίας να τρέχει κατά πάνω τους με τα χέρια ανοιχτά. Ο Μιχάλης τη σήκωσε στην αγκαλιά του.

«Να χαρώ εγώ έναν κλόουν!»

«Δεν είμαι ίδια η μαμά;» είπε καμαρωτά κάνοντας μια στροφή για να δείξει τη στολή της.

«Φτυστή!»

Όσο η Ξένια κι ο Μιχάλης γελούσαν με τις αστείες γκριμάτσες της Αριάδνης, ο Μάνος έσυρε την πλαστική μπάλα με την αλυσίδα στο πόδι του και στάθηκε με την πλάτη σε ένα δέντρο να κάνει ένα τσιγάρο. Ανάμεικτα συναισθήματα πάλευαν μέσα του.

«Α ρε Ναταλάκι… πέρασαν κιόλας τρία χρόνια» ψιθύρισε.

«Τη βλέπεις, άραγε, πώς καμαρώνει;»

Ο Μιχάλης τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

«Έλα βαρυποινίτη, πάμε! Θα κάψουν τον καρνάβαλο κι η Αριάδνη ανυπομονεί να το δει!»

Ο κουμπάρος, ντυμένος αστυνομικός, τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν πίσω από τα κορίτσια. Ο κόσμος ξεχυνόταν σαν χείμαρρος από κάθε στενό κι όλοι συγκεντρώνονταν στην πλατεία, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω από το κέντρο της. Εκεί, ο καρνάβαλος, άσχημος και τρομακτικός, βρισκόταν δεμένος πάνω σε ένα παλούκι, περιμένοντας καρτερικά τη μοίρα του. Ο δήμαρχος, ανέβηκε στο βάθρο κι έβγαλε έναν λόγο βαρετό, αλλά ευτυχώς σύντομο. Ύστερα πλησίασαν δυο τρεις μασκαράδες με δαδιά κι άναψαν τον πρωταγωνιστή της ημέρας. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν κι αγκάλιασαν το υφασμάτινο κορμί που έλιωνε με κάθε τσιτσίρισμα. Ο κόσμος χειροκροτούσε και χόρευε τριγύρω πανηγυρίζοντας το τέλος της Αποκριάς. Η Αριάδνη παρακολουθούσε ενθουσιασμένη.

«Κοίτα, μπαμπά, κοίτα!»

Ο Μάνος κοιτούσε αποχαυνωμένος τη φωτιά. Όσο θέριευε, τόσο καιγόταν μέσα του. Είχε γίνει ένα με τον δύσμοιρο καρνάβαλο, που όλοι είχαν βαλθεί να του στερήσουν το γέλιο. Πώς γίνεται το γέλιο να πεθαίνει; Γιατί; Πού θα ξανάβρισκε το δικό του;

«Μπαμπά!»

Γύρισε απότομα προς τον μικρό κλόουν δίπλα του.

«Γέλα, μπαμπά! Γέλα!»

Η μαύρη μάσκα

15 Φεβρουαρίου, 2026

Είχε καιρό ν’ ανέβει στο χωριό. Βγήκε στον κήπο κι έστριψε ένα τσιγάρο. Έψαξε για τον αναπτήρα του στην τσέπη του, πάνω στο τραπέζι. Πουθενά. Πάλι του τον είχε πάρει ο Κοσμάς. Ο αδερφός του είχε το κακό συνήθειο να σφετερίζεται τους αναπτήρες γνωστών και αγνώστων. Μόνο αναπτήρες όμως. Ζητούσε για ν’ ανάψει τσιγάρο και μόλις έπαιρνε την πρώτη ρουφηξιά, τους έβαζε στην τσέπη και δεν τους επέστρεφε ποτέ. Οι φίλοι του τον είχαν μάθει πια και του άναβαν οι ίδιοι το τσιγάρο, αλλά είχαν και δυο τρεις BIC καβάντζα καλού κακού.

Ο Χάρης έμεινε με το τσιγάρο σβηστό στο στόμα, σαν ζωγράφος που είχε παρασυρθεί από τη φωτιά της έμπνευσης κι είχε ξεχάσει να το ανάψει. Δε βαριέσαι. Μήπως κι ο Χάρης ζωγράφος δεν ήταν; Τι ήθελε κι ανέβηκε; Αφού ήξερε. Τίποτα δε θα κυλούσε απροσδόκητα. Άλλη μια Αποκριά στην πόλη, να χορεύουν όλοι σαν τρελοί, να πίνουν, να γλεντάνε και να χάνουν το νόημα μέσα από τα χέρια τους.

Μπήκε μέσα να ετοιμαστεί, σε λίγο θα ερχόταν ο Κοσμάς να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Φόρεσε τη μαύρη μάσκα. Το μόνο του καρναβαλικό αξεσουάρ. Κάθε χρόνο το ίδιο. Στην αρχή, την είχε πάρει για να μην τον αναγνωρίζουν μέσα στο πλήθος και ν’ αποφεύγει ανεπιθύμητες χαιρετούρες. Μετά από μερικά χρόνια, τον αναγνώριζαν χάρη σ’ αυτήν. Βαριόταν να ψάξει για καινούρια. Ο Χάρης και η μαύρη μάσκα του είχαν καταντήσει σήμα κατατεθέν της παρέλασης.

Το καρναβάλι είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Χάρης στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί. Τον Κοσμά τον έχασε γρήγορα από τα μάτια του. Σε λίγο τον είδε να παραμερίζει κόσμο για να τον πλησιάσει, φέρνοντας μαζί και την παρέα. Τον χαιρέτησαν όλοι με τη σειρά. Ο Σταμάτης σχολίασε ότι είχε παχύνει, ο Γιώργος ότι έκαναν μαύρα μάτια να τον δουν, να, σαν τη μάσκα του! Η Ντόρα δε μίλησε. Μόνο του χαμογέλασε. Η μικρή ήταν πάντα τσιμπημένη μαζί του. Είχε κόλλημα με τους καλλιτέχνες κι έψαχνε να βρει το άλλο της μισό σε μια ευαίσθητη μοναχική ψυχή. Γινόταν μοντέλο σε ζωγράφους, μούσα σε μουσικούς, πόζαρε για φωτογράφους. Κι αν της το ζητούσαν, παρείχε και περισσότερες «υπηρεσίες», μόνο και μόνο για να νιώσει την έμπνευση «μέσα της». Ο Κοσμάς, ο Γιώργος κι ο Σταμάτης την πείραζαν, αλλά την πρόσεχαν. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα σ’ αυτά τ’ αγόρια που την ήξεραν από κοριτσάκι. Για εκείνους κοριτσάκι θα έμενε πάντα κι αυτό της άρεσε.

Προχώρησαν ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τις κάμπιες στη σειρά, για να μη χαθούν μέσα στην κοσμοσυρροή και στάθηκαν στην πρώτη γραμμή για να δουν την παρέλαση. Μια ομάδα αρλεκίνων χόρευε ξέφρενα και πίσω τους ένα τσούρμο κλόουν κοπανούσαν ο ένας τον άλλον με τα τεράστια πλαστικά ρόπαλα. Το επόμενο άρμα πέρασε από μπροστά τους σαν κήτος που βουτούσε στον ωκεανό των μασκαρεμένων. Ο Χάρης το παρατήρησε. Τίποτα το αξιόλογο. Χρώματα έντονα, μακιγιάζ, καρικατούρες και αστεϊσμοί απλοϊκοί έως χυδαίοι. Μετά από μισή ώρα, η αδιαφορία του είχε χτυπήσει κόκκινο. Και τι δε θα έδινε να βρισκόταν στο αγαπημένο του καφέ στα Εξάρχεια και να σκιτσάρει με την ησυχία του ανυποψίαστους θαμώνες.

Το μαρτύριο –ευτυχώς– τελείωσε νωρίς. Με τον Κοσμά να ηγείται, βγήκαν από την παρέλαση και πήγαν για καφέ. Κάθισαν στρυμωγμένοι, με τη μουσική να χτυπάει στα μηνίγγια τους και να τους εμποδίζει ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα. Ο Χάρης ήπιε τον καφέ κι όπου φύγει φύγει. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο σπίτι. Την επόμενη αρνήθηκε να κατέβει στην πόλη. Θ’ ανέβαινε το μονοπάτι κατά το βουνό να βρει τοπίο να σκιτσάρει. Ο καλλιτέχνης μέσα του πεινούσε και δε θα χόρταινε με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο.

«Έλα, βρε αγόρι μου! Ήρθες εδώ για να κλειστείς πάλι μέσα; Απόκριες είναι. Γιορτή χαράς και γλεντιού! Βγες κι εσύ λίγο να χαρείς! Πού ξέρεις; Μπορεί να γνωρίσεις και καμιά καλή κοπέλα!»

«Πού θα βρω, ρε μαμά, κοπέλα της προκοπής; Στο καρναβάλι, ανάμεσα στις πειρατίνες και τις χαβανέζες;»

«Ε ποτέ δεν ξέρεις! Πήγαινε εσύ και βλέπεις. Μην είσαι προκατειλημμένος!»

«Να που θα μας βγάλει και προκατειλημμένους η κυρα-Θοδώρα! Άσε με, ρε μαμά. Είπα θα πάω στο βουνό!»

«Ξερό κεφάλι! Ίδιος ο πατέρας σου!» μουρμούρισε δυσαρεστημένη κι έφυγε για την κουζίνα της.

Ξερό κεφάλι, αλλά επηρεασμένος από τα παράπονά της, το σκέφτηκε για λίγο. Μήπως όντως να ξαναπήγαινε; Όχι για να βρει κοπέλα. Για να διασκεδάσει λίγο. Να το ρίξει έξω, βρε αδερφέ! Οι άλλοι πώς το κάνουν δηλαδή; Εκείνος γιατί να μην μπορεί; Λες να είχε δίκιο η κυρα-Θοδώρα; Μπορεί έτσι να του ξαναρχόταν κι η έμπνευση. Είχε δυο μήνες να κάνει ένα σκίτσο που να του αρέσει. Πάλι παρασύρθηκε. Έτσι τα κατάφερνε πάντα η μάνα του. Του έσπερνε την αμφιβολία κι έφευγε. Τι κι αν λένε ότι η γυναίκα που σε γέννησε σε ξέρει πιο καλά απ’ όλους. Ο Χάρης ένιωθε πως κανείς δε γνώριζε τι γινόταν μέσα του. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, αναμφίβολα. Με τις παραξενιές του και τις ευαισθησίες του. Τους εγωισμούς του και τις υποχωρήσεις του. Μα δεν μπορούσε να υποκριθεί. Κι αυτό ήταν που ενοχλούσε περισσότερο τους γύρω του. Δε χωρούσε σε μάσκες. Του προκαλούσαν αλλεργία.

Έφτιαξε την τσάντα του και την έριξε στην πλάτη. Θ’ ανέβαινε στο βουνό, όπως το είχε αποφασίσει. Δεν κάνουν όλοι οι άνθρωποι για καρναβάλι. Κάποιοι είναι προορισμένοι να ντύνονται μόνο την αλήθεια τους. 

Κοίταξε τον ουρανό και ξεκίνησε.

Η Χιονάτη, το μήλο κι ο γιατρός

7 Φεβρουαρίου, 2026


Η Λευκή έμενε με τα επτά αδέρφια της. Μαλλιά σαν τον έβενο, δέρμα κατάλευκο, μάτια γαλανά. Δεν ήταν παράξενο που της είχαν βγάλει το παρατσούκλι η «Χιονάτη» κι ας αναστέναζε κάθε φορά που το άκουγε. Μακάρι να ήμουν πριγκιποπούλα, να περιφερόμουν όλη μέρα στο δάσος και να μιλάω με τα ζώα, παραπονιόταν από μέσα της, μα ποτέ δεν το εξέφραζε. Πιο πολύ σαν Σταχτοπούτα αισθανόταν. Ήταν δεκαπέντε χρόνων όταν έχασαν τους γονείς τους κι έμειναν με τη θεία Ευτέρπη. Κανείς τους δεν τη συμπαθούσε. Γι’ αυτό και μόλις η Λευκή ενηλικιώθηκε, έγινε εκείνη ο κηδεμόνας τους κι επέστρεψαν στο πατρικό τους. Δούλευε όπου μπορούσε για να μην τους λείψει τίποτα. Είχε τρίψει σκάλες εταιρειών, είχε παραδώσει καφέδες σε γραφεία μεγαλοστελεχών, είχε τακτοποιήσει ρούχα σε ράφια μαγαζιών που δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί ν’ αγοράσει, είχε φορέσει παπούτσια σε πόδια καλών κυριών που καμάρωναν, λες και πρόβαραν το γυάλινο γοβάκι.

Απ’ όταν έφυγε ο πιο φιλόδοξος «νάνος» της οικογένειας -ο ένας από τα τρίδυμα- για να σπουδάσει στην Πάτρα κι οι άλλοι δυο έπιασαν δουλειά για να βοηθούν με τα έξοδα του σπιτιού, η Λευκή μπορούσε επιτέλους ν’ ανασάνει. Είχε ακόμη έξι άντρες να φροντίζει, αλλά ήταν όλοι τους συνεργάσιμοι κι επιμελείς κι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τη διευκολύνουν. Ο πατέρας τούς μιλούσε συχνά για τον επιμερισμό της εργασίας και τη σπουδαιότητά του, από όταν ήταν ακόμη πιτσιρίκια. Τους ορμήνευε να είναι τακτικοί και επαναλάμβανε κάθε τόσο πως η έξη είναι «δευτέρα φύσις», για να δικαιολογήσει το γιατί δεν τους άφηνε να βλέπουν κάθε μέρα τηλεόραση ή να τρώνε γλυκό. Η μητέρα ακολουθούσε τη φιλοσοφία του, αν και πού και πού τους έδινε κάνα απαγορευμένο σνακ στα κρυφά. «Παιδιά είναι! Άσ’τα να χαρούν» διαμαρτυρόταν, όταν ο πατέρας την έπιανε στα πράσα και τη μάλωνε. Και τι δε θα ‘δινε η Λευκή να έχει έστω τον πατέρα της. Μα η ζωή δεν είναι παραμύθι. Οι γονείς τους δεν υπήρχαν πια. Σκοτώθηκαν ακαριαία σ’ εκείνη τη μοιραία σύγκρουση. Είχε περάσει πολλά βράδια αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι, να κλαίει για τον χαμό τους. Τουλάχιστον, δεν είχε πλέον καμιά «κακιά μητριά» πάνω από το κεφάλι της. Ήταν η κυρία του σπιτιού και τ’ αδέρφια της τη σέβονταν και την αγαπούσαν.

Εκείνη τη μέρα, μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά. Έφαγε κι έβαλε να καθαρίσει το ψυγείο. Ένα γιαούρτι είχε λήξει κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάει να πάρει γάλα. Τα μήλα είχαν σαπίσει. Πάλι δεν τα έφαγαν. Δε θα ξανάπαιρνε από τη λαϊκή κι ας λυπόταν εκείνη τη γριούλα που τα πουλούσε. Φαινόταν τόσο καλή, η καημένη. Ένα μήλο την ημέρα, λένε. Η Λευκή ξεφύσηξε. Μακάρι να έφευγαν κι οι στενοχώριες μ’ ένα μήλο… Πήρε τη σακούλα με τα σκουπίδια, έβαλε στα γρήγορα τα αθλητικά της και βγήκε να την πετάξει στον κάδο. Τελευταία ήταν πολύ χλωμή. Λευκή, όνομα και πράγμα. Τα αδέρφια της γκρίνιαζαν να πάει να κάνει εξετάσεις. Να δει το σίδηρο και τον αιματοκρίτη της. Θα το έκανε κάποια στιγμή.

Έριξε τη σακούλα στον κάδο κι έκανε να γυρίσει. Η νύχτα ήταν ήσυχη απόψε. Στάθηκε για λίγο να την απολαύσει, πριν χωθεί ξανά στις δουλειές. Πόσο θα ήθελε ένα ποτήρι μηλίτη! Να το πάλι το μήλο! Μπα σε καλό του! Πριν προλάβει να χαμογελάσει με τη σκέψη της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Σαν το αίμα να άδειασε από μέσα της, λιποθύμησε. Για καλή της τύχη, ένας περαστικός την είδε κι έτρεξε να βοηθήσει. Αφού τη συνέφερε, η Λευκή σηκώθηκε και τον ευχαρίστησε. Ο ξένος τη συνόδεψε ως την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι, για να βεβαιωθεί ότι κάποιος θα την παραλάβει και θα την προσέξει. Τα αδέρφια της ανησύχησαν.

«Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε…»

«Βασιλόπουλος. Είμαι γιατρός και έχω το παθολογικό ιατρείο, εδώ πιο κάτω» εξήγησε ο νέος.

Τα αδέρφια της Λευκής τον προσκάλεσαν μέσα και τον παρακάλεσαν να την εξετάσει. Είχε μαζί του την τσάντα του, μιας και επέστρεφε από κατ’ οίκον επισκέψεις. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, της πήρε τον σφυγμό και την πίεση, την ακροάστηκε και της σύστησε ξεκούραση. Της έδωσε και την κάρτα του για να τον επισκεφθεί στο ιατρείο του να της γράψει εξετάσεις. Τώρα δε θα είχε δικαιολογία ότι δεν προλάβαινε. Τα αδέρφια της δε θα την άφηναν σε ησυχία αν δεν πήγαινε.

Η Λευκή έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται τον γιατρό λίγο πριν κοιμηθεί. Ήταν νέος, όμορφος, επιτυχημένος. Και τον έλεγαν και Βασιλόπουλο! Σαν να της έκανε πλάκα η ζωή ή να προσπαθούσε να την πείσει να πιστέψει στα παραμύθια. Μα η Λευκή δεν ήταν πια μικρό κοριτσάκι. Απ’ όταν έπαψε ν’ αποκοιμιέται με τη γλυκιά φωνή της μαμάς της να της αφηγείται «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είχε συναντήσει πολλά επίδοξα βασιλόπουλα. Την είχαν φλερτάρει εν ώρα εργασίας, την είχαν παρενοχλήσει μέσα σε πέραν πάσης υποψίας γραφεία, της είχαν μιλήσει πρόστυχα ενώ γυρνούσε από τη δουλειά, την είχαν ακολουθήσει ως την πόρτα. Έφτασε σε σημείο να μη θέλει να δει άντρα στα μάτια της. Τους είχε σιχαθεί. Τους έβλεπε πώς θώπευαν αδιάκριτα το σώμα της με τα αδηφάγα μάτια τους, πώς ξερογλείφονταν μόλις περνούσε από δίπλα τους, πώς την άγγιζαν δήθεν τυχαία χωρίς τη συγκατάθεσή της. Για εκείνους ήταν απλά ένα άβουλο καλοσχηματισμένο κομμάτι κρέας, με το οποίο ποθούσαν να ικανοποιήσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους. Ακόμα και σε ευγενικούς νέους που την είχαν πλησιάσει, έκοβε αμέσως τον αέρα. Δεν περίμενε κανέναν πρίγκιπα με άσπρο άλογο να την βγάλει από τον λήθαργο της πραγματικότητας. Ό,τι έκανε, το έκανε με τις δικές της δυνάμεις, με τη δική της αξία και αξιοπρέπεια. Δεν ήθελε δεσμεύσεις. Προτιμούσε να πεθάνει, παρά να υποταχθεί σ’ έναν άντρα για ένα φιλί. 

Όμως, γιατί τον σκεφτόταν; Τι διαφορετικό είχε αυτός ο ξένος; Κάτι στα μάτια του, στο απαλό και διακριτικό του άγγιγμα, της έλεγε πως εκείνος δε θα της φερόταν ποτέ με αγένεια ή ασέβεια. Μπορούσε να εμπιστευθεί τη διαίσθησή της; Μα πόσο ανόητη ήταν! Ήταν απλά ένας γιατρός που την εξέτασε ως ασθενή. Γιατί η σκέψη της έτρεχε τόσο; Ή μήπως ήταν η καρδιά της που χτυπούσε πιο δυνατά;

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το πρωί, ήταν τόσο αφηρημένη που μπέρδεψε τα πρωινά, αναποδογύρισε μια κανάτα με χυμό και παραλίγο να κάψει μια μπλούζα που σιδέρωνε! Τι της συνέβαινε; Δε θυμόταν κανένα παραμύθι να μιλά για έρωτα. Ένα φιλί κι ύστερα γάμος με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν ο φτερωτός θεός να ήταν από άλλη ιστορία. Τον έβλεπε τώρα που την τριγυρνούσε, μα όχι για να της ρίξει το βέλος του. Κάτι άλλο έψαχνε. Το μήλο! Ήθελε να της πάρει το μήλο! Το καταραμένο μήλο που έδιωχνε την αγάπη από τη ζωή της. Η Λευκή άπλωσε το χέρι και του το έδωσε πρόθυμα.

Το απόγευμα πήγε από το ιατρείο. Αυτό το παραμύθι, ήταν αποφασισμένη να το ζήσει.

Φόνος “κατά λάθος”

1 Φεβρουαρίου, 2026

Το πτώμα βρέθηκε στην τουαλέτα. Ο εξηντατριάχρονος άντρας ήταν γυμνός, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα. Το τραύμα που έφερε στο πίσω μέρος του κρανίου του είχε αποβεί μοιραίο. Ο αστυνόμος Α εξέτασε τη σκηνή προσεκτικά. Τίποτα δε φαινόταν ύποπτο εκ πρώτης όψεως. Ο άτυχος θιασάρχης έπαιρνε το μπάνιο του, βγήκε, γλίστρησε κι έσκασε με το κεφάλι στο λευκό μάρμαρο. Πολύ θεατρικός θάνατος, σχεδόν κωμικός, σκέφτηκε.

Ήταν μια σχετικά «καθαρή» σκηνή θανάτου. Η λευκή πετσέτα που ήταν περασμένη στον σβέρκο του νεκρού είχε βαφτεί κόκκινη από το τραύμα, αφήνοντας μόνο ένα μικρό μπορντώ φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του άτυχου θιασάρχη. Ποιος να του ‘λεγε πως μαζί με το νερό του σίγουρα απολαυστικού ντους, η αγαπημένη του σιέλ πετσέτα θα απορροφούσε και τη ζωή του. Ο χώρος μύριζε ακόμα αφρόλουτρο με μια υποψία μεταλλικής μυρωδιάς. Ο υπαστυνόμος εξέτασε τα αντικείμενα στον νιπτήρα, τη μπανιέρα και την ξύλινη ιματιοθήκη. Πάνω στη βούρτσα υπήρχαν ξανθές μακριές τρίχες.

«Ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα, φίλτατε!» του απηύθυνε τον λόγο ο Ιάκωβος. Ο ιατροδικαστής είχε εξετάσει ήδη το πτώμα και πέρα από τα εμφανή, δε βρήκε τίποτα αξιοπρόσεκτο. «Με τόσες γυναίκες που μπαινόβγαιναν εδώ μέσα, αυτή η βούρτσα παίζει να έχει χτενίσει τον μισό γυναικείο πληθυσμό της Αθήνας».

Ο Αριστείδης συγκατάνευσε.

«Ας είμαστε όμως σίγουροι. Το λες και κωμικοτραγικό να πέθανε απλά από πέσιμο!» επισήμανε εύθυμα δείχνοντας τη βούρτσα στη σήμανση.

«Ε, τα ‘χε τα χρονάκια του ο συγχωρεμένος! Ή από πέσιμο θα πήγαινε ή… Αν με εννοείς δηλαδή!» συνέχισε στο ίδιο εύθυμο κλίμα ο Ιάκωβος, κλείνοντας το μάτι.

Ο Αριστείδης χαμογέλασε. Ήταν συνηθισμένος πια. Το χιούμορ ήταν πολύτιμος σύμμαχος σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην αρχή της καριέρας του, η θέα των πτωμάτων τον αναγούλιαζε. Ο Ιάκωβος ήταν αυτός που του έμαθε να μην τα παίρνει τόσο στα σοβαρά. «Κι οι νεκροί άνθρωποι είναι. Απλά συνήθως έχουν τα μέσα τους έξω τους! Σιγά το πράμα!» του είχε πει γελώντας, για να τον κάνει χαλαρώσει λίγο που είχε γίνει κίτρινος σαν το λεμόνι.

Του χρωστούσε πολλά του Ιάκωβου. Κι όπως συνήθως, είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν και πολλά να δει σ’ αυτό το δωμάτιο.

«Πρόσεξε πως θα βγεις από δω μέσα, μην έχουμε κι άλλη τραγωδία. Το πάτωμα γλιστράει σαν να το έχουν σφουγγαρίσει με λάδι! Δεν είναι παράξενο που γλίστρησε ο μακαρίτης» τον προειδοποίησε ο ιατροδικαστής που είχε ήδη περάσει στην κρεβατοκάμαρα.

Ο Αριστείδης κοντοστάθηκε. Έσκυψε, έβγαλε το γάντι κι άγγιξε το πάτωμα. Πράγματι, υπήρχε μια λιπαρή ουσία. Όμως, μύριζε απλώς σαπούνι. Θα τα έβαζαν τώρα και με τις εταιρείες των απορρυπαντικών; Άσε που μπορεί να του είχε πέσει του μακαρίτη καμιά από τις κρέμες που πάστωνε το δέρμα του μήπως τσιτώσει. Ήταν όλες παραταγμένες στον νιπτήρα με απόλυτη συμμετρία. Αποκλείεται να τις είχε πειράξει κανείς πέρα από τον ίδιο. Κι όμως, έπρεπε να σιγουρευτεί.  

«Ποιος καθαρίζει το διαμέρισμα, Γεωργίου;» ρώτησε τον υπαστυνόμο.

«Έχει δικιά του καθαρίστρια που έρχεται τις ώρες που εκείνος φεύγει για το θέατρο».

«Και πότε ήρθε τελευταία φορά;»

«Χθες το απόγευμα».

Ο Αριστείδης κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Γιατί ήθελε να βρει έστω κι ένα στοιχείο εγκλήματος; Ούτε εκείνος μπορούσε να καταλάβει γιατί όλο αυτό δεν του κολλούσε. Ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, που είχε προκαλέσει τόσα μίση και πάθη, να πεθαίνει ξαφνικά από ένα γλίστρημα. Ίσως τελικά να έπαιρνε ακόμα τον θάνατο στα σοβαρά. Και οι σπουδαίοι μπορούν να πεθάνουν χωρίς δράματα και υποψίες. Απλώς κατά λάθος.

Κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ευγενής θυρωρός βρισκόταν εκεί για να βεβαιωθεί πως το κλιμακοστάσιο και η είσοδος θα μείνει στη κατάσταση που ήταν πριν την επέλαση της αστυνομίας. Έπρεπε όλα να λάμπουν, αλλιώς θα τ’ άκουγε από τους επιφανείς ενοίκους, που άντεχαν τη βρωμιά στα προσωπικά τους, αλλά ποτέ στη σκάλα τους.

Ο Αριστείδης τον χαιρέτησε. Ένας θυρωρός πάντα ήξερε λιγότερα από όσα έδειχνε κι έλεγε περισσότερα από όσα του επιτρεπόταν.

«Τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούν οι καθαρίστριες των διαμερισμάτων ποιος τα αγοράζει;»

«Συνήθως οι ίδιες. Οι κύριοι δεν ασχολούνται με καθαριστικά. Εκτός από τον κύριο Θεοδωρόπουλο, Θεός σχωρέστον. Εκείνος ήταν απαιτητικός ως προς τα αρώματα και υποχρέωνε την καημένη την κυρά Καίτη να τα βρίσκει όλα με άρωμα μανόλιας».

«Μανόλιας;» επανέλαβε ο Αριστείδης με σηκωμένο φρύδι, προσπαθώντας να ταυτίσει τη μυρωδιά της λιπαρής ουσίας με αυτή του λουλουδιού. Μύριζε πράγματι μανόλια. Και πάλι τίποτε ύποπτο. «Το πάτωμα ήταν πολύ γλιστερό» πέταξε άδεια για να πιάσει γεμάτα.

«Μπορεί να της έπεσε λίγο παραπάνω βαζελίνη της καημένης» ανταποκρίθηκε αμέσως ο θυρωρός.

«Βαζελίνη;» επανέλαβε ο Αριστείδης ανέκφραστος, αν και η αδρεναλίνη του είχε χτυπήσει κόκκινο, θεωρώντας ότι πλησίαζε στη λύση του μυστηρίου.

«Ο συγχωρεμένος κύριος Θεοδωρόπουλος ήθελε τα μάρμαρα να γυαλίζουν λες κι ήταν καθρέφτες. Ε κι η κυρά Καίτη έβαζε λίγη βαζελίνη στο σφουγγάρισμα. Τόσο όσο δηλαδή. Είναι παλιό και φθηνό κόλπο των καθαριστριών. Εγώ δεν το χρησιμοποιώ ποτέ γιατί στις σκάλες, λίγο να μην προσέξω, μπορεί να πάρω καναν άνθρωπο στον λαιμό μου. Αλλά στο ίσιωμα δεν είναι τόσο επικίνδυνο. Λέτε να φταίει αυτό;»

«Ίσως» απάντησε ο Αριστείδης και η σκέψη του έτρεχε με χίλια.

«Δεν πιστεύω να βρει τον μπελά της η κυρά Καίτη;» ανησύχησε ο θυρωρός.

«Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει ούτε δόλος κι επομένως ούτε ύποπτος. Ήταν απλά ατύχημα» τον καθησύχασε ο αστυνόμος για να προλάβει τυχόν κουτσομπολιά κι έφυγε.

Ο Μανόλης, ο θυρωρός, επέστρεψε στο διαμέρισμα του στο ισόγειο. Τι διαμέρισμα δηλαδή! Μια τρύπα που είχαν για αποθήκη του είχαν δώσει, για να τον έχουν διαθέσιμο όποτε τον χρειάζονταν. Από όταν έχασε τη γυναίκα του και σπούδασε την κόρη του έμενε εκεί, ικανοποιημένος με τα λίγα και απεχθανόμενος τα πολλά που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από το κεφάλι του και καμιά φορά μπροστά στα μάτια του. Πόσα είχαν δει τα μάτια του! Πράγματα που δεν έπρεπε. Πράγματα που όποιος, έβλεπε έπρεπε να πάρει στον τάφο του, αν ήθελε να μείνει ασφαλής.

Ζέστανε ένα πιάτο σούπα που είχε φτιάξει το πρωί και κάθισε να φάει. Τα πόδια του τον πονούσαν πάλι. Έβαλε το κουτάλι στο στόμα και ρούφηξε κάνοντας θόρυβο. Μόνο έτσι το ευχαριστιόταν. Σκέφτηκε τον Θεοδωρόπουλο να τον λέει «άξεστο χωριάτη» και την ίδια στιγμή να ρίχνει τα λάγνα μάτια του στην κόρη του. Το κοριτσάκι του. Σήκωσε τα μάτια του από το πιάτο και το βλέμμα του έπεσε στο βαζάκι με τη βαζελίνη πάνω στο τραπέζι. Σηκώθηκε ανήσυχος και το πέταξε στη σακούλα με τα σκουπίδια. Την έδεσε κόμπο, βγήκε βιαστικά και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια λίγο πιο κάτω. Γύρισε στο σπίτι, έκλεισε στην πόρτα κι ακούμπησε λαχανιασμένος πάνω της. Παρά λίγο. Με δάκρια στα μάτια, κινήθηκε προς τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού. Το κοριτσάκι του. Κανένας γεροξεμωραμένος δε θα άπλωνε ξανά τα χέρια του πάνω της. Ήταν πια ασφαλής.

Γλυκόξινο και πρόζα

25 Ιανουαρίου, 2026

Στεκόταν στην ουρά στα Dairy Queen και περίμενε υπομονετικά να παραγγείλει το περίφημο παγωτό με πράσινο τσάι και κόκκινα φασόλια. Είχε βάλει στοίχημα πως αυτό το ταξίδι δε θα ήταν απλά ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσε, αλλά και μια ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του, ακόμα και τα γευστικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Σιχαινόταν τα φασόλια κι από ροφήματα, έπινε αποκλειστικά και μόνο καφέ κι αυτόν σκέτο. Εδώ όμως όλα ήταν αλλιώς. Τόσα μίλια μακριά από την πατρίδα, σ’ έναν τόπο τόσο διαφορετικό από την Αθήνα, όλα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε να υποδυθεί έναν άλλον εαυτό. Να εξερευνήσει όσα είχε μέσα του. Κανείς δε θα τον παρεξηγούσε, κανείς δε θα τον έκρινε, γιατί κανείς δεν τον γνώριζε. Κι αυτή η αίσθηση ανυπαρξίας που του έδινε η ανωνυμία ήταν σχεδόν ηδονική. Σαν την πρώτη ανάσα του νεογέννητου. Tabula rasa κι ο δρόμος μπροστά αδιάβατος. 

Οι άνθρωποι γύρω του βούιζαν σαν πολυάσχολες μέλισσες. Ένιωθε παράταιρος ανάμεσά τους. Ξένος. Μα μήπως δεν ήταν; Θυμήθηκε τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου εξομολογούνταν στους κολλητούς του πως δεν ταίριαζε σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξωγήινος ήταν. Ναι, εξωγήινος. Εκείνοι τον πείραζαν, λέγοντάς του να παρκάρει καλύτερα το διαστημόπλοιό άλλη φορά, μη φάει καμιά αστρονομική κλίση. Ο Ηλίας… τι να κάνει άραγε; Του έχει λείψει το χιούμορ του. Εξαφανίστηκε κι αυτός, όπως όλοι οι φίλοι που παρασύρονται από το ποτάμι που λέγεται ζωή. Ο Διονύσης…το golden boy! Ποιος το περίμενε πως ο οπαδός του Μαρξ και του Λένιν, ο απόστολος του κομμουνισμού, που μοίραζε με πάθος τα φυλλάδια με το σφυροδρέπανο στη σχολή, θα κατέληγε χρηματιστής! Πώς αλλάζει τον άνθρωπο το χρήμα! Μπαίνει σαν το σαράκι στο μυαλό του, τρώει σιγά σιγά νοοτροπίες και πεποιθήσεις κι ύστερα χτίζει τον θρόνο του, εγκαθίσταται κι άντε να το εκθρονίσεις! 

Άλλαξαν οι φίλοι του. Ίσως είχε έρθει κι η δική του ώρα. Ο Γιώργος πήρε το παγωτό στο χέρι, πλήρωσε και στάθηκε πιο πέρα, διστάζοντας να δοκιμάσει. Πρώτα το μύρισε. Δεν τον αηδίαζε η μυρωδιά του. Θετικό αυτό. Έκοψε μια μικρή κουταλιά. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν έκανε τόσο δρόμο για να δειλιάσει μπροστά σε ένα παγωτό! Έβαλε το κουτάλι στο στόμα. Πιπίλισε την πράσινη κρέμα κι άφησε τη γλώσσα του να εξερευνήσει τη γεύση. Δεν ήταν άσχημη! Ξεκίνησε να περπατάει τρώγοντας το παγωτό, σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα. 

Οι ταμπέλες με τα ιδεογράμματα δεξιά κι αριστερά τον έκαναν να νιώθει αναλφάβητος. Εκείνος, ο φιλόλογος, ο σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία, ήταν σαν τον επιστήμονα που διαπιστώνει πόσο απέχει η θεωρία από την πειραματική απόδειξη και κατεβαίνει από το βάθρο της μεγαλομανίας του.  Πόσο του άρεσε αυτή η αίσθηση μικρότητας! Έμοιαζε με τους μαθητές τους. Άλλο ένα ξεβόλεμα που ήθελε να δοκιμάσει. Κάθε λίγο έβγαζε το λεξικό του από την τσέπη και προσπαθούσε να μάθει να συλλαβίζει το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «θα ήθελα μια μερίδα spring rolls». 

Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο Πεκίνο και να μη δοκιμάσει spring rolls! Αυτή θα ήταν μια ευχαρίστηση που θα επέτρεπε στους γευστικούς του κάλυκες. Τα ζυμαρένια ρολάκια με τα λαχανικά, βουτηγμένα στη γλυκόξινη σάλτσα, ήταν η αδυναμία του. Καλό και το σουβλάκι, καλή κι η πίτσα και το μπέργκερ, αλλά τα spring rolls… άλλο πράμα! Το ίδιο και η όπερα. Στην Αθήνα, πάντα επισκεπτόταν το Μέγαρο Μουσικής, όταν ανέβαινε κάποια γνωστή οπερέτα. Αγαπούσε την πρόζα. Ο συνδυασμός χιούμορ και μουσικής ερέθιζε το μυαλό του και τον ψυχαγωγούσε. Στο ξενοδοχείο, του είχαν επαινέσει δεόντως την Όπερα του Πεκίνο. Γνώριζε πως η κινεζική όπερα διαφέρει κατά πολύ από την ευρωπαϊκή. Το τραγούδι και η απαγγελία συνδυάζεται με  χορό και ακροβατικά και το έντονο μακιγιάζ, σε συνδυασμό με τα συμβολικά κοστούμια των καλλιτεχνών, αποπνέουν μια αίσθηση υπερβολής. Θα πήγαινε το απόγευμα το δίχως άλλο. 

Μπήκε στην αίθουσα του θεάτρου με την κόκκινη είσοδο και κάθισε στη θέση του, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Προτίμησε την υπηρεσία των υποτίτλων για να μπορεί ν’ ακούει αυτούσιες τις φωνές των ερμηνευτών. Το πρωτότυπο μεταδίδει πάντα πιο καθαρά το συναίσθημα. Κι εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να νιώσει. 

Η παράσταση ξεκίνησε. Ο Γιώργος παρακολουθούσε μαγεμένος. Τις λεπτές κινήσεις, τις ανεπαίσθητες εκφράσεις. Πρώτη φορά τις παρατηρούσε. Επιβράδυνε τη σκέψη του για να τις δει, να τις αντιληφθεί, να τις συναισθανθεί. Η πλοκή εκτυλισσόταν με προβλέψιμο τρόπο, όμως για τον Γιώργο ήταν συγκλονιστική. Η υπερβολή τον παρέσυρε. Τον έπιασε από τους ώμους και τον πέταξε σε μια θύελλα συναισθημάτων που μαινόταν αδάμαστη μέσα του. Κι ύστερα ήρθε η κορύφωση, με την ένταση της μουσικής να φτάνει στο ζενίθ. Οι κινήσεις έγιναν πιο ζωηρές, πιο έντονες κι οι ερμηνευτές ακροβατούσαν μεταξύ τέχνης και θανάτου. Γιατί τι είναι η ζωή χωρίς τέχνη; Παύση. Συγκίνηση. Τέλος. Χειροκρότημα. 

Γύρισε στο ξενοδοχείο γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα. Η θύελλα ξέσπασε σε δάκρυα που δε σταματούσαν. Πρώτη φορά τα ζούσε όλα αυτά. Πρώτη φορά ζούσε. Τη λύπη, την ευδαιμονία, τον θυμό, την προδοσία, την απόγνωση, τη λύτρωση. Απαλλαγμένος από τις άμυνες που τον απέτρεπαν τόσα χρόνια να νιώσει τις δικές του πίκρες και χαρές. Τις άμυνες που τον είχαν κλείσει σε μια τζαμαρία άθραυστη και πίσω της παρακολουθούσε τη ζωή του να κυλά δίχως εκείνον κι εκείνη, τη μόνη του αγάπη, να χάνεται, χωρίς προειδοποίηση. Τώρα την καταλάβαινε. Τα παράπονά της, τον αγώνα της να κρατήσει τη σχέση τους ζωντανή, τη φυγή της. Έτσι ξαφνικά έφυγε κι εκείνος γι’ αυτό το ταξίδι. Λίγο από αντίδραση και πολύ από τον πόνο που δεν άντεχε ν’ αντιμετωπίσει. Μα εδώ, τώρα, καθισμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο του Πεκίνο, χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή του κι εκείνην, όλα έβγαζαν νόημα. Θέλει απόσταση το δάκρυ για να κυλήσει. Να κρυώσει η απώλεια.

Ο Αόρατος βοηθός

28 Δεκεμβρίου, 2025

Κάποτε, κοντά στον Άγιο Βασίλη, ζούσε ένα μικρό ξωτικό. Έμοιαζε τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν ψηλό και δεν είχε τα κλασικά ξωτικίσια μυτερά αυτιά. Δεν του άρεσαν οι σκανταλιές ούτε τα ζαχαρωτά ή τα γλειφιτζούρια. Ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό. Τους βοηθούσε όλους, χωρίς καν να του το ζητήσουν κι έλυνε όποιο πρόβλημα χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Διακριτικά, παρατηρούσε τα πάντα, ενώ εκείνο περνούσε απαρατήρητο.

Τα υπόλοιπα ξωτικά το σέβονταν και το άφηναν στην ησυχία του. Ο “Αόρατος”, όπως τον αποκαλούσαν, μόλις τέλειωνε τη δουλειά στο εργαστήρι του Αγίου Βασίλη, γυρνούσε μόνος στην καλύβα του. Για ν’ αποφορτιστεί από τη φασαρία και τις φωνακλάδικες συζητήσεις των συναδέλφων του, έβαζε μια κούπα ζεστό τσάι, καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κοιτούσε τη φωτιά κι ονειροπολούσε. Φανταζόταν ταξίδια σε άλλες χώρες, εκδρομές, ορειβασίες. Στην καρδιά του, κρυβόταν ένας μικρός ταξιδιώτης που ήθελε να γυρίσει όλον τον κόσμο. Μα το μόνο που έκανε τόσα χρόνια για να τιμήσει το κρυφό του όνειρο, ήταν να στολίζει το έλατό του με μινιατούρες από διάσημα αξιοθέατα, που κατασκεύαζε κρυφά στο εργαστήρι.

Ο Άγιος Βασίλης τον αγαπούσε τον Αόρατο, όπως όλα τα ξωτικά. Ήταν καλός μάστορας, ευγενικός κι εργατικός. Χωρίς εκείνον το εργαστήρι, δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ήταν το αόρατο νήμα που τους κρατούσε όλους δεμένους. Στενοχωριόταν όμως που τον έβλεπε συνεχώς μελαγχολικό. Κατανοούσε την ανάγκη του για μοναχικότητα κι ήξερε ότι τα απλά δώρα που έκανε συνήθως στα ξωτικά του για να τους μοιράσει χαρά, δεν έφταναν να ικανοποιήσουν το ανήσυχο πνεύμα του Αόρατου. Έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο, κάτι… πραγματικά μαγικό για να ευχαριστήσει τον μικρό του ξεχωριστό βοηθό.

Το βράδυ των Χριστουγέννων, λίγο πριν ο Αόρατος φύγει από το εργαστήρι, ο Άγιος Βασίλης τον σταμάτησε και του έδωσε ένα μικρό κουτί.

«Καλά Χριστούγεννα, Αόρατε! Εκτιμώ όλα όσα κάνεις για το εργαστήρι και τα άλλα ξωτικά, μα είναι πια καιρός να βοηθήσεις και τον εαυτό σου μια φορά!»

Ο Αόρατος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ήξερε πως ο αγαπημένος του Άγιος ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε τυχαία. Για πρώτη φορά, έφυγε για το σπίτι σχεδόν τρέχοντας και ανυπομονώντας να μείνει μόνος με το δώρο του. Έκατσε στην πολυθρόνα του και ακούμπησε το κουτί στο τραπεζάκι με προσοχή. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τι μπορούσε να είναι; Να ήξερε ο Άγιος για το κρυφό του όνειρο και να του χάρισε ένα εισιτήριο αεροπλάνου για κάποια μακρινή χώρα; Μπα! Παραήταν ονειροπόλος! Με μια γρήγορη κίνηση, έσκισε το περιτύλιγμα και άνοιξε το κουτί. Μέσα, υπήρχε μόνο ένα γκι. Ο Αόρατος παραξενεύτηκε. Ύστερα όμως θυμήθηκε τα λόγια του Άγιου Βασίλη. Άνοιξε την κάρτα που βρισκόταν στον πάτο του κουτιού και διάβασε, πιστεύοντας πως εκεί θα έβρισκε την εξήγηση που αναζητούσε.

Κάτω από το βλέμμα του γκι, άνοιξε την πόρτα και ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου!

Καλά Χριστούγεννα!

Άγιος Βασίλης

Ο Αόρατος έξυσε το κεφάλι του. Τι εννοούσε το μήνυμα; Στο κεφάλι του σηκώθηκε ένας ανεμοστρόβιλος σκέψεων. Έστυψε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τον γρίφο. Ξαφνικά, του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Κάτω από το βλέμμα του γκι… έλεγε η κάρτα. Λες; Έτρεξε στην εξώπορτα και κρέμασε το γκι. Έπιασε το χερούλι σφιχτά, έκλεισε τα μάτια και στάθηκε πίσω της. Την άνοιξε αργά, έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε έξω. Μπροστά του, μέσα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, βρισκόταν ο Πύργος του Άιφελ! Μα πώς ήταν δυνατόν; Εντελώς μηχανικά, έκλεισε την πόρτα. Έπρεπε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν της φαντασίας του. Την ξανάνοιξε. Ένα αεράκι φύσηξε προς τα μέσα και τα ρούχα του γέμισαν σκόνη. Μα… αυτό δεν ήταν σκόνη! Τίναξε τα μανίκια του. Μα τι στο… Άμμος! Ήταν άμμος ερήμου και απέναντί του έβλεπε ολοκάθαρα τις πυραμίδες της Αιγύπτου! Ήταν απίστευτο! Ο Αόρατος έκλεισε την πόρτα άλλη μια φορά και κοίταξε το γκι. Θυμήθηκε ξανά την κάρτα …ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου. Πριν ανοίξει για τρίτη φορά, ευχήθηκε να δει το Σινικό Τείχος. Με την καρδιά του γεμάτη ενθουσιασμό, γύρισε ξανά το πόμολο και το αγαπημένο του αξιοθέατο ήταν όντως εκεί! Αρκούσε μόνο ν’ απλώσει το πόδι του για να βρεθεί να περπατά πάνω του. Ο Αόρατος έκανε ένα βήμα, αργά μα αποφασιστικά. Ήταν το μεγαλύτερο βήμα που είχε κάνει ποτέ στη ζωή του!

Την επόμενη μέρα πήγε στον Άγιο Βασίλη με μάτια γεμάτα λάμψη. Τα λευκά μουστάκια του Αγίου χαμογέλασαν καλοσυνάτα.

«Σ’ ευχαριστώ» του είπε ντροπαλά το ξωτικό.

«Αγαπημένε μου Αόρατε, το πνεύμα που τρέφεται μόνο με όνειρα, δεν τα μοιράζεται, από φόβο μην τα χάσει. Κράτα το μικρό σου πολύτιμο γκι και χάρισε στην καρδιά σου εμπειρίες. Γέμισέ τη με εικόνες και αρώματα και θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτος να τα μοιραστείς μαζί μας».

Συγκινημένος που επιτέλους κάποιος τον καταλάβαινε, ο Αόρατος επέστρεψε στο εργαστήρι. Τα υπόλοιπα ξωτικά ήταν απορροφημένα από τη δουλειά. Στο διάλειμμα, περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία κι είτε έτρωγαν κάποιο σνακ είτε έπιναν ένα ρόφημα, ενώ μιλούσαν μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων. Ο Αόρατος στάθηκε μπροστά σε μια καρέκλα. Έσφιξε τις γροθιές του κι ανέβηκε πάνω της.

«Αγαπημένοι μου φίλοι, χθες έκανα ένα ταξίδι και… ήταν πολύ ωραία και… ήθελα να σας πω γι’ αυτό».

Όλοι τον κοίταξαν με απορία. Ο Αόρατος είχε γίνει ορατός! Και μάλιστα με τη θέλησή του! Μοιραζόταν, χαμογελούσε, απαντούσε σε ερωτήσεις. Όσο μιλούσε, τόσο διαπίστωνε μέσα στην καρδιά του, πως η χαρά των ονείρων που πραγματοποιούνται είναι μια μαγεία που αξίζει να μοιραστείς με όσους αγαπάς.

Τα βιβλία γράφουν στον Άγιο Βασίλη

21 Δεκεμβρίου, 2025


Από το ταβάνι του βιβλιοπωλείου, κρέμονται όλα δεμένα στη σειρά, σαν μια μεγάλη γιορτινή γιρλάντα. Τα στόλισαν επειδή μιλούν για τα Χριστούγεννα και ταιριάζουν στις γιορτινές αυτές μέρες. Κάθε τέτοια εποχή, οι άνθρωποι τα θυμούνται και τα βγάζουν από τα ράφια για να πάρουν, λες, λίγο αέρα. Ο δικός τους βιβλιοπώλης επέλεξε έξι από τα πιο γνωστά˙ ο «Καρυοθραύστης», η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων», «Το Πολικό Εξπρές» και «Η Βασίλισσα του Χιονιού» κρατιούνται σελίδα σελίδα και βλέπουν όλο τo μαγαζί από ψηλά. Είναι λίγο άβολα έτσι όπως κρέμονται στον αέρα, αλλά η θέα τους ανταμείβει. Δε χάνουν κανέναν βιβλιόφιλο από αυτούς που μπαίνουν να αγοράσουν τα δώρα των Χριστουγέννων. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο έλατο με τις μπάλες και τα γλειφιτζούρια είναι ακριβώς απέναντί τους, δίπλα στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

«Αχ, και τι δε θα έδινα να δοκίμαζα ένα μελομακάρονο!» ψιθύρισε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Εγώ λαχταρώ έναν κουραμπιέ! Κοίτα! Μοιάζει με μικρή χιονόμπαλα!» είπε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Απαπαπα σιχαίνομαι το χιόνι!» διαμαρτυρήθηκε το Κοριτσάκι.

«Μωρέ, ας με ξεκρέμαγαν από δω πάνω και δε θα τους έμενε ψίχουλο» είπε ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων και προσπάθησε να τρίψει πονηρά τις σελίδες του.

«Αν μπορούσα να ταξιδέψω μέχρι κει κάτω, θα έφερνα για όλους!» είπε καλοσυνάτα το Πολικό Εξπρές.

«Να κηρύξουμε πόλεμο και να πάρουμε όλα τα βιβλία με το μέρος μας! Κοίτα πόσα έχει κοντά στο τραπέζι! Αυτά σίγουρα φτάνουν να πιάσουν τα γλυκά!» πρότεινε ο Καρυοθραύστης.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» παρέμενε σιωπηλή.

«Έι, δε μιλάς;» τη σκούντησε ο Καρυοθραύστης που κρεμόταν δίπλα της.

«Αν ένα πράγμα με έχουν διδάξει οι σελίδες μου, είναι πως όταν τα θέλεις όλα δικά σου, δεν κερδίζεις τίποτα. Το μοίρασμα, αγαπητοί μου, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία!»

«Τι θες να πεις;» απόρησε το Κοριτσάκι.

«Ποιος είναι αυτός που μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα;»

«Εννοείς τον Άγιο Βασίλη;» απάντησε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Ακριβώς! Μόνο ένα πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει την τόσο παράδοξη ευχή μας!»

«Και τι θα του πούμε δηλαδή; “Κυρ Βασίλη μου, μου πιάνεις σε παρακαλώ τους κουραμπιέδες γιατί δε φτάνω;” Πφφ…» έκανε κοροϊδευτικά ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων.

«Μην είσαι ανόητος, Γκριντς!» τον μάλωσε ο Καρυοθραύστης.

«Μπορούμε να του γράψουμε γράμμα και να ζητήσουμε να μας κάνει ανθρώπους για μια νύχτα! Όπως συνέβη σε σένα, Καρυοθραύστη!» πρότεινε ενθουσιασμένο το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Και θα το παραδώσω εγώ!» προσφέρθηκε το Πολικό Εξπρές.

«Και δε μου λέτε, εσείς, πανέξυπνοι; Πώς θα το γράψουμε κρεμασμένοι εδώ πάνω;» συνέχισε να τους προκαλεί ο Γκριντς.

«Θα το γράψουμε πάνω σε χιόνι!» είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα του Xιονιού.

«Είσαι απλά ένα βιβλίο, θυμάσαι;» την κορόιδεψε ο Γκρίντς.

«Τη νύχτα των Χριστουγέννων όλα μπορούν να συμβούν!» επιβεβαίωσε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Τα βιβλία σταμάτησαν να μιλούν και περίμεναν το βράδυ των Χριστουγέννων. Το βιβλιοπωλείο ήταν κλειστό από το πρωί. Άνθρωποι περνούσαν, κοιτούσαν τη βιτρίνα και θαύμαζαν τα έξι βιβλία που φαίνονταν μεγαλοπρεπή μέσα στον υπόλοιπο στολισμό. Μόλις βράδιασε, έβαλαν μπρος το σχέδιό τους.

«Ό,τι είναι να κάνετε πρέπει να γίνει γρήγορα! Σε λίγο θ’ ανάψουν τα φώτα!» τους προειδοποίησε ο Κατεργάρης.

Η Βασίλισσα του Χιονιού συγκεντρώθηκε στην ιστορία της και προσπάθησε να δημιουργήσει μια κόλλα χαρτί από χιόνι. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Ούτε μια μικρή χιονονιφάδα δε σχηματίστηκε.

«Πρέπει να πιστέψεις!» της υπενθύμισε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Η Βασίλισσα έβαλε τα δυνατά της. Ξαφνικά, μια, δυο, τρεις, άπειρες χιονονιφάδες πετάχτηκαν μέσα από τις σελίδες της και σχημάτισαν ένα γράμμα.

«Είστε έτοιμοι;» τους φώναξε.

Όλοι κοίταξαν το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκείνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι άρχισε να εύχεται δυνατά.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη…»

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της και σαν να ήταν φτιαγμένες από μελάνι, έβαφαν τις χιονονιφάδες και γράφονταν πάνω στο γράμμα.

Όταν τελείωσε, το Πολικό Εξπρές ανέλαβε δράση. Με την ατμομηχανή του στο φουλ, φύσηξε για να στείλει το γράμμα στο δέντρο. Μα εκείνο… έλιωσε με μιας! Απογοητεύτηκαν.

«Έχω μια ιδέα!» φώναξε ο Καρυοθραύστης.

«Γρήγορα! Ανάβουν τα φώτα!» προειδοποίησε ξανά ο Γκριντς.

Επανέλαβαν ακριβώς το ίδιο, μόνο που αυτή τη φορά, η Βασίλισσα του Xιονιού πάγωνε ελαφρά τον αέρα που φυσούσε το Πολικό Εξπρές. Το γράμμα ταξίδεψε στον αέρα και πήγε και στάθηκε μπροστά από το αστέρι στην κορυφή του δέντρου.

«Τα καταφέραμε!!!!» φώναξε το Κοριτσάκι.

«Συνέχισε να βγάζεις παγωνιά» συμβούλεψε ο Καρυοθραύστης στη Βασίλισσα. «Δε θέλουμε να λιώσει πριν το δει ο Άγιος Βασίλης!»

Σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο έμοιαζε με ψυγείο.

«Ελπίζω να έρθει γρήγορα, δεν αντέχω άλλο κρύο!» παραπονέθηκε το Κοριτσάκι.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ένιωσαν να πέφτουν από το ταβάνι. Ο Γκριντς πετάχτηκε όρθιος. Ήταν πράσινος και αποκρουστικός. Άρχισε να χοροπηδάει από δω κι από κει από τη χαρά του! Η Βασίλισσα προσγειώθηκε ομαλά σαν πάνω σε σύννεφο. Ο Καρυοθραύστης έπιασε τον Σκρουτζ λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί στο πάτωμα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση σαν αληθινός πρίγκιπας. Τότε ακούστηκε μια δυνατή κόρνα. Το πολικό εξπρές, μαζί με τον οδηγό του, τριγύριζε γύρω τους μοιράζοντας τα πολυπόθητα γλυκά. Οι ήρωες έφαγαν, χόρεψαν, διασκέδασαν κι ευχαρίστησαν τον Άγιο Βασίλη, πριν χαθούν ξανά στις σελίδες των βιβλίων τους.

Δυο μέρες μετά, ο βιβλιοπώλης μπήκε ανυποψίαστος στο βιβλιοπωλείο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα βιβλία βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Μονάχα μια μικρή, τόση δα χιονονιφάδα είχε απομείνει στην κορυφή του δέντρου, για να αποδεικνύει πως οι ευχές της καρδιάς πραγματοποιούνται με τον πιο ανέλπιστο τρόπο!

Μια ευχή στο Αστέρι

19 Δεκεμβρίου, 2025


Η Αριάδνη ήταν μόλις επτά ετών όταν έχασε τη μητέρα της. Πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από ανακοπή. Συγγενείς, δάσκαλοι και γείτονες, για να παρηγορήσουν την παγωνιά που απλώθηκε στην καρδούλα της, της είπαν πως η αγαπημένη της μαμά δε χάθηκε, πως έγινε άγγελος στον ουρανό κι από εκεί ψηλά, μαζί με το Αστέρι των Χριστουγέννων, θα την προσέχει για πάντα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Αριάδνη έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, κάνοντας μόνο μια ευχή˙ να της δώσει πίσω τη μαμά της. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, η μαμά όμως δε γύρισε. Η Αριάδνη θύμωσε με τον Άγιο Βασίλη. Έπαψε να πιστεύει κι ορκίστηκε πως δε θα ξαναγιορτάσει ποτέ τα Χριστούγεννα, όσο κι αν την παρακαλούσαν.

Πέρασε μια δύσκολη χρονιά. Έμενε πια με τη θεία Όλγα, την αδερφή της μητέρας της, και τα δυο της ξαδέρφια, με τα οποία –ευτυχώς– τα πήγαινε καλά. Της έλειπε όμως η μαμά της. Στο σχολείο, απομακρύνθηκε από τις φίλες της κι ήταν συνεχώς αφηρημένη στο μάθημα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και τα ματάκια της έψαχναν τον ουρανό, μήπως σαν από θαύμα έβλεπε τη μαμά της να κατεβαίνει ξανά από εκεί που την είχε πάρει ο Άγιος Βασίλης. Πώς μπορούσε ο αγαπημένος της Άγιος να της το έχει κάνει αυτό; Μήπως έφταιγε εκείνη; Μήπως την τιμώρησε επειδή δεν ήταν καλό παιδί; Οι ενοχές φούντωναν και γίνονταν κεριά που έκαιγαν την ψυχούλα της που πονούσε.

Τα επόμενα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα παιδιά έγραφαν πυρετωδώς γράμματα στον Άγιο Βασίλη και ζητούσαν ένα σωρό παιχνίδια. Τα έριχναν σε ταχυδρομικά κουτιά για να πάνε στη Λαπωνία, τα έβαζαν κάτω από το δέντρο για να τα διαβάσει –τηλεπαθητικά λες– ο Άγιος και γενικότερα, έγραφαν κι έγραφαν για να σιγουρέψουν ότι θα εισακουστούν όλες οι επιθυμίες τους. Μέχρι κι η δασκάλα, την τελευταία μέρα του σχολείου, τους κέρασε νόστιμα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά και τους έβαλε εργασία με θέμα «Το δώρο του Άι Βασίλη». Η Αριάδνη όμως αρνήθηκε να την κάνει. Η δασκάλα δεν επέμεινε. Της πρότεινε μόνο να γράψει ό,τι εκείνη επιθυμούσε, για το καλό των ημερών. Στο τέλος του μαθήματος, μέσα στην άδεια πια αίθουσα, η δασκάλα, με δάκρια στα μάτια και χέρια να τρέμουν, διάβασε την κόλλα της Αριάδνης.

Αγαπημένο μου Αστέρι,

Όλοι λένε πως είσαι με τη μαμά μου, αλλά δε σε έχω δει ποτέ στον ουρανό. Σε παρακαλώ! Δε θέλω τίποτα άλλο. Μόνο να σε δω μια φορά! Έτσι θα ξέρω πως η μαμά μου ακόμα με βλέπει και με προσέχει. Κι εγώ θα είμαι καλό παιδί. Το καλύτερο παιδί θα γίνω. Σου το υπόσχομαι. Δε θα ξαναπώ ποτέ ψέματα ότι δεν έφαγα εγώ τις καραμέλες από το κουτί στο σαλόνι, ούτε θα ξαναρνηθώ να πλύνω τα δόντια μου και να κάνω μπάνιο. Και θα βοηθάω τη θεία με τις δουλειές. Θα μαζεύω το δωμάτιο μου και δε θα κάνω αταξίες. Καμία αταξία. Να! Φιλάω σταυρό! Αλήθεια αγαπημένο μου αστέρι!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Θέλω μόνο να δω τη μαμά μου!!!

Με αγάπη,

Αριάδνη

Το βράδυ της παραμονής, η Αριάδνη το πέρασε στο δωμάτιό της, κοιτώντας τον ουρανό. Τίποτα δε φαινόταν. Τα ματάκια της έγερναν από τη νύστα, όμως ήταν αποφασισμένη να μείνει ξύπνια για να μη χάσει το αστέρι της. Ήταν τόσο σημαντικό να το δει!

Ξαφνικά, βρέθηκε στο σαλόνι. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στολισμένο με μεγαλοπρέπεια. Στην κορυφή του, βρισκόταν ένα αστέρι. Ή μήπως ήταν άγγελος; Θυμόταν καλά ότι η θεία Όλγα είχε βάλει αστέρι στην κορυφή. Ναι, το θυμόταν. Έτριψε τα ματάκια της για να δει καλύτερα. Το αστέρι άρχισε να λάμπει όλο και πιο πολύ και μέσα στη λάμψη του φαινόταν καθαρά ένας άγγελος. Γούρλωσε τα ματάκια της με έκπληξη. Ναι! Ήταν σίγουρη! Ο άγγελός της ήταν εκεί και την κοιτούσε. Και…και…ήταν ίδιος η μαμά της! Ναι! Ήταν η μαμά της και τη χαιρετούσε! Ήταν τόσο όμορφη!

Η Αριάδνη κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άγγελος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Το είδε να στριφογυρίζει στον αέρα αφήνοντας πίσω του μια ουρά από φως και χρυσόσκονη. Έφτασε ως εκείνη, την άγγιξε στο μάγουλο κι ύστερα άρχισε να γυρίζει γύρω της και να τη τυλίγει με μια φωτεινή κουβέρτα. Ένιωθε τόσο όμορφα! Έκλεισε τα ματάκια της και για λίγο –μόνο για λίγο– αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά της μαμάς της. Τι ωραία που ήταν!

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι της. Ο άγγελος είχε χαθεί. Όχι! Δεν μπορεί να το ονειρεύτηκε! Ήταν τόσο αληθινό! Μα… τι της είχε πει ο άγγελος;

«Κάθε Χριστούγεννα να κοιτάς το αστέρι στο δέντρο. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω! Κάθε Χριστούγεννα, θα είμαι εκεί να κάνω τις ευχές σου πραγματικότητα!»

Η ροζ εσάρπα

7 Δεκεμβρίου, 2025

Μασούσε με μανία την τσιχλόφουσκα μέσα στην τάξη, μήπως καταφέρει να συγκεντρώσει τη σκέψη της στο μάθημα, μα συνεχώς της ξεγλιστρούσε. Έτρεχε στα απογεύματα, τότε που ήταν ακόμα κοριτσάκι δημοτικού και καθόταν πάνω στο παχύ περσικό χαλί μπροστά στα πόδια της γιαγιάς της. Εκείνη είχε πιάσει την αγαπημένη της θέση στην παλιά βελούδινη μπερζέρα κι έπλεκε ιστορίες με το μυαλό της και κασκόλ με τις βελόνες της. Άλλες φορές, της διάβαζε βιβλία και ταξίδευαν μαζί σε κόσμους φανταστικούς με δράκους και πριγκίπισσες. Μα οι στιγμές που είχαν χαραχτεί πιο βαθιά στη μνήμη της ήταν εκείνες του πόνου. Όποτε ήταν θλιμμένη, καθόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της γιαγιάς. Εκείνη τής χάιδευε τα μαλλιά και της τραγουδούσε κι η Κωνσταντίνα έκλαιγε σιωπηλά για να μην διακόψει το τραγούδι της. Οι νότες ρουφούσαν τους λυγμούς και τους έσβηναν με τη μελωδία τους, αγαλλιάζοντας την καρδούλα της μικρής.

Η γιαγιά Αναστασία την είχε μεγαλώσει. Εκείνη τη διάβαζε, την έπλενε, την έντυνε και τη φιλοξενούσε σπίτι της τρεις φορές την εβδομάδα. Οι γονείς της ήταν πολυάσχολοι. Για εκείνους πάνω απ’ όλα ήταν η δουλειά. Ώρες ώρες, η Κωνσταντίνα απορούσε γιατί έκαναν παιδί. Ίσως για να εκπληρώσουν τον σκοπό τους στην κοινωνία ή να μην τους χαρακτηρίσουν ως άτεκνους. Από υποχρέωση την έκαναν, αυτό ήταν σίγουρο. Στα μάτια της γιαγιάς της γνώρισε τι θα πει αγάπη. Σ’ αυτό το παλιό σπίτι που μύριζε μπισκότα και κοκκινιστό μοσχαράκι με κανέλλα. Εκεί ένιωθε σπίτι της. Η γιαγιά Αναστασία ήταν η μάνα κι ο πατέρας της. Δεν είχε κανέναν άλλον η Κωνσταντίνα.

Σαν να την τραβούσε από τα πόδια να κατέβει από τον κόσμο των αναμνήσεων, η φωνή του καθηγητή την προσγείωσε απότομα.

«Καλογήρου, βγάλε την τσίχλα τώρα, είπα!»

Σηκώθηκε, έφτυσε την τσίχλα κι επέστρεψε στη θέση της. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι πάνω από τον πίνακα. Πέντε λεπτά ακόμα. Ένιωθε τύψεις που δεν πρόσεχε στο μάθημα. Ήταν στην τρίτη λυκείου. Έπρεπε να διαβάζει ασταμάτητα για να περάσει στη σχολή που ήθελε, μα τον τελευταίο μήνα τα είχε φορτώσει στον κόκορα, όπως της έλεγαν χαρακτηριστικά οι γονείς της. Πώς θα έμπαινε ιατρική; Η αλήθεια ήταν πως δεν το επέλεξαν μόνο οι γονείς της για εκείνη. Από μικρή είχε ταλέντο στο να φροντίζει τραύματα και στην αυλή της γιαγιάς δεν είχε αφήσει βατράχι, σαλιγκάρι και έντομο που να μην του είχε κάνει ανατομία. Ήθελε να γίνει γιατρός και να ειδικευτεί στην παιδιατρική. Σε αντίθεση με τους γονείς της, λάτρευε τα παιδιά. Όλη αυτή η αδιάθετη στοργή μέσα της, χρειαζόταν κάπου να διοχετευθεί.

Το κουδούνι χτύπησε. Πήρε την τσάντα της κι έφυγε από το σχολείο τρέχοντας να προλάβει το λεωφορείο. Σήμερα θα πήγαινε πάλι από το σπίτι της γιαγιάς. Περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα βρισκόταν στην ασφαλή της φωλιά. Άνοιξε την πόρτα με ανυπομονησία. Άφησε την τσάντα της στο πάτωμα και κρέμασε το μπουφάν της προσεκτικά στον καλόγερο.

«Γιαγιά ήρθα!» φώναξε, μα η φωνή της έσβησε πριν τελειώσει τη φράση της. Εκείνο το πολυπόθητο «καλώς το κορίτσι μου!» δε θ’ ακουγόταν ποτέ πια. Ακόμα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει. Μπήκε στο σαλόνι και πήγε στην παλιά μπερζέρα. Χάιδεψε απαλά τη ράχη με τ’ ακροδάχτυλά της, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει τη θλίψη της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μια μυρωδιά πούδρας και μαλακτικού γαργάλησε την ψυχή της. Η ροζ εσάρπα της! Την έπιασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Γιαγιά μου» ψέλλισε και μέσα στην αόρατη αγκαλιά της, έκλαψε σιωπηλά.

Με την ίδια εσάρπα στους ώμους, εξήντα χρόνια αργότερα, η γιαγιά Κωνσταντίνα διηγείται στα εγγόνια της ιστορίες για την προγιαγιά Αναστασία. Για την αγάπη της στα ζώα, την αμέριστη φροντίδα που τους έδειχνε, το ματαιωμένο της όνειρο να γίνει κτηνίατρος. Από εκείνη είχε πάρει το ταλέντο και την αγάπη για την ιατρική. Χάρη σ’ εκείνη έγινε γιατρός. Γύρισε κι έδειξε τον γεμάτο παιδικές ζωγραφιές τοίχο δίπλα της.

«Χάρη σ’ εκείνη, τόσα παιδιά βρήκαν ξανά το χαμόγελό τους… Όπως κι εγώ» τους εξομολογήθηκε και χάιδεψε νοσταλγικά τη ροζ εσάρπα.

Αχόρταγη μοναξιά

30 Νοεμβρίου, 2025

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις καμιά μέρα από την άλλη μεριά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα. Αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της και κάθισε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Δέκα παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

1 2 3 8