Tag

αναμνήσεις

Ο θάνατος των μοναχικών αναμνήσεων

Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα. 
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά. 
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια… 

Σκόρπιες αναμνήσεις 
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος 
ξένο κι αφιλόξενο. 
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα, 
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. 
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου. 
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους. 
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν. 
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά. 
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια. 

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι

11 Νοεμβρίου, 2020

Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 

Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα. Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 

Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα και την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 

Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε «Σιγά! Θα με σκάσεις!» Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα! Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 

Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τ’ αυτάκια του. Το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τα πολλά ζουλήγματα και τους άπειρους παιδικούς ύπνους που μοιραστήκατε αγκαλιά.

 «Σου έχω μια έκπληξη, φίλε μου!» του είπες και χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. Το αγκάλιασες σφιχτά σαν να ένιωθες τη χαρά του. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα! Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου!

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Η απαλλαγή από τις μνήμες που πονούν μέσα από την αγάπη

9 Ιανουαρίου, 2020

Έρχεται εκείνη η στιγμή στη ζωή που πρέπει να προχωρήσεις. Έχεις μαζέψει σε μια αποσκευή λάθη και σωστά του παρελθόντος, είτε τα έχεις τακτοποιήσει είτε τα έχεις ακόμα ανάστατα μέσα σου και αποφασίζεις να τραβήξεις μπροστά.

Πολλά από αυτά που έχεις κάνει δε θα τα έκανες ξανά. Κάποια άλλα θα τα επαναλάμβανες με κάθε κόστος. Κάποια ακόμα τα νοσταλγείς και θα ήθελες να τα ζήσεις ξανά και ξανά. Η πορεία σου χαράχτηκε από τις επιλογές σου. Από αυτά που διάλεξες να κάνεις ή να αφήσεις. Από αυτά στα οποία χάρισες μια δεύτερη ευκαιρία ή που παράτησες με την πρώτη δυσκολία.

Στη ζωή δεν είμαστε οι αναμνήσεις μας. Είμαστε ο τρόπος που διαχειριζόμαστε στο παρόν μας κάθε κατάσταση ευχάριστη, δυσάρεστη, αμήχανη, επίπονη ή ονειρική. Όμως, κάθε που θυμόμαστε μία κατάσταση, υιοθετούμε τα συναισθήματα που τη χάραξαν στη μνήμη μας. Έρχεται το παρελθόν να στοιχειώσει το παρόν και να μας αναγκάσει να το αντιμετωπίσουμε. Κοινώς, μας βάζει σε έναν φαύλο κύκλο θύμησης - διαχείρισης. Μπορούμε αλήθεια να ξεφύγουμε από αυτόν τον κύκλο και να ζήσουμε ελεύθεροι, κάνοντας αυθόρμητα ό,τι μας αρέσει; Η απάντηση βρίσκεται στην ερώτηση αν θέλουμε πράγματι να το κάνουμε αυτό.

Σημασία δεν έχει να είμαστε ελεύθεροι, αν δεν γνωρίζουμε τι θα πει ελευθερία, να είμαστε δυνατοί, αν δεν γνωρίζουμε τι θα πει δύναμη, να προχωράμε, αν δε γνωρίζουμε τι θα πει εξέλιξη. Την ελευθερία τη γνωρίζει καλύτερα όποιος έχει ζήσει δέσμιος μιας κατάστασης, όπως και τη δύναμη μας τη μαθαίνουμε μέσα από τις αδυναμίες μας.

Αυτό είναι το δύσκολο. Να αναγνωρίσουμε το ποιοί είμαστε και τι κάνουμε. Για να επιτευχθεί, χρειάζεται να αλλάξουμε λίγο το πώς μας βλέπουμε. Να γίνουμε, κατά κάποιον τρόπο, οι αμερόληπτοι παρατηρητές του εαυτού μας. Εκείνοι που θα δουν τα λάθη μας με ειλικρίνεια.

Αν έπειτα από αυτό το εγχείρημα, αντιληφθούμε πράγματι τι κάναμε λάθος, πώς απενοχοποιούμε τις αναμνήσεις; Η απάντηση είναι απλή και δύσκολη συνάμα. Με αγάπη. Δεν αγαπάμε τα λάθη μας. Δείχνουμε αγάπη στον εαυτό μας, όπως θα δείχναμε σε έναν άνθρωπο που έσφαλε, αλλά έχει μετανοήσει. Η αγάπη αυτή φέρνει την κατανόηση των συνθηκών του λάθους, της αιτίας και του πώς αυτή σχετίζεται με τον χαρακτήρα που έχουμε χτίσει. Η κατανόηση με τη σειρά της φέρνει τη συμφιλίωση με το λάθος.

Με αυτόν τον τρόπο αλλάζουμε οι άνθρωποι. Γινόμαστε φίλοι με τα λάθη μας, γιατί αυτά μας δείχνουν τον δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον. Τότε είναι που παύουν να πονούν οι αναμνήσεις. Μένουν απλά ως γνώσεις που εμπλουτίζουν την εμπειρία μας. Αυτή είναι η διαχείριση που οδηγεί στην ελευθερία των μελλοντικών επιλογών μας.

Προχωρώ σημαίνει αφήνω πίσω και εξελίσσομαι σημαίνει μαθαίνω. Μπορούμε, λοιπόν, να χτίσουμε ένα υγιές μέλλον, βασισμένο σε μια υγιή προσωπικότητα που μπορεί να ξανακάνει λάθη, αλλά θα γνωρίζει πώς να τα διαχειριστεί, για να γεμίζει αενάως το σακούλι της ωριμότητας με γνώση.

Γράφουν η Γεωργία Λαμπάρα Τριανταφύλλου και ο Φραντζέσκος Καρπάθιος

Πυροτέχνημα

Πυροτέχνημα. Η τέχνη της φωτιάς.
Η τέχνη του άσβεστου πόθου που ξεκινά από την καρδιά.
Πόσο όμορφη μοιάζει στα μάτια!
Τα θαμπώνει θαρρείς, σχεδόν τα τυφλώνει.
Μένεις να θαυμάζεις το άπιαστο, το μαγικό.
Στιγμές ουτοπικές που μόνο ένα παιδί έχει μάθει να μετρά στη μνήμη του.
Οι μεγάλοι ξεχνάμε γρήγορα τα πυροτεχνήματα.
Δε μας κάνουν εντύπωση πια.
Εκτός αν σκάσουν κοντά στην καρδιά μας
και την πάρουν τα σκάγια.
Τότε ανάβει μια φλόγα που μας σιγοκαίει τα σωθικά
για το φως που δεν μπορέσαμε να σώσουμε.
Για εκείνη τη λάμψη που δε θα μείνει για πάντα κοντά μας.
Μα αν το μόνο βέβαιο είναι ο θάνατος,
τι κρατά για πάντα;
Η ματαιοδοξία μας τρέφεται με πυροτεχνήματα
για να μας πείσει ότι ζούμε.
Μα μήπως δεν είμαστε κι οι ίδιοι ένα πυροτέχνημα;
Υψωνόμαστε, φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης δόξας
και μετά φθίνουμε.
Μα για στάσου.
Δεν είμαστε μόνο αυτό.
Όσο υπάρχει η μνήμη που αναπαράγει τα πυροτεχνήματα
και αναπτερώνει την καρδιά με το φως και τη χαρά της θέασης τους,
υπάρχει «για πάντα».
Εκείνο το «για πάντα» που διαρκεί
όσο το χρειαζόμαστε.
Όσο του επιτρέπουμε να διατηρεί μέσα μας
το παιδί που ακόμα θαυμάζει τα πυροτεχνήματα.