Tag

ασθένεια

Το Κελί

14 Αυγούστου, 2025

Έριξε μια ματιά στο μικρό φωτεινό δωμάτιο. Το «Κέλι» όπως το αποκάλεσε. Θα ήταν το σπίτι της για τρεις μέρες κι έπρεπε να το συνηθίσει. Αν και δεν υπήρχαν και πολλά να συνηθίσει εκεί μέσα˙ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ένα κομοδίνο με αναδιπλούμενο δίσκο για το φαγητό, μια μικρή γκρι ντουλάπια, μια καρέκλα, μια τηλεόραση και η τουαλέτα. Πίσω της στον τοίχο η γνωστή πλαστική φάσα που έκρυβε καλώδια για πρίζες, φως νυκτός, ένα πιεσόμετρο κι ένα αχρείαστο στατώ. Δε χρειάζονταν πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να τα δεις αυτά ούτε θα είχε καμία ουσία ν’ αναλύσεις κανένα τους. Συγκεκριμένος και περιορισμένος σκοπός σημαίνει και ανούσιο νόημα, σκέφτηκε. Τακτοποίησε τα πράγματά της στην ντουλάπα κι έβαλε τις πιζάμες της.

Τότε τον είδε. Ένας πίνακας κρεμόταν στον τοίχο, στ’ αριστερά του κρεβατιού. Η μόνη πινελιά ζωής ανάμεσα στο λευκό, μπεζ και γκρι αυτού του δωματίου. Απεικόνιζε μια Καθαρά Δευτέρα κοντά στη θάλασσα. Της είχε λείψει τόσο πολύ η θάλασσα! Το ποθούμενο βρίσκεται στα πιο απίθανα μέρη, μειδίασε. Ο ουρανός, γαλάζιος και γεμάτος σύννεφα, άφηνε να φανεί ένα τολμηρό μισοφέγγαρο που δήλωνε την παρουσία του πριν φύγει ακόμα η μέρα. Ένα αεροπλάνο διέσχιζε τα σύννεφα αφήνοντας πίσω του τη χαρακτηριστική γραμμή λευκού νέφους. Πέρα μακριά, δυο φουγάρα αταίριαστα με το υπόλοιπο τοπίο μόλυναν την ομορφιά. Δεν υπάρχει καλό χωρίς κακό, αναλογίστηκε. Σε πρώτο πλάνο, ένας άντρας κι ένα κορίτσι μαζί μ’ έναν σκύλο, γυρισμένοι πλάτη στον θεατή, πετούσαν χαρταετό κάτω από μια ασπροκόκκινη κολώνα που συγκρατούσε ένα σκοινί με σημαιούλες. Δίπλα τους, κάτι καλαμιές τούς χώριζαν από ένα κομμάτι προβλήτας, δυο δέντρα και πρασινάδα. Πάνω από το κεντρικό δέντρο, ξεκινούσε μια σκάλα από γλάρους με ανοιχτά φτερά που χάνονταν μέσα στα σύννεφα και σχημάτιζαν ένα Χ με το σχοινί του χαρταετού. 

Ρουφούσε την εικόνα με κάθε ρανίδα της ύπαρξής της. Χάθηκε στη θέα της για ώρες, ακόμα κι αφού της έφεραν το κουτί. Για όσο διαρκούσε η θεραπεία της, αυτή θα ήταν το παράθυρό της. Αυτήν την ανάμνηση ήθελε να κρατήσει. Κοίταξε ξανά τους γλάρους. Τα φτερά τους άρχισαν να κινούνται ή μήπως ήταν η ιδέα της; Ένα ελαφρύ αεράκι τής χάιδεψε το πρόσωπο κι έφερε μια θαλασσινή ευωδία που την άγγιξε μέχρι την ψυχή. Οι σημαιούλες ανέμισαν. Το κοριτσάκι γύρισε και την κοίταξε. Είχε γαλάζια μάτια και μια ελπίδα για χαμόγελο. Σήκωσε το χεράκι του και τη χαιρέτησε. Έτριψε τα μάτια της. Το κοριτσάκι της χαμογελούσε ακόμη. Τσίμπησε το μπράτσο της. Δεν μπορεί. Σίγουρα ονειρευόταν. Τότε γύρισε και ο άντρας. Ήταν ο άντρας της! "Μαμά!" άκουσε μια φωνή. Η κόρη της έτρεξε μέσα από τον πίνακα κι έπεσε στην αγκαλιά της. Ύστερα σηκώθηκε και με προσοχή, άνοιξε το κουτί που βρισκόταν πάνω στο αναδιπλούμενο τραπεζάκι του κομοδίνου, έπιασε με τα δυο της δάχτυλα το χάπι και της το έδωσε να το πιει. Βεβαιώθηκε ότι η μητέρα της το κατάπιε κι ύστερα έτρεξε ξανά προς την παραλία, πλάι στον πατέρα της. Στον πίνακα νύχτωσε. Το φεγγάρι είχε σκαρφαλώσει στην κορυφή του ουρανού κι έπαιζε με τ’ αστέρια. Οι φιγούρες δε φαίνονταν πια. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, αλλά γαλήνιο. Ένας γλυκός ύπνος την αγκάλιασε και το μυαλό της αφέθηκε στα όνειρα της νύχτας.

Το πρωί την ξύπνησε ένας ήχος στην πόρτα. Είχαν φέρει το πρωινό της. Περίμενε να φύγουν, άνοιξε και το πήρε. Ένιωθε σαν τους φυλακισμένους σε κελιά ασφάλειας που τους βάζουν τον δίσκο από μια σχισμή στην πόρτα, χωρίς να έρθουν σ’ επαφή μαζί τους. Στη δική της περίπτωση, κανείς δεν έπρεπε να έρθει σ’ επαφή μαζί της για αρκετές μέρες. Η ακτινοβολία που εξέπεμπε, μπορούσε να τους βλάψει. Ένιωθε μολυσμένη. Μα μήπως η κάθαρση δε βιώνεται με μοναξιά; Μήπως δεν πρέπει να λερωθείς για να μάθεις τι σημαίνει καθαρότητα;

Έφαγε το πρωινό της και μπήκε στο μπάνιο. Έκανε ένα ντους κι έκατσε κάτω από τη βρύση με το νερό να τρέχει με ορμή επάνω της. Βγήκε, στέγνωσε τα μαλλιά της και πήρε το κινητό για να διαβάσει ένα μυθιστόρημα σε ηλεκτρονική μορφή. Χάρτινο βιβλίο δεν έκανε ν’ αγγίξει. Διάλεξε το «1984» του Τζωρτζ Όργουελ. Ταίριαζε τόσο πολύ μ’ αυτό που ζούσε. Μια δυστοπία απόλυτου ελέγχου, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Διάβαζε και σκεφτόταν. Σκεφτόταν και διάβαζε. Χανόταν μέσα στην κοινωνία του βιβλίου, ταυτιζόταν με τον ήρωα, ζούσε μέσα από τ’ αδιέξοδά του. Λεπτό το λεπτό. Το μυαλό της χόρταινε ερεθίσματα μέσα από τις φωτεινές σελίδες που κυλούσαν πάνω στην οθόνη. Όπου το σώμα αδυνατεί να βρεθεί, το μυαλό αλωνίζει χωρίς ενδοιασμούς.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν ο γιατρός. Θα έρχονταν να την μετρήσουν. Της είχε πει πως αν την τρίτη ημέρα η ένδειξη της ραδιενέργειας ήταν στα επιτρεπτά όρια, θα μπορούσε να φύγει. Αν όχι, θα έμενε άλλο ένα βράδυ. Έπινε με υπομονή το ένα μπουκάλι νερό μετά το άλλο σύμφωνα με τις οδηγίες, για να φύγει το φορτίο από πάνω της όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μια θάλασσα θα ξεβγάλει το φαρμάκι, συλλογίστηκε. Και μετά; Την προβλημάτιζε το πώς θα έβγαινε έξω. Πώς θα έμπαινε μέσα στο ταξί; Κι αν συναντούσε κάποια κοπέλα έγκυο; Πόσο θα έπρεπε ν’ απομακρυνθεί; Κι αν κάποιος την σκουντούσε κατά λάθος; Κι αν; Κι αν; Αυτός ο αόρατος ραδιενεργός μανδύας που την αγκάλιαζε, ο ανύπαρκτος αλλά τόσο επικίνδυνος, την τρόμαζε. Ένιωθε την ευθύνη του, ενώ δεν είχε κάνει τίποτα για να τον προκαλέσει. Δεν έφταιγε εκείνη για την ασθένειά της. Ή μήπως έφταιγε; Που κατάπινε τόσον καιρό τις πίκρες και δε μιλούσε; Αν είχε αντιδράσει, μήπως θα είχε γλιτώσει το μαρτύριο; Το μόνο που ήξερε με βεβαιότητα ήταν πως δεν ήθελε με την κατάστασή της να βλάψει κανέναν. Θα προτιμούσε να φορέσει μια στολή με το γνωστό κίτρινο σήμα κινδύνου, παρά να σκέφτεται όλα αυτά τα ‘αν’.

Προσπάθησε να διώξει τις σκέψεις που η αεργία προσκαλούσε τόσο απροκάλυπτα. Διάβασε, έφαγε μεσημεριανό - το οποίο της έφεραν με τον ίδιο τρόπο - ήπιε νερό, μίλησε με τον άντρα της και με φίλους μέσω μηνυμάτων. Τι ευτυχές που η τεχνολογία δεν επηρεαζόταν από το φορτισμένο άγγιγμά της! Ήταν η μοναδική της σύνδεση με τον έξω κόσμο και η αισιόδοξη επιβεβαίωση πως η ζωή της θα συνεχιζόταν σε λίγες μέρες.

Μπήκε ξανά για μπάνιο, στέγνωσε τα μαλλιά της, ήπιε νερό, έκανε μερικές φορές τον γύρο του δωματίου να ξεμουδιάσει κι έκατσε πάλι στο κρεβάτι να διαβάσει. Η επανάληψη δεν λειτουργούσε ως μητέρα της μάθησης, αλλά ως εκβιασμός προς τη ζωή για να κυλήσει. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά, σαν κόκκοι άμμου μέσα σε γιγάντια κλεψύδρα. Ήθελε να τη σπάσει και να ελευθερωθεί από τα δεσμά, αλλά ποιος είναι στ’ αλήθεια αυτός που μπορεί ν’ αποδράσει από τον χρόνο; Το κελί είχε μετατραπεί σε χρονοκάψουλα αποκομμένη από την εναλλαγή του ήλιου με το φεγγάρι κι από τη ρουτίνα των ανθρώπων που περπατούσαν στον δρόμο, λίγα μέτρα πάνω από το υπόγειο δωμάτιό της.

Υπέμεινε τη μέρα της μαρμότας κι επανέλαβε όσα είχε ήδη κάνει. Έφαγε βραδινό, διάβασε, είδε λίγη τηλεόραση, ήπιε νερό, μίλησε με τον άντρα της. Ρώτησε για το παιδί που είχε ήδη πάει στο σπίτι της γιαγιάς, ώστε να μην είναι εκεί όταν εκείνη θα γύριζε πίσω. Δεν έπρεπε να έρθει σ’ επαφή μαζί του για τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Πώς θα το άντεχε; Κοίταξε ξανά τον πίνακα και θυμήθηκε τη χτεσινή ονειροπόληση. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά του. Άπλωσε το χέρι κι ένιωσε το ψυχρό γυαλί με τ’ ακροδάχτυλά της. Γιατί δε ζωντάνευε απόψε; Περίμενε λίγο. Τίποτα. Επέστρεψε απογοητευμένη στο κρεβάτι. Όχι. Δεν έπρεπε να το βάλει κάτω. Όλα θα πήγαιναν καλά. Όλα πήγαιναν καλά. «Ένα βράδυ» ψιθύρισε. «Ένα βράδυ ακόμα.»

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι' αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.