Tag

αυτοβελτίωση

Δυο – τρία βήματα

Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος μπροστά σου άδειος.
Καινούριος κι αδιάβατος.
Πόσο τρομακτικό είναι το άγνωστο!
Κι όμως η αλλαγή από το σκληροτράχηλο μονοπάτι σου,
φαντάζει τόσο ποθητή στην ψυχή σου.
Κάνεις ένα βήμα.
Καμία αλλαγή.
Κάνεις και δεύτερο.
Τα ίδια.

Μα ποιος σου είπε ότι δυο τρία βήματα φτάνουν να διανύσουν
μια απόσταση από την αρχή ως το τέλος;
Τίποτα στη ζωή δε σου χαρίζεται με δυο τρία βήματα.
Τίποτα που να μένει μόνιμο, κεκτημένο μέσα σου.
Θέλει πόλεμο η ζωή.
Χρειάζονται πολλές νίκες για να γίνουν τα απαραίτητα βήματα.

Κανείς δρόμος τόσο μικρός, όσο δυο τρία βήματα.
Όλα μακριά κι όλα σε απόσταση. 
Πόσο παρήγορο μέσα στη δυσκολία του όμως,
το ότι είναι στο χέρι σου να τραβήξεις μπροστά. 
Να σταθείς στα πόδια σου και απλά να προχωρήσεις.
Χωρίς δεκανίκια.
Χωρίς ανασφάλειες.
Χωρίς βαρίδια να σε τραβούν πίσω.
Χωρίς φόβο.
Το κεφάλι είναι για να κοιτά μπροστά
και τα πόδια για να σε στηρίζουν. 
Την κατεύθυνση την έχεις στα χέρια σου.
Εσύ κρατάς τον χάρτη της ζωής σου.

Όσο για την καρδιά…
Εκείνη απλά ακολουθεί. 
Την παίρνεις μαζί σου με τις πληγές της,
τα σημάδια της, τις δικές της αγάπες.
Κάνει κι αυτή τις επιλογές της.
Τους απολογισμούς της.
Θα μάθει.
Θα θεραπευτεί.
Είναι ευπροσάρμοστη η καρδιά.
Πιο ευπροσάρμοστη από το μυαλό.
Η καρδιά δεν υπακούει σε συνήθειες.
Ξέρει μόνο από δύναμη.
Κι αν τα πόδια σου σε τραβήξουν μπροστά, θα ακολουθήσει.
Αρκεί το μυαλό σου να θέσει ως στόχο τον προορισμό του χάρτη.
Να χαράξει πορεία χωρίς παρελθόν.

Και τότε η απόσταση από την αρχή ως την αλλαγή θα σου φανεί όσο δυο τρία βήματα.
Γιατί τελικά, υπάρχει μια απόσταση που μετράει μόνο τόσο.
Το μυαλό από την καρδιά…
Δυο τρία βήματα είναι μόνο.


Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.

Μάθε με να μη φοβάμαι

9 Ιανουαρίου, 2018

Κοίταξε με στα μάτια. Δε ζητάω πολλά. Απλά φοβάμαι. Όχι, δε φοβάμαι κάτι εξωτερικό. Κάτι ξένο. Φοβάμαι εμένα. Ναι καλά άκουσες. Φοβάμαι τον εαυτό μου. Φοβάμαι όσα μπορώ να γίνω επειδή είναι στη φύση μου. Φοβάμαι την φωτιά μου. Φοβάμαι μη σε κάψω. Γιατί ξέρω καλά να το κάνω. Φοβάμαι μη ναυαγήσω την καρδιά σου σε άγνωστα για σένα μέρη. Τα ξέρω καλά τα μονοπάτια της καρδιάς. Ξέρω από τρικυμίες. Πολλές φορές τις προκαλώ κιόλας. Τις προκαλώ για να σε προκαλέσω. Να σε προκαλέσω να βάλεις το μέτρο. Να με δαμάσεις. Είναι στη φύση μου.

Ώρες ώρες αφήνομαι σαν το άγριο θηρίο να παρασυρθώ και να πάρω μαζί μου ο,τι βρω στο πέρασμα μου. Δεν υπολογίζω ούτε καρδιά, ούτε μυαλό, ούτε τίποτα. Καίω και μαίνομαι. Με κάθε δυνατό τρόπο. Δεν νιώθω. Τότε είναι που με λες σκληρή. Και είμαι. Δε με νοιάζει αν σε πονάω, αν σε σκοτώνω ακόμα μέσα σου. Σκαλίζω την πληγή για να σε βάλω να την δεις και να την γιατρέψεις. Δεν είναι λύση όμως αυτό. Μα δεν παίρνω από λόγια σαν το κακομαθημένο παιδί που τα θέλει όλα δικά του. Γιατί απαιτώ να είμαι το δικό σου επίκεντρο.

Απαιτώ. Απαιτώ να με σέβεσαι κι ας έχω άδικο. Απαιτώ να με φροντίζεις χωρίς να στο πω. Απαιτώ να μ' αγαπάς χωρίς όρους και όρια. Απαιτώ να με αντέχεις. Απαιτώ να μην τα παρατάς. Απαιτώ να αγωνίζεσαι. Απαιτώ να νιώθεις. Με λίγα λόγια απαιτώ να είσαι άνδρας. Κι ας περάσεις 40 κύματα. Να βγεις αλώβητος κι ας χρειαστεί να επιβιώσεις από την πυρκαγιά. Αν μ' αγαπάς πραγματικά θα το καταλάβω. Μη με φοβάσαι κι εσύ. Αγάπα με και δίδαξε με όπως σε διδάσκω άθελά μου.

Μάθε με να μη φοβάμαι. Μιλά μου. Δείξε μου πως με την αγάπη σου μπορώ να ξεπεράσω το χειρότερο φόβο μου. Αυτά που γίνομαι χωρίς να το θέλω συνειδητά. Δείξε μου πως μάνα μου είναι η Παναγιά κι όχι η Εύα. Κι αν πάλι φοβάσαι, δεν μπορείς ή δεν θέλεις, αν δεν μ' αγαπάς, Μη μου υπόσχεσαι αυτά που δεν μπορείς να γίνεις. Άσε με να ταξιδέψω μόνη. Είμαι θάλασσα. Ξέρω από ταξίδια. Άσε με να ζεστάνω την καρδιά μου. Είμαι φωτιά. Ξέρω από θέρμη. Θα επιβιώσω.

Αν όμως είμαι η επιλογή σου μάθε με. Μη με φοβάσαι. Αυτή την ασφάλεια σου ζητώ. Να νιώθω ότι κάποιος με ξέρει καλύτερα από εμένα την ίδια. Για να πάψω να φοβάμαι. Να πάψω να με φοβάμαι.

Ο γίγαντας με τα κρυστάλλινα δάκρια

11 Οκτωβρίου, 2015

Σ' ένα ψηλό μοναχικό βουνό κάπου στις πεδιάδες της μοναξιάς, ζούσε ένας όμορφος γίγαντας. Ήταν γενναίος και άφοβος και τίποτα δεν σκίαζε το καθαρό μυαλό του. Είχε φίλους κι άλλους γίγαντες που ζούσαν στα τριγύρω βουνά και συχνά μαζεύονταν, συζητούσαν και γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς. Σε κανέναν όμως δεν είχε εκμυστηρευτεί ποτέ το μεγάλο του μυστικό.

Σαν παιδί μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν είχε αδέρφια και οι γονείς του τον αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο κι εκείνος τους αγαπούσε το ίδιο. Όταν έφτασε στα έντεκα του χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων του, πριν φυσήξει τα έντεκα κεριά, ευχήθηκε να έχει πάντα κοντά του την αγάπη των γονιών του. Όμως δεν άργησε να φανεί πως η ευχή του δεν θα έβγαινε αληθινή, αφού λίγες μέρες αργότερα, η μητέρα του σκοτώθηκε από ένα κοπάδι πεινασμένων λύκων, ενώ είχε βγει στο δάσος να μαζέψει σπάνια βότανα. Ο θρήνος ήταν μεγάλος για την οικογένεια και το πλήγμα για τον πατέρα του τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Έτσι μετά από ένα περίπου χρόνο πέθανε κι αυτός, αφήνοντας το μικρό παιδί μόνο. Ο γίγαντας έκλαψε τόσο πολύ για το χαμό των γονιών του, που ένα βράδυ, όπως καθόταν μόνος του στο δωμάτιο του κι έκλαιγε απαρηγόρητος για ώρες, άρχισαν να τον πονούν τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε τσιμπήματα στο πρόσωπο του. Αμέσως έτρεξε στον καθρέφτη να δει τι συνέβαινε. Έμεινε άφωνος! Τα δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του μετατρέπονταν σε μικρά, αστραφτερά, κρυστάλλινα πετραδάκια! Κι όσο συνέχιζε να κλαίει τόσο τον πονούσαν τα μάτια του! Εκείνη τη νύχτα λοιπόν υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξανακλάψει ποτέ ξανά για τίποτα και για κανέναν. Τον πονούσαν πια τόσο τα δάκρυα! Σε κανέναν όμως ποτέ δεν διηγήθηκε αυτή την ιστορία από φόβο μην τον κοροϊδέψουν.

Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ έγινε ένας θαρραλέος γίγαντας, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν τα δάκρυα του. Έτσι πάντα απέφευγε τις καταστάσεις που θα του έφερναν συγκίνηση ή στεναχώρια και ακόμα και το γέλιο του ήταν συγκρατημένο. Ήταν πάντα ευδιάθετος και καλοσυνάτος στην παρέα με τους άλλους γίγαντες, όμως ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, ούτε άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει πολύ. Και με τις γυναίκες ήταν πολύ απόμακρος γιατί είχε ακούσει από τους σοφούς του χωριού πως «οι γυναίκες πάντα φέρνουν μεγάλα δάκρυα».

Κάποια μέρα, θα’ ταν καλοκαίρι, δέχτηκε μια απρόσμενη επίσκεψη.

Ήταν μια όμορφη κοπέλα, καινούρια στην περιοχή, που είχε ανέβει στο βουνό για να μαζέψει βότανα. Είχε κουραστεί τόσο από την πεζοπορία και τη ζέστη, που μόλις είδε το σπίτι του γίγαντα έσπευσε να χτυπήσει την πόρτα για να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Εκείνος άνοιξε ανυποψίαστος, μα μόλις την αντίκρισε ένιωσε μια έκπληξη βαθιά μέσα του. «Τι να ζητά μια κοπέλα μόνη εδώ πάνω;» σκέφτηκε. «Κι είναι τόσο όμορφη!» συλλογίστηκε.

«Καλησπέρα» του είπε εκείνη. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά ανέβηκα στο βουνό να μαζέψω βότανα κι είμαι εξαντλημένη από την κούραση. Κάνει και τόση ζέστη! Μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» .

«Φυσικά!» απάντησε εκείνος λίγο φοβισμένος και της πρότεινε να περάσει μέσα να ξαποστάσει.

«Τι όμορφο σπίτι που έχετε! Μόνος σας μένετε εδώ;» τον ρώτησε για να σπάσει τον πάγο. «Ναι. Μόνος» της αποκρίθηκε μονολεκτικά.

«Είναι πολύ όμορφος τόπος. Ξέρετε εγώ μόλις μετακόμισα μαζί με τους γονείς μου στους πρόποδες του βουνού» συνέχισε εκείνη με ενθουσιασμό αλλά και λίγο διστακτικά μήπως τον ενοχλούσε με την φλυαρία της. Εκείνος απλά χαμογέλασε από ευγένεια και δεν είπε λέξη. Χωρίς να χάσει το θάρρος της η κοπέλα πήρε το ποτήρι με το νερό που της πρόσφερε και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.

«Τι όμορφη θέα που έχετε από εδώ! Όλα φαίνονται τόσο φωτεινά!» θαύμασε. Ο γίγαντας παραξενεύτηκε σαν διαπίστωσε πως τόσα χρόνια, από όταν πέθαναν οι γονείς του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ έξω από το παράθυρο. Καθώς σκεφτόταν, αναπόλησε πόσο όμορφα ήταν όταν καθόταν με τη μητέρα του και κοιτούσε τη βροχή ενώ εκείνη του διάβαζε το αγαπημένο του παραμύθι.

«Να πηγαίνω τώρα. Σας ευχαριστώ πολύ για το νερό και με συγχωρείτε για την ενόχληση» τον διέκοψε η κοπέλα.

«Παρακαλώ… Καμία ενόχληση» ψέλλισε αφού εκείνη είχε πια απομακρυνθεί.

Έμεινε εκεί ώρες, όρθιος στην ανοιχτή πόρτα να αναρωτιέται γιατί οι σοφοί λένε πως οι γυναίκες φέρνουν μεγάλα δάκρυα. Πότε σκεφτόταν φοβισμένος τα δάκρυα του και πότε ονειρευόταν την στιγμή που θα την ξανασυναντούσε. Τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα μετά από τόσα χρόνια!

Η στιγμή που θα ξανασυναντιόνταν δεν άργησε να έρθει. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν πολλές φορές από τότε. Ο γίγαντας κατέβαινε συχνά στους πρόποδες για προμήθειες κι έτσι πήγαινε ανελλιπώς στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο πατέρα της κοπέλας για να βρίσκει και την ευκαιρία να την βλέπει. Εκείνη όποτε τον έβλεπε, χαμογελούσε τόσο που έλαμπε το πρόσωπό της. Εκείνος, ντροπαλός και φοβισμένος, ήταν λιγομίλητος, ίσως και απότομος αλλά πάντα ευγενικός. Την παρατηρούσε κάθε φορά πως εξυπηρετούσε τον κόσμο, πόσο καλοσυνάτη και φιλεύσπλαχνη ήταν με όλους. Έφτασε σε σημείο να κατεβαίνει κάθε μέρα από το βουνό μόνο και μόνο για να την βλέπει. Ένιωθε ότι είχε τόση ανάγκη το φως που εξέπεμπε. Του είχε τόσο λείψει.

Κάποια μέρα μετά από καιρό, είχε φτάσει άνοιξη πια, η κοπέλα ξανανέβηκε στο βουνό να μαζέψει λουλούδια κι άλλα βοτάνια για το μαγαζί του πατέρα της. Έφτασε κοντά στο σπίτι του γίγαντα χωρίς να το καταλάβει. Εκείνος καθόταν σε μια γωνιά στην αυλή, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που την είδε και τόσο απορροφημένος στο να την κοιτάζει, που δεν πήγε να της μιλήσει.

Καθώς τακτοποιούσε τα άνθη στο καλάθι της άρχισε να σιγοτραγουδά ένα παλιό τραγούδι. Ο γίγαντας όταν το άκουσε από την γλυκιά φωνή της μαρμάρωσε. Τη στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Από την ντροπή της, έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και σταμάτησε να τραγουδά. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναξε ο γίγαντας.

Συνέχισε να τραγουδά λίγο δειλά στην αρχή, αλλά όσο έβλεπε ότι τον ευχαριστούσε, τόσο δυνάμωνε τη φωνή κι έβαζε πάθος στο τραγούδι της, το οποίο ήταν το αγαπημένο των γονιών του. Η φωνή της, η όψη της, ο τρόπος που το έλεγε τον έκαναν να συγκινηθεί τόσο, που άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Ο πόνος των δακρύων του τον έκανε να γονατίσει, αλλά δε σταμάτησε να κλαίει.

Η κοπέλα έτρεξε κοντά του σαστισμένη, έπιασε το πρόσωπο του με τα δυο της χέρια και βλέποντας τα κρύσταλλα να κυλούν, του άγγιξε τα μάτια και άρχισε πάλι να τραγουδά, πιο δυνατά από πριν. Ξάφνου, το θαύμα συνέβη! Τα κρύσταλλα άρχισαν να λιώνουν για να δώσουν τη θέση τους σε κανονικά δάκρυα. Μόλις ένιωσε ότι ο πόνος είχε φύγει, σταμάτησε το τραγούδι και τον αγκάλιασε.

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!» της έλεγε εκείνος ξανά και ξανά με ανακούφιση. «Το φως σου έδιωξε το φόβο μου. Σ’ ευχαριστώ!».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ» του απάντησε.

«Για χρόνια έβλεπα στο όνειρο μου ένα κρυστάλλινο σπίτι να λιώνει και μέσα έναν άνδρα να πνίγεται από το νερό κι αυτό το τραγούδι να ακούγεται σιγανά από πίσω. Ξυπνούσα ταραγμένη κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να κάνω κάτι να τον βοηθήσω. Τώρα καταλαβαίνω!»

 «Μείνε εδώ κοντά μου» την παρακάλεσε.

Του χαμογέλασε και κοιτώντας τον στα μάτια τού είπε «Μα πως μπορώ να φύγω από τον άνθρωπο που δέχθηκε την αγάπη μου γι’ αυτόν και την έκανε δάκρυ γιατρειάς;».

Κι έτσι έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα γνωρίζοντας πια πως το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν πονά είναι η αγάπη. 

Το ποτήρι

Η πόρτα μισάνοιχτη
Η ανάσα ελαφριά κι ο παλμός αδύναμος.
Ησυχία.
Κανένας θόρυβος, κανένας χτύπος.
Θαρρώ πως όλα είναι εντάξει.
Σε τάξη και με απόλυτη ασφάλεια.
Πλάι μου ένα ποτήρι νερό
Ξεχασμένο και μισογεμάτο
Αφήνω το χέρι μου αγγίξει το ποτήρι
Και κλείνω τα μάτια.

Ο Μορφέας αποκαλύπτει τις μαγικές του δυνάμεις
Και τ’ όνειρο με παρασύρει.
Πλανιέμαι σ’ άλλους γαλαξίες.
Περπατώ σε ουράνιους δρόμους.
Μ’ άγνωστο προορισμό.
Μόνη.
Στην πορεία συναντώ άστρα, πλανήτες,
Ένα σύμπαν από λάμψεις και θαύματα.
Αναρωτιέμαι αν κάπου ανάμεσα τους κρύβεται κάποιος…

Η απορία θα απαντηθεί
Ενώ ο ωραιότερο πλανήτης αναδύεται εμπρός μου.
Τον εξερευνώ ανενόχλητη κι ευτυχισμένη.
Μια φωνή διακόπτει τα πάντα.
Κίνηση, σκέψη, αναπνοή.
Σαν όαση σε μια απέραντη ουράνια έρημο
Μια ολόλαμπρη μορφή ξεπροβάλλει.
Με καλωσορίζει θερμά
Και μου προσφέρει ύδωρ
Για να ξεδιψάσω από το μακρινό ταξίδι.

Η γεύση του αιθέρια και λεπτή
Σαν λόγος που γεμίζει την ψυχή μου εικόνες οράματος.
Η αναζήτηση υποκλίνεται στην ολοκλήρωση
Και το όνειρο στην πραγματικότητα.
Ανοίγω τα μάτια.
Η ησυχία έχει χαθεί μες στους ήχους της φύσης.
Η πόρτα ορθάνοιχτη.
Η ανάσα γρήγορη κι ο παλμός δυνατός.
Μα στο πλάι αντικρίζω το θαύμα…
Το ποτήρι είναι πια γεμάτο!

1 2 3