Tag

COVID

Απολογισμός 2020: Για μιαν ανάσα

31 Δεκεμβρίου, 2020

Μια πολυτάραχη χρονιά έφτασε στο τέλος της. Δεν είναι ότι οι προηγούμενες μας έφερναν πάντα ό, τι ποθούσαμε, ούτε ότι τα βάσανα έλειπαν. Ο φετινός απολογισμός διαφέρει στο ότι, σ' έναν κόσμο ατομικισμού, η ταλαιπωρία έγινε συλλογική. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σφύζει από μοναξιά, δεν είμαστε μόνοι, γιατί δεν είμαστε οι μόνοι που ζουν το παράδοξο "δώρο" του 2020. Ένας πλανήτης συντονίστηκε σε έναν κοινό πόλεμο. Οι παρατάξεις αρκετές. Οι γνώμες πολυπληθείς. Η γνώση ηττημένη. 

Αν υπήρξε έναν νικητής φέτος, αυτός ήταν ο διχασμός. Εκείνος εγκατέστησε την αμφιβολία στο μυαλό μας σαν κακόβουλο λογισμικό. Τίποτα πια δε μοιάζει ίδιο, όπως και κανείς μας δε θα είναι ίδιος μετά το 2020. Μια χρονιά ορόσημο για όσα είχαμε δεδομένα. Την αγάπη, την ελευθερία, την υγεία, τους δικούς μας ανθρώπους, την ασφάλεια. Τίποτα δε μοιάζει ασφαλές πια. Δεν είναι ο ιός που έφερε την ανασφάλεια, μα ο τρόπος που ξεκινήσαμε να κοιτάμε τον συνάνθρωπο. Οι δικοί μας έγιναν πιο δικοί μας, γιατί η απουσία τους μας ανάγκασε να εκτιμήσουμε την παρουσία τους στη ζωή μας. Οι ξένοι, όμως, έγιναν πιο ξένοι. Εκείνοι φταίνε για όλα. Που δεν προσέχουν, που δεν υπακούν, που επαναπαύονται.

Γίναμε κριτές των άλλων, περιορίζοντας την αυτοκριτική μας στο κελί που μετατράπηκε το σπίτι μας. Χωρίς να νοιαστούμε για το πόνο του καθενός. Ποιός θα κατηγορήσει έναν παππού που φοβάται πως αυτή θα είναι η τελευταία του χρονιά και γι' αυτό αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος όσο του μένει; Ποιός θα καταλάβει τους γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να γίνονται αγρίμια στα κλουβιά και να παλεύουν με τα σχοινιά μιας μάσκας που τους στερεί το πρώτο δώρο που τους χάρισε η ζωή με μιαν ανάσα; Ποιός γνωρίζει για τη γυναίκα που περπατά στο δρόμο χωρίς "να έχει τον νου της" αν ο εχθρός της ζωής της δεν κρύβεται στο ίδιο της το σπίτι που εσύ την παροτρύνεις να επιστρέψει γρήγορα κι ας καταλήξει άλλο ένα βράδυ να αγκαλιάζει τον βασανιστή της; 

"Άκρα" θα μου πεις. "Η τηλεόραση δε λέει τίποτα γι' αυτά, άρα δεν υπάρχουν" επιχειρηματολογείς, χρίζοντάς την τον σύγχρονο Ντεκάρτ που επιβάλλει τη ρήση του "το μετέδωσα, άρα υπάρχει". Ποιός μπορεί, όμως, αλήθεια να γνωρίζει τι ψυχικούς ιούς κουβαλά ο καθένας μας και πώς αυτοί μεταλλάσσονται ραγδαία υπό την πίεση των γεγονότων και της τρομολαγνείας; 

Έχουμε πόλεμο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τι είδους πόλεμος είναι θα το δείξει μονάχα η ιστορία. Είμαστε πολύ μικροί για να το κρίνουμε κι οι πραγματικοί μαχητές παραμένουν, όπως πάντα, αφανείς. 

Ακόμα κι αν αυτή η πρωτοχρονιά γιορταστεί διαφορετικά, δεν παύει να αποτελεί μια ευκαιρία να διδαχτούμε, να μηδενίσουμε και να αρχίσουμε ξανά. Είτε η δοκιμασία που περνάμε τελειώσει σύντομα, είτε όχι, ας φυλάξουμε μια αγκαλιά για τον συνάνθρωπο. Ας μην ξεχάσουμε πώς ήταν η ζωή πριν τη μάσκα. Ας μην επιτρέψουμε στη συνείδηση μας να διαμορφωθεί ψυχρά και τυπικά. Ας μη συνηθίσουμε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Κι όπως μετά από κάθε καταιγίδα, ένα ουράνιο τόξο περιμένει ταπεινά να υπενθυμίσει την ελπίδα. Πως δε χάθηκε ο άνθρωπος. Πως συνεχίζει να αγαπά, να ονειρεύεται και να υπάρχει. 

Κι αν η αγκαλιά έγινε δηλητήριο και το χαμόγελο ταμπού επειδή εκφράζονται με το σώμα που κινδυνεύει να νοσήσει, το "σ'αγαπώ" και το "σε νοιάζομαι" επιτρέπεται ακόμα να μεταδίδονται από ψυχή σε ψυχή. Ας μείνουμε άνθρωποι, με την ευχή ν' αγκαλιαστούμε ξανά ελεύθεροι και υγιείς και να χαμογελάσουμε με την καρδιά μας σαν παιδιά. Για τα παιδιά. Για τις ζωές που σώθηκαν. Για την ομορφιά της ζωής. Για μιαν ανάσα. 

Για ποιον ανέστη ο Χριστός;

Το Άγιο Φως ήρθε και φέτος, μα δεν έλαβε καμιά υποδοχή.
Το έκλεισαν σαν λαθρομετανάστη σε κέντρο συγκέντρωσης.
«Επικίνδυνη» χρίστηκε η παραλαβή του από το εκκλησίασμα, γιατί ο άνθρωπος κινδυνεύει από τον άνθρωπο και ό,τι τον ενώνει είναι απειλή για την υγεία του.
Όμως ο Χριστός Ανέστη.
Για τον άρρωστο, που ελπίζει στη θεραπεία του.
Για τον άστεγο, που ονειρεύεται κάτω απ’ τα θολά αστέρια της πόλης.
Για τον ναρκομανή, που αρνείται αυτόν τον κόσμο που του στερεί τα όνειρα με τον πιο σκληρό τρόπο.
Για τα ορφανά, που αναζητούν ένα χάδι σε βλέμματα και μια αγκαλιά στη βραδινή προσευχή τους.
Για την οικογένεια του ανέργου που στερείται, μα δε χάνει την πίστη της.
Για τη μάνα, που της πήρε τόσο άχαρα ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια.
Για τα βρέφη, που για μάνα γνώρισαν την απόρριψη.
Για όσους φέτος στερήθηκαν το ύστατο αντίο σε φίλους κι οικογένεια.
Για τους λειτουργούς που σηκώνουν το σταυρό της αρρώστιας άλλων.
Για τα παιδιά, που το σαράκι της αβεβαιότητας αυτών που ζούμε κατατρώει την ανεμελιά τους.
Για τον ηλικιωμένο, που περνά τις γιορτές με μόνη συντροφιά την εικόνα της Παναγιάς στο φως του καντηλιού του.
Για την οικογένεια εκείνων που ακόμα κάνουν το σταυρό τους πριν φάνε όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι.
Για σένα και για μένα, που φυλάμε την αγάπη σαν φυλαχτό μέσα μας και πασχίζουμε να πράξουμε το καλό με υπομονή.
Για όλους όσους έλαβαν το πνευματικό Άγιο Φως με την ψυχή τους.
Για τους αδικημένους, τους φτωχούς, τους αμαρτωλούς, τους πονούντες και πενθούντες.
Σταυρώθηκε από τον άνθρωπο και αναστήθηκε για τον Άνθρωπο.
Οι προδότες κι οι Φαρισαίοι, μόνοι τους προκαλούν τη μοίρα τους ανά τους αιώνες, αποστρέφοντας την καρδιά τους από την Αγάπη Του. Το κενό της απουσίας Του είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που επιβάλλουν στον εαυτό τους. «Οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Μα εσύ, που παρ’ όλα σου τα στραβά και τις αμφιβολίες, κρατάς το σταυρό στην καρδιά σου, μη φόβου.
Για σένα ανέστη ο Κύριος.
Η Αγάπη Του, πιο μεγάλη από την απιστία και τη ματαιοδοξία των ανθρώπων, υπάρχει και δεν περιορίζεται από καμία εντολή και κανένα μέτρο.
Φέτος που εντολές δόθηκαν και μέτρα πάρθηκαν για’ σένα, ήρθε η ώρα να θυμηθείς και να νιώσεις, μόνος μες στην αγκάλη Του, πως ο Χριστός ανέστη για τον Άνθρωπο.

Η πρόσκρουση

Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
φρέναρε ξάφνου η ζωή
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος
να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,
με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.

Το ουράνιο τόξο

Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι.
Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της.
Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα
Κι απ' τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει.
«Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω.
Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι,
θα τρέξω σαν τον άνεμο γοργά να σε φωνάξω.
Για δε νοείται να φτιαχτεί μαγιάτικο στεφάνι
δίχως εσέ να τριγυρνάς με την καλοκαιριά σου,
να προϋπαντήσεις χαρωπά το ολόθερμο το θέρος».
Δάκρυσε πάλι η άνοιξη εμπρός στην καλοσύνη
Κι αμέσως αποκρίθηκε πως δε θ’ αποχωρήσει
«Μ' έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, δεν τους εγκαταλείπω.
Μονάχα κράτα με γερά τα δάκρυα να στεγνώσω.
Στ’ άνθη μου με χαμόγελο του ήλιου να γυρίσω.
Σαν την ελπίδα ευαίσθητη, είμαι μα δεν πεθαίνω,
Σε μέρες ομορφότερες σκυτάλη εγώ πριν δώσω».
Τότε στα ουράνια φάνηκε δειλά χρωματισμένο
Το τόξο που η άνοιξη είχε για μόνο όπλο
Του ανθρώπου την απελπισιά με τούτο να σκοτώνει
Και να τον κάνει τη ματιά ψηλά να ορθώνει πάλι.
Κι αν για το βέλος του έρωτα κατάστηθα είναι ο στόχος
Μες την ψυχή, της άνοιξης, βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Λουλούδια θερμοκηπίου

Ημέρεψαν τ' αγριολούλουδα.
Τα φύτεψαν σε γλάστρες
και τα 'κλείσαν πίσω από τζάμια για την ασφάλειά τους.
Μα εκείνα δεν είπαν όχι.
Δέχτηκαν την πρόσκαιρη απομόνωσή τους.
Παρά την ανεξάρτητη φύση τους.
Για να ξαναξημερώσει η μέρα που θ' αντικρίσουν τα λιβάδια τους
και μεθυσμένα από το λίκνισμα του ανέμου, θα χορέψουν και πάλι.
Λουλούδια θερμοκηπίου γίναμε.
Ανθίζουμε κλεισμένα.
Σημασία όμως έχει το "κλεισμένα" ή το "ανθίζουμε";
Μην ανησυχείτε, λοιπόν.
Θα ξημερώσει και πάλι!

Συζήτηση μ’ ένα χελιδόνι

20 Μαρτίου, 2020

Ήταν πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι και το είδα. Κουβαλούσε με προσοχή ένα κλαδάκι στο στόμα του. Όταν έφτασε στη φωλιά που έχτιζε, το τοποθέτησε με μαεστρία και κοίταξε υπερήφανο. Ήταν έτοιμη.

«Καλημέρα χελιδόνι!» το χαιρέτησα. «Καλημέρα!» μου ανταπάντησε με ένα κοφτό τιτίβισμα.
Ξάφνου, παρά το μαγικό μου διάλογο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου. Αναλογίστηκα πως οι άνθρωποι δεν ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στα σπίτια μας. «Εγκλεισμό» το ονομάζαμε. Ένιωσα απογοήτευση. Κοίταξα ξανά το χελιδόνι. «Θα έρθει η άνοιξη φέτος;» το ρώτησα μελαγχολικά. «Κάθε χρόνο έρχεται» τιτίβισε απορημένο. «Φέτος δεν είναι το ίδιο όμως. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουν να τη δουν» αναστέναξα. «Ξέρεις γιατί λένε πως ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη;» με ρώτησε. Η απρόσμενη ερώτησή του διέκοψε τη μελαγχολία μου, όπως κεντρίζεται η σκέψη από μια γνώση πιο ενδιαφέρουσα από τη θλίψη της. «Γιατί;» θέλησα να ακούσω την απάντησή του. «Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με χελιδόνια. Ευγενικές και ευαίσθητες ψυχές που η παρουσία τους και μόνο, αναγγέλλει χαρμόσυνα νέα για τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι εκείνοι που προσωποποιούν την ελπίδα. Δεν είμαστε εμείς τα χελιδόνια που φέρνουμε την άνοιξη, λοιπόν. Οι άνθρωποι το κάνουν. Εμείς απλά διαβάζουμε τα σημάδια» απάντησε ταπεινά. «Αν είναι έτσι, τότε για να φτιάχνεις την φωλιά σου, σημαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα καλωσορίσουν και φέτος την άνοιξη!» αναφώνησα έκπληκτη. «Πράγματι. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την άνοιξη στην καρδιά τους όλον το χρόνο. Καλοσύνη λέγεται» είπε ενώ το τιτίβισμα του μου έδωσε την αίσθηση ενός χαμόγελου ευγνωμοσύνης. «Μα πώς; Κοίταξέ τους τώρα. Έχουν χάσει τη διάθεσή τους όλοι» επέστρεψα στη μελαγχολία μου. «Μην κοιτάς αυτά που φαίνονται. Τους ανθρώπους χελιδόνια δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις ανάμεσα στα άλλα πουλιά. Όπως εμένα. Ήθελες να με δεις. Γι’ αυτό τα μάτια σου έψαξαν να με βρουν» μου εξήγησε. «Θες να πεις πως κρύβονται; Τότε πώς θα τους δούμε για να καταλάβουμε ότι ήρθε η άνοιξη;» απόρησα παιδιάστικα. «Δεν κρύβονται. Αλλά δεν επιδιώκουν και να φανούν. Κάνουν απλά αυτό που νιώθουν. Δε χρειάζεται να τους δεις για να βρεις την άνοιξη. Όπως δε χρειαζόταν να δεις κι εμένα. Τη φέρνουν και τη σκορπίζουν γύρω τους τόσο ταπεινά, που δεν καταλαβαίνεις ότι το έκαναν, παρά μόνο αν τους νιώσεις. Οι άνθρωποι χελιδόνια δε μιλούν με λόγια, μα με πράξεις καλοσύνης».

Όταν τελείωσε τον λόγο του έμεινα αποσβολωμένη. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το περιβάλλον γύρω μου.
Κάτι ανέλπιστο συνέβη. Μέσα στην απόκοσμη ησυχία της πόλης άρχισα να ακούω καρδιές να χτυπούν. Ήταν τόσο καθαρός και αρμονικός ο ήχος τους, που νόμιζες πως είχαν συγχρονιστεί σ’ έναν κοινό ρυθμό. Σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν γλυκά κάποιον. Έμεινα για λίγα λεπτά να απολαμβάνω αυτήν την πρωτόγνωρη γαλήνη.

Άνοιξα τα μάτια κι ο ήχος χάθηκε. Μέσα στη γλάστρα εμπρός μου, είχε ανθίσει ένα κρινάκι. Τόσο δειλά και διακριτικά. Σήκωσα τα μάτια στη φωλιά του χελιδονιού. Τα είδα να έρχονται με το υπερήφανο πέταγμά τους. Δεν ήταν πια ένα. Ήταν μια ολόκληρη οικογένεια.