Tag

φίλοι

Τι είναι οικογένεια;

24 Δεκεμβρίου, 2021

Οι γιορτινές μέρες μάς φέρνουν πάντα στον νου την έννοια της οικογένειας. Είναι τόσο παγιωμενη λέξη, που στο άκουσμά της, η εικόνα που μας έρχεται είναι συγκεκριμένη. Όμως, ανά τα χρόνια, έχει αποδειχθεί πως ένας πατέρας, μια μάνα, ένας αδερφός ή ένας συγγενής εν γένει μπορεί να γίνει ο τοξικότερος εχθρός μας. Το αίμα δεν εξασφαλίζει την απουσία ούτε των αρνητικών συναισθημάτων ούτε των επιβλαβών πράξεων.

Ετυμολογικά, η οικογένεια περιλαμβάνει τις έννοιες οίκος και γένος. Όμως, τι θα γινόταν, αν σπίτι μας θεωρούσαμε εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ο εαυτός μας και γένος μας τους ανθρώπους που εκπέμπουν στο ίδιο ψυχικό μήκος κύματος μ’ εμάς; Ίσως τότε η σημασία της λέξης ν’ άλλαζε κατά πολύ.

Η οικογένεια εμπεριέχει επίσης την έννοια της διάρκειας. Μας ακολουθεί από τη γέννηση μας έως τον θάνατο και μας δένει με αόρατα σχοινιά που είτε μας βοηθούν να νιώθουμε ασφάλεια στις ρίζες μας, είτε μας κρατούν αιώνια δέσμιους καταστάσεων. Εκείνος ο άγνωστος, όμως, ένα απόγευμα που από το πουθενά βρέθηκε κοντά σου, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό που σε απασχολεί, ένιωσε τον πόνο σου, έδωσε μια συμβουλή που σου άνοιξε τα μάτια και ελάφρυνε την καρδιά σου, θα μπορούσε άραγε να λογιστεί ως «προσωρινή οικογένεια»;

Τι είναι οικογένεια στην ουσία; Ας σκεφτούμε το εξής. Αν κατέρρεαν τα πάντα γύρω μας, ποιος θα ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι που θα σκεφτόμασταν; Σε ποιον θα τρέχαμε να βρούμε στήριξη; Ποιον θα προστατεύαμε πάση θυσία; Ποιος θα είχε τη δύναμη να μας σηκώσει στα πόδια μας; Ποιος έχει ανάγκη από την αγάπη μας στη ζωή του; Όλοι όσους σκεφτήκαμε απαντώντας, είναι η οικογένειά μας.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σε μια οικογένεια με καλοκάγαθους ανθρώπους, ευλογημένοι όσοι τους συνάντησαν στην πορεία της ζωής τους και αξιέπαινοι όσοι έχτισαν μια υγιή σχέση μαζί τους. Η οικογένεια είναι προσωπική υπόθεση. Εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να ταιριάζει, να συμπορεύεται, ν' αγαπά.

Η οικογένεια, με άλλα λόγια, είναι μια μεγάλη αγκαλιά που μας χωρά ψυχή τε και σώματι. Ένας αμνιακός σάκος εν ζωή που μας θρέφει και συντηρεί την ύπαρξή μας. Γι' άλλους είναι ο σύντροφος, τα παιδιά, οι γονείς, τ’ αδέρφια. Γι' άλλους οι φίλοι ή ένα κατοικίδιο. Δεν έχει σημασία αν έχει το ίδιο αίμα μ' εμάς, αν είναι άνθρωπος ή όχι, αρκεί να γεμίζει την καρδιά μας με τρυφερά αισθήματα και την ψυχή μας με ζεστασιά.

Ακόμα κι αν η οικογένειά μας είναι μακριά, η αγάπη είναι γνωστό πως δε γνωρίζει απόσταση. Η γνώση ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο για τον οποίον είμαστε σημαντικοί, αρκεί για να γεμίσει το κενό της προσωρινής απουσίας του. Αν πάλι έφυγε για το μακρύ ταξίδι, μας έχει αφήσει τον πολυτιμότερο θησαυρό. Ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε ειλικρινά. Αυτά είναι εφόδια στο σάκο του κάθε ανθρώπου που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να προχωρά. Όταν κάποιος που χάσαμε ήταν οικογένεια μας, θα είναι για πάντα. Στην πορεία θ’ αντιληφθούμε πως, χωρίς να το περιμένουμε, παρουσιάζονται στη ζωή μας άνθρωποι, όχι για ν' αντικαταστήσουν άλλους, αλλά για να διευρύνουν την οικογένεια μας, με όποια έννοια κι αν αυτή έχει. Είναι το συνεχές ταξίδι της αγάπης.

Αυτή τη θαλπωρή ας έχουμε όλοι φέτος τα Χριστούγεννα, αλλά και κάθε Χριστούγεννα. Μα αν γνωρίζουμε κάποιον που τη στερείται, ας γίνουμε η οικογένειά του έστω για λίγο, χαρίζοντας ένα χαμόγελο, αγάπη και μια αγκαλιά. Αν πάλι είμαστε εμείς σ' αυτή τη θέση, ας γίνουμε οικογένεια για τον εαυτό μας. Ας ξορκίσουμε τη μοναξιά, αυτό το αιώνιο φάντασμα των Χριστουγέννων που τρυπώνει όπου λείπει η οικογένεια κι ας αγκαλιάσουμε τις πληγές μας. Η μοναξιά φοβάται τον άνθρωπο που αγαπά και αποδέχεται τον εαυτό του και η ζωή τον ανταμείβει δίνοντάς του ευκαιρίες για ορθές επιλογές.

Καλά και οικογενειακά Χριστούγεννα με όσους αγαπά η καρδιά μας και μας αγαπούν με όλη τους την ψυχή!

Φλύαρες Σιωπές

Είναι στιγμές που το μέσα σου κατακλύζεται από λέξεις, σκέψεις και εικόνες.
Όμως τριγύρω δεν ακούγεται τίποτα.
Μια σιωπή άλλοτε φάλτσα, άλλοτε μελωδική.
Μοναδική, μα όχι μοναχική.
Αυτές τις φλύαρες σιωπές να βρεις κάποιον να μοιράζεσαι.
Πλάι πλάι, χωρίς το μαχαίρι της αμηχανίας να τεμαχίζει την καρδιά.
Μονάχα μ' αυτήν την ησυχία που έρχεται κι αγκαλιάζει στοργικά αυτούς που τη μοιράζονται.
Είναι εκείνες οι φορές που η έλλειψη λόγου δένει τους ανθρώπους, αντί να τους χωρίζει.
Όποιος ακούει τη φλυαρία της σιωπής, ξέρει να μετρά τα λόγια του.
Και να ξέρεις, μετά από τέτοιες σιωπές, γίνονται οι καλύτεροι διάλογοι.

Νόμος ψυχικής αμοιβαιότητας

21 Μαρτίου, 2020

Στη ζωή συναντάμε διαφόρων λογιών ανθρώπους. Έχουμε την τάση να νιώθουμε έλξη για εκείνους που έχουν κάτι διαφορετικό από εμάς. Κάτι που αρχικά το ντύνουμε με ένα πέπλο μυστηρίου, κάνοντας το έτσι ακόμα πιο ελκυστικό για το μυαλό μας. Η καρδιά ακολουθεί και συμπαθεί ή ερωτεύεται, αναλόγως τη σχέση. Ο χρόνος είναι εκείνος που δείχνει πως το διαφορετικό, όταν αποκαλύπτεται δύσκολα γίνεται αποδεκτό. Γι' αυτό και εν τέλει, οι διαφορές είναι εκείνες που χωρίζουν τους ανθρώπους.

Από την άλλη, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας ανθρώπους με τους οποίους μας ενώνουν κοινά στοιχεία. Όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά αξίες, πιστεύω και στάσεις ζωής. Με αυτούς νιώθουμε ασφάλεια και εν τέλει συμβαδίζουμε τόσο ομαλά κι αβίαστα σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Το μυαλό καλλιεργείται και η καρδιά αγαπά.

Ακόμα κι αν δυο διαφορετικοί άνθρωποι αποφασίσουν να πορευθούν μαζί, θα το επιτύχουν εξομαλύνοντας τις διαφορές και ενισχύοντας ή χτίζοντας ομοιότητες.

Σαν συμπέρασμα στο αιώνιο πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων προκύπτει πως η ψυχή είναι που επιλέγει τους συνταξιδιώτες της. Αν είναι απλά έλξη του μυαλού ή της καρδιάς, αργά ή γρήγορα θα φανεί η ασυμβατότητα.

Διότι τελικά τα ετερώνυμα έλκονται, μα τα ομώνυμα συμπορεύονται.

Μονάχα με ψυχή

4 Μαρτίου, 2020

Πλαγιασμένη σε εμβρυακή στάση, πονούσε. Τα χέρια της, σταυρωμένα μπρος στο στήθος της, έσφιγγαν την πληγή που αιμορραγούσε στ’ αριστερά. Είχαν περάσει χρόνια απ’ όταν δέχτηκε τη μαχαιριά, μα κάθε που άλλαζε ο καιρός, άνοιγε. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Πώς θα κατάφερνε να προχωρήσει με ένα τραύμα που δεν έλεγε να κλείσει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Κειτόταν εκεί, σχεδόν λιπόθυμη και χωρίς κανέναν να βοηθήσει.

Ξάφνου, σαν από μηχανής Θεός, στάθηκε μπροστά της. Κάθισε δίπλα της. Την ανασήκωσε απαλά και την πήρε στην αγκαλιά του ευλαβικά σαν νεογέννητο. Δέχτηκε με ευγνωμοσύνη κάθε του κίνηση. Δε χρειαζόταν να γνωρίζει ποιός ήταν. Δεν νοιαζόταν καν για το τι μπορεί να ήθελε από εκείνη. Της έφτανε που μέσα στην αγκαλιά του σταματούσε ο πόνος. Μόλις συνήλθε λίγο, χαλάρωσε τα χέρια από το στήθος και κοίταξε την πληγή. Το αίμα είχε σταματήσει.

«Τι έκανες;» τον κοίταξε έκπληκτη.

«Απλά σε άγγιξα με αγάπη» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά.

«Σ' ευχαριστώ» είπε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ήταν δυο άγνωστοι που η αγάπη θέλησε να ενώσει.
Δίχως έρωτα. Δίχως ελπίδες.
Μονάχα με ψυχή.

Βάλε στη ζωή σου ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την αξία σου χωρίς να χρειάζεται να την αποδείξεις

26 Ιουλίου, 2019

Βάλε στη ζωή σου ανθρώπους που θα αντιλαμβάνονται την αξία σου χωρίς να χρειάζεται να την αποδείξεις. Χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις, να επενδύσεις, να αναλωθείς.

Αυτός που θα δει την αξία σου και θα τη συνδέσει με τη δική του, χωρίς ζήλια ή ανταγωνισμό, θα θελήσει να σε εντάξει στη ζωή του. Στην καθημερινή του ζωή. Δεν θα είσαι υποχρέωση, αλλά προτεραιότητα. Δε θα χρειαστεί να προσπαθήσεις να ταιριάξεις μαζί του, γιατί απλά θα ταιριάζεις. Αυθόρμητα κι αβίαστα. Η αμοιβαιότητα δεν χτίζεται, ούτε κερδίζεται. Απλά υπάρχει.

Οι άνθρωποι που θα θέλουν να είναι στη ζωή σου κι εσύ στη δική τους δε θα σε κρίνουν με την πρώτη ευκαιρία, ούτε θα σε περιμένουν στη γωνία για να κάνεις το λάθος. Δε θα φοβάσαι να μιλήσεις μήπως σε παρεξηγήσουν. Θα νιώθεις μαζί τους άνετα σαν να τους γνώριζες χρόνια. Θα είσαι ο εαυτός σου και θα σου επιτρέπουν να τον ανακαλύπτεις περισσότερο μέσα από τη σχέση σου μαζί τους. Και θα γίνεσαι όλο και καλύτερος γιατί θα αναδεικνύουν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού σου.

Σε αυτές τις σχέσεις, το μόνο που μένει είναι να εδραιωθεί η οικειότητα σε υλικά, καθημερινά θέματα. Γιατί στα συναισθηματικά και πνευματικά υπάρχει εξ αρχής. Μοιράζεστε τις ίδιες αξίες, χωρίς να το έχετε προσπαθήσει. Γιατί η ζωή σας τις δίδαξε και πήρατε το μάθημα σας με τον ίδιο τρόπο, ακόμα κι από διαφορετικές εμπειρίες. Αυτή είναι η κοινή σας μοίρα, κι ας μην τη ζήσατε μαζί. Κι ακόμα κι αν η φάση της ζωής στην οποία βρίσκεστε στο παρόν είναι διαφορετική, η σχέση σας θα εστιάσει στις ομοιότητες κι όχι στις διαφορές σας. Θα σε καταλάβουν επειδή γνωρίζουν ποιος είσαι και τι σημαίνουν για σένα αυτά που περνάς κι ας μην τα έχουν περάσει. Βλέπουν από τα δικά σου μάτια και μαθαίνουν.

Δεν ενοχλούνται από τα ελαττώματα σου. Τα διασκεδάζουν μαζί σου για να σε βοηθήσουν να τα διορθώσεις, όποτε και αν εσύ νιώσεις έτοιμος. Κι όταν έρχονται δυσκολίες στη ζωή σου, είναι εκεί χωρίς να το ζητήσεις. Γιατί γίνονται κομμάτι της δύναμης σου. Και το κομμάτι αυτό δεν είναι άλλο από τον καλό τους λόγο. Αυτόν που φτάνει να σε σηκώσει από το πάτωμα που έχεις πέσει και να θυμηθείς ότι όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι αξίζει να αγωνίζεσαι. Άνθρωποι που δίνουν χωρίς να ζητήσουν. Άνθρωπο που έχουν περίσσευμα καλοσύνης, γιατί ασχολούνται με το καλό και το κάνουν πράξη.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο ορισμός του φίλου που γίνεται αδερφός. Δεν είναι ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτούς επειδή τους χρειάζεσαι, αλλά ότι τους επιλέγεις επειδή η ζωή σου είναι πιο όμορφη μαζί τους. Και σε επιλέγουν κι εκείνοι. Είπαμε, η αμοιβαιότητα είναι απαραίτητο συστατικό στην αδελφική φιλία. Θέλουν να σε βλέπουν καλά για να φωτίζεται κι η δική τους ζωή. Οι δυσκολίες σου είναι και δικές τους, το ίδιο και οι χαρές. Και για σένα το ίδιο. Χωρίς εξάρτηση, χωρίς υπερβολή και ισομοιρασμένα. Δεν μονοπωλούν συζητήσεις ή ενδιαφέρον. Δεν διεκδικούν τον χρόνο σου, γιατί ξέρουν ότι και για σένα είναι προτεραιότητα και θα τους τον αφιερώσεις χωρίς να στο ζητήσουν. Αλλά κι αν βρεθούν στην ανάγκη ξέρουν ότι θα τρέξεις πριν προλάβουν να στο πουν. Θέλει τρέξιμο η φιλία. Νοιάξιμο. Είναι αυτό το νοιάξιμο που σε αποζημιώνει όταν βλέπεις τη λάμψη στα μάτια του άλλου μόλις νιώσει ότι τον σκέφτηκες πριν προλάβει καν ο ίδιος να σκεφτεί τον εαυτό του. Και κάπως έτσι μέσα από αυτή τη φιλία μαθαίνεις να αγαπάς και τον εαυτό σου.

Μέσα από τους ανθρώπους μαθαίνουμε την αγάπη, το μίσος, το θυμό, την καλοσύνη. Κάνεις μόνος του δεν ευτύχησε, χωρίς καμία αλληλεπίδραση με ανθρώπους. Γι'αυτό φρόντισε τι ανθρώπους θα βάλεις στη ζωή σου. Φύγε από αυτούς που σου βγάζουν σκοτάδι. Κάνεις δεν έμαθε γνωρίζοντας το σκοτάδι. Βάλε ανθρώπους που σου δίνουν φως και αξίζουν την αγάπη σου, για να μαθαίνεις ν’αγαπάς.

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.