Tag

γραφή

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Ο γραφιάς

15 Φεβρουαρίου, 2020,

Αν δεν αντέχεις να θυμάσαι τα λάθη σου, μην μπλέξεις με γραφιά.
Αν σκοπός σου είναι να σφάλλεις «έτσι, επειδή μπορείς», καλύτερα να φύγεις.
Αλλιώς - αν έχεις καρδιά - θα πονέσεις.

«Άτιμη φάρα!» θα λες στις παρέες.
Αποτυπώνουν, με χειρουργική ακρίβεια, θαρρείς, κάθε λεπτομέρεια της ύπαρξής σου.
Μένεις έκπληκτος ν' απορείς «πού τα σκέφτηκε όλα αυτά;».
Δεν τα σκέφτηκε, καλέ μου.
Τα ένιωσε.
Μόνο που το όπλο του πονάει πιο πολύ από τον ακαριαίο θάνατο.
Αν θελήσει να το χρησιμοποιήσει εναντίον σου, χάθηκες.
Θα σου χτίσει υστεροφημία μ' όλα τα λάθη σου
γραμμένα και πακεταρισμένα σε μια κόλλα χαρτί.
Άντε μετά να ξεχάσεις και να ξεχαστείς.

«Μην μπλέξεις…» θα λες όταν σε ρωτάνε τι εννοείς.
Πού να εξηγείς και πώς να εξηγήσεις;
Εσύ δε θες ούτε να αναλύσεις, ούτε να θυμάσαι.
Αλλιώς θα έμενες.

Δεν έχεις άδικο.
Άτιμη φάρα ο γραφιάς.
Σε σηκώνει στα ουράνια υμνώντας τον έρωτά του
και σε πετάει στα Τάρταρα να βασανίζεσαι να κλείσεις πληγές
απ' το νυστέρι της πένας του.
Μα να ξέρεις.
Όταν το κάνει, έχει πρώτα ρίξει τον εαυτό του εκεί.
Έχει ματώσει ο ίδιος από την αλήθεια του,
για να ξέρει ώστε να βάλει και λίγο φάρμακο
μέσα στα λόγια του, μπας και σε βοηθήσει.

Ναι, τέτοια φάρα είναι ο γραφιάς.

Άτιμη. Δε βάζει τιμή στην αγάπη.

Γι’ αυτό σου λέω…μην μπλέξεις.

Να διαβάζεις

Να διαβάζεις, να μοσχοβολά η καρδιά σου λέξεις.
Να διαβάζεις, να πλημμυρίζουν τα μάτια σου εικόνες
να κολυμπούν τα δάκρυα.
Να διαβάζεις, να γεννιούνται κόσμοι στο μυαλό σου.
Να διαβάζεις, να εξαϋλώνεται μια στιγμή το σώμα σου
να ελευθερώνεται η ψυχή σου.

Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ' όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

"Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

"Να... χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας" απαντάει.

"Και λοιπόν"; ξαναρωτούν.

"Να... αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι."

"Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!" παρατήρησε ο δεύτερος.

"Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά."

"Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!" πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

"Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;" ρώτησε ο δεύτερος.

"Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι' αυτό είμαι μελαγχολικός" ξαναείπε ο πρώτος.

"Μην είστε ανόητοι!" πετάχτηκε ο τρίτος. "Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!" πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

"Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;" απόρησε ο δεύτερος.

"Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!" απάντησε αμέσως ο τρίτος.

"Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;" αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

"Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί" είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

"Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους" τόνισε ο τρίτος.

"Σωστά! Μα... έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους" είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

"Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!" είπε ο πρώτος.

"Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη" πρόσθεσε ο δεύτερος.

"Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!"

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

"Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου."

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: "Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;" "Ποιός είσαι εσύ;" απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. "Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι' αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως." Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!" άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. "Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;" ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. "Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!" είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. "Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!" την παρηγόρησε. "Εσύ φταις!" θύμωσε η Καρδιά. "Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!" ψέλλισε με αναφιλητά. "Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι' αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. " "Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! " απογοητεύτηκε η Καρδιά. "Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! " είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε "Τι όμορφο που είναι! ". "Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! " "Σ ’ευχαριστώ! " είπε ευγενικά η Καρδιά. "Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! " "Σ’ ευχαριστώ και πάλι", είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

"Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!" είπε ο δεύτερος.

"Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν" είπε ο πρώτος.

"Κι εγώ το ίδιο!" συμφώνησε ο τρίτος.

Δεν ειμαι δικος ‘Σου πια’

1 Ιουνίου, 2016

«Δεν είμαι δικός σου πια» είπε κι απομακρύνθηκε από τον Δυνάστη. Αυτό ήταν! Είχε κάνει την επανάστασή του. Όλοι τον θαύμασαν για το κουράγιο και την αποφασιστικότητα του. Και η έκφραση του έμεινε στην ιστορία. «Δεν είμαι δικός σου πια. Δεν είμαι δικός σου πια…  δικός σου πια… δικός σου πια… σου πια… σου πια… Σουπιά.» Και κάπως έτσι του βγήκε το παρατσούκλι «ο Σουπιάς». Ήταν το ηχόχρωμα των λόγων και ο απόηχος της πράξης του να αποδεσμευτεί από ό,τι κρατούσε το πνεύμα του σκλαβωμένο και δέσμιο του Δυνάστη Ύλη.

Και τότε έκατσε κι έγραψε. Έγραψε σε ένα χαρτί ό,τι τον πόνεσε, το έβαλε σε ένα μπουκάλι κι έριξε το μπουκάλι στη θάλασσα. Κι έτσι το μελάνι σκέπασε το παρελθόν με ένα πέπλο λήθης και η θάλασσα του υποσχέθηκε ότι θα φυλάξει το μυστικό του όσο καλά μπορούσε. Όμως η θάλασσα είναι γυναίκα… και ως γυναίκα δεν ξέρει να κρατά μυστικά. Ξέρει όμως να τα εκμυστηρεύεται εκεί που αξίζει. Και το μπουκάλι του Σουπιά ταξίδεψε. Ταξίδεψε. Και μόλις η θάλασσα βρήκε τα άξια χέρια, το μπουκάλι βγήκε στην επιφάνεια και φάνηκε ξανά. Γιατί το μελάνι γράφει, μα δε σβήνει. Κι ό,τι γράφει, μένει. Κι ό,τι μένει, είναι για να διαβάζεται. Κι όταν διαβάζεται, μοιράζεται. Κι όταν μοιράζεται, ξεχνιέται. Μόνο τότε σβήνει. Όχι από το χαρτί, μα από την καρδιά.