Tag

#metoo

8 Μαρτίου – Προστασία της γυναίκας

8 Μαρτίου, 2022

Λίγα χρόνια πριν, όταν ο θεσμός της «παγκόσμιας μέρας» δεν είχε ακόμα καθιερωθεί στις συνειδήσεις μας, η ημέρα της γυναίκας ήταν απλά μια ευκαιρία για ξεφάντωμα. Παρέες γυναικών ανυπομονούσαν να βγουν, να διασκεδάσουν και να δηλώσουν έντονα την παρουσία τους.

Η έξοδος ήταν ένας τρόπος για τη σύγχρονη γυναίκα να υψώσει τη φωνή της έναντι στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Στην εργασία, την οικογένεια, τη σχέση της, ήταν πάντοτε επιφορτισμένη με παραπάνω ρόλους απ’ όσους μπορούσε ν’ αντέξει.

Η ημέρας της γυναίκας ήρθε σαν τη μοναδική δικαιολογημένη ευκαιρία της ν’ αποτάξει τα βάρη και να νιώσει, έστω και για μερικές ώρες, ελεύθερη. Η πραγματική καταπιεσμένη ανάγκη που η ημέρα αυτή κάλυπτε – η ανεξαρτησία – θα φαινόταν με τον καιρό.  

Πρώτη μεγάλη αλλαγή στον τρόπο εορτασμού της ημέρας, έφερε η αλλαγή του ρόλου των ανδρών στην οικογένεια. Όταν ο σύντροφος ή/και πατέρας άρχισε να γίνεται πιο συμμετοχικός, η ανάγκη της γυναίκας για «απόδραση» δε χρειαζόταν να περιμένει την 8η Μαρτίου. Ο θεσμός σταδιακά έπαψε να έχει τόσο έντονα χαρακτήρα εκτόνωσης και μετατράπηκε σ’ έναν προβληματισμό ως προς το τι πραγματικά γιορτάζουμε.

Από τότε, τα δικαιώματα της γυναίκας, η χειραφέτησή της, ο φεμινισμός, οι αγώνες γυναικών ανά την ιστορία, εμβληματικές προσωπικότητες, παρελαύνουν μπροστά από τις οθόνες μας στα social media και μας υπενθυμίζουν την ιστορία.

Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την εμφάνιση της πανδημίας, το κίνημα #metoo και οι γυναικοκτονίες έρχονται να διαμορφώσουν ξανά την ημέρα της γυναίκας. Ξαφνικά, μια πιο καίρια για τη ζωή της ανάγκη έρχεται στην επιφάνεια. Δε χρειάζεται μόνο να είναι ελεύθερη και ισάξια με τον άνδρα, αλλά πρωτίστως υγιής και ζωντανή.

Φαινόμενα όπως ο βιασμός και η δολοφονία γυναικών βλέπουν πλέον το φως της δημοσιότητας και δεν αποσιωπώνται από την κοινωνία. Θύματα δικαιώνονται, δράστες τιμωρούνται και πιθανά παρόμοια επεισόδια μοιάζουν ν’ αποτρέπονται.

Η 8η Μαρτίου έρχεται πια για να μας διδάξει την έννοια της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας. Είτε πρόκειται για γυναίκα της οποίας παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματά, είτε για άνδρα που οφείλει να σέβεται τόσο τον εαυτό του όσο και τους γύρω του.

Η ημέρα της γυναίκας δεν αγγίζει πια μόνο τη δύση. Αποκτά ολοένα και περισσότερο τον παγκόσμιο χαρακτήρα που της αρμόζει. Έχει, όμως, πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει πως μόνο σε κοινωνίες όπου τα επιθετικά πρότυπα καταρρίπτονται και καταδικάζονται και οι γυναίκες παύουν να αισθάνονται πως απειλούνται, υπάρχει λόγος, μια τέτοια μέρα, να ευχόμαστε «Χρόνια Πολλά».

Καταγγελία ενός βιασμού

18 Ιανουαρίου, 2021

Κατέβηκε τα σκαλιά τρεκλίζοντας. Το κεφάλι της ήταν ζαλισμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Έκανε δυο μετέωρα βήματα και κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο. Εκείνος, ατάραχος, κούμπωνε το παντελόνι του, ρεμβάζοντας. Κατέβασε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι της τα πέτα του παλτό της και το κράτησε σφιχτά σαν να μπορούσε να κρύψει την ντροπή της μέσα του. Επιτάχυνε το βήμα της. Δεν άντεχε να μείνει ούτε μια στιγμή ακόμα σ' εκείνη την κόλαση.

Άρχισε να τρέχει, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, αψηφώντας τη μανία του ανέμου να τα στεγνώσει. Ένιωσε μια σουβλιά στο πάνω χείλος. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Η πληγή από το χαστούκι που την είχε αφήσει αναίσθητη είχε ανοίξει από το κρύο και αιμορραγούσε. Το κράτησε όπως όπως με ένα χαρτομάντιλο και συνέχισε το δρόμο της. Πού να πήγαινε όμως; Ποιος θα την πίστευε;

Στους γονείς της δεν τολμούσε να μιλήσει. Φοβόταν πως ο πατέρας της θα έφτανε στο φονικό. Η μάνα της θα καταλάβαινε, αλλά ούτε εκείνη θα σιωπούσε. Έπρεπε πάση θυσία να μείνει κρυφό. Την είχε απειλήσει πως αν μαθευόταν, είχε κάθε μέσο να τη βγάλει ψεύτρα και να την κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη ζωή της.

Κατηγόρησε τον εαυτό της που τον εμπιστεύθηκε. Χιλιάδες «γιατί» πλημμύρισαν το μυαλό της κι ένας χείμαρρος τύψεων την έπνιξε για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Γιατί δεν κατάφερε να ξεφύγει, γιατί δεν πίστεψε ότι θα έφτανε ως εκεί, γιατί δεν είχε δει τα σημάδια, γιατί δεν είχε περισσότερο θάρρος να μιλήσει. Και τι να πει; Όχι. Η σιωπή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Κοίταξε γύρω της. Οι περαστικοί την κοιτούσαν εχθρικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι τα ήξεραν όλα. «Τα ήθελε και τα 'παθε», «Ας μην κούναγε την ουρά της», «Κάποιο θάρρος θα του έδωσε» κι ένα σωρό άλλες κατηγορίες εξαπολύονταν από τα στόματά τους. Έκλεισε τ' αυτιά της. Δε μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνα τα βλέμματα που την έκριναν ένοχη, επειδή οι ίδιοι εκ του ασφαλούς θα έπρατταν αλλιώς. Συνέχισε να τρέχει ξεσπώντας σε λυγμούς.

Ξαφνικά ένας φόβος πάγωσε την καρδιά της. Κι αν το επιχειρούσε ξανά; Τι θα έκανε; Έπρεπε να το πει σε κάποιον. Να προστατευθεί. Η σκέψη της έτρεχε σπρωγμένη από το φόβο πιο γρήγορα από τα πόδια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Δεν τη βαστούσαν άλλο. Είχε φτάσει μακριά από τον εφιάλτη της, μα δεν είχε φύγει ούτε βήμα.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά εκλιπαρώντας για μια απάντηση στο αδιέξοδο της. Μικροσκοπικές χιονονιφάδες άγγιξαν το πρόσωπό της. Δεχόταν πάνω της την αγνή καθαρότητα τους, επαναλαμβάνοντας μέσα της πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όλα ένα κακό όνειρο. Ήθελε απεγνωσμένα να πάψει να νιώθει σαν σπίτι που το λήστεψαν και το μαγάρισαν εγκληματίες υπεράνω υποψίας. Δεν τα κατάφερνε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε τον εαυτό της.

Θύμωσε. Με εκείνον και όσους είχαν παρόμοιες ορέξεις να ικανοποιούνται με κοπέλες που τους αρνούνταν την υποταγή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να τον σκότωνε ο πατέρας της. Θα γλίτωναν κι άλλες κοπέλες έτσι. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να τον καταδικάσει σε φυλακή επειδή εκείνη δεν τόλμησε να τον βάλει στη θέση του. Εκείνη έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραλογισμού. Υστέρα παραιτήθηκε. Δεν είχε άλλη δύναμη. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν συνήλθε βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Οι γονείς της στέκονταν δίπλα της ανήσυχοι.

«Κοριτσάκι μου! Τι συνέβη; Πώς είσαι;» ρώτησε η μητέρα της σαστισμένη.

«Άφησε τη να συνέλθει λίγο» την επέπληξε ο πατέρας της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείτε...» τους καθησύχασε.

«Πώς βρέθηκες εκεί; Πώς χτύπησες;» συνέχισε η μητέρα της.

«Μην την αγχώνεις, θα μας πει με την ησυχία της!» επενέβη και πάλι ο πατέρας.

«Σκόνταψα, χτύπησα κι από τη ζαλάδα μάλλον θα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι τίποτα μετά» βιάστηκε να προλάβει περαιτέρω ερωτήσεις.

Τα χρόνια πέρασαν. Το περιστατικό θάφτηκε. Κανείς δεν έμαθε πως το νεαρό κορίτσι κουβαλούσε ένα νεκρό κομμάτι του εαυτού της. Πώς έτρεμε κάθε φορά που καταλάβαινε ότι κάποιος ήθελε να την πλησιάσει ερωτικά. Οι μνήμες ξυπνούσαν και τη βάραιναν σαν τραχιές αλυσίδες που δεν άφηναν την καρδιά της να αφεθεί. Ο τρόμος την είχε επισκεφθεί πολύ πριν το πρώτο σκίρτημα. Φόβος και έρωτας είχαν το ίδιο αποτέλεσμα για εκείνη. Πονούσαν. Η μικρή ουλή στο χείλος που της είχε αφήσει το δαχτυλίδι του, ήταν η υπαρκτή απόδειξη.

Μια μέρα, έτυχε να περάσει ξανά έξω από το σπίτι του. Σήκωσε με πόνο τα μάτια στο ίδιο εκείνο παράθυρο. Μια νεαρή κοπέλα κοιτούσε τον δρόμο, παραδομένη στις σκέψεις της. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Άγγιξε το τζαμί σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια. Κάποιος τη φώναξε. Τρομαγμένη, γύρισε κι απομακρύνθηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στην υποψία πως η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια θέση μ' εκείνη. Ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, όταν εμφανίστηκε εκείνος, με το ίδιο απαθές ύφος κι έκλεισε την κουρτίνα. Την κατέβαλε πανικός. Ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να σωπάσει. Θα τον σταματούσε.

Χτύπησε τυχαία ένα κουδούνι για να της ανοίξουν την πόρτα της πολυκατοικίας. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και όρμησε με οργή στην πόρτα χτυπώντας τη με όλη της τη δύναμη. Όταν της άνοιξε του χίμηξε δίνοντας του ένα χαστούκι κι όπως ήταν σαστισμένος άρπαξε ό, τι βρήκε μπροστά της και του κατάφερε ένα γέρο χτύπημα στο κεφάλι. Μόλις σωριάστηκε αναίσθητος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Η μικρή, ημίγυμνη, κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου πάνω στο κρεβάτι, έκλαιγε βουβά. Την πήρε στην αγκαλιά της και την καθησύχασε. Τη βοήθησε να ντυθεί κι έφυγαν μαζί, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα και πέταξε τα κλειδιά στον πρώτο κάδο που συνάντησαν έξω από το κτίριο.

Αφού τακτοποίησε τη μικρή στο σπίτι που νοίκιαζε, κάλεσε την αστυνομία. «Η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρυσός για να πλουτίζουν τα βίτσια τους κτήνη σαν εκείνον. Φτάνει!» σκέφτηκε.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι. Χαμογελούσε αποφασισμένη.

«Καλησπέρα σας. Θέλω να καταγγείλω έναν βιασμό».