Tag

σχέσεις

Τρεις ζωές και μια φιλία

28 Ιουνίου, 2025

Πάνω από το πληκτρολόγιο, δυο μάτια κενά κοιτούν την οθόνη. Ένα χέρι κολλημένο στο mouse επιδίδεται σε ατελείωτο scrolling χωρίς κανένα νόημα. Το ζητούμενο είναι να περάσει η ώρα μέχρι την επόμενη υποχρέωση και στο μεσοδιάστημα το μυαλό να μπορέσει να αδειάσει. Το απόγευμα έχει μάθημα. Το μεταπτυχιακό ήταν τολμηρή απόφαση και τη δυσκόλευε σε συνδυασμό με τη δουλειά και το παιδί. Ευτυχώς που είχε τη βοήθεια της μητέρας της, γιατί από τον Φίλιππο δεν περίμενε και πολλά. Τη διατροφή με το ζόρι την έδινε κάθε μήνα και μετά παραπονιόταν ότι αν έπαιρνε το παιδί περισσότερες μέρες, δε θα χρειαζόταν να τα δίνει σ’ εκείνη. Η Ιόλη είχε αφήσει τον δικηγόρο της να διαχειρίζεται την κατάσταση. Με τον Φίλιππο ήταν εντελώς τυπική και απέφευγε τις πολλές συζητήσεις για χάρη του παιδιού. Σιχαινόταν τους γονείς που βρίζονταν μπροστά στα αθώα μάτια των παιδιών τους κι ύστερα έβαζαν λόγια ο ένας για τον άλλον στα ανυποψίαστα μυαλουδάκια τους. Όταν βγήκε το διαζύγιο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι ο Άρης θα μεγάλωνε διαφορετικά κι όποιες διαφωνίες προέκυπταν με τον Φίλιππο θα λύνονταν μακριά από το παιδί.

Δεν ήταν εύκολο να είναι μονογονέας. Η υπερκόπωση είχε γίνει μόνιμος σύντροφος. Ο Άρης ήταν ένα παιδί σχετικά ήσυχο και συνεργάσιμο. Ο χωρισμός των γονιών του τον είχε ωριμάσει απότομα. Η Ιόλη κι ο Φίλιππος συμφώνησαν να βρουν μια παιδοψυχολόγο να τον παρακολουθεί, ειδικά εφόσον το διαζύγιο τον βρήκε στο κατώφλι της εφηβείας. Έχοντας από την αρχή την υποστήριξη ενός ειδικού, η Ιόλη είχε κάπως ανακουφιστεί. Τα υπόλοιπα τα τακτοποίησε με επιμέλεια. Τις βάρδιες στη δουλειά για να ταιριάζουν με το πρόγραμμα του παιδιού, τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, τις επισκέψεις στον πατέρα του. Έχτισε μια νέα ρουτίνα για τους δυο τους και ήλπιζε πως το νέο τους σπιτικό θα έδινε στον Άρη την ασφάλεια που έχασε όταν είδε τους γονείς του να παίρνουν διαφορετικό δρόμο στη ζωή.

Μετά τη μετακόμιση, ο Άρης δε δυσκολεύτηκε να κάνει φίλους στο σχολείο. Έπεσε σε δασκάλα ευγενική και σε τμήμα όπου τα παιδιά λειτουργούσαν σαν μια ομάδα. Η Ιόλη ευλογούσε την τύχη της. Τον έβλεπε να γυρνά χαμογελαστός κάθε μεσημέρι, έχοντας παρέα πότε τον έναν φίλο πότε τον άλλο και αγαλλίαζε η ψυχή της. Η δημοφιλία του Άρη τραβούσε τους προβολείς μακριά από τη δική της μοναξιά. Η Ιόλη δεν είχε φίλους. Με τον Φίλιππο είχαν κοινές παρέες, κυρίως ζευγάρια, τα οποία, μόλις χώρισαν, απομακρύνθηκαν λες και τους ανακοίνωσαν ότι πάσχουν από κάποια μεταδοτική ασθένεια. Η Ιόλη δεν τους κρατούσε κακία. Ποιος θέλει να ταράξει την οικογενειακή του γαλήνη για χάρη των προβλημάτων ενός άλλου; Οι φίλοι απαντούσε στον εαυτό της πικραμένη.

Με το διαδίκτυο ως μόνο σύντροφο, έμπαινε σε λέσχες ανάγνωσης, σε ομάδες φίλων των ταξιδιών, σε χιουμοριστικές κοινότητες. Είχε συνομιλήσει με διάφορους ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, αλλά πάντα επιφανειακά. Ώσπου - από το πουθενά - μπήκαν στη ζωή της η Άννα κι ο Γαβρίλος. Στην αρχή, σχολίαζαν κάτω από τις ίδιες αναρτήσεις και απαντούσαν ο ένας στον άλλον. Ύστερα, έφτιαξαν μια ομάδα και αντάλλασσαν μηνύματα. Η Άννα ζούσε στην Κέρκυρα κι ήταν παντρεμένη με δυο κόρες. Ο Γαβρίλος, επίσης παντρεμένος, με έναν γιο στην ηλικία του Άρη, έμενε μόνιμα στο Λουτράκι. Η ασφάλεια της απόστασης βοήθησε την Ιόλη ν’ ανοιχτεί πιο σύντομα απ’ ότι περίμενε. Οι δυο αυτοί άνθρωποι την άκουγαν με προσοχή και την κατανοούσαν. Δεν παρεξηγούσαν καταστάσεις, δεν έκριναν, δε ζητούσαν τίποτα από εκείνη. Μοιράζονταν κι εκείνοι τα δικά τους, τις ανησυχίες για τα παιδιά τους, τα προβλήματα με τη δουλειά, κοινά ενδιαφέροντα και αστεία. Το χιούμορ ήταν αυτό που τους είχε ενώσει από την αρχή. Αυτή η αίσθηση ότι αστειεύονταν στο ίδιο μήκος κύματος, γνωρίζοντας παράλληλα πώς να σέβονται ο ένας τα όρια του άλλου, έκανε την Ιόλη να πιστέψει πως είχε βρει ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να συνεννοηθεί.

Η διαδικτυακή παρέα κράτησε για μήνες. Είχαν πια μάθει ο ένας για την καθημερινότητα του άλλου, είχαν συστήσει θεωρητικά τις οικογένειές τους, είχαν ανταλλάξει ακόμα και δώρα γενεθλίων. Το μόνο που έμενε ήταν να βρεθούν από κοντά για έναν καφέ, όπως κάνουν οι κανονικοί φίλοι. Η Άννα κι ο Γαβρίλος προσπάθησαν να βρουν κενό στο πρόγραμμά τους και αποφάσισαν πως θα συναντιόνταν στην Αθήνα, για να διευκολύνουν την Ιόλη που δεν μπορούσε ν’ αφήσει το παιδί. Η κίνηση αυτή συγκίνησε την Ιόλη. Κανείς δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε τη δική της πλευρά. Πάντα περίμεναν από εκείνη να υποχωρήσει και να βρει τρόπο ν’ αλλάξει το πρόγραμμά της για χάρη τους.

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Βολεύει να βρεθούμε Ακρόπολη; Έχει ένα σούπερ παγωτατζίδικο κοντά.

ΑΝΝΑ: Μετρό να έχει και πάμε όπου θέλετε!

ΙΟΛΗ: Μέσα! Παγωτόοοο!!!

ΑΝΝΑ: Ελπίζω να φυσάει γιατί έχω λιώσει με τη ζέστη της πρωτεύουσας. Ξεσυνήθισα κει πάνω!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Μην ανησυχείς! Θα σκάσω με νεροπίστολο να δροσιστούμε. Έχω ένα του Ιάσωνα στο αυτοκίνητο.

ΙΟΛΗ: Μην τολμήσεις!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Γιατί ρε; Πλάκα θα ‘χει!

ΑΝΝΑ: Ιόλη καλού κακού βάλε μαύρη μπλούζα!

ΙΟΛΗ: Στο μυαλό μου είσαι!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Χαχα! Τον φόβο μου να ‘χετε! Μην ανησυχείτε ρε, πλάκα κάνω!

Η συνάντησή τους έμοιαζε με αυτή παλαιών συμμαθητών που βρίσκονταν σε reunion. Άνθρωποι της ίδιας πάνω κάτω γενιάς που τους ένωνε η καλή διάθεση, η αγνή πρόθεση και η ανάγκη για γνήσια φιλία. Το μόνο που έλειπε ήταν η οικειότητα της εγγύτητας. Αυτή ήταν η πρώτη τους κοινή εμπειρία εκτός οθόνης και η αμηχανία δεν τους άφηνε να νιώσουν το ίδιο ελεύθεροι, όπως όταν τους χώριζε το ψυχρό γυαλί. Είχαν μοιραστεί τόσα κι όμως δεν είχαν ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου, πέρα από κάτι ηχητικά μηνύματα. Είχαν εξιστορήσει εμπειρίες του παρελθόντος τους, όμως δεν είχαν κοιταχτεί ποτέ στα μάτια.

Μόλις έσπασε λίγο ο πάγος, η Ιόλη βεβαιώθηκε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν έρθει στη ζωή της για να μείνουν. Κι ακόμα κι αν δεν έμεναν, ήταν ήδη ευτυχισμένη που τους είχε γνωρίσει. Της φαινόταν αδιανόητο το πώς η ζωή σου φέρνει κάποιες φορές στον δρόμο σου αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα αναλογίστηκε πως είχε παλέψει πολύ σκληρά για να μπορέσει να αξίζει τέτοιους ανθρώπους δίπλα της. Είχε υψώσει το ανάστημά της, είχε θέσει τα όριά της και είχε διώξει την τοξικότητα μια και καλή. Σε έναν τέτοιο αγώνα δε θα μπορούσε η επιβράβευση να είναι η μοναξιά. Οι άνθρωποι που σου ταιριάζουν ψυχικά έρχονται τελικά μόνο όταν είσαι έτοιμη να τους αναγνωρίσεις σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή κοιτάζοντας πότε τον έναν πότε τον άλλον.

Υποσχέθηκαν πως θα ξανασυναντιόνταν σύντομα και το έκαναν. Τα επόμενα Χριστούγεννα τα πέρασαν όλοι μαζί στο Λουτράκι και το Πάσχα στην Κέρκυρα. Οι οικογένειές τους γνωρίστηκαν, τα παιδιά τους έκαναν παρέα. Στον κύκλο του Γαβρίλου, η Ιόλη γνώρισε και τον Άγγελο, την πρώτη της σοβαρή σχέση μετά το διαζύγιο. Η Άννα τη στήριξε ψυχολογικά για να μπορέσει να κάνει τη μετάβαση και να φέρει την καινούρια ισορροπία στο σπίτι της. Σταδιακά και χωρίς βιασύνη, ο Άρης συμπάθησε τον Άγγελο που μοιραζόταν την ίδια αγάπη για το ποδόσφαιρο μ’ εκείνον κι η Ιόλη τελείωσε το μεταπτυχιακό με τη συνεχή ενθάρρυνση της Άννας και του Γαβρίλου.

Η Ιόλη δεν κάθεται πια πίσω από μια οθόνη σκρολάροντας χωρίς αύριο. Τα βλέμμα της πέφτει στη φωτογραφία που βρίσκεται κορνιζαρισμένη δίπλα στον υπολογιστή της. Είναι τη μέρα της ορκωμοσίας της. Βρίσκεται στη μέση και χαμογελά διάπλατα κρατώντας το χαρτί στο χέρι. Δεξιά της ο Γαβρίλος παίρνει πόζα γκάνκστερ με μαύρα γυαλιά ηλίου κατεβασμένα στη μύτη και τα μάτια να πετούν σπίθες χαράς. Στ’ αριστερά της, η Άννα την αγκαλιάζει ζεστά και χαίρεται σαν να ήταν η ίδια που μόλις είχε αποφοιτήσει. Κοιτάζοντας τη φωτογραφία, η Ιόλη μπορούσε ακόμα ν’ ακούσει τα γέλια που έκαναν εκείνη τη μέρα. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις, τρεις ζωές και μια φιλία.

Ένας άγνωστος Ντέμιαν

20 Ιουνίου, 2025

Στην αποβάθρα δεν είχε πολύ κόσμο. Στεκόταν σε μια γωνιά και διάβαζε το βιβλίο της. Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που έβγαινε μόνη κι ήθελε να εκμεταλλευτεί και το τελευταίο λεπτό της ελευθερίας της που θα τέλειωνε μόλις άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της. Τη συνάντηση αυτή με τις φίλες της την κανόνιζε μήνες τώρα. Πότε ένας πυρετός του μωρού, πότε ένα εμβόλιο, πότε η δική της άσχημη διάθεση την εμπόδιζαν να το αποφασίσει.    

«Έλα ξεκόλλα πια, βάλε ένα ρούχο πάνω σου κι έλα να πιούμε έναν καφέ! Δε θα πάθει τίποτα να μείνει και λίγο μακριά σου!» την πίεζε η Μιχαέλα, η αδέσμευτη της παρέας. Η Ιφιγένεια δεν είχε αμφιβολίες για το μωρό. Πιο πολύ για την ίδια και τις ενοχές της.

«Με τον πατέρα του θα μείνει, όχι με κανέναν ξένο! Δε λες καλά που έχεις κι έναν άνθρωπο να καταλαβαίνει τις ανάγκες σου και να σε στηρίζει;» προσπαθούσε να την πείσει η δυστυχισμένη με τον γάμο της Νάντια. Κι είχε δίκιο. Ο Παύλος της είχε πει από την αρχή πως όποτε θελήσει να βγει λίγο, να ξαναβρεί τον εαυτό της, θα καθόταν εκείνος με το μωρό. Μα πάλι τύψεις ένιωθε η Ιφιγένεια. Σαν να θυσίαζε πολύτιμες οικογενειακές στιγμές σε εξόδους που δικαιολογούνταν μόνο προ παιδιού. Τι τα ήθελε τώρα αυτά εκείνη; Ήταν μάνα πια. Μα μέσα της μια νεανική φλέβα χτυπούσε δυνατά και πού και πού της ξυπνούσε την έφηβη που οι γονείς τής στερούσαν την έξοδο.

«Στο κάτω κάτω είναι και δικό του παιδί! Γιατί δεν τον αφήνεις να έχει κι εκείνος λίγο ποιοτικό χρόνο μόνος του μαζί του. Μόνο εσύ δηλαδή έχεις αυτό το δικαίωμα;» τη συμβούλευε η Μαρία που είχε διαβάσει κάθε νέα τάση της σύγχρονης γονεϊκότητας. Μακάρι να το ένιωθε εγωιστικά σαν δικαίωμα η Ιφιγένεια.  Η φωνή της μάνας της την ορμήνευε υποσυνείδητα σαν Ερινύα πως «είναι υποχρέωση της γυναίκας να μένει με το παιδί της!»

Να τη όμως τώρα, να περιμένει το μετρό για να βγει σαν σύγχρονη μαμά. Τα μαλλιά της πέφτουν περιποιημένα στους ώμους της και λίγο την ενοχλούν. Δέκα μήνες τώρα συνήθισε με τον μαμαδίστικο κότσο και ξέχασε την υφή τους μέχρι και το χρώμα τους. Τα ρούχα τής φαίνονται στενά. Δυσκολεύτηκε να βρει κάτι να της κάνει όπως παλιά. Νιώθει λίγο άβολα έτσι όπως αγκαλιάζουν τις καμπύλες της που έχουν πια στρογγυλέψει. Μπαίνει στον πειρασμό να νοσταλγήσει τις φόρμες της, αλλά συγκρατείται. Θα της κάνει καλό να θυμηθεί πως δεν έχει πάψει να είναι γυναίκα. Τακούνια δεν τόλμησε να φορέσει τακούνια. Ήθελε κάτι να την κρατά στη γη για να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δυο ρόλους.

Αφοσιωμένη στο βιβλίο της δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την κοιτούσε.

«Θα μπορούσα να ρωτήσω τι διαβάζεις;» Ξαφνιασμένη, γύρισε αυθόρμητα το εξώφυλλο του βιβλίου προς το μέρος του.

«Δεν το έχω ακούσει. Είναι καλό;»

«Ναι. Μέχρι τώρα.» απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.

«Εγώ απολαμβάνω τον Ντέμιαν. Το γνωρίζεις;»  είπε επιδεικνύοντας σαν τρόπαιο το βιβλίο που κρατούσε. Μα φυσικά και διάβαζε Ντέμιαν! Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό, ο νεαρός πρέπει να ήταν γύρω στα 23.

«Είναι πολύ ωραίο βιβλίο» του αποκρίθηκε.

«Μιλάει για τη θλίψη της νεότητας και την αναζήτηση της ταυτότητας λίγο πριν την ενηλικίωση. Απαραίτητο ανάγνωσμα για ανθρώπους της ηλικίας μας θα έλεγα.» Η Ιφιγένεια χαμογέλασε.

«Είναι ό,τι πρέπει γι' αυτήν την ηλικία πράγματι. Το διάβασα πριν δέκα χρόνια.» Ο ξένος την κοίταξε αποσβολωμένος.

«Αποκλείεται!»

«Κι όμως!»

«Θα σε ρωτούσα πόσο είσαι, αλλά ξέρω πως είναι αγενής ερώτηση να κάνεις σε μια γυναίκα.»

«Είμαι 33, παντρεμένη και με παιδί!» τον αποτέλειωσε η Ιφιγένεια καθώς ο συρμός έμπαινε στην αποβάθρα. Ο αυξανόμενος θόρυβος την έκανε να υψώσει τη φωνή της στις τελευταίες λέξεις. Πλησίασαν στην πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει.

«Απίστευτο μου φαίνεται! Πωω ρεζίλι! Κι εγώ που σκεφτόμουν να σου πω να βγούμε!» κατάφερε να πει αποκαρδιωμένος.

«Με κολακεύεις» απάντησε ευγενικά η Ιφιγένεια.

«Δεν πειράζει! Ήταν καλό μάθημα για τον Ντεμίαν! Με τι ασχολείσαι;» Για πρώτη φορά, η ερώτηση που έκανε το κεφάλι της να κουδουνίζει όταν την άκουγε να βγαίνει από τα χείλη του περίγυρού της, της φάνηκε σαν απλό ανθρώπινο ενδιαφέρον.

«Αυτόν τον καιρό είμαι απλώς μαμά. Πριν δούλευα ως βιβλιοθηκάριος» έσπευσε να συμπληρώσει.

«Ω!! Κι ήσουν περιστοιχισμένη από βιβλία; Τι ευτυχία!» σχολίασε εκστασιασμένος.
Της άρεσε η ανεμελιά του. Της είχε λείψει να μπορεί να ασχολείται με απλά επιφανειακά πράγματα ή να φιλοσοφεί βαθιά κολυμπώντας στη θεωρία με τους ώμους ελαφρείς από ευθύνες. Όταν έχεις έναν άνθρωπο να εξαρτάται από εσένα 24 ώρες το 24ωρο, όλα αυτά σου μοιάζουν εξωπραγματικά. Ξεχνάς πώς ήταν η ζωή όταν κουβαλούσες μόνο το βάρος των κιλών σου και η βαρύτητα σε έλκυε περισσότερο όταν κουραζόσουν από δική σου επιλογή. Η Ιφιγένεια ένιωθε ελαφρύτερη απλά και μόνο επειδή δεν κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της και πιο ήρεμη επειδή δε χρειαζόταν να το φροντίσει. Μα ήταν στ’ αλήθεια ήρεμη; Ο νους της πήγε πάλι στον γιο της και στο τι να έκανε αυτή τη στιγμή.

«Θα πρέπει να σου λείπει». Ο άγνωστος την επανάφερε απότομα στην πραγματικότητα. Προς στιγμήν τρόμαξε. Σύνελθε Ιφιγένεια! Για τη δουλειά μιλάει ο άνθρωπος! σκέφτηκε.

«Δεν έχω παράπονο. Τουλάχιστον πού και πού ξεκλέβω χρόνο για να διαβάσω.»

«Κρίμα πάντως…»

«Κρίμα για ποιο πράγμα;»

«Για το timing της συνάντησής μας. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή να ήταν διαφορετικά.»

«Ίσως…» αποκρίθηκε η Ιφιγένεια. Σ’ ένα κατάμεστο μετρό, προσπαθούσαν να κρατήσουν σταθερή την απόσταση που τους χώριζε, στο βαγόνι και στη ζωή.

«Τι να κάνουμε… ‘Ο πόνος είναι απαραίτητος για την ωρίμανση’ λέει ο Ντέμιαν! Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, ανεξαρτήτως! Εδώ κατεβαίνω» της είπε τείνοντας το χέρι του για χειραψία.

«Κι εγώ χάρηκα! Να είσαι καλά!» ευχήθηκε η Ιφιγένεια.

«Και μην ξεχνάς! ‘Ο κόσμος θέλει να σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι αυτό που δεν είσαι.’ Αντίο!» της φώναξε.

Η πόρτα έκλεισε ανάμεσά τους κι εκείνος στάθηκε να δει το μετρό να φεύγει με το βιβλίο αγκαλιά. Το βλέμμα της Ιφιγένειας έπεσε στον Ντέμιαν. Αν χρειάζεσαι κάτι απεγνωσμένα και το βρεις, αυτό δεν είναι τυχαίο– η ίδια σου η λαχτάρα και ο παρορμητισμός σε οδηγούν σε αυτό. Απήγγειλε από μέσα της. Ένα αθώο φλερτ. Μια μικρή ένεση αυτοπεποίθησης. Μια υπενθύμιση του ποια ήταν. Αυτός ο άγνωστος της είχε προσφέρει σε μια στιγμή ακριβώς όσα χρειαζόταν. Χωρίς ονόματα, χωρίς καμία δέσμευση ή δόλο, μακριά από το περιβάλλον της, έξω από στερεότυπα, σ’ έναν κόσμο όπου μπορούσε να υπάρξει ακριβώς όπως ήταν. Μια γυναίκα τριάντα τριών ετών με τη ζωή ακόμα μπροστά της.

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Φαντάσματα επιθυμιών

Κάποτε
άρχισα να μετρώ
τους γύρω μου.
Οι πιο πολλοί,
φαντάσματα των επιθυμιών μου.
Οι λίγοι που άγγιξα,
οι μετρημένοι στα δάχτυλα,
με ξύπνησαν.
Με μάτια ορθάνοιχτα,
έδωσα τη ζυγαριά στην καρδιά.
"Φτάνει ο οίκτος"
της είπα.
"Δες πώς σβήνει η δίψα σου
στο αμοιβαίο.
Η προσμονή είναι ψέμα.
Κι εσύ
μεγάλωσες πια
για να πιστεύεις
σε φαντάσματα."

Η χημεία της αγάπης

Θάρρος είναι για αφέλεια άραγε, άνθρωπε, πως αγαπάς,
ενώ σε μια στιγμή μπορείς όλα να τα χάσεις;
Είσαι η πιο επισφαλής επιχείρηση, μα το προϊόν της αγάπης σου αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος.
Να 'ναι η πίστη σου σ' αυτό, που σε κάνει να προχωράς πάσει θυσία
ή η ψευδαίσθηση πως είναι το μόνο που θα πάρεις μαζί σου,
φεύγοντας από τούτη τη μάταιη κι επίπονη ζωή;
Μήπως γεμίζεις τα μπαγκάζια σου χτίζοντας σχέσεις στην άμμο της αβεβαιότητας,
για ν' απολαύσεις μαθήματα κι αισθήματα σε μιαν άλλη ζωή αφθαρσίας;


Αχ και να 'ξερες, άνθρωπε, γιατί κανεις όσα κάνεις και γιατί ζεις όπως ζεις.
Ίσως να γλίτωνες πόνο και κόπο, αλλά, καλέ μου άνθρωπε,
πώς θα μπορούσες να βάλεις ως στόχο την αγάπη;
Αυτή προκύπτει ανεξέλεγκτα κι όσο την κυνηγάς, τόσο την πληγώνεις.
Είναι χημεία ουσιών που δεν μπορείς τη βάση τους να τη γνωρίσεις,
από κόσμο αλλούτερο που οι φτωχές αισθήσεις σου δε φτάνουν να ερευνήσουν.
Μ' αν θες στ' αλήθεια να μάθεις τη χημεία την αγάπης, κάνε ο,τι κάνεις και ζήσε όπως ζεις.
Στον πόνο, τον μόχθο και την ανασφάλεια.
Μονάχα ο ακροβάτης νιώθει το απέραντο κενό που τον χωρίζει από το έδαφος,
μα συνεχίζει κρατώντας τα μάτια του μπροστά.
Κι ας ματώνουν τα πόδια του πάνω στο σκληρό σχοινί.
Ο φόβος της απώλειας σε υποχρεώνει είτε να γκρεμιστείς κοιτώντας τον κίνδυνο κατάματα
είτε ν'αγαπήσεις πιο έντονα χωρίς να νοιάζεσαι για το τι και πώς.

Ω άνθρωπε! Tι δύσκολη ζωή σου δώσαν!
Απ' όλα τα ζωντανά, μονάχα εσύ να έχεις επιλογή στην αγάπη!
Με όπλα ασαφή κι άμυνες συγκεχυμένες, πορεύεσαι κι όπου βγει...
Δε σε ζηλεύω άνθρωπε...μα σε θαυμάζω που,
παρά τον φόβο, τον πόνο και την ανασφάλεια,
εθίζεσαι, τόσο αυθαδώς, στη χημεία της αγάπης!

Αλήθεια ή έρωτας

Ντύθηκα ένα ψέμα και χτύπησα την πόρτα σου.
Με θαύμασες.
Είπες πως ήμουν ό, τι ζητούσες.
Γύρισα κι έφυγα χωρίς προειδοποίηση.
Σ' άφησα έκπληκτο κι ερωτευμένο με το ψέμα μου.
Μου ζήτησες μια εξήγηση και σου είπα την αλήθεια.
Απογοητεύτηκες.
Απομακρύνθηκες.
Με κατηγόρησες πως σε κορόιδεψα.
Είπες πως με προτιμούσες όπως ήμουν πριν.
Πως ήμουν πιο αληθινή.
Πίστεψες το ψέμα μου περισσότερο από εμένα.
"Δεν είναι δυνατόν" μονολογούσες.
Ντύθηκα ξανά και σε παρηγόρησα.
Δε σου άξιζε μια ψεύτρα.
Ζήτησα συγγνώμη κι έκλεισα την πόρτα.
Σε σένα, τον έρωτα κι εμένα την ίδια,
που δεν είχα τη δύναμη για έναν έρωτα κάλπικο
ν' απαρνηθώ την αλήθεια μου.

Μελωδία από “παιδιά”

Σε μια θάλασσα από ανθρώπους
λογιών λογιών κεφάλια ξεχωρίζουν.
Κάποια συζητούν,
κάποια μάχονται εγωιστικά,
άλλα αντιτίθενται δήθεν πολιτισμένα.

Κάτω από την επιφάνεια, οι καρδιές μιλούν.
Χτυπούν γρήγορα, εύθυμα, θλιμμένα, βαριά.
Μα κανείς δεν ακούει.
Η φωνή τους δε φτάνει ως έξω.
Το νερό τη σκεπάζει.

Τα κεφάλια συνεχίζουν να φλυαρούν,
μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει στο βυθό των άλλων
κι ας μοιράζονται όλοι την ίδια θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών κολυμπά ανάσκελα.
Οι νεανικές καρδιές τους ακούγονται μελωδικά
μέσα στις παράταιρες φωνές των εγκεφάλων.
Τα κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος τους.
Βιάζονται να κρίνουν την ωριμότητα
και την ευσέβειά τους.
"Επιπόλαιη και απερίσκεπτη η νεότητα".

Η παρέα βουτά το σώμα στη θάλασσα και πλησιάζει.
Μα δεν είναι παιδιά...
Μικρές ρυτιδιασμένες γραμμές
αυλακώνουν τα πρόσωπά τους.
Αποτυπώσεις πόνου και μόχθου
στα καθαρά τους μάτια.
Τα κεφάλια είχαν αποδώσει τη νεότητα στο μυαλό,
θαρρείς κι είναι προνόμιο των αριθμών
να φέρνουν το γήρας.

Η μελωδία της καρδιάς τους ακουγόταν ακόμα.
Υπόκωφα και διακριτικά.
Ξεχώριζε μέσα στην οχλαγωγία των κενών λέξεων.

Μια μελωδία από παιδιά.
Τα "παιδιά" που δε φοβήθηκαν
ν' ακούσουν και ν' ακουστούν.
Σκέφτηκαν κι ένιωσαν μαζί.
Τα παιδιά που διέφεραν
και θα διαφέρουν πάντα.

Τι είναι οικογένεια;

24 Δεκεμβρίου, 2021

Οι γιορτινές μέρες μάς φέρνουν πάντα στον νου την έννοια της οικογένειας. Είναι τόσο παγιωμενη λέξη, που στο άκουσμά της, η εικόνα που μας έρχεται είναι συγκεκριμένη. Όμως, ανά τα χρόνια, έχει αποδειχθεί πως ένας πατέρας, μια μάνα, ένας αδερφός ή ένας συγγενής εν γένει μπορεί να γίνει ο τοξικότερος εχθρός μας. Το αίμα δεν εξασφαλίζει την απουσία ούτε των αρνητικών συναισθημάτων ούτε των επιβλαβών πράξεων.

Ετυμολογικά, η οικογένεια περιλαμβάνει τις έννοιες οίκος και γένος. Όμως, τι θα γινόταν, αν σπίτι μας θεωρούσαμε εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ο εαυτός μας και γένος μας τους ανθρώπους που εκπέμπουν στο ίδιο ψυχικό μήκος κύματος μ’ εμάς; Ίσως τότε η σημασία της λέξης ν’ άλλαζε κατά πολύ.

Η οικογένεια εμπεριέχει επίσης την έννοια της διάρκειας. Μας ακολουθεί από τη γέννηση μας έως τον θάνατο και μας δένει με αόρατα σχοινιά που είτε μας βοηθούν να νιώθουμε ασφάλεια στις ρίζες μας, είτε μας κρατούν αιώνια δέσμιους καταστάσεων. Εκείνος ο άγνωστος, όμως, ένα απόγευμα που από το πουθενά βρέθηκε κοντά σου, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό που σε απασχολεί, ένιωσε τον πόνο σου, έδωσε μια συμβουλή που σου άνοιξε τα μάτια και ελάφρυνε την καρδιά σου, θα μπορούσε άραγε να λογιστεί ως «προσωρινή οικογένεια»;

Τι είναι οικογένεια στην ουσία; Ας σκεφτούμε το εξής. Αν κατέρρεαν τα πάντα γύρω μας, ποιος θα ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι που θα σκεφτόμασταν; Σε ποιον θα τρέχαμε να βρούμε στήριξη; Ποιον θα προστατεύαμε πάση θυσία; Ποιος θα είχε τη δύναμη να μας σηκώσει στα πόδια μας; Ποιος έχει ανάγκη από την αγάπη μας στη ζωή του; Όλοι όσους σκεφτήκαμε απαντώντας, είναι η οικογένειά μας.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σε μια οικογένεια με καλοκάγαθους ανθρώπους, ευλογημένοι όσοι τους συνάντησαν στην πορεία της ζωής τους και αξιέπαινοι όσοι έχτισαν μια υγιή σχέση μαζί τους. Η οικογένεια είναι προσωπική υπόθεση. Εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να ταιριάζει, να συμπορεύεται, ν' αγαπά.

Η οικογένεια, με άλλα λόγια, είναι μια μεγάλη αγκαλιά που μας χωρά ψυχή τε και σώματι. Ένας αμνιακός σάκος εν ζωή που μας θρέφει και συντηρεί την ύπαρξή μας. Γι' άλλους είναι ο σύντροφος, τα παιδιά, οι γονείς, τ’ αδέρφια. Γι' άλλους οι φίλοι ή ένα κατοικίδιο. Δεν έχει σημασία αν έχει το ίδιο αίμα μ' εμάς, αν είναι άνθρωπος ή όχι, αρκεί να γεμίζει την καρδιά μας με τρυφερά αισθήματα και την ψυχή μας με ζεστασιά.

Ακόμα κι αν η οικογένειά μας είναι μακριά, η αγάπη είναι γνωστό πως δε γνωρίζει απόσταση. Η γνώση ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο για τον οποίον είμαστε σημαντικοί, αρκεί για να γεμίσει το κενό της προσωρινής απουσίας του. Αν πάλι έφυγε για το μακρύ ταξίδι, μας έχει αφήσει τον πολυτιμότερο θησαυρό. Ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε ειλικρινά. Αυτά είναι εφόδια στο σάκο του κάθε ανθρώπου που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να προχωρά. Όταν κάποιος που χάσαμε ήταν οικογένεια μας, θα είναι για πάντα. Στην πορεία θ’ αντιληφθούμε πως, χωρίς να το περιμένουμε, παρουσιάζονται στη ζωή μας άνθρωποι, όχι για ν' αντικαταστήσουν άλλους, αλλά για να διευρύνουν την οικογένεια μας, με όποια έννοια κι αν αυτή έχει. Είναι το συνεχές ταξίδι της αγάπης.

Αυτή τη θαλπωρή ας έχουμε όλοι φέτος τα Χριστούγεννα, αλλά και κάθε Χριστούγεννα. Μα αν γνωρίζουμε κάποιον που τη στερείται, ας γίνουμε η οικογένειά του έστω για λίγο, χαρίζοντας ένα χαμόγελο, αγάπη και μια αγκαλιά. Αν πάλι είμαστε εμείς σ' αυτή τη θέση, ας γίνουμε οικογένεια για τον εαυτό μας. Ας ξορκίσουμε τη μοναξιά, αυτό το αιώνιο φάντασμα των Χριστουγέννων που τρυπώνει όπου λείπει η οικογένεια κι ας αγκαλιάσουμε τις πληγές μας. Η μοναξιά φοβάται τον άνθρωπο που αγαπά και αποδέχεται τον εαυτό του και η ζωή τον ανταμείβει δίνοντάς του ευκαιρίες για ορθές επιλογές.

Καλά και οικογενειακά Χριστούγεννα με όσους αγαπά η καρδιά μας και μας αγαπούν με όλη τους την ψυχή!

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι

Αν χρειάζεται να εξηγήσεις,
σημαίνει πως δε σε κατανοούν.
Αν σε υποτιμούν,
δε σε σέβονται.
Αν αισθάνεσαι φόβο, σε απειλούν,
είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Αν χάνεις τον εαυτό σου,
δεν ανήκεις εκεί.
Αν σε κατακρίνουν,
δε σ' αγαπούν.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι.
Ό, τι νιώθουμε για τον εαυτό μας,
αυτό έλκουμε από τους "αντίστοιχους" άλλους.
Αν θέλεις να εισπράξεις αγάπη, λοιπόν,
ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

Η πάλη των φύλων

21 Μαρτίου, 2021

Γράφουν η Ελίνα Δερμιτζόγλου & η Γεωργία Λαμπάρα Τριανταφύλλου

Η πάλη των δυο φύλων χρονολογείται από τη γένεση κιόλας του ανθρώπου, λες κι ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα με απώτερο σκοπό να αγωνιστούν για το ποιος θα επικρατήσει. Για αιώνες, ο Αδάμ φαινόταν πως είχε στεφθεί νικητής κι είχε εκδικηθεί επιτυχώς την Εύα επειδή του στέρησε τον Παράδεισο. Η πατριαρχία του, έχοντας ριζώσει βαθιά στα κοινωνικά δρώμενα, είχε θέσει σαφώς τα όρια του γυναικείου φύλου, όταν ο φεμινισμός ήρθε για να επαναστατήσει, ν’ αναταράξει και ν’ ανατρέψει τους ρόλους.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αγώνες που απάλλαξαν τη γυναίκα από δεινά και ταπεινώσεις και τη βοήθησαν να εδραιωθεί ως άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Όπως όμως δίδαξε πρώτη η πατριαρχία, η παγίδα του υπερβολικού ζήλου είναι που δυσχεραίνει τα πράγματα και φέρνει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αγωνίστριες υπέρ της ισότητας, της αποδοχής και του σεβασμού του γυναικείου φύλου από την κοινωνία, πορεύτηκαν δίχως να σεβαστούν οι ίδιες, την ίδια τους τη φύση. Ξέχασαν ότι η φύση τους χάρισε το μεγαλύτερο προτέρημα, που είναι, να φέρουν ζωή. Ζήλεψαν ό,τι είναι πέρα από τη δική τους φύση. Δε λέω, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, όμως στο δρόμο προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους, ξέχασαν ότι αγωνίζονται ως γυναίκες, που ίσως αν δεν επέτρεπαν στη λήθη να υπερκαλύψει το ζήλο τους, αυτή τη στιγμή, να ήταν από τα πιο προνομιούχα πλάσματα, επάνω στη γη.

Ακούγονται πολλά τον τελευταίο καιρό, σχετικά με τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες που καταλήγουν σε εκτρώσεις. Γράφονται κείμενα όπου σε κάθε παράγραφο συναντάμε κι ένα δριμύ κατηγορώ προς το αντρικό φύλο, το οποίο θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνο για τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Αφού προσπαθούν να σε πείσουν, με πολλά επιχειρήματα - τα οποία θεωρώ γενικευμένα - και να ανεβάσουν με τον τρόπο αυτό τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, κάνουν επίκληση στο συναίσθημα για τα δείνα που βιώνει το γυναικείο φύλο από τις μεθόδους αντισύλληψης (δεν αντιλέγω σε αυτό). Καταλήγουν δε στη φράση: "οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες προκαλούνται από άντρες", υποβιβάζοντας από μόνα τους το γυναικείο φύλο, αφού προβάλουν τη γυναίκα ως ένα ον δίχως βούληση. Οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, προκαλούνται από την ανεύθυνη συμπεριφορά και των δύο φύλων.

Στη σημερινή κοινωνία, εκτός από περιπτώσεις βιασμού, η γυναίκα έχει την ίδια ελευθερία επιλογής στη μέθοδο αντισύλληψης, όπως και ο άντρας, εκτός και αν η ίδια θέλει να μην έχει ή διστάζει από μόνη της, για δικούς της προσωπικούς λόγους (απουσία προσωπικής βούλησης, έλλειψη ευθύνης ή σεβασμού απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό). Μία γυναίκα, λοιπόν, που επιθυμεί να κερδίσει το σεβασμό του άλλου φύλου και κατ' επέκταση, της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα η ίδια να σέβεται τον εαυτό της, κρατώντας το ρόλο της μέσα σε αυτήν. Κανένας σήμερα δεν αναιρεί ότι μπορεί να έχει επιλογές, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική της ζωή. Επομένως, δεν είναι θύματα και οι άντρες θύτες.

Η μόνη περίπτωση που μια γυναίκα πέφτει θύμα μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, είναι μετά από έναν βιασμό. Ακόμα και σε μια καταπιεστική σχέση που ισχυρίζεται πως δέχεται πίεση για μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όχι, δεν είναι θύμα. Γιατί, κατ' εμέ, δεν υπάρχει εξ αρχής θύτης και θύμα, αλλά επιλογή και επιλεγόμενος. Κάποιες φορές μάλιστα ο επιλεγόμενος μετατρέπεται σε μια επιλογή - θύμα αυτού που τον επιλέγει. Δεν είναι λίγες οι φορές που άντρες βρίσκονται δέσμιοι σε μια σχέση που τους αναγκάζει να παραμείνουν μετά από μια εγκυμοσύνη για την οποία δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε ίσοι, θα πρέπει να το κάνουμε κι ως προς τις ευθύνες. Η αποδοχή της πατριαρχίας ως de facto, μόνο φανατισμό μπορεί να φέρει και την ανάγκη για ένα αντίπαλο δέος. Ο φυλετικός ανταγωνισμός δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία που το μόνο που έχει ανάγκη είναι η ισορροπία. Είναι κατανοητή η καταπίεση που έχει υποστεί το γυναικείο φύλο για αιώνες, αλλά αυτό δε δικαιολογεί μια απόλυτη στάση. Αν μια γυναίκα θέλει να δείξει το δρόμο, έχει καλύτερους τρόπους να το κάνει από το να κατηγορεί τους άνδρες. Τη στιγμή που θα αντιληφθεί ότι η ουσία της ύπαρξής της δεν βρίσκεται στο να επιβληθεί, αλλά στο να πιστέψει η ίδια στην αξία της, θα έχει επιτύχει ως άνθρωπος.

Το να κατατάσσουμε, λοιπόν, όλους τους άνδρες κι όλες τις γυναίκες στο ίδιο τσουβάλι, σίγουρα δε μας κάνει αντικειμενικούς. Η γυναίκα, όπως και ο άνδρας, είναι ένα χαρισματικό ον που μπορεί να προοδεύσει σε πάρα πολλούς τομείς, τόσο του πνεύματος όσο και της τέχνης. Η ιστορία της δεν είναι τα δεινά της και η χρήση αυτών ως ελαφρυντικά μόνο κακό μπορεί να της κάνει. Ο σεβασμός στη φύση του κάθε φύλου δε σημαίνει υποτίμηση ή υπερτίμηση αυτού, αλλά ανάγκη για αρμονική συνύπαρξη, όπου ο καθένας θα λειτουργεί βάσει και της ύλης και της προσωπικότητάς του και θα αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν.

1 2 3 4 5