Tag

σχέσεις

Η ψυχή ένα ταξίδι

Άδεια γίναν τα ταξίδια μας.
Μια μεταφορά από το ένα μέρος στο άλλο.
Διαδικαστικά, σε μια θέση ανώνυμη
μέσα σε ξένο μέσο μεταφοράς.
Τίποτα το οικείο.
Οι ενδιάμεσοι σταθμοί αδιάφοροι.
Ούτε μαθήματα, ούτε απόλαυση.
Υπάρχουν μόνο ως προορισμός των άλλων.
Η μισή μας ζωή μια αναμονή
για τη μεταφορά από την αφετηρία στον προορισμό.
Είτε ίδιο είτε διαφορετικό, εξίσου ανούσιο.
Χάθηκαν πια οι Ιθάκες.
Χάθηκε ο νόστος.
Όλα άνοστα.
Όλα μια μεταφορά κι η ειλικρίνεια της κυριολεξίας ξένη.
Η μισή ζωή μας με ξένους απέναντι και σε απόσταση.
Κορμιά που αγγίζονται, περιφέρονται, μετακινούνται.
Λικνίζονται στη συνήθεια.
Κουβαλούν ψυχές που διψούν για το ταξίδι.
Από τον εαυτόν στον πλησίον κι από τον πλησίον στον εαυτό.
Αφετηρία και προορισμός με την ίδια ουσία.
Άφιξη κι επιστροφή με άδειες αποσκευές.
Επιλογές που υφαίνουν τη μοίρα με νήματα ψυχής.
Γιατί και η ψυχή ένα ταξίδι είναι.

Η λευκή πάπια

28 Νοεμβρίου, 2018

Κάποτε ήταν ένα αγόρι που αγαπούσε τις πάπιες. Όνειρο του ήταν να έχει μια πάπια για συντροφιά. Να μένει μαζί του κι εκείνος να τη φροντίζει. Όμως ζούσε σε διαμέρισμα κι έτσι δε θα μπορούσε να τη συντηρήσει. Να της προσφέρει στοργή, αλλά και λίγο από τη φύση της.

Είχε μελετήσει τα πάντα για τις πάπιες. Πώς γεννιούνται, πού ζουν, τι τρώνε, τη συμπεριφορά τους, μέχρι και την ανατομία τους. Όποιο ντοκιμαντέρ υπήρχε για πάπιες το είχε δει και όποιο βιβλίο το είχε διαβάσει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν να πηγαίνει και να ταΐζει τις πάπιες που ζούσαν σ’ ένα δημόσιο κήπο κοντά στο σπίτι του. Αυτές ήταν η έμπνευση του, αυτές η παρέα του, αυτές και η απασχόληση του. Καθόταν ώρες και τις παρατηρούσε για να επαληθεύσει αυτά που είχε δει και διαβάσει.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Στη δουλειά του, είχε γίνει λακωνικός και τυπικός με τους συναδέλφους του. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ταράζει. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνος ψύχραιμος συνέχιζε τη ζωή του. Ζούσε μακριά από τους συγγενείς του και με τους γείτονες δεν είχε ποτέ επαφές. Αν καθόταν να το καλοσκεφτεί, δεν είχε πια φίλους. Είχε μόνο τις πάπιες.

Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει για τη συνηθισμένη του βόλτα στον κήπο, έμελλε να συναντήσει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Στη λίμνη με τις πάπιες είχαν φέρει ένα νέο μέλος. Μια πάπια ολόλευκη σαν το χιόνι. Καθώς οι σταγόνες του νερού λαμπύριζαν με την κίνηση των φτερών της, μαγνήτιζε όλα τα βλέμματα των παρευρισκομένων. Κολυμπούσε περήφανη επιδεικτικά σα να ήθελε να επισκιάσει τις υπόλοιπες με την ομορφιά της. Η αλαζονεία της ήταν τέτοια, που όταν οι άλλες την πλησίαζαν, πετούσε απότομα μακριά μην και της μαγαρίσουν τα ολόλευκα φτερά με την ασχήμια τους.

Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Μια τέτοια πάπια ήθελε για συντροφιά και τώρα την είχε μπροστά στα μάτια του! Αν και η έκπληξη του ήταν μεγάλη, δεν έχασε καιρό και προσπάθησε να την πλησιάσει. Αυτή όμως πετούσε μακριά κάθε φορά. Της μίλησε, της χαμογέλασε, της εξομολογήθηκε πως αναζητούσε τη συντροφιά της, όμως αυτή εκεί. Συνέχεια απομακρυνόταν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν μόνο από τον κόπο του να την κυνηγάει. Ένιωθε ταραχή. Κάτι πιο μεγάλο από στενοχώρια. Μια ματαίωση των όσων είχε χτίσει τόσον καιρό μέσα του. Αυτή η πάπια δε φερόταν όπως οι άλλες. Ούτε όπως είχε διαβάσει, ούτε όπως είχε δει, ούτε όπως είχε παρατηρήσει.

Πιο πέρα στεκόταν μια κοπέλα. Τον κοιτούσε με προσοχή όση ώρα πάλευε να προσεγγίσει το ζώο.

«Είναι δύσκολη!» του είπε χαμογελώντας.

Γύρισε και την κοίταξε με το βλέμμα ενός ανθρώπου που το διακόπτουν από βαθιά μελέτη.

«Ορίστε;» αποκρίθηκε σαν να μην είχε ακούσει τι του είχε πει.

«Δε νομίζω ότι ωφελεί να την κυνηγάς.»

Σαν πρώτη αντίδραση του βγήκε να αγνοήσει την κοπέλα, όμως η καρδιά του, που βρισκόταν ήδη σε αναταραχή, είχε άλλα σχέδια.

«Έχεις ασχοληθεί με πάπιες;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Δε χρειάζεται. Απλά καταλαβαίνω ότι την τρομάζεις.»

«Την τρομάζω; Μα μόνο καλό θέλω να της προσφέρω!»

«Το ζώο δεν το καταλαβαίνει αυτό! Νιώθει την ταραχή σου και σε φοβάται.»

«Τι φοβάται;»

«Ότι θες να τη σκλαβώσεις.»

«Μα εγώ…»

«Μου επιτρέπεις;» τον ρώτησε.

Πήρε λίγα ψίχουλα από το χέρι του και τα έριξε στο νερό μπροστά της. Μόλις το είδε, η πάπια πλησίασε με απαλές κινήσεις, κουρασμένη και πεινασμένη από το κυνηγητό, κι άρχισε να τρώει.

«Αυτό ήθελε!» του είπε.

«Δηλαδή;» ρώτησε εκείνος με απορία.

«Ήθελε να σεβαστείς τη φύση και τις ανάγκες της. Ξέρεις είναι παρεξηγημένο ζώο η πάπια. Φαίνεται πως τίποτα δεν την επηρεάζει και πως προσαρμόζεται εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν είναι όμως έτσι. Κι αυτή φοβάται αν την απειλήσουν, κι αυτή στενοχωριέται αν της πειράξουν τα μικρά της, κι αυτή χαίρεται όταν είναι ελεύθερη. Αυτό που δείχνει είναι η άμυνα που της έδωσε η φύση της. Για να μπορέσεις πράγματι να την πλησιάσεις πρέπει να δεις πίσω από την άμυνα. Πρέπει να την νιώσεις. Όπως και όλα τα ζωντανά.»

Κατέβασε το κεφάλι του σκεπτικός. Αναλογίστηκε πώς και δεν το είχε σκεφτεί ο ίδιος αυτό μετά από τόση μελέτη. Όμως κατάλαβε. Είχε αφοσιωθεί τόσο στο να μάθει για τις πάπιες που έγινε ο ίδιος η άμυνα τους και έχασε τη φύση του. Χωρίς να το καταλάβει, κύλησαν δάκρυα από τα μάτια του. Δεν ήταν λύπης, ούτε χαράς. Ήταν δάκρυα αναγέννησης. Ξαφνικά θυμήθηκε ποιός είναι. Ποιός ήταν πριν αφήσει το πάθος του να τον παρασύρει. Είχε όρεξη για ζωή. Είχε φίλους. Θυμήθηκε την τέχνη του που παράτησε μέσα σε κάποιο υπόγειο μετά από κάποιες άσχημες τροπές της μοίρας.

«Γιατί στενοχωριέσαι τόσο πολύ;» ενδιαφέρθηκε η κοπέλα.

Την κοίταξε και χωρίς δισταγμό ξεκίνησε να της μιλάει. Όχι για τις πάπιες. Δεν είχαν πια σημασία. Για εκείνον. Για τη ζωή του. Εκείνη τον άκουγε με κατανόηση και δεχόταν την εξομολόγηση του σα να τον γνώριζε χρόνια. Στο τέλος της τα είπε όλα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Με την ευκολία που λες ό,τι πιο δικό σου σε έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι σου ή που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου.

Έφυγαν μαζί από το πάρκο εκείνη την ημέρα και έμειναν μαζί ως τα ξημερώματα συζητώντας.

Την επόμενη κιόλας μέρα της ζήτησε να πάνε μαζί στο ξεχασμένο υπόγειο και μετά πάλι στη λίμνη. Είχε πάρει ό,τι χρειαζόταν. Πινέλα, χρώματα, καμβά και την έμπνευση του. Θέμα του; «Η άμυνα είναι το προσωπείο της εικονικής δύναμης που πείθεις τον εαυτό σου ότι έχεις. Όταν πραγματικά βρεις τη δύναμη που έχεις μέσα σου, δε χρειάζεσαι άμυνα. Αμύνεσαι όταν φοβάσαι. Χωρίς εικονικότητα δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο Φως. Φως και δύναμη.»

Αυτή ήταν η επαγωγή της χτεσινής ημέρας.

Άρχισε να ζωγραφίζει ξανά. Όχι όμως την εικόνα που έβλεπαν τα μάτια του, αλλά αυτήν που ένιωθε η ψυχή του.

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.

Μάθε με να μη φοβάμαι

9 Ιανουαρίου, 2018

Κοίταξε με στα μάτια. Δε ζητάω πολλά. Απλά φοβάμαι. Όχι, δε φοβάμαι κάτι εξωτερικό. Κάτι ξένο. Φοβάμαι εμένα. Ναι καλά άκουσες. Φοβάμαι τον εαυτό μου. Φοβάμαι όσα μπορώ να γίνω επειδή είναι στη φύση μου. Φοβάμαι την φωτιά μου. Φοβάμαι μη σε κάψω. Γιατί ξέρω καλά να το κάνω. Φοβάμαι μη ναυαγήσω την καρδιά σου σε άγνωστα για σένα μέρη. Τα ξέρω καλά τα μονοπάτια της καρδιάς. Ξέρω από τρικυμίες. Πολλές φορές τις προκαλώ κιόλας. Τις προκαλώ για να σε προκαλέσω. Να σε προκαλέσω να βάλεις το μέτρο. Να με δαμάσεις. Είναι στη φύση μου.

Ώρες ώρες αφήνομαι σαν το άγριο θηρίο να παρασυρθώ και να πάρω μαζί μου ο,τι βρω στο πέρασμα μου. Δεν υπολογίζω ούτε καρδιά, ούτε μυαλό, ούτε τίποτα. Καίω και μαίνομαι. Με κάθε δυνατό τρόπο. Δεν νιώθω. Τότε είναι που με λες σκληρή. Και είμαι. Δε με νοιάζει αν σε πονάω, αν σε σκοτώνω ακόμα μέσα σου. Σκαλίζω την πληγή για να σε βάλω να την δεις και να την γιατρέψεις. Δεν είναι λύση όμως αυτό. Μα δεν παίρνω από λόγια σαν το κακομαθημένο παιδί που τα θέλει όλα δικά του. Γιατί απαιτώ να είμαι το δικό σου επίκεντρο.

Απαιτώ. Απαιτώ να με σέβεσαι κι ας έχω άδικο. Απαιτώ να με φροντίζεις χωρίς να στο πω. Απαιτώ να μ' αγαπάς χωρίς όρους και όρια. Απαιτώ να με αντέχεις. Απαιτώ να μην τα παρατάς. Απαιτώ να αγωνίζεσαι. Απαιτώ να νιώθεις. Με λίγα λόγια απαιτώ να είσαι άνδρας. Κι ας περάσεις 40 κύματα. Να βγεις αλώβητος κι ας χρειαστεί να επιβιώσεις από την πυρκαγιά. Αν μ' αγαπάς πραγματικά θα το καταλάβω. Μη με φοβάσαι κι εσύ. Αγάπα με και δίδαξε με όπως σε διδάσκω άθελά μου.

Μάθε με να μη φοβάμαι. Μιλά μου. Δείξε μου πως με την αγάπη σου μπορώ να ξεπεράσω το χειρότερο φόβο μου. Αυτά που γίνομαι χωρίς να το θέλω συνειδητά. Δείξε μου πως μάνα μου είναι η Παναγιά κι όχι η Εύα. Κι αν πάλι φοβάσαι, δεν μπορείς ή δεν θέλεις, αν δεν μ' αγαπάς, Μη μου υπόσχεσαι αυτά που δεν μπορείς να γίνεις. Άσε με να ταξιδέψω μόνη. Είμαι θάλασσα. Ξέρω από ταξίδια. Άσε με να ζεστάνω την καρδιά μου. Είμαι φωτιά. Ξέρω από θέρμη. Θα επιβιώσω.

Αν όμως είμαι η επιλογή σου μάθε με. Μη με φοβάσαι. Αυτή την ασφάλεια σου ζητώ. Να νιώθω ότι κάποιος με ξέρει καλύτερα από εμένα την ίδια. Για να πάψω να φοβάμαι. Να πάψω να με φοβάμαι.

Γράμμα προς τον άνδρα – Μερος 2ο

22 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπητέ άνδρα,

Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου να θεωρείς ότι η γυναίκα που έχεις δίπλα σου είναι γκρινιάρα, γιατί πολύ απλά αυτό σου δείχνει. Έχεις όμως αναλογιστεί ποτέ από πού πηγάζει αυτή η γκρίνια της ή τι στην πραγματικότητα είναι; Όχι. Λυπάμαι, αλλά έχεις βολευτεί στο να της κολλάς την ταμπέλα της γκρινιάρας, χωρίς να έχεις πολεμήσει ουσιαστικά να σταματήσεις αυτό που τόσο σε ενοχλεί. Και έχεις πάλι ένα δίκιο. Η γκρίνια της γυναίκας, μετά τα θέλγητρα της, είναι το μεγαλύτερο όπλο της. Έχεις δίκιο να τη φοβάσαι, γιατί μπορεί να πληγώσει ανεπανόρθωτα, αν μη τι άλλο τα νεύρα σου! Άσε όμως έστω για μια φορά τις ταμπέλες, θυμήσου την αγάπη που της έχεις, και έλα να δούμε τι είναι η γκρίνια. Πίστεψε με, είναι κάτι πολύ καλύτερο από ό,τι έχεις σκεφτεί.

Είναι γνωστό πως η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο. Γιατί; Θα μου πεις λόγω της ομορφιάς της. Δεν είναι μόνο αυτό. Η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο, γιατί θέλει να αισθάνεται όμορφα. Θέλει όλα γύρω της να την κάνουν να αισθάνεται όμορφα.  Κάθε μικρή ανισορροπία σε αυτό το όμορφο κλίμα που θέλει να την περιβάλλει, χαλάει την ηρεμία της καρδιάς της. Στην προσπάθεια της να την επαναφέρει, αρχίζει η γκρίνια. Η γκρίνια είναι, λοιπόν, ο τρόπος της να πει φωναχτά “Δεν νιώθω καλά, κάτι χάλασε μέσα μου και θέλει φτιάξιμο. Βοήθησε με!”

Μπορεί έναν άνδρα να μην τον ενδιαφέρει αν τριγύρω του επικρατεί ένα χάος, υλικό, συναισθηματικό ή κοινωνικό, γιατί καταφέρνει την ισορροπία να τη βρίσκει μέσα του μέσω της λογικής του. Για μια γυναίκα όμως δεν είναι το ίδιο απλό. Η καρδιά δεν έχει λογική. Ή μάλλον, έχει "συναισθηματική" λογική. Και θα σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Όταν πονάει το κεφάλι σου, το πολύ πολύ να πάρεις ένα παυσίπονο και να σου περάσει. Όταν όμως σε πιάσει ταχυπαλμία, ταράσσεσαι ολόκληρος και χρειάζεσαι ώρα για να συνέλθεις. Κάπως έτσι είναι και για τη γυναίκα. Όποτε κάτι δεν πάει καλά, βρίσκεται σε μια κατάσταση ανάλογη της ταχυπαλμίας. Και της είναι δύσκολο να ηρεμήσει αν δεν αποκατασταθεί η “ζημιά”.

Θα αρχίσεις να λες τώρα “ναι αλλά πώς να τη βοηθήσω, αφού δεν μπορώ να βγάλω άκρη από αυτά που μου λέει, δεν ξέρει τι θέλει, άλλα μου λέει και άλλα εννοεί”. Πολύ καλά τα λες. Ναι. Η γυναίκα, είπαμε, μπορεί να κάνει μέχρι και όπλο τη γκρίνια της, απλά και μόνο για να "της περάσει". Αλλά…  στην πραγματικότητα θέλει να "της περάσει", γιατί νομίζει ότι έτσι θα της περάσει και η ανισορροπία που νιώθει. Κάτι που δε θα έκανε αν ανταποκρινόσουν στις ανάγκες της, χωρίς να χρειάζεται να σε "πρήζει", όπως λες. Εξάλλου, το απρόσμενο έχει την ομορφιά.

Και θα μου πεις πάλι "πώς να καταλάβω τι έχει ανάγκη αν δε μου λέει τι θέλει, πώς θα συνεννοηθούμε;" Μα δεν έχει νόημα να συνεννοηθείτε σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά να νιώσετε. Τη γυναίκα την ενδιαφέρει να νιώθει ότι αυτό που νιώθεις για εκείνη είναι αληθινό. Με πολύ απλά λόγια, ότι την αγαπάς. Γι’ αυτό και αντιλαμβάνεται εύκολα τις φορές που της λες μεν κάτι όμορφο, αλλά δεν το εννοείς. Το νιώθει. Παράπονο είναι η γκρίνια κι επειδή τα συναισθήματα δεν εξηγούνται με επιχειρήματα, δεν ξέρει πώς να στο εκφράσει. Έτσι κάποιες φορές, απλά εθελοτυφλεί για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα που εκπέμπει η δική της αγάπη.

Σου είπα ότι η καρδιά έχει συναισθηματική λογική. Δεν τη βοηθάς, λοιπόν, με το να εκλογικεύεις συνεχώς τη σκέψη της και να προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλει. Πράξη θέλει, όχι σκέψη. Αφού την αγαπάς, κάνε τη να αισθάνεται όμορφα, δείχνοντας της με αυτόν τον τρόπο το νοιάξιμο σου. Παρατήρησε το. Όσες φορές της έχεις προετοιμάσει κάποια έκπληξη, της έχεις πει έναν καλό λόγο όταν δεν τον περίμενε, την ενθάρρυνες όταν ήταν στενοχωρημένη, σου γκρίνιαξε; Όχι. Αντίθετα, σου έδειξε ότι σε αγαπάει.

Η γυναίκα με τη γκρίνια της, δηλαδή την συναισθηματική προσπάθεια της να επαναφέρει γύρω της την ισορροπία, προσπαθεί να ισορροπήσει και εσένα. Προσπαθεί να βγάλει από μέσα σου τον καλύτερο εαυτό σου. Αυτόν που νοιάζεται, που αγαπάει, που φροντίζει, που βοηθάει χωρίς να του το ζητήσουν, γιατί πολύ απλά ενδιαφέρεται. Αυτά σου λέει η γκρίνια της. Σου ζητάει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Σου ζητάει να μάθεις ποιός είσαι και να σταθείς δίπλα της αντάξιος.

Και σκέψου και το άλλο. Αν καταφέρεις να δαμάσεις τη γκρίνια της γυναίκας σου, σημαίνει ότι έχεις αποκτήσει τη γνώση και τη δύναμη να αντιμετωπίσεις τους χειρότερους φόβους σου. Αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις ανεπαρκής. Ενώ παράλληλα, θα έχεις κερδίσει έναν πολύτιμο σύμμαχο που θα σε στηρίζει με όλο του το είναι σε κάθε σου βήμα.

Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Γραμμα προς τη γυναίκα – Μέρος 1o

21 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπημένη μου γυναίκα,

Πολλές οι φράσεις που κυκλοφορούν ανάμεσα στις γυναίκες για να υποδηλώσουν ότι οι άνδρες είναι… αναίσθητοι. Δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες μας, δεν καταλαβαίνουν τι νιώθουμε, δεν προσπαθούν, δεν σκέφτονται παρά μόνο αυτά που τους αρέσουν, δεν, δεν, δεν. Είναι εαυτούληδες, είναι τεμπέληδες, είπαμε… είναι αναίσθητοι. Και έρχομαι τώρα να ρωτήσω: Γιατί τόσος αρνητισμός; Γιατί τόση κριτική;

Ο άνδρας, αγαπημένη μου, είναι και αυτός άνθρωπος. Που σημαίνει ότι μέσα στο στήθος του υπάρχει ένα όργανο που λέγεται καρδιά. Και όπως θα ξέρεις εσύ καλύτερα, η καρδιά νιώθει. Έτσι και ο άνδρας. Έχει αισθήματα και συναισθήματα. Θα μου πεις μα δεν το δείχνει! Φοβάται. Έχει μάθει να λειτουργεί με τη λογική και το συναίσθημα δεν είναι το φόρτε του. Δεν έχει τη γνώση να το χειριστεί κατάλληλα, γι’ αυτό και το φοβάται. Στην πραγματικότητα, ο άνδρας είναι πολύ πιο ευαίσθητος από τη γυναίκα. Δεν είναι τυχαίο που λέμε ότι οι άνδρες είναι παιδιά. Και όχι, δεν εννοώ στο μυαλό. Οι άνδρες είναι παιδιά γιατί έχουν διατηρήσει το αίσθημα τους ανεπεξέργαστο, τη στιγμή που εμείς το έχουμε περάσει από χίλια μύρια κύματα. Και έτσι πρέπει, γιατί εμείς γινόμαστε μανάδες και πρέπει να είμαστε δυνατές. Ο άνδρας, όμως, έχει φυλάξει αυτό το κομμάτι όσο πιο αγνό μπορεί κι ας το έχει επενδύσει εξωτερικά με περίτεχνες λογικές, ακόμα και παγιώσεις. Η παρθενία του άνδρα είναι στο αίσθημα του. Γι’ αυτό και οι εκ πεποιθήσεως εργένηδες στο τέλος την πατάνε. Γιατί βρίσκεται η γυναίκα που θα αγγίξει πρώτη το αίσθημα.

Αν λοιπόν ο άνδρας είναι ευαίσθητος, το να προσπαθούμε να του ξυπνήσουμε το αίσθημα υποβιβάζοντας τον είναι επιεικώς απαράδεκτο. Το να του λέμε μαύρο ενώ θέλουμε το άσπρο, δε μας πάει πιο κοντά στο να τον κάνουμε να νιώσει. Είναι απλά ένα μαρτύριο για τη λογική του. Ένα είδος εκδίκησης που δεν καταλαβαίνει τι νιώθουμε. Μα επιτέλους! Δεν μπορεί να καταλάβει! Πρέπει να νιώσει!

Η γυναίκα, μαζί με το μητρικό φίλτρο, έχει έμφυτο και το ταλέντο να διδάσκει στα παιδιά της τη ζωή. Κάπως έτσι οφείλει να κάνει και με τον άνδρα. Πρέπει να του διδάξει το συναίσθημα και να του δώσει η ίδια να καταλάβει πώς νιώθει. Όχι να τον πιέζει συναισθηματικά με μούτρα, μισόλογα και μουρμούρα. Να κάνει διάλογο. Ο άνδρας πρέπει να πειστεί, όχι να πιεστεί. Όταν πιέζεται, φεύγει.

Είναι όμως ολιγαρκής. Του φτάνει να τον καταλάβεις και να του σταθείς στα προβλήματα του. Να είσαι εκεί για να του δείξεις πως δεν πειράζει αν στενοχωρηθεί, αν λυγίσει, αν νιώσει μετέωρος. Ότι μαζί σου δε χρειάζεται να φοβάται να νιώσει. Του αρκεί να είσαι με το μέρος του. Να φροντίζεις το αίσθημα του. Όχι να το πολεμάς. Παρατήρησε το. Όσες φορές προσπάθησες να λύσεις μαζί του ένα πρόβλημα και το συζητήσατε χωρίς γκρίνιες και διαπληκτισμούς, στο τέλος δεν τον ένιωσες να πετάει; Να παίρνει δύναμη;

Ναι η μόνη απαίτηση που έχει ο άνδρας είναι η κατανόηση. Η κατανόηση είναι το σημείο επαφής του γυναικείου συναισθήματος με την ανδρική λογική. Αν καταφέρεις με την κατανόηση σου να πείσεις τον άνδρα να αποδεχτεί ότι έχει συναισθήματα και να τα αντιμετωπίσει, θα έχεις γνωρίσει κατά ένα μεγάλο ποσοστό το πώς να αντιμετωπίζεις και τα δικά σου συναισθήματα. Θα έχεις δίπλα σου έναν σύντροφο πιστό, αφοσιωμένο, που θα σε στηρίζει στα δύσκολα, αλλά θα θαυμάζει και τη δύναμη σου ως γυναίκα χωρίς να τη φοβάται. Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Ο γίγαντας με τα κρυστάλλινα δάκρια

11 Οκτωβρίου, 2015

Σ' ένα ψηλό μοναχικό βουνό κάπου στις πεδιάδες της μοναξιάς, ζούσε ένας όμορφος γίγαντας. Ήταν γενναίος και άφοβος και τίποτα δεν σκίαζε το καθαρό μυαλό του. Είχε φίλους κι άλλους γίγαντες που ζούσαν στα τριγύρω βουνά και συχνά μαζεύονταν, συζητούσαν και γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς. Σε κανέναν όμως δεν είχε εκμυστηρευτεί ποτέ το μεγάλο του μυστικό.

Σαν παιδί μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν είχε αδέρφια και οι γονείς του τον αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο κι εκείνος τους αγαπούσε το ίδιο. Όταν έφτασε στα έντεκα του χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων του, πριν φυσήξει τα έντεκα κεριά, ευχήθηκε να έχει πάντα κοντά του την αγάπη των γονιών του. Όμως δεν άργησε να φανεί πως η ευχή του δεν θα έβγαινε αληθινή, αφού λίγες μέρες αργότερα, η μητέρα του σκοτώθηκε από ένα κοπάδι πεινασμένων λύκων, ενώ είχε βγει στο δάσος να μαζέψει σπάνια βότανα. Ο θρήνος ήταν μεγάλος για την οικογένεια και το πλήγμα για τον πατέρα του τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Έτσι μετά από ένα περίπου χρόνο πέθανε κι αυτός, αφήνοντας το μικρό παιδί μόνο. Ο γίγαντας έκλαψε τόσο πολύ για το χαμό των γονιών του, που ένα βράδυ, όπως καθόταν μόνος του στο δωμάτιο του κι έκλαιγε απαρηγόρητος για ώρες, άρχισαν να τον πονούν τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε τσιμπήματα στο πρόσωπο του. Αμέσως έτρεξε στον καθρέφτη να δει τι συνέβαινε. Έμεινε άφωνος! Τα δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του μετατρέπονταν σε μικρά, αστραφτερά, κρυστάλλινα πετραδάκια! Κι όσο συνέχιζε να κλαίει τόσο τον πονούσαν τα μάτια του! Εκείνη τη νύχτα λοιπόν υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξανακλάψει ποτέ ξανά για τίποτα και για κανέναν. Τον πονούσαν πια τόσο τα δάκρυα! Σε κανέναν όμως ποτέ δεν διηγήθηκε αυτή την ιστορία από φόβο μην τον κοροϊδέψουν.

Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ έγινε ένας θαρραλέος γίγαντας, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν τα δάκρυα του. Έτσι πάντα απέφευγε τις καταστάσεις που θα του έφερναν συγκίνηση ή στεναχώρια και ακόμα και το γέλιο του ήταν συγκρατημένο. Ήταν πάντα ευδιάθετος και καλοσυνάτος στην παρέα με τους άλλους γίγαντες, όμως ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, ούτε άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει πολύ. Και με τις γυναίκες ήταν πολύ απόμακρος γιατί είχε ακούσει από τους σοφούς του χωριού πως «οι γυναίκες πάντα φέρνουν μεγάλα δάκρυα».

Κάποια μέρα, θα’ ταν καλοκαίρι, δέχτηκε μια απρόσμενη επίσκεψη.

Ήταν μια όμορφη κοπέλα, καινούρια στην περιοχή, που είχε ανέβει στο βουνό για να μαζέψει βότανα. Είχε κουραστεί τόσο από την πεζοπορία και τη ζέστη, που μόλις είδε το σπίτι του γίγαντα έσπευσε να χτυπήσει την πόρτα για να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Εκείνος άνοιξε ανυποψίαστος, μα μόλις την αντίκρισε ένιωσε μια έκπληξη βαθιά μέσα του. «Τι να ζητά μια κοπέλα μόνη εδώ πάνω;» σκέφτηκε. «Κι είναι τόσο όμορφη!» συλλογίστηκε.

«Καλησπέρα» του είπε εκείνη. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά ανέβηκα στο βουνό να μαζέψω βότανα κι είμαι εξαντλημένη από την κούραση. Κάνει και τόση ζέστη! Μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» .

«Φυσικά!» απάντησε εκείνος λίγο φοβισμένος και της πρότεινε να περάσει μέσα να ξαποστάσει.

«Τι όμορφο σπίτι που έχετε! Μόνος σας μένετε εδώ;» τον ρώτησε για να σπάσει τον πάγο. «Ναι. Μόνος» της αποκρίθηκε μονολεκτικά.

«Είναι πολύ όμορφος τόπος. Ξέρετε εγώ μόλις μετακόμισα μαζί με τους γονείς μου στους πρόποδες του βουνού» συνέχισε εκείνη με ενθουσιασμό αλλά και λίγο διστακτικά μήπως τον ενοχλούσε με την φλυαρία της. Εκείνος απλά χαμογέλασε από ευγένεια και δεν είπε λέξη. Χωρίς να χάσει το θάρρος της η κοπέλα πήρε το ποτήρι με το νερό που της πρόσφερε και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.

«Τι όμορφη θέα που έχετε από εδώ! Όλα φαίνονται τόσο φωτεινά!» θαύμασε. Ο γίγαντας παραξενεύτηκε σαν διαπίστωσε πως τόσα χρόνια, από όταν πέθαναν οι γονείς του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ έξω από το παράθυρο. Καθώς σκεφτόταν, αναπόλησε πόσο όμορφα ήταν όταν καθόταν με τη μητέρα του και κοιτούσε τη βροχή ενώ εκείνη του διάβαζε το αγαπημένο του παραμύθι.

«Να πηγαίνω τώρα. Σας ευχαριστώ πολύ για το νερό και με συγχωρείτε για την ενόχληση» τον διέκοψε η κοπέλα.

«Παρακαλώ… Καμία ενόχληση» ψέλλισε αφού εκείνη είχε πια απομακρυνθεί.

Έμεινε εκεί ώρες, όρθιος στην ανοιχτή πόρτα να αναρωτιέται γιατί οι σοφοί λένε πως οι γυναίκες φέρνουν μεγάλα δάκρυα. Πότε σκεφτόταν φοβισμένος τα δάκρυα του και πότε ονειρευόταν την στιγμή που θα την ξανασυναντούσε. Τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα μετά από τόσα χρόνια!

Η στιγμή που θα ξανασυναντιόνταν δεν άργησε να έρθει. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν πολλές φορές από τότε. Ο γίγαντας κατέβαινε συχνά στους πρόποδες για προμήθειες κι έτσι πήγαινε ανελλιπώς στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο πατέρα της κοπέλας για να βρίσκει και την ευκαιρία να την βλέπει. Εκείνη όποτε τον έβλεπε, χαμογελούσε τόσο που έλαμπε το πρόσωπό της. Εκείνος, ντροπαλός και φοβισμένος, ήταν λιγομίλητος, ίσως και απότομος αλλά πάντα ευγενικός. Την παρατηρούσε κάθε φορά πως εξυπηρετούσε τον κόσμο, πόσο καλοσυνάτη και φιλεύσπλαχνη ήταν με όλους. Έφτασε σε σημείο να κατεβαίνει κάθε μέρα από το βουνό μόνο και μόνο για να την βλέπει. Ένιωθε ότι είχε τόση ανάγκη το φως που εξέπεμπε. Του είχε τόσο λείψει.

Κάποια μέρα μετά από καιρό, είχε φτάσει άνοιξη πια, η κοπέλα ξανανέβηκε στο βουνό να μαζέψει λουλούδια κι άλλα βοτάνια για το μαγαζί του πατέρα της. Έφτασε κοντά στο σπίτι του γίγαντα χωρίς να το καταλάβει. Εκείνος καθόταν σε μια γωνιά στην αυλή, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που την είδε και τόσο απορροφημένος στο να την κοιτάζει, που δεν πήγε να της μιλήσει.

Καθώς τακτοποιούσε τα άνθη στο καλάθι της άρχισε να σιγοτραγουδά ένα παλιό τραγούδι. Ο γίγαντας όταν το άκουσε από την γλυκιά φωνή της μαρμάρωσε. Τη στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Από την ντροπή της, έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και σταμάτησε να τραγουδά. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναξε ο γίγαντας.

Συνέχισε να τραγουδά λίγο δειλά στην αρχή, αλλά όσο έβλεπε ότι τον ευχαριστούσε, τόσο δυνάμωνε τη φωνή κι έβαζε πάθος στο τραγούδι της, το οποίο ήταν το αγαπημένο των γονιών του. Η φωνή της, η όψη της, ο τρόπος που το έλεγε τον έκαναν να συγκινηθεί τόσο, που άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Ο πόνος των δακρύων του τον έκανε να γονατίσει, αλλά δε σταμάτησε να κλαίει.

Η κοπέλα έτρεξε κοντά του σαστισμένη, έπιασε το πρόσωπο του με τα δυο της χέρια και βλέποντας τα κρύσταλλα να κυλούν, του άγγιξε τα μάτια και άρχισε πάλι να τραγουδά, πιο δυνατά από πριν. Ξάφνου, το θαύμα συνέβη! Τα κρύσταλλα άρχισαν να λιώνουν για να δώσουν τη θέση τους σε κανονικά δάκρυα. Μόλις ένιωσε ότι ο πόνος είχε φύγει, σταμάτησε το τραγούδι και τον αγκάλιασε.

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!» της έλεγε εκείνος ξανά και ξανά με ανακούφιση. «Το φως σου έδιωξε το φόβο μου. Σ’ ευχαριστώ!».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ» του απάντησε.

«Για χρόνια έβλεπα στο όνειρο μου ένα κρυστάλλινο σπίτι να λιώνει και μέσα έναν άνδρα να πνίγεται από το νερό κι αυτό το τραγούδι να ακούγεται σιγανά από πίσω. Ξυπνούσα ταραγμένη κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να κάνω κάτι να τον βοηθήσω. Τώρα καταλαβαίνω!»

 «Μείνε εδώ κοντά μου» την παρακάλεσε.

Του χαμογέλασε και κοιτώντας τον στα μάτια τού είπε «Μα πως μπορώ να φύγω από τον άνθρωπο που δέχθηκε την αγάπη μου γι’ αυτόν και την έκανε δάκρυ γιατρειάς;».

Κι έτσι έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα γνωρίζοντας πια πως το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν πονά είναι η αγάπη. 

Μάτια οθόνες

12 Αυγούστου, 2015

Τα μάτια σου δε με κοιτούν όπως άλλοτε,
μονάχα αδιαφορία αντικρίζω.
Μέσα σ' αυτό το βλέμμα που είναι από γυαλί,
τη μοναξιά μου πάλι καθρεφτίζω.
Τα σπίτια μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που σου ζητούσα να βγεις έξω να σε δω.
“Τα κέρατα στα κεραμίδια”,
το τσιμέντο στην αυλή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.
 
Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι η προβολή είναι δωρεάν
για να παιχτούν της κοινωνίας
όλα τα ίσως και τα αν.
Καλά κρατά η αμφιβολία
κι η ανοησία της σιωπής,
στου κόσμου τον τρελό καθρέφτη
γίναμε όλοι συγγενείς.

Μάτια οθόνες, σας κοιτώ.

Τα χέρια σου δε μ' αγγίζουν όπως άλλοτε,
συνήθισα μονάχος ν' αλητεύω.
Το μόνο χάδι σου σ' ένα ψυχρό γυαλί,
στη μοναξιά μου μέσα σε ζηλεύω.
Οι πόρτες μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που όταν σε γύρευα σε έβρισκα εδώ.
Παράθυρα γίναν οι πόρτες,
η θέα πια ψηφιακή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.

Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι ειν’ η ζωή μας σ’ εκπομπή
μα όταν τα φώτα τους θα σβήσουν
ας γίνει η έκρηξη αμοιβή.
Ας σκοτεινιάσει η οθόνη,
να ζήσουμε από την αρχή,
στα δυο σου μάτια ν’ αντικρίσω
ξανά τη λάμψη απ' την ψυχή.

Μάτια εικόνες, αγαπώ.

1 2 3 4 5