Tag

τέχνη

Προμηθέας περί τέχνης

14 Ιουνίου, 2020

Σε είδα να βασανίζεσαι στο έλεος των όρνιων. Δεμένος σαν κατάδικος, να σε παραφυλούν, λες και το κρίμα σου ήταν το χειρότερο όλων των κριμάτων. Λύγισα στη θέα της αδικίας που προσωποποιούνταν μπροστά μου. Σε ρώτησα «Γιατί μας υπερασπίστηκες; Δε βλέπεις την αχαριστία τώρα; Κανείς δεν έρχεται να σε βοηθήσει. Φωτιά μας έδωσες και φωτιά παίρνεις».

«Η προσφορά δε γίνεται για να εξαργυρωθεί, ακόμα κι αν το δώρο του φωτός γίνει φωτιά από τον αποδέκτη». Η απάντηση σου αινιγματική για το ανθρώπινο θνητό μυαλό μου. Η έκφραση του πόνου και της κούρασης στο πρόσωπό σου υψωνόταν σαν τείχος που δε με άφηνε να δω τα πραγματικά σου αισθήματα. Μάντεψα πως δεν είχες μετανιώσει. Δεν είχα άδικο.

«Αν δεν είχες φανεί τόσο γενναιόδωρος όμως, ίσως ο κόσμος μας να ήταν καλύτερος τώρα».

Η ανθρώπινη άγνοια οδηγεί συχνά στη βλασφημία κι εγώ είχα επιδοθεί και στα δυο εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνοντας την αχαριστία του είδους μου προς το αιώνιο δώρο. Έκλεισες τα μάτια σφιχτά, σαν να μάζευες δύναμη για να με κοιτάξεις σταθερά. Όταν τα άνοιξες, η αλήθεια του βλέμματός σου με ανάγκασε να γονατίσω από ντροπή. 

«Γνωρίζεις ποιο ήταν πραγματικά το δώρο που έδωσα στους ανθρώπους;» με ρώτησες με φωνή που φανέρωνε πως η ελπίδα ήταν κραταιή ακόμα μέσα σου. Σώπαινα. Μου ήταν αδύνατο να αποκριθώ οτιδήποτε μετά από το τελευταίο μου ατόπημα.

«Πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται, μα το υπηρετούν. Μερικοί το ερευνούν και το εξελίσσουν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι οι λίγοι που βρίσκουν ζωή χάρη σ’ αυτό». Σταμάτησες, δίνοντας μου την ευκαιρία να συμμετάσχω, όμως παρέμενα ακίνητος κι αμίλητος.

«Δεν ήταν η φωτιά που έδωσα στους ανθρώπους. Θα ήταν μάταιο να το κάνω, αφού μοιραία θα την ανακάλυπταν από μόνοι τους. Η φωτιά υπάρχει στη φύση. Εκείνο που ο άνθρωπος έπρεπε να ανακαλύψει ήταν πώς να παίρνει τα υλικά και να τα εξυψώνει σε κάτι ανώτερο. Σε κάτι που δεν μπορεί να βρει έτοιμο γύρω του. Αυτό είναι η τέχνη. Γι’ αυτήν τιμωρήθηκα και θα το έκανα ξανά αν χρειαζόταν». Οι τρομεροί φύλακες που παρακολουθούσαν το διάλογό μας κάγχασαν. Η λοιδορία τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος με πείσμωσε. Στάθηκα ξανά στα πόδια μου.

«Γιατί σ’ εμάς;» σε ρώτησα δαγκώνοντας τα χείλη μου με απόγνωση.

«Η τέχνη δεν ανήκει στους Θεούς. Χρειάζεται πόνο, μόχθο, ύλη και θάνατο για να πιάσει την ψυχή από την άβυσσο και να την ανεβάσει στα ουράνια. Θέλει σάρκα η τέχνη. Χέρια ροζιασμένα, κορμί αδύναμο και καρδιά ικανή για την υπέρβαση».

«Μα τη μολύναμε. Δε μας αξίζει πια» παραδέχτηκα φιλότιμα.

«Γι’ αυτό ακριβώς τη χρειάζεστε. Η τέχνη είναι η θεά της μετουσίωσης και η μητέρα της ελπίδας». Έγειρες το κεφάλι αποκαμωμένος. Ένιωσα ένα χρέος να αγκαλιάζει απαλά τις πλάτες μου. Μου είχες επιστρέψει το δώρο που προσπάθησα αχάριστα να αποτάξω. Μέσα σε λίγες λέξεις, με δίδαξες πως η αμφιβολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί τον εαυτό του. Μα και πως εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης του. Στην αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του.

Η μαγική πηγή

22 Απριλίου, 2020

«Μια φορά κι έναν καιρό, σκαρφαλωμένη σ’ έναν απόκρημνο βράχο, μια πηγή ανάβλυζε, ξεδιψώντας όσους ζητούσαν να πιουν από αυτήν.

Δυσπρόσιτη όπως ήταν, για να την φτάσει κανείς έπρεπε να έχει τη θέληση να αναρριχηθεί ως την κορυφή του βράχου κι έπειτα να κατέβει το στενό και δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε σ’ εκείνη. Πολλοί ανέβαιναν, στέκονταν, αλλά δίσταζαν να κατέβουν, είτε από κούραση είτε από φόβο. Αγνάντευαν τη θέα από τον βράχο και διηγούνταν στους φίλους τους όλο καμάρι, πώς κατάφεραν να φτάσουν.

Υπήρχαν κι εκείνοι που δεν υπολόγιζαν τίποτα προκειμένου να γευτούν το ιερό νερό της. «Ασκητές» τους αποκαλούσαν. Οι περισσότεροι έμεναν εκεί για ώρες έως και μέρες, μη μπορώντας να αποχωριστούν τον υδάτινο θησαυρό.

Μα η πηγή δεν ανάβλυζε απλά νερό. Θρύλοι το ‘χαν πως όποιος έπινε μία φορά, δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Μεταμορφωνόταν και κουβαλούσε τη δροσιά στην ψυχή του μέχρι να πεθάνει.

Η γενναιοδωρία της μαγικής πηγής δε σταματούσε εκεί. Σ’ όσους παράβλεπαν τον κόπο κι έκαναν το παν για να την αγγίξουν, χάριζε από ένα δώρο. Ένα δώρο ψυχής».

«Τι δώρο ήταν αυτό παππού;» ρώτησε η μικρή με μάτια που άστραφταν από αγωνία.

«Η αφύπνιση του ταλέντου» απάντησε ο παππούς με ένα ίχνος νοσταλγίας.

«Τι σημαίνει αυτό;» απόρησε το κορίτσι.

«Σημαίνει, μικρή μου, πως οποίος κατάφερνε να πιει, έστω και μια φορά, από εκείνη την πηγή, ανακάλυπτε μέσα του την τέχνη για την οποία ήταν φτιαγμένη η ψυχή του. Πολλούς ξεδίψασε αυτή η πηγή. Ζωγράφους, συγγραφείς, γλύπτες, μουσικούς κι ένα σωρό άλλους καλλιτέχνες. Πείτε μου όμως τώρα. Καταλάβατε ποια είναι η πηγή;»

Το κοριτσάκι σώπασε, μην ξέροντας τι να απαντήσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, χωρίς να αφήσει από το χέρι του το μολύβι που σχεδίαζε ασαφείς γραμμές στο χαρτί που βρισκόταν μπροστά του, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον παππού του. Είχε αντιληφθεί πως η ιστορία προοριζόταν κυρίως για εκείνον.

Κατέβασε πάλι το βλέμμα στο χαρτί. Άρχισε να ενώνει τις σκόρπιες γραμμές, ώσπου διακρίθηκε ένα σχέδιο. Όσο σχεδίαζε, τόσο περισσότερο πάθος γέμιζαν οι κινήσεις του. Φαινόταν σαν να μη βρισκόταν κοντά τους. Αγκομαχούσε σχεδόν, σαν να σκαρφάλωνε. Στο μέτωπο του φάνηκαν οι πρώτες σταγόνες κόπου. Τις σκούπισε με μια βιαστική, μηχανική κίνηση και συνέχισε. Σιγά-σιγά, καθώς περνούσε στις λεπτομέρειες του σχεδίου, το χέρι του γλιστρούσε πιο απαλά. Προσέθετε σκιές, τόνιζε γραμμές, σχεδίαζε καμπύλες.

Ο παππούς τον κοιτούσε με ένα χαμόγελο υπερηφάνειας να φουσκώνει τα χείλη του. Η μικρή αδερφή παρακολουθούσε αποσβολωμένη.

Όταν τελείωσε, το βλέμμα του επανήλθε με δυσκολία στο χώρο του δωματίου. Την έκφραση του προσώπου του είχε ωριμάσει η πληρότητα της εμπειρίας. Προέτεινε το σχέδιο στον παππού. Εκείνος το πήρε και το κοίταξε προσεκτικά. Η μικρούλα, όμως, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη μυστική σιωπή των δυο ανδρών.

«Πολύ όμορφο είναι! Μα αυτή η πηγή δε βγάζει νερό! Βγάζει μολύβια!» είπε γεμάτη απορία κι έκπληξη.

«Ακριβώς!» της είπε ο παππούς.

«Δεν καταλαβαίνω…» παραδόθηκε στην πολυθρόνα της απογοητευμένη.

«Η ιστορία μας, μικρή μου, μιλά για την πηγή της Έμπνευσης. Από αυτήν ήπιε ο αδερφός σου κι έφτιαξε αυτό το σχέδιο. Θυμάσαι που σου είπα πως η πηγή σε βοηθά να ανακαλύψεις την τέχνη σου;»

«Ναι» απάντησε σε μια προσπάθεια να καταλάβει.

«Ποιά τέχνη πιστεύεις ότι ανακάλυψε ο αδερφός σου;»

«Τη ζωγραφική!» είπε χαρούμενη που ήξερε την απάντηση.

«Πολύ σωστά! Γι’ αυτό η πηγή που ζωγράφισε βγάζει μολύβια. Γιατί η έμπνευση πότισε το μολύβι του με το νερό της. Και από εδώ και πέρα θα συνεχίσει να το ποτίζει».

Τελείωσε το λόγο του, εναποθέτοντας ένα στοργικό βλέμμα στον εγγονό του, που τόσο του θύμιζε τον εαυτό του και το ταλέντο που ο ίδιος είχε ανακαλύψει στα νιάτα του. Το ταλέντο εκείνο που στόλιζε τους τοίχους γύρω τους και τις ψυχές όσων τους αντίκριζαν.

Φαντασία vs πραγματικότητα

3 Απριλίου, 2020

Δύο από τις διαστάσεις στις οποίες χωρίζονται τα πεδία της ζωής είναι, αναμφίβολα, η πραγματικότητα και η φαντασία. Ως πραγματικότητα θεωρούνται οι καταστάσεις που καλούμαστε καθημερινά ν’ αντιμετωπίσουμε εν σώματι με εργαλεία το μυαλό και το συναίσθημά μας. Ως φαντασία, από την άλλη, ορίζεται το φάσμα στο οποίο το μυαλό μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε κατά βούληση, ανεξάρτητα από αυτό που βιώνει στην πραγματικότητα.

Η φαντασία, ως χωρόχρονος των εν εγρηγόρσει ονείρων, επιτρέπει ένα διαφορετικό πεδίο πράξεων από την πραγματικότητα. Απενοχοποιημένος από οποιαδήποτε κοινωνικά στερεότυπα, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί όπου θέλει, οικειοποιούμενος παράλληλα όποια χαρακτηριστικά επιθυμεί για τον εαυτό του και τους γύρω του.

Κατεξοχήν πνευματική ικανότητα, λίγο πιο ανεπτυγμένη στους καλλιτέχνες, η φαντασία είναι και ο οίκος της έμπνευσης. Στεγάζοντας, λοιπόν, όνειρα, φιλοδοξίες και δημιουργικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του ανθρώπου, είτε εκείνος αποφασίζει να λειτουργεί ενεργά ως προς αυτήν, είτε ονειροπολεί και δέχεται ως επί το πλείστον παθητικά το αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας τρίτων.

Συχνά, η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως αντίπαλος της φαντασίας. Αυτό συμβαίνει διότι η δεύτερη τείνει να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας, την οποία η πραγματικότητα δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Άλλος ένας παράγοντας υπέρ της φαντασίας είναι πως τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο της πνευματικής πτυχής του ανθρώπου, ενώ η πραγματικότητα καθορίζεται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς από αυτόν. Γι’ αυτό και η φαντασία, ως πεδίο δράσης, υπερτερεί της πραγματικότητας στην προτίμηση των περισσότερων ανθρώπων.

Τέλος, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί στον κόσμο της φαντασίας με ένα απλό άλμα σκέψης από όπου κι αν βρίσκεται, χωρίς τη συνοδεία του σώματος του. Δεδομένης αυτής της δυνατότητας, η ονειροπόληση ή η δημιουργική φαντασία, αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μέσα απόδρασης από την καθημερινότητα και τις έγνοιες που αυτή συνεπάγεται. Ένας τρόπος να ανακτήσει ο άνθρωπος δυνάμεις και να αισθανθεί ζωντανός κι απελευθερωμένος από περιορισμούς και υποχρεώσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο ποθητή κι αν είναι, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορούμε να ζήσουμε μία ζωή με πληρότητα, επισκεπτόμενοι μόνο τη φαντασία μας. Η πραγματικότητα είναι εκείνη που, εν τέλει, μας διαμορφώνει και εξελίσσει μέσα από την απειλή του απρόβλεπτου και τη δύναμη της εμπειρίας που χτίζει. Όσο ελκυστικός κι αν είναι ένας κόσμος όπου όλα συμβαίνουν κατ’ ευχήν ή, αν μη τι άλλο, ελεγχόμενα, δια του πόνου και μόχθου της πραγματικότητας είναι που φτάνουμε στην πολυπόθητη αυτογνωσία.

Ό,τι κι αν σκαρφίστηκε ποτέ η φαντασία του ανθρώπου, η ζωή πάντα έβρισκε τον τρόπο να αποδεικνύεται ένα βήμα παραπέρα. Όπως είναι γνωστό, «η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνά τη φαντασία» και γι’ αυτό ουσιαστικά αποτελεί την αστείρευτη πηγή έμπνευσης της. Ακόμα και καλλιτεχνικά, όταν η δημιουργική επινόηση μας διδάσκει την τέχνη της αναπαράστασης, η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με την γνησιότητα.

Εξάλλου, το αποτέλεσμα της έμπνευσης, είτε αυτό είναι έργο ζωγραφικής, συγγραφικό, θεατρικό, μουσικό ή οποιασδήποτε μορφής τέχνης, χρειάζεται υλοποίηση για να μοιραστεί στο κοινό του και να αφήσει το γνήσιο αποτύπωμά του.

Στην ουσία, λοιπόν, φαντασία δεν νοείται χωρίς πραγματικότητα και η πραγματικότητα γίνεται πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμη μέσω της φαντασίας. Είτε είμαστε ονειροπόλοι, είτε πραγματιστές, οι δυο αυτές διαστάσεις είναι αλληλένδετες και απαραίτητες, σε διαφορετικές για τον καθένα αναλογίες, προκειμένου να έχουμε μια αρμονική συνύπαρξη σώματος και πνεύματος. Διότι αν η πραγματικότητα θέτει τα όρια του ανθρώπου εντός της σάρκας του, η φαντασία διευρύνει τα σύνορα της ψυχής του.

Το ταλέντο

Να ψάξεις να βρεις το ταλέντο σου.
Είναι το χάρισμα που σου δόθηκε για να πορευτείς στη ζωή.
Μην το αμελήσεις.
Είναι εξίσου σημαντικό με το να βρεις την αγάπη.
Αν το έχεις ήδη αναγνωρίσει, καλλιέργησε το.
Ταξίδεψε το.
Μάθε το και θα σε μάθεις.
Είναι ο καλύτερος σύντροφος στο μοναχικό ταξίδι της ψυχής.
Δεν υπάρχει πιο βαθιά δυστυχισμένος άνθρωπος
από αυτόν που χαράμισε το ταλέντο του.

Το κορίτσι κι η σκακιέρα

21 Αυγούστου, 2019

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι. Χορός και ζωή ήταν ένα για εκείνη. Το βλέμμα της άνοιξης στα μάτια της, αγνό και καθαρό. Ήθελε μόνο να χορεύει. Αυτή ήταν η ειλικρίνεια της καρδιάς της. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την καταλάβαιναν, μα δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη είχε για προστασία την αγκαλιά της μουσικής στο σώμα της όταν γίνονταν ένα.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή της έδινε κι ένα χρώμα. Σε άλλους χρώματα λουλουδιών, σε άλλους στοιχείων της φύσης. Η μητέρα της, για παράδειγμα, είχε το χρώμα του κοραλλιού, ο πατέρας της το πράσινο του σμαραγδιού κι ο μεγάλος αδερφός της το μπλε της βαθιάς θάλασσας. Λάτρευε τη φύση και μάθαινε από αυτήν. Ξεσήκωνε τις κινήσεις των δέντρων, των ποταμών και τις ενσωμάτωνε στο χορό της. Της άρεσαν πολλά χρώματα, αλλά δε μπορούσε να αποφασίσει ποιο χρώμα ήταν το δικό της. Είχε ψάξει πολύ, αλλά μάταια, ώσπου άφησε τη ζωή να διαλέξει χρώμα για εκείνη.

Κάποτε, έκανε αίτηση για να κερδίσει υποτροφία για φοίτηση σε μια σχολή χορού. Εκείνη την ημέρα θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα. Η αγωνία της ήταν τόσο μεγάλη που ένιωθε πως οι χτύποι της καρδιάς της θα μπορούσαν άνετα να δώσουν το ρυθμό για χορογραφία. Μόλις μπήκε στο κτίριο, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα αναμονής. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς και πολύς κόσμος βρισκόταν εκεί λόγω της ημέρας.

Η αίθουσα αναμονής ήταν ένας μακρόστενος διάδρομος που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ασπρόμαυρο πάτωμα σε σχέδιο σκακιέρας. Το κορίτσι έμεινε να το παρατηρεί. Όσο κι αν λάτρευε τα χρώματα, αυτός ο μονότονος καμβάς την προσέλκυε, όπως έναν αστροφυσικό η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη. Ο παλμός της επιτάχυνε, κάνοντας το δέρμα στο πλάι του λαιμού της να ταλαντώνεται σαν μεμβράνη κρουστού οργάνου. 

Έγειρε το κεφάλι και το δεξί της πόδι, όμοιο με πινέλο ζωγράφου που ετοιμάζεται για την παρθενική πινελιά του, άγγιξε ένα λευκό πλακάκι. Με μια πιρουέτα, στριφογύρισε με χάρη το κορμί της. Το τεντωμένο πέλμα της πήρε λίγο μαύρο κι έπειτα ξανά λίγο λευκό και μ’ ένα απότομο τίναγμα σκόρπισε με τη φαντασία της μια βροχή από γκρίζο. Συνέχισε να ακροβατεί πάνω στην ασπρόμαυρη παλέτα της, πότε αργά, με ακρίβεια και πότε δυναμικά και παθιασμένα, δίνοντας μορφή στον πίνακα που είχε στο μυαλό της. 

Με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και το λευκό κορμάκι χορού που φαινόταν πάνω από το αέρινο μαύρο παντελόνι της, έμοιαζε με ασπρόμαυρο κύκνο που λικνιζόταν στο ρυθμό μιας ανύπαρκτης μουσικής συμφωνίας και καθρεφτιζόταν σ'έναν αόρατο καμβά, εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων. 

Όταν σταμάτησε, με την ένταση να πάλλει ακόμη τα κύτταρα της και το συναίσθημα να αναβλύζει από τις εκφράσεις του προσώπου της, ένιωθε πληρότητα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το περιγράψει. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι κατάφερε να τους χρωματίσει με τον χορό της. Το έβλεπε στα πρόσωπα τους.

Μέσα σε αυτήν την αίθουσα με το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα χρώματα που εκείνη έβλεπε είχαν μοιραστεί στα μάτια τους. Ανάμεσα τους ήταν κι οι καθηγητές που θα ανακοίνωναν τα αποτελέσματα. Δεν είχε πετύχει την υποτροφία με την αίτηση της. Την κέρδισε όμως με τον χορό της. Ήταν η καλύτερη παρτίδα σκάκι που παίχτηκε ποτέ από έναν μόνο παίκτη.

Από εκείνη την ημέρα, τα όνειρα της άρχισαν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής της. Τότε ήταν που κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μέσα στην τέχνη δε μπορούν να περιοριστούν σε ένα χρώμα. Όχι γιατί είναι καλύτεροι από τους άλλους. Αλλά επειδή μοιάζουν με το νερό. Παίρνουν το χρώμα που τους δίνει ο ουρανός της τέχνης τους για να ξεδιψούν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Δε θα ξεχνούσε ποτέ το χάρισμα που της αποκαλύφθηκε εκείνη την ημέρα, σε μια αίθουσα αναμονής με ασπρόμαυρο πάτωμα.

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι' αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.

Φωτοσταλίδες

2 Δεκεμβρίου, 2018

Ω μούσα εσύ πολύμορφη, τόσες εμπνεύσεις δίνεις
Την πένα κρατά μου γερά κι έχω μακρύ ταξίδι
Να φτάσω μες την άβυσσο να διηγηθώ το πάθος
Το πάθος που έγινε έρωτας κι αυτός αγνή αγάπη
Αφού ψυχή δεν πούλησε στα χρόνια του στον Άδη.

Νέος αγνός και καθαρός σαν σύγχρονος Ορφέας
Τη μουσική είχε για άρμα του, μ' αυτό και πορευόταν.
Ώσπου η μοίρα τα ‘φερε και στην αυλή μιας νέας
Να συναντήσει τη χαρά που χρόνια ονειρευόταν.

Η αυλή της ήταν όμορφη, σπαρμένη με λουλούδια
Κι εκείνος πια θεώρησε, βρήκε την Ευρυδίκη
Άρχισε να της τραγουδά του ανθώνα του τραγούδια
Που να ‘ξερε ότι η μουσική θα φέρει θεία δίκη!

Πατέρα είχε τον Πλούτωνα, τη Δήμητρα μητέρα
Σαν Περσεφόνη που διαιρεί τη νύχτα από τη μέρα.
Εκείνη μέρα ήθελε να έχει στην ψυχή της
Μα άλλη γνώμη είχανε γι' αγάπη οι γονιοί της.
Η μάνα της τη φρόντιζε, την υπεραγαπούσε
Μα ο πατέρας της κλουβί της έχτισε και ζούσε
Στου Άδη μέσα τα σκιερά κι αφώτιστα σοκάκια
Πεδία Ηλύσια τα ‘λεγε, μα κόλαση ήταν άδεια.
Κενή από την ομορφιά που φέρνει η αγάπη
Γεμάτη μόνο με είδωλα στου Αχέροντα κατάρτι.

Η κόρη μόλις γνώρισε τον νέο γιο της μούσας
Αμέσως ερωτεύτηκε του ήλιου του τα λούσα.
Γιατί είχε φως μες την καρδιά και μουσική στα μάτια
Κι η αρμονία του λόγου του την πήγε σε παλάτια.
Μακριά απ' του Άδη τη σπηλιά την πετροσφαλισμένη
Να ξεμουδιάσει τα φτερά η ψυχή η φυλακισμένη.

Στην φυλακή δεν άργησε ξανά όμως να γυρίσει
Μόλις ο ήλιος έφτασε στου τέλους του τη Δύση.
Κι ο νέος απ' το φόβο του μην αποχωριστούνε
Στη γη την ακολούθησε βαθιά μέσα να μπούνε.
Είδε τους δρόμους σκοτεινούς, τα είδωλα στους τοίχους
Κι είπε να πείσει την καρδιά πως ζει μέσα στους μύθους.
Μα η ψυχή του θέλησε να την αγνοπροσέχει
Αφού για αυτόν η αγάπη τους απ 'τ' άλλα όλα προέχει.

Στη μούσα τότε ορκίστηκε για την αγνή αγάπη
Στην κόλαση να μείνει εκεί στης κόρης την αγκάλη
Άσπιλη και αμόλυντη κρυφά να την κρατήσει
Μην μπει το σκότος στη ψυχή και της την μαγαρίσει.

Χρόνια πολλά περάσανε, συνήθισε η ματιά του
Του κάτω κόσμου η σκιά πάντα στα βήματα του
Μα η μουσική δεν έλειψε ποτέ απ' τη ζωή του
Αφού σ' αυτήν εμύησε την κόρη, την καλή του.
Η μουσική τους έθρεφε με νέκταρ κι αμβροσία
Και έχτισε ένα σπιτικό σε άυλη εστία.
Αυτή και τους νανούριζε, αυτή και τους ξυπνούσε
Κι ό,τι όμορφο είχαν στην ψυχή εκείνη το υμνούσε.

Το φως όμως δεν έφτανε να δέσουν οι καρποί τους
Και σαν στο χώμα έπεφταν, σκουλήκια οι σύντροφοι τους.
Άλλοι τους σφετερίζονταν και άλλοι τους τρυγούσαν
Νεκροί στο σώμα, στην ψυχή, σθένος απομυζούσαν.
Ακόλουθοι του Πλούτωνα, ηγέτες κι υπηρέτες
Στάλα ψυχής μυρίζονταν κι έτρεχαν σαν επαίτες.
Μην και στον Κόσμο επάνω βγει μια τους δημιουργία
Και γκρεμιστεί ευθύς μεμιάς του Άδη η δυναστεία.

Η μούσα όμως προστάτιδα του νέου και της νέας
Είχε νήμα την έμπνευση από το κάθε άσμα
Και δυο μανδύες ύφαινε στο τέλος της ημέρας
Να τους φυλάνε απ' το κακό και πλοίο να είν' συνάμα.
Πλοίο για τον Αχέροντα να μην τους παρασύρει
Δικιά τους βάρκα να τους πάει σε φωτεινό γιοφύρι.
Είν' το γιοφύρι που συνδέει το βίος του Κάτω Κόσμου
Μ' όλο τον πλούτο της στεριάς που δεν είναι δικός του.

Εκεί κρυφά ακουμπούσανε κάποιες φωτοσταλίδες
να φέγγουνε τον δρόμο τους, να τρέφονται οι ελπίδες.
Μην και στο Έρεβος βρεθούν κι αγγίξουνε τη Λήθη
Πικρό νερό εκεί και πιουν κι αλλάξουνε τα ήθη.

Αυτά ήταν τα σχέδια του Πλούτωνα δυνάστη
Να θανατώσει του έρωτα περήφανο το άτι.
Να λείψει η αγάπη απ' την ψυχή, να έρθει η διχόνοια
Και να περάσουνε νεκροί τα υπόλοιπα τους χρόνια.

Σημάδια η μούσα έστελνε για να τ' ακολουθούνε
Να φτάσουνε στον Κέρβερο, στο Έρεβος να μπούνε.
Μα αντί στης Λήθης την πηγή, σ' αυτή της Μνημοσύνης
Να λούσουνε την κεφαλή με πνεύμα της ευθύνης.
Μύστης να γίνει ο Ορφεύς και μ' όπλο του τη λύρα
Να φέρει στον Αχέροντα ανείπωτη πλημμύρα.
Και σαν φουσκώσουν τα νερά, ιέρεια η Ευρυδίκη
Με λόγο της στη μουσική να φέρει αιώνια δίκη.
Να φτάσει ως τα Τάρταρα αγνό ύδωρ καθάριο
να εξαγνιστούνε οι ψυχές, να πάρουνε κουράγιο.

Σεισμός να γίνει και στη γη να βγει η αδικία
Για να τη δούνε οι θεοί, να επέλθει τιμωρία.
Μα τιμωρία πιο βαριά απ' το βαθύ σκοτάδι
Που μέσα του είχε ο Πλούτωνας σαν έχτισε τον Άδη
Δεν είχε ούτε ένας θεός να βρει για να του δώσει.
Κι έτσι άφησαν τα σχέδια να του τα ματαιώσει
Η αγάπη που είχαν στην καρδιά ο νέος και η νέα
Του κάψε το βασίλειο και έφερε ημέρα.

Ξημέρωσε για τις ψυχές που ήταν φυλακισμένες
Στου Άδη τη βαθιά τη γη άδικα εκεί κλεισμένες.
Για δαύτες βρήκαν οι θεοί νέα κρίση να περάσουν
Τα κρίματα τους στη σκιά όλα να τα μοιράσουν
Κι αφού μ' αυτά τρεφότανε, ο στυγερός αφέντης
Δάκρυα κι αναστεναγμοί να γίνουνε αψέντι
Μήπως το δηλητήριο το φάρμακο του δώσει
Κι η ανελέητη ψυχή δικαίως μετανιώσει.
Κι έτσι μαζί με τις ψυχές που ελευθερωθήκαν
Σε άρμα πάνω μουσικής ανέβηκαν και βγήκαν
Οι δυο νέοι που ανέλαβαν στης μούσας τους τη στέγη
Με μελωδίες να υμνούν κάθε ψυχή που φεύγει
Από τη Γη για το άυλο σπίτι του Δημιουργού της
Και στην Αγάπη να εισχωρεί του Άγνωστου Θεού της.

Η λευκή πάπια

28 Νοεμβρίου, 2018

Κάποτε ήταν ένα αγόρι που αγαπούσε τις πάπιες. Όνειρο του ήταν να έχει μια πάπια για συντροφιά. Να μένει μαζί του κι εκείνος να τη φροντίζει. Όμως ζούσε σε διαμέρισμα κι έτσι δε θα μπορούσε να τη συντηρήσει. Να της προσφέρει στοργή, αλλά και λίγο από τη φύση της.

Είχε μελετήσει τα πάντα για τις πάπιες. Πώς γεννιούνται, πού ζουν, τι τρώνε, τη συμπεριφορά τους, μέχρι και την ανατομία τους. Όποιο ντοκιμαντέρ υπήρχε για πάπιες το είχε δει και όποιο βιβλίο το είχε διαβάσει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν να πηγαίνει και να ταΐζει τις πάπιες που ζούσαν σ’ ένα δημόσιο κήπο κοντά στο σπίτι του. Αυτές ήταν η έμπνευση του, αυτές η παρέα του, αυτές και η απασχόληση του. Καθόταν ώρες και τις παρατηρούσε για να επαληθεύσει αυτά που είχε δει και διαβάσει.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Στη δουλειά του, είχε γίνει λακωνικός και τυπικός με τους συναδέλφους του. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ταράζει. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνος ψύχραιμος συνέχιζε τη ζωή του. Ζούσε μακριά από τους συγγενείς του και με τους γείτονες δεν είχε ποτέ επαφές. Αν καθόταν να το καλοσκεφτεί, δεν είχε πια φίλους. Είχε μόνο τις πάπιες.

Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει για τη συνηθισμένη του βόλτα στον κήπο, έμελλε να συναντήσει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Στη λίμνη με τις πάπιες είχαν φέρει ένα νέο μέλος. Μια πάπια ολόλευκη σαν το χιόνι. Καθώς οι σταγόνες του νερού λαμπύριζαν με την κίνηση των φτερών της, μαγνήτιζε όλα τα βλέμματα των παρευρισκομένων. Κολυμπούσε περήφανη επιδεικτικά σα να ήθελε να επισκιάσει τις υπόλοιπες με την ομορφιά της. Η αλαζονεία της ήταν τέτοια, που όταν οι άλλες την πλησίαζαν, πετούσε απότομα μακριά μην και της μαγαρίσουν τα ολόλευκα φτερά με την ασχήμια τους.

Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Μια τέτοια πάπια ήθελε για συντροφιά και τώρα την είχε μπροστά στα μάτια του! Αν και η έκπληξη του ήταν μεγάλη, δεν έχασε καιρό και προσπάθησε να την πλησιάσει. Αυτή όμως πετούσε μακριά κάθε φορά. Της μίλησε, της χαμογέλασε, της εξομολογήθηκε πως αναζητούσε τη συντροφιά της, όμως αυτή εκεί. Συνέχεια απομακρυνόταν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν μόνο από τον κόπο του να την κυνηγάει. Ένιωθε ταραχή. Κάτι πιο μεγάλο από στενοχώρια. Μια ματαίωση των όσων είχε χτίσει τόσον καιρό μέσα του. Αυτή η πάπια δε φερόταν όπως οι άλλες. Ούτε όπως είχε διαβάσει, ούτε όπως είχε δει, ούτε όπως είχε παρατηρήσει.

Πιο πέρα στεκόταν μια κοπέλα. Τον κοιτούσε με προσοχή όση ώρα πάλευε να προσεγγίσει το ζώο.

«Είναι δύσκολη!» του είπε χαμογελώντας.

Γύρισε και την κοίταξε με το βλέμμα ενός ανθρώπου που το διακόπτουν από βαθιά μελέτη.

«Ορίστε;» αποκρίθηκε σαν να μην είχε ακούσει τι του είχε πει.

«Δε νομίζω ότι ωφελεί να την κυνηγάς.»

Σαν πρώτη αντίδραση του βγήκε να αγνοήσει την κοπέλα, όμως η καρδιά του, που βρισκόταν ήδη σε αναταραχή, είχε άλλα σχέδια.

«Έχεις ασχοληθεί με πάπιες;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Δε χρειάζεται. Απλά καταλαβαίνω ότι την τρομάζεις.»

«Την τρομάζω; Μα μόνο καλό θέλω να της προσφέρω!»

«Το ζώο δεν το καταλαβαίνει αυτό! Νιώθει την ταραχή σου και σε φοβάται.»

«Τι φοβάται;»

«Ότι θες να τη σκλαβώσεις.»

«Μα εγώ…»

«Μου επιτρέπεις;» τον ρώτησε.

Πήρε λίγα ψίχουλα από το χέρι του και τα έριξε στο νερό μπροστά της. Μόλις το είδε, η πάπια πλησίασε με απαλές κινήσεις, κουρασμένη και πεινασμένη από το κυνηγητό, κι άρχισε να τρώει.

«Αυτό ήθελε!» του είπε.

«Δηλαδή;» ρώτησε εκείνος με απορία.

«Ήθελε να σεβαστείς τη φύση και τις ανάγκες της. Ξέρεις είναι παρεξηγημένο ζώο η πάπια. Φαίνεται πως τίποτα δεν την επηρεάζει και πως προσαρμόζεται εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν είναι όμως έτσι. Κι αυτή φοβάται αν την απειλήσουν, κι αυτή στενοχωριέται αν της πειράξουν τα μικρά της, κι αυτή χαίρεται όταν είναι ελεύθερη. Αυτό που δείχνει είναι η άμυνα που της έδωσε η φύση της. Για να μπορέσεις πράγματι να την πλησιάσεις πρέπει να δεις πίσω από την άμυνα. Πρέπει να την νιώσεις. Όπως και όλα τα ζωντανά.»

Κατέβασε το κεφάλι του σκεπτικός. Αναλογίστηκε πώς και δεν το είχε σκεφτεί ο ίδιος αυτό μετά από τόση μελέτη. Όμως κατάλαβε. Είχε αφοσιωθεί τόσο στο να μάθει για τις πάπιες που έγινε ο ίδιος η άμυνα τους και έχασε τη φύση του. Χωρίς να το καταλάβει, κύλησαν δάκρυα από τα μάτια του. Δεν ήταν λύπης, ούτε χαράς. Ήταν δάκρυα αναγέννησης. Ξαφνικά θυμήθηκε ποιός είναι. Ποιός ήταν πριν αφήσει το πάθος του να τον παρασύρει. Είχε όρεξη για ζωή. Είχε φίλους. Θυμήθηκε την τέχνη του που παράτησε μέσα σε κάποιο υπόγειο μετά από κάποιες άσχημες τροπές της μοίρας.

«Γιατί στενοχωριέσαι τόσο πολύ;» ενδιαφέρθηκε η κοπέλα.

Την κοίταξε και χωρίς δισταγμό ξεκίνησε να της μιλάει. Όχι για τις πάπιες. Δεν είχαν πια σημασία. Για εκείνον. Για τη ζωή του. Εκείνη τον άκουγε με κατανόηση και δεχόταν την εξομολόγηση του σα να τον γνώριζε χρόνια. Στο τέλος της τα είπε όλα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Με την ευκολία που λες ό,τι πιο δικό σου σε έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι σου ή που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου.

Έφυγαν μαζί από το πάρκο εκείνη την ημέρα και έμειναν μαζί ως τα ξημερώματα συζητώντας.

Την επόμενη κιόλας μέρα της ζήτησε να πάνε μαζί στο ξεχασμένο υπόγειο και μετά πάλι στη λίμνη. Είχε πάρει ό,τι χρειαζόταν. Πινέλα, χρώματα, καμβά και την έμπνευση του. Θέμα του; «Η άμυνα είναι το προσωπείο της εικονικής δύναμης που πείθεις τον εαυτό σου ότι έχεις. Όταν πραγματικά βρεις τη δύναμη που έχεις μέσα σου, δε χρειάζεσαι άμυνα. Αμύνεσαι όταν φοβάσαι. Χωρίς εικονικότητα δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο Φως. Φως και δύναμη.»

Αυτή ήταν η επαγωγή της χτεσινής ημέρας.

Άρχισε να ζωγραφίζει ξανά. Όχι όμως την εικόνα που έβλεπαν τα μάτια του, αλλά αυτήν που ένιωθε η ψυχή του.

Μελοποίηση

4 Σεπτεμβρίου, 2014

Ω Μούσα εσύ,
προστάτιδα της Μουσικής κι ιέρεια
βοήθησε με, εμέ το δούλο της τον ταπεινό
το βίο της επάξια, λιτά να εξιστορήσω.
Ήταν παλιά, πολύ παλιά τότε που εκείνη ζούσε
κόρη σαν άνθος λεμονιάς κι αγνή ήταν σαν κρίνος
έπαιζε με τα χρώματα και σιγοτραγουδούσε.
Σιγόλεγε ήχους γλυκούς, Νότες αποκαλούνταν
κι ήτανε φίλες της καλές και στοργικές σαν κόρες.
Μια μέρα καθώς γύρναγε από τα πέρα μέρη
συνάντησε στο δρόμο της ωραίο παλικάρι.
Ήταν ψηλός σαν άνεμος κι είχε στα χέρια πένα
ήτανε δάσκαλος καλός, Λόγο τον εφωνάζαν.
Είχε την όψη σοβαρή, στα χείλη χαρμολύπη
Και σαν εκείνη αντίκρισε στάθηκε κι απορούσε:
«Σ’ όλης της Γης τα πέρατα και στων βουνών τα ύψη
τέτοια αρμονία ανήκουστη τα μάτια μου δεν είδαν.
Ω κόρη εσύ της ομορφιάς! Της μελωδίας χάρη!
Τ’ αυτιά πώς να πιστέψουνε, θρόισμα της αγάπης;»
Εκείνη χαμογέλασε, σεμνή πάντα όπως ήταν
και έδωσε τις Λέξεις του στις Νότες να τις πούνε.
Σαν άκουσε ο δάσκαλος τις Λέξεις τις δικές του
πώς Νότες ταξιδεύανε με τόση αιθέρια χάρη,
την πένα έπιασε ευθύς και άρχισε να γράφει
ό,τι η Θεά η Έμπνευση του έστελνε από πάνω.
Οι Νότες συνεχίζανε τις Λέξεις να χορεύουν
κι η Μουσική συνέθετε σεμνά τα βήματά τους.
Σαν τέλειωσε το μαγικό ταξίδι των ονείρων,
η Μουσική πια στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Ο Λόγος, όμως, ο γραφεύς, μ’ ακούραστη την πένα
έσπευσε τον απόγονο μ’ όνομα να στολίσει.
«Μελοποίηση!» φωνάζει αχνά, μην τύχει και ακούσουν
κάποιοι τυχόν περαστικοί, άδειοι απ’ αρμονία.
Η Μουσική συναίνεσε, έγνεψε το κεφάλι
και το παιδί αγκάλιασε μ’ όλη της την αγάπη.
Ο Λόγος και η Μουσική για χρόνια ζουν, αιώνες
και πάντα προστατεύουνε απ’ τ’ Ουρανού τα ύψη
την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη.