Tag

ζωή

Τσικνοπέμπτη

16 Φεβρουαρίου, 2023

Θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά και ρωτούσαμε κάθε χρόνο τους μεγάλους αν η Τσικνοπέμπτη είναι αργία. Η αρνητική απάντηση μάς απογοήτευε κάθε φορά, αλλά δεν πτοούμασταν. Η σκέψη πως είναι μια γιορτή μέσα στη μέση της εβδομάδας, που ναι μεν δουλεύουμε και πάμε σχολείο το πρωί, αλλά το βράδυ γιορτάζουμε τρώγοντας και πίνοντας, ήταν εντελώς παράδοξη για το μικρό μας μυαλουδάκι.

Μεγαλώνοντας, αναγκαστήκαμε ν’ αποδεχτούμε πως η αγαπημένη μας Τσικνοπέμπτη, με τα τόσο νόστιμα μεζεδάκια και τις γαργαλιστικές μυρωδιές, είναι απλά μια καθημερινή με γιορτινή χροιά.

Μα μήπως έτσι δεν είναι κι η ζωή μας; Δεν έχει πάντα όλες τις χαρές ή τις λύπες μαζεμένες. Ανάμεικτα τα συναισθήματά μας δημιουργούνται και μ’ αυτά πορευόμαστε. Η κάθε μέρα που περνά έχει κάτι νόστιμο, κάτι πικάντικο, κάτι μεθυστικό που – έστω για λίγο - την κάνει να μοιάζει με γιορτή μέσα στην άχαρη ρουτίνα. Κι εκεί που η υποχρέωση μοιάζει να σε πνίγει στον ασφυκτικό κλοιό της, ένα αστείο, μια μελωδία, μια όμορφη συνάντηση τα ανατρέπει όλα και θυμάσαι πως στη ζωή δεν ήρθαμε μόνο για να δουλεύουμε, αλλά και να γλεντάμε!

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Άθλιο καρναβάλι

Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.

Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.

Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.

Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.

Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.

Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Ένα καλοκαίρι σβήνει

27 Αυγούστου, 2020

Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Αν… Μια πύλη προς μια παράλληλη ζωή

Αν…
Δυο γράμματα.
Μία πύλη προς μία άλλη ζωή.
Καλύτερη ή χειρότερη;
Σίγουρα διαφορετική.

Δυο γράμματα σαράκι της καρδιάς και φωτιά της λογικής.
Στοιχειώνουν το παρελθόν, υποθηκεύουν το μέλλον και απενεργοποιούν το παρόν.
Καταβροχθίζουν όνειρα και οργιάζουν με μια φαντασία διεστραμμένη από πόθο και φόβο.
Γίνονται σενάρια σε ένα έργο παράλληλο, οικείο μα και τόσο ξένο, άπιαστο και μακρινό.

Η αρχή της μάστιγας του άγχους.
Ό, τι δε ζεις σε αγχώνει.
Είτε για να το ζήσεις, είτε για να το αποφύγεις.
Σφυροκοπάς τα κάγκελα του κλουβιού σου
κι είτε ακούς φάλτσα, είτε μελωδίες, η φυλακή παραμένει μέσα σου.

Σταμάτα!
Αυτό που τόσο μειλίχια σου υπόσχονται αυτά τα δυο γράμματα δεν υπάρχει.
Εκείνο που σε τρομοκρατεί στην πιθανότητα του να συμβεί, δεν υπάρχει ούτε αυτό.
Η μόνη αλήθεια είναι πως αυτή τη στιγμή αναλώνεσαι σε κάτι ανυπόστατο.
Χαραμίζεις αυτή τη μοναδική στιγμή ζωής που δε θα ξανάρθει σε ουτοπίες και φαντάσματα.

Μόνο ένα "αν" αξίζει.
Εκείνο που σου ψιθυρίζει πως αν θες να ζήσεις, μην αργείς.
Μην αφήνεις να σου μικραίνουν τη ζωή δυο γράμματα.

1 2 3 4