Tag

ζωή

Πέτρα ή ζωή

Έτσι είναι η ζωή μερικές φορές.
Δε φυτρώνει σε κήπους ούτε σε παρτέρια.
Αρκείται σε λίγο νερό.
Κι αποφασίζει να δώσει λίγη ομορφιά εκεί που δεν υπάρχει.
Και τότε η πέτρα έχει δύο επιλογές.
Ή θα δεχτεί να ομορφύνει και θα ανοίξει μια χαραγματιά
για να επιτρέψει στη ζωή να φανεί
ή θα γίνει εμπόδιο μέχρι να βρει μόνη της η ζωή δρόμο προς τα έξω.
Όπως και να έχει η ζωή πάντα νικά.
Η ζωή είναι πιο δυνατή.
Πιο δυνατή από την πέτρα.
Πιο δυνατή από την απανθρωπιά.
Πιο δυνατή από τον θάνατο.
Διαλεξε λοιπόν τι θες να είσαι.
Πέτρα ή ζωή;

Ο ξενιτεμένος Οδυσσέας

4 Απριλίου, 2019

Το ταξίδι του μεγάλο
μα οι ελπίδες λιγοστές
να γνωρίσει την πατρίδα
να γιατρέψει τις πληγές

Λαιστρυγόνες και Σειρήνες
βρίσκει πάντοτε μπροστά
και η θέα της Ιθάκης
φεύγει όλο πιο μακριά

Τα φτερά του τα τσακίζουν
ατυχίες κι αναποδιές
κι απεχθάνεται να βλέπει
πίσω από κενές ματιές

Το ανάστημα ορθώνει
λίγο αν τύχει και του πουν
πως θα φτάσει, θα γυρίσει
εκεί που μόνο αγαπούν

Έχει μέσα φυλαγμένο
μυστικό μες την καρδιά
νόστο που κρατά κρυμμένο
καλοσύνη κι ανθρωπιά

Οδυσσέα ξενιτεμένε
με τον νόστο στην καρδιά
την Ιθάκη δεν την φέρνει
Πηνελόπης αγκαλιά

Πηνελόπη ειν’ η καρδιά σου
που κρατά το μυστικό
και Ιθάκη η αγάπη
στο γέλιο σου το παιδικό

Μέσα σου ό,τι ζητήσεις
αν το ψάξεις θα το βρεις
κανενός την ευτυχία
δεν την έφτιαξε κανείς.

Γι’ αυτό πάψε να πλανιέσαι
και ταξίδεψε απλώς
και θα δεις ο προορισμός σου
σε οδηγεί πάντα εντός.

Ο τελευταίος αγώνας

17 Δεκεμβρίου, 2018

Βυθίζομαι. Παλεύω να βγω στην επιφάνεια μα οι αλυσίδες με προφταίνουν. Ξαφνικά βρίσκω ένα βράχο μέσα στη θάλασσα. Τρέχω, αγωνίζομαι. Με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Αρχίζω να σκαρφαλώνω. Τα βράχια είναι απότομα και κοφτερά. Ματώνω. Μα δε σταματώ. Χάνω βήματα και ξαναπέφτω.
Με τραβά το σκοτάδι του βυθού κοντά του.

Αντιστέκομαι. Χωρίς δυνάμεις πια. Απορώ με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ ή τον σιχαίνομαι αλλά είναι το μόνο που έχω. Δεν μπορώ να ακούσω τη μελωδία της θάλασσας. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει. Το μόνο που ηχεί είναι ο βόμβος της προσπάθειας μου μέσα στο νερό. Δεν μπορώ να δω καθαρά. Τα μάτια μου έχουν πονέσει από το αλάτι. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Μόνο αγωνίζομαι. Δεν μπορώ ούτε να ονειρευτώ ούτε να νιώσω. Όλα έχουν νεκρώσει από την κούραση. Τι με κρατάει στη ζωή; Αναρωτιέμαι.

Ξαφνικά βλέπω ένα δελφίνι. Είναι μικρό. Ίσα που κολυμπά. Όμως προσπαθεί. Μαθαίνει. Δεν παραιτείται. Είμαστε στην ίδια κατάσταση. Μόνο που αυτό είναι στο περιβάλλον του και το έχει αποδεχτεί. Και πάνω που πήγα να βρω την ελπίδα, άρχισα να χάνω την ανάσα μου. Μέσα στον πανικό μου να προλάβω να ανέβω, βλέπω το μικρό δελφίνι να έρχεται προς το μέρος μου και να προσπαθεί να με σπρώξει προς τα πάνω. "Μα είναι τόσο μικρό, πως θα τα καταφέρει;" πρόλαβα να σκεφτώ.

Όμως πριν το καταλάβω βρέθηκα να παίρνω την τόσο ζωογόνα ανάσα που χρειαζόμουν. Το δελφίνι με είχε βοηθήσει. Και να η απάντηση μπροστά μου. Ένα άγγιγμα αγάπης φτάνει να σε βγάλει από το βυθό ακόμα και χωρίς δύναμη. Φτάνει η αγάπη.
Φτάνει.
Η αγάπη.


Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ' αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ' έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.

Ο λοξός τοξοβόλος και το δηλητηριασμένο μήλο

26 Οκτωβρίου, 2017

Κάπου πέρα από τον χώρο και παλιά μέσα στον χρόνο, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας τοξοβόλος. Όλοι τον θαύμαζαν για το πόσο εύστοχος ήταν και μάλιστα έλεγαν πως τα βέλη του είχαν φτερά. Όποιον στόχο κι αν έβαζε τον πετύχαινε κι είχε περάσει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες που του είχε βάλει ο βασιλιάς. Γι ’αυτό και στο τέλος, για να τον τιμήσει για το ταλέντο του, τον προσκάλεσε να κατοικήσει στο παλάτι, όπου θα του προσέφεραν ό,τι ήθελε για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Ο τοξοβόλος αρνήθηκε την τόσο δελεαστική πρόταση και όλο το βασίλειο θεώρησε ότι είναι τρελός. Από τότε του βγήκε και το παρατσούκλι «ο λοξός» που παρόλο που έβρισκε τον στόχο με το βέλος του, δεν πέτυχε στον στόχο της ζωής να μείνει στο παλάτι.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι τον έκανε να αρνηθεί. Μόνο ο ίδιος γνώριζε και δεν το εκμυστηρεύτηκε ποτέ σε κανέναν. Μετά από λίγο καιρό, έφυγε από το βασίλειο και τριγυρνούσε στα γύρω δάση. Οι κάτοικοι του βασιλείου επιβεβαίωσαν την πεποίθηση τους ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν.

Πέρασαν χρόνια πολλά από όταν τον είδαν τελευταία φορά, ώσπου κάποια μέρα, ένας αγγελιοφόρος του βασιλείου, που είχε βγει για να μεταφέρει ένα μήνυμα στο γειτονικό βασίλειο, βρήκε στον δρόμο του ένα δετό χειρόγραφο τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι δέρμα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Ο στόχος της ζωής».

Ο αγγελιοφόρος το πήγε κατευθείαν στον βασιλιά, γιατί κατάλαβε ότι κάποια σχέση μπορεί να είχε με τον χαμένο τοξοβόλο. Πράγματι, ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι ο τοξοβόλος είχε γράψει σε αυτές τις σελίδες για ποιον λόγο έφυγε από το βασίλειο και τι έκανε τα χρόνια που έλειπε. Κατάλαβε τόσα πολλά που θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα δίδαγμα που έπρεπε να ακούσουν όλοι οι υπήκοοι του. Είπε, λοιπόν, να καλέσουν τον κόσμο να μαζευτεί στην αυλή του παλατιού και να τους ανακοινώσουν ότι ο βασιλιάς είχε να τους πει κάτι σημαντικό.

Έτσι κι έγινε. Όλοι αγωνιούσαν να ακούσουν τι το σημαντικό είχε να τους πει ο βασιλιάς και το κουτσομπολιό ανάμεσα τους έδινε κι έπαιρνε. Όταν όμως ο βασιλιάς φάνηκε στο μπαλκόνι του, όλοι έπαψαν με μιας.

«Πριν  μερικές μέρες, ο αγγελιοφόρος μου βρήκε αυτό στο δάσος» είπε δείχνοντας το χειρόγραφο.

«Θέλετε να μάθετε τι είναι;» τους ρώτησε.

«ΝΑΙ!» ακούστηκε σαν ομοβροντία.

«Είναι το χειρόγραφο του τοξοβόλου».

Όλοι σώπασαν αποσβολωμένοι.

«Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει. Τον σκότωσαν στο γειτονικό βασίλειο γιατί θεώρησαν ότι η φυγή του από το δικό μας σήμαινε ότι ήταν προδότης και έπρεπε να τιμωρηθεί. Έτσι τον καταδίκασαν και τον έβαλαν να πετύχει τον τελευταίο του στόχο. Ένα δηλητηριασμένο μήλο. Το μήλο αυτό έφερε έπειτα και τον θάνατο του» είπε με θλίψη ο βασιλιάς.

Η σιωπή των υπηκόων τούς κάλυπτε σαν πέπλο βαρύ. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και μετά έριχναν ένοχα το βλέμμα τους στη γη.

«Ο τοξοβόλος έφυγε και δεν μπορούμε πια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Εκείνος μας συγχώρεσε. Έγραψε όμως αυτό το χειρόγραφο για να μάθουμε από την ιστορία του. Είχε πει σ’ έναν από τους αυλικούς του γειτονικού βασιλείου που τον συμπαθούσε, πού να πάει και να το αφήσει για να το βρούμε. Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα και σας διατάσσω να το βάλετε όλοι καλά στο μυαλό και την καρδιά σας».

«Δεν έφταιγαν εκείνοι. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι σημαίνει στόχος. Ο στόχος είναι όπως οι φάσεις της ζωής. Αρχίζει μόλις βρεις αυτό που θα στοχεύσεις και τελειώνει μόλις το πετύχεις. Το δύσκολο είναι να βρεις ποιος θα είναι ο στόχος που θα είναι ωφέλιμος στη φάση τη ζωής που περνάς. Η δική μου δεν ήταν αυτή που μου ζητούσαν να ζήσω. Αν πήγαινα να μείνω στο βασίλειο, θα έπρεπε να σταματήσω να στοχεύω. Ο τοξοβόλος είναι ελεύθερο πνεύμα. Δε φυλακίζεται σε τείχη ούτε σε καταστάσεις. Είχα πολλά ακόμα να κάνω. Ήταν δύσκολο να το καταλάβουν. Δεν τους αδικώ. Εύχομαι όμως να νιώσουν κάποια στιγμή ότι όλη η ζωή είναι ένας μεγάλος στόχος. Αν τον πετύχεις, θα φύγεις από αυτήν ευδαίμων. Αν πάλι δεν τον πετύχεις, θα τρέμεις την ώρα και τη στιγμή που θα σε βρει ο θάνατος. Για μένα ήταν εύκολο. Είμαι τοξοβόλος. Ξέρω να βάζω στόχους και να τους πετυχαίνω. Ποτέ δεν πενθώ για τον στόχο που πέτυχα επειδή τελείωσε. Γνωρίζω το τέλος και βαδίζω προς μια νέα αρχή. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Κι ας με βρει τώρα από αυτό που θα στοχεύσω. Άλλοι μου το επιβάλλουν. Ξέρω ότι αυτός ο στόχος θα φέρει το τέλος. Μα είμαι τοξοβόλος. Γνωρίζω ότι όλα κάποτε τελειώνουν. Μα πριν τελειώσουν πρόλαβα κι έμαθα. Έμαθα ποιος είμαι. Έμαθα τι είναι η ζωή. Κι η ζωή είναι ένας στόχος».

Η κάμπια που φοβόταν να γίνει πεταλούδα

26 Οκτωβρίου, 2017

Μια νεαρή κάμπια περπατούσε ανέμελη σε έναν ανθισμένο κήπο. Έτρωγε και λιαζόταν χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα όμορφο τριαντάφυλλο καθόταν μία μέλισσα. Μάζευε με επιμέλεια τη γύρη και εργατική όπως ήταν είδε την κάμπια και απόρησε με την ανεμελιά της.

«Καλημέρα» της είπε δειλά.
«Καλημέρα!» απάντησε η κάμπια μασουλώντας ένα μεγάλο καταπράσινο φύλλο.
«Βλέπω ότι απολαμβάνεις το γεύμα σου!».
«Ναι είναι πράγματι πολύ νόστιμο! Σωστή αμβροσία!».
«Και δε σε νοιάζει τίποτα άλλο σωστά;» είπε με νόημα η μέλισσα.
«Τι να με νοιάξει; Το φαγητό μου το έχω, τη δροσιά μου την έχω, νέα είμαι. Όλη η ζωή μπροστά μου!» απάντησε με σιγουριά η κάμπια.

«Δε σε απασχολεί καθόλου το μέλλον;».
«Το μέλλον γιατί; Μια κάμπια είμαι μόνο που ζει τη ζωή της! Τι θέλεις να πεις;».
«Να, ξέρω ότι εσείς οι κάμπιες μεταμορφώνεστε σε πεταλούδες και αναρωτιόμουν πώς αισθάνεσαι γι’ αυτήν τη μεταμόρφωση».
«Α πα πα πα πα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές που κάνεις; Εγώ δε θα γίνω ποτέ πεταλούδα! Είναι πολύ δυστυχισμένο πλάσμα! Τρεμοπετάει εδώ κι εκεί συνέχεια και τρώει γύρη! Μπλιαχ! Σιχαίνομαι τη γύρη! Εγώ θα μείνω για πάντα κάμπια!» δήλωσε αυστηρά.
«Μα αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να αρνείσαι τη φύση σου!!» είπε έκπληκτη η μέλισσα.
«Και ποιά είναι η φύση μου; Εκεί που κάθομαι όμορφα και ωραία, να πρέπει να ξεβολεύομαι για να αποκτήσω φτερά; Και τι να τα κάνω τα φτερά; Μια χαρά περπατάω! Άσε που έχω και κλειστοφοβία! Ακούω «κουκούλι» και τρέμω!» είπε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση τρεμουλιάσματος.

«Μα είναι τόσο όμορφο να πετάς! Μαθαίνεις πολλά και μπορείς να επισκεφτείς ένα σωρό κήπους! Το να αισθάνεσαι τον αέρα να κινεί τα φτερά σου είναι τόσο ωραίο! Νιώθεις ελεύθερα! Τα πάντα από ψηλά είναι πολύ πιο όμορφα! Στο λέω εκ πείρας!» είπε με ενθουσιασμό η μέλισσα.
«Α πα πα πα πα! Άσε με εδώ στην ησυχία μου! Φοβάμαι τα ύψη! Δεν μπορώ σου λέω!» απολογήθηκε η κάμπια.
«Μα και να θέλεις να μείνεις κάμπια, δεν μπορείς. Θα φτάσει η φάση της ζωής σου που θα σε αναγκάσει να γίνεις πεταλούδα. Αλλιώς θα πεθάνεις» προειδοποίησε απηυδυσμένη η μέλισσα.
«Φτου φτου φτου! Κουνήσου από τη θέση σου! Δηλαδή λες ότι ή θα γίνω πεταλούδα ή θα δω τα ραδίκια ανάποδα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Α πα πα πα πα σου λέω! Τέλος! Εγώ θα μείνω εδώ και δεν πάω ούτε μπρος ούτε πίσω! Κι άμα θέλει κανείς ας με κουνήσει!» είπε η κάμπια αποφασισμένη.

Η μέλισσα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να την πείσει ότι κάποια στιγμή θα γίνει πεταλούδα. Ήξερε ότι ο φόβος της να αλλάξει ήταν πολύ ισχυρός και λυπόταν που όταν θα ερχόταν η ιερή αυτή στιγμή, θα πονούσε και θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. Με τη σοφία που είχε αποκτήσει όμως, ήξερε ότι η φύση γνωρίζει πώς να εξελίσσει τα πλάσματα της. Παρηγορήθηκε, λοιπόν, με τη σκέψη ότι ήθελε δεν ήθελε η κάμπια, κάποια στιγμή η ζωή θα την ανάγκαζε να γίνει πεταλούδα, κι ας πονούσε. Σημασία είχε ότι θα γινόταν πεταλούδα. Άλλη μια πεταλούδα που θα ομόρφαινε τόσο τον πολύχρωμο αυτόν κήπο.

H εξομολόγηση του Οδυσσέα

24 Νοεμβρίου, 2014

Στων Φαιάκων το νησί
ταξιδεύει άγρυπνο πουλί.
Μήνυμα φέρνει από τη θεά
πως τελειώνουν πια τα βάσανα.

Τώρα έφτασε ο καιρός
για να γίνει απολογισμός.
Ποια ήταν της ζωής παθήματα
για να γίνουν πια μαθήματα.

Αχ Θιάκι πως βαστώ
λίγο αν μένει μόνο
πάνω στο έδαφός σου
να ξαναβρεθώ
ποσό σκοτεινή
φαίνεται η νύχτα
μία μέρα μόνο
πριν το γυρισμό.

Στων Κυκλώπων τη σπηλιά
φήμη κι εξουσία μόνος τύφλωσα.
Νίκησα απληστία και οργή
απ’ της Κίρκης το χρυσό ραβδί.

Μες του Άδη τον γκρεμό
παρελθόν και μέλλον συναντώ.
Νύφη την Καλυψώ αρνήθηκα
η αθανασία μη γενεί συνήθεια.

Το κρίμα

19 Ιουνίου, 2014

Βαρέθηκα να ονειρεύομαι
σενάρια μυαλού που γίναν στάχτες
μες στη φωτιά του ρεαλισμού
 σαν να ‘τανε της λογικής αντάρτες.

Βαρέθηκα να περιφέρομαι
μες σε σαθρούς λαβύρινθους που νιώθω
πως μονομιάς με απωθούν
απ’ ό,τι ωραίο κι αν επιδιώκω

Τα ωραία περνούν τόσο γοργά
όσο πολύ αργούνε να’ρθουν.
Τα ωραία λένε είναι στιγμές
που γρήγορα θα προσπεράσουν.
Μα αν είναι ωραία η ζωή
το κρίμα είναι δικό μου
που αντί στ’ ωραίο μέσα να ζω
βλέπω μονάχα το χαμό μου.

Κι αν η ζωή κυλάει με όνειρα
κι αν θέληση σου λείπει για να πράξεις,
νανούρισμα του ύπνου γίνεται
που θα σε κάνει να νυστάξεις.

Μα αν στη ζωή αποκοιμηθείς
θα έρθει κάποτε ώρα να ξυπνήσεις.
Δεν ειν’ σκληρό το ξύπνημα
μα η υπενθύμιση να ζήσεις.


1 2 3 4