Θέλω πάντα ό,τι μου λείπει.
Αν έχω λίγα, θέλω τα πολλά
κι αν έχω πολλά, θέλω τα λίγα.
Αν είμαι μόνος, θέλω συντροφιά
κι αν είμαι μ’ άλλους, θέλω την ησυχία μου.
Αν έχω το καινούριο, αναπολώ το παλιό
κι αν έχω το παλιό, σκίζομαι για το νέο.
Στο μαύρο μου, θέλω λευκό.
Δεν αγαπώ το γκρίζο.
Τα ημίμετρα τα ‘κοψα καιρό.
Αν έχω θάλασσα, θέλω βουνό
και πάνω στο υψόμετρο,
ψάχνω πέλαγος για ν’ αγναντέψω.
Μόλις τ’ αποκτώ,
τ’ απολαμβάνω
ίσα για να χορτάσω.
Μετά πάλι μεγαλώνει το κενό.
Γυρνά ο διαβήτης
και φτιάχνει χοάνες που χάσκουν ανοιχτές.
Τίποτα δεν τις γεμίζει.
Κανείς δεν τις παρηγορεί.
Μονάχα εκείνο το χάδι στο κεφάλι,
τα βράδια που ήμουν παιδί.
Μα έπαψε πια.
“Μεγάλωσες” λένε.
“Τέρμα τα χάδια.
Τώρα,
μόνο χαστούκια.”
Κι έσκυψα το κεφάλι.
Το χωρίς χάδι.
Και το κενό άρχισε να ζητά.
Αχόρταγο.
Αδηφάγο.
Θέλω πάντα ό,τι μου λείπει.
Άλλοτε το διεκδικώ,
άλλοτε μόνο τ’ονειρεύομαι.
Άλλοτε το κάνω ανάκλιντρο
για ν’αναπαύεται η θλίψη.
Κι αυτό που έχω;
Δεδομένο.
Μονάχα μην αγγίξει το κενό το δεδομένο μου.
Θεριό θα γίνω
Θα σκίσω σάρκες.
Την έλλειψη έμαθα να την κυνηγώ.
Μα στην απώλεια
δεν αντέχω να βουτήξω.
Ποιος είμαι;
Εγώ.
Ιδιότητα;
Άνθρωπος, φυσικά.



