By

Φωτοσταλίδα

Το παραμύθι

Θα ήθελα να 'χα
ένα μαχαίρι κι ένα μαγικό πινέλο.
Με το μαχαίρι θ' αφαιρούσα κάθε ασχήμια
και με το πινέλο θα ζωγράφιζα
χαμόγελα στις ψυχές των ανθρώπων.
Αλλά πάλι.... με ξέρω.
Στο τέλος,
θα έβαφα και το μαχαίρι
να μην μπορεί κανένα κακό να τρυπώσει
σε τούτο δω το παραμύθι!

Είμαστε ένας αιώνια έφηβος λαός…

26 Ιουνίου, 2023

Είμαστε ένας βαθιά τραυματισμένος λαός.  Ένας λαός αιώνια έφηβος που κοιτά την ενηλικίωση από μακριά σαν άπιαστο όνειρό, ενώ περιμένει και προσδοκά έναν «σωτήρα», έναν «ηγέτη» που θα τον απαλλάξει από τα δεινά τα οποία ο ίδιος διαιωνίζει. Η χρόνια αιχμαλωσία πάγωσε όποια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να έχει και τον ανάγκασε πότε να εφευρίσκει και πότε να υιοθετεί τρόπους για να ξεφεύγει. Ν’ αποφεύγει. Τα βάσανα αλλά και τις ευθύνες του.

Κράτησε σαν φυλαχτό σ’ ένα μπαούλο πολιτισμό και αρχαία κληρονομιά, μη και του τη μαγαρίσει ο εχθρός. Μα αν τον θησαυρό τον φυλάς κάπου αλλού κι όχι μέσα σου, γίνεσαι εσύ ο καταπατητής. Καταντάς ξένος στον ίδιο σου τον τόπο, αλλοιωμένος κι αποπροσανατολισμένος, ν’ αποζητάς την ελευθερία σου χωρίς να ξέρεις τι να την κάνεις.

Κι ήρθαν οι σωτήρες και τον απελευθέρωσαν από τον δυνάστη. Πανηγύρισε την επανάσταση κι ύστερα από λίγο άρχισε να σιχτιρίζει τη νέα κατάσταση γιατί τώρα πια ποιον θα έχει να κατηγορεί; Επανάσταση και ελευθερία χωρίς αλλαγή δεν γίνεται κι αυτός έμαθε τόσα χρόνια στη βολή του. Τα κουτσοκατάφερνε. Συνήθισε κι αφού τα φασόλια βγαίνανε, πότε έτσι πότε αλλιώς, έφτασε στο «δε βαριέσαι». Πώς το ευθυνόφοβο «δε βαριέσαι» να γίνει αποδοχή των λαθών και αναγνώριση των τραυμάτων;

Στα επόμενα χρόνια της απελευθέρωσης, φόρεσε το καπέλο του φιλότιμου κι άρχισε να περιφέρεται θεωρώντας εαυτόν ανώτερο. Καμία ενοχή δεν του ψιθύρισε στο αυτί πως φταίει για την ηγεσία του. Και το θύμα άρχισε να ποθεί να μετατραπεί σε θύτη. Η μεγαλομανία τού φούσκωνε τα μυαλά με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας. Ο κληρονόμος που αποποιείται την κληρονομιά του κι ύστερα ανακαλύπτει την αξία της μέσα από τα μάτια των θησαυροθήρων, είναι καταδικασμένος να μεγαλοπιάνεται, να σφετερίζεται και στο τέλος να ξεπουλά όσο όσο.

Είμαστε ένας λαός που δεν ξέρει πώς να αναγνωρίζει τους άξιους. Δεν έμαθε στα χρόνια της σκλαβιάς του. Δεν αποποιήθηκε ποτέ τον εγωισμό του για να εκτιμήσει. Μια ζωή στελέχωνε τα πάντα με μέσον και ρουσφέτι. Κι έτσι τα καλύτερα μυαλά του άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα και να αξιοποιούνται εκτός. Κι εκείνος έμεινε να κατηγορεί την εκάστοτε εξουσία που ο ίδιος ελεύθερα δήθεν επέλεγε μέσα από τις παρωπίδες που ποτέ δεν έβγαλε. Πώς να αναγνωρίσεις τον άξιο αν δεν παραδεχτείς τη δική σου αναξιότητα; Πώς να εκδιώξεις τον ανάξιο αν δέχεσαι να εξυπηρετεί το συμφέρον σου;

Κι έφτασε σήμερα, 200 χρόνια μετά, να μεταθέτει το φταίξιμο από την εξουσία στον συμπολίτη. Και τρώει τις σάρκες του γιατί δεν αντέχει πια τον εαυτό του. Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει η εφηβεία του; Πόσο ακόμα θα χρειαστεί να καταλάβει ότι αν δεν σκύψει το κεφάλι να δει τις πληγές του κι αν δεν αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως τον φαντασιώνεται, δε θ’ αλλάξει ποτέ;

Όσα γίνονται εκεί ψηλά στην εξουσία καθρέφτης είναι. Εμάς δείχνουν. Αντί να καθόμαστε να ψάχνουμε τη λύση στα λόγια και τις ευθύνες των άλλων, ας δούμε τι πολιτική κληρονομιά κουβαλάει ο καθένας μας στο μυαλό του. Τι μας έμαθαν και τι κριτήρια έχουμε για ν’ αποφασίζουμε; Πόσο «δε βαριέσαι» είμαστε ή πόσο φιλότιμο έχουμε στ’ αλήθεια; Ας αναρωτηθούμε όλα αυτά που κατηγορούμε τους γύρω μας, πόσο εμείς τα αποφεύγουμε;

Είμαστε ένας έφηβος λαός που πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθεί στο τώρα. Ας δούμε τα τραύματά μας, χωρίς να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, για να απαντήσουμε στο αιώνιο ερώτημα… Είμαστε άξιοι να θεραπευθούμε για ν’ αξίζουμε την εξουσία που νομίζουμε ότι θέλουμε;

Το νόημα

Στάθηκα στα συντρίμμια μια στιγμή
να φωτογραφίσω την εικόνα στη μνήμη.
Ήρθες δίπλα μου και ρώτησες.
"Τι ψάχνεις;"
"Νόημα" αποκρίθηκα.
"Δε θα το βρεις εδώ" μου είπες.
"Το νόημα δεν κρύβεται στην καταστροφή".
"Και πού να ψάξω;" αναρωτήθηκα απογοητευμένη.
"Φτιάξε κάτι" πρότεινες.
Σε κοίταξα.

Μου άπλωσες το χέρι.
"Πάμε".
Πήρα ό,τι μου πρόσταξε η καρδιά και σ' ακολούθησα.
Σε λίγο σταμάτησα.
Κοίταξα τ' απομεινάρια που κουβαλούσα
κι απελπίστηκα.
"Τι θα φτιάξω μ' αυτά; Είναι όλα μαγαρισμένα" διαπίστωσα.
"Μη βλέπεις τι είναι, αλλά τι μπορείς εσύ να κάνεις"
με συμβούλεψες.

Τότε κατάλαβα πως το νόημα είναι η ίδια η δημιουργία
κι όχι τα υλικά ή το αποτέλεσμα.

"Κι όταν τελειώσω;".
"Θα φτιάξεις κάτι άλλο".

Τότε είδα πως το νόημα δεν είναι κάτι σταθερό.
Το βρίσκεις για να το ξαναχάσεις και να το ξαναβρείς.
Κάθε φορά και λίγο πιο μεστό.

"Θα με βοηθήσεις;".
"Γι'αυτό είμαι εδώ".

Άφησα κάτω όσα κρατούσα κι έπιασα το χέρι σου.
Τότε παρηγορήθηκα πως ό,τι δημιουργήσω
από εδώ και πέρα θα έχει κάτι από την αγάπη σου.

Η φυγή

Σαγηνευτική δύναμη με καλεί σαν τον δραπέτη
Να τρέξω, ν’ απομακρυνθώ, να χαθώ.
Σ’ έναν κόσμο πιο φιλόξενο
για την πληγωμένη ευαισθησία μου.
Δε μου υπόσχεται ακριβή προορισμό.
Μια ασαφή ιδέα για πυξίδα μόνο.
Τριγύρω όλα ξένα με αύρα εχθρική.
Από τ’ ασήμαντα ως τα πιο ουσιώδη.
Αναταράσσουν με τις δονήσεις τους
την ήδη ταραγμένη ψυχή μου.
Δε χωρά κανέναν και τίποτα αυτή τη στιγμή.
Μόνο εκείνην που με την προστατευτική της χροιά
με καλύπτει.
Λόγια στριμωγμένα στο μυαλό μου,
αδιάλειπτα κι ακατανόητα, βαραίνουν την καρδιά.
Πονάω.
Μόνο αυτή μου μένει.
Με καλεί σαν θεραπεία που γνωρίζω πως δεν είναι.
Ποθώ να βουτηχτώ στη δειλία μου, παρά να σταθώ.
Αυτή τη στιγμή που απουσιάζει το κουράγιο.
Ίσως αργότερα, κάπου ανάμεσα σ’ ένα όμορφο θέαμα,
σε μια όμορφη σκέψη ή λέξη να το βρω.
Μα τώρα χάνομαι κι εκείνη με περιμένει.
Μιλά ψιθυριστά μέσα στο μυαλό μου σαν ερωμένη.
Μουδιάζει τη σκέψη μου.
Σχεδόν δεν αισθάνομαι.
Δε θα μου δώσει απαντήσεις,
δε θα μου βρει λύσεις.
Ίσως στο ταξίδι τις βρω κρυμμένες
στην εναλλαγή παραστάσεων.
Προς το παρόν υπακούω στην ορμητική της έλξη.
Δεν περιμένω τίποτα.
Δεν επιθυμώ τίποτα.
Μονάχα εκείνη.
Με καλεί.
Με περιμένει.
Η φυγή από τον επώδυνο βάλτο των πληγών.

“Για το καλό μας”

Σ' έναν φάκελο μέσα σπαρταρά
το μέλλον ενός τόπου.
Κι εσύ ο υπεύθυνος, θαρρείς.
Αγγίζεις τη σχισμή
και κάνεις μια ευχή
ρίχνοντας μέσα την ευθύνη σου.
«Ό,τι κι αν βγει, ας είναι για το καλό μας».

Το ξύλινο κουτί
ένα σμάρι από όνειρα, ελπίδες,
δικαιώματα και ανάγκες
κλείνει και ποτίζει με αξία
μονάχα για μία μέρα.
Μα ύστερα συλλήβδην θα ριχτούν
σε μια αποθήκη σκοτεινή
στη νάρκη την τετραετή
στο παρασκήνιο.
«Για το καλό μας».

Στον ερχομό του δειλινού,
η μπλε αυλαία θα πέσει
κι ο θίασος θ' ανέβει στη σκηνή
ενός έργου που δε λέει ν' ανατραπεί
για το καλό μας.
Ίδια ιστορία, ίδιοι πρωταγωνιστές
μα το εισιτήριο κάθε φορά πιο ακριβό.
Πιο αιματηρό.

Κι εμείς, οι θεατές,
οι καρφωμένοι στην πλατεία
να παρακολουθούμε σιωπηλοί
μια ακατανόητη, τρομακτική πορεία.
«Για το καλό μας».

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Το σκοτάδι βασιλεύει κι απλώνει τα φθαρμένα δίχτυα του.
Με ίνες συμφέροντος τα έπλεκαν με περίσσια ιδιοτελή φροντίδα
οι συντηρητές του αιώνες κι αιώνες τώρα.
Εκείνοι που με σημαία τους το μαύρο υποστηρίζουν το σκοτάδι και την τσέπη τους,
κρύβοντας προθέσεις και ίντριγκες πίσω από μεγαλεπίβολα σχέδια.
Με περίσσεια δεξιοτεχνία, πατούν στα ζωντανά πτώματα των σκοτεινών οπαδών
που έλκονται από τη μυρωδιά της ξένης εξουσίας
σαν τις μύγες που αναζητούν απεγνωσμένα ακαθαρσίες για να τραφούν.
Οι σκοτεινοί οπαδοί είναι η κρυφή δύναμη.
Το βάθρο του ματωμένου θρόνου.
Επιμελώς εκπαιδευμένοι με διαμορφωμένες πεποιθήσεις
που παπαγαλίζουν δεξιά και αριστερά μολύνοντας τον αέρα.
Στη θέα των αρχηγών, λόγια κολακείας ξεπηδούν
σαν μαστίγια από το στόμα τους για να χαϊδέψουν εγωισμούς
καλά εδραιωμένους στις χρυσοποίκιλτες καρέκλες τους.
Η ζωή τους μια δουλοπρεπής υπόκλιση.

Οι πολίτες της χώρας επιβιώνουν μέρα με τη μέρα.
Έχουν κληρονομήσει ζωές με σαθρά θεμέλια κι ανεπαρκείς αξίες.
Καθημερινά κολυμπούν σ’ έναν βούρκο που τους λερώνει
από τα μάτια μέχρι το μυαλό.
Πολλοί διαφωνούν με το σκοτάδι.
Συζητούν, διαπιστώνουν κι έπειτα πάλι σιωπούν.
Αναζητούν, μα υποκύπτουν στην ανάγκη.
Κάποιοι διαδηλώνουν υπέρ του φωτός
κι ας μην είναι σίγουροι αν το έχουν δει ποτέ.
Άλλοι τους ακολουθούν από συνήθεια
κι άλλοι από βαρεμάρα ή από την ανάγκη του ανήκειν.
Με κοιμισμένη συνείδηση πώς να φέρουν την αλλαγή;
Σκόρπιες φωνές, διχασμένες κι αυτές σε αποχρώσεις δίχως όραμα.
Αν οργανωθούν κάτω από έναν κοινό σκοπό, το σκοτάδι τις φιμώνει με πόνο
για να υποκύψουν στ’ αντανακλαστικά της επιβίωσης.
Μεγεθύνει ανείπωτες συμφορές στις συστημικές οθόνες του
κι υποβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του.

Μα ξεθωριάζει πια η παντοδυναμία του.
Η φθορά κατατρώει τους ιμάντες κι αποκαλύπτει
ρωγμές κι αναλήθειες οφθαλμοφανείς.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πια σχέδια μακροπρόθεσμα.
Όνειρά τους έγιναν τ’ αυτονόητα και τα δικαιώματα.
Κουράστηκαν κι η κούραση είναι επικίνδυνος σύμβουλος.
Αγανάκτησαν κι ο θυμός ζητά σθεναρά διέξοδο.
Απηύδησαν κι η απόγνωση πιέζει για λύσεις.
Απελπίστηκαν κι η απογοήτευση διψά για βελτίωση.

Μονάχα μια εκλεπτυσμένη ενσυναίσθηση
μπορεί να διαφύγει από τα σκοτεινά δίχτυα.
Να υψωθεί, ν’ αντικρίσει τα τραύματα,
να κατανοήσει και να σκύψει ύστερα να λυτρώσει τα δικά της.
Μία προς μία, ώσπου ο ήχος της εσωτερικής αλλαγής
να γίνει αντίλαλος που δε σωπαίνει στη θέα του σκοταδιού.

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα πρέπει να έρθει.
Εκ των έσω.

Πρωτομαγιά του έρωτα

Ντύθηκε ο Μάιος με χρώματα
κι ένα στεφάνι κόκκινο άφησε να φυλά
το μνημείο του αγνώστου ερωτευμένου.

Για να τιμήσει η ελπιδοφόρα άνοιξη
τους αγώνες του να κρατήσει ζωντανή
τη φλόγα του έρωτα
εις τους αιώνας των αιώνων.

Οι καλοπροαίρετοι

19 Απριλίου, 2023

Όταν υπομένεις, ανέχεσαι και υποχωρείς για να μην στενοχωρήσεις, παρεξηγηθείς ή κατηγορηθείς, είσαι καταδικασμένος να μην απολαμβάνεις τη ζωή σου. Παραχωρείς έδαφος από την ευτυχία σου σε όσους δε διστάζουν να το καταπατήσουν. Επιτρέπεις να φυτέψουν τα ζιζάνιά τους και να καμαρώνουν ύστερα για την εξουσία που έχουν πάνω σου. 

"Δε φταίνε αυτοί. Φταις εσύ που το επέτρεψες", θα σου πουν. "Μα φταίει η καλοσύνη;" θα ρωτήσεις. Όχι. Η αφέλεια, η φοβικότητα, η ανασφάλεια ναι. Όμως ποτέ δε φταίει η καλοσύνη. 

Πώς μπορείς να ενοχοποιήσεις το καλό; Όσο κι αν χτυπούν, όσο κι αν κρίνουν, δε θα σταματήσεις. Το ξέρεις. Πιστεύεις με μια παιδική αφέλεια ότι ακόμα υπάρχει καλό στους ανθρώπους και το αναζητάς. Ό, τι αναζητάς ειλικρινά, στο τέλος το βρίσκεις. Μη σταματήσεις. Να θυμάσαι. Αν εκλείψουν οι καλοπροαίρετοι, αυτός ο κόσμος θα μετατραπεί σε πραγματική κόλαση. 

Αλήθεια ή έρωτας

Ντύθηκα ένα ψέμα και χτύπησα την πόρτα σου.
Με θαύμασες.
Είπες πως ήμουν ό, τι ζητούσες.
Γύρισα κι έφυγα χωρίς προειδοποίηση.
Σ' άφησα έκπληκτο κι ερωτευμένο με το ψέμα μου.
Μου ζήτησες μια εξήγηση και σου είπα την αλήθεια.
Απογοητεύτηκες.
Απομακρύνθηκες.
Με κατηγόρησες πως σε κορόιδεψα.
Είπες πως με προτιμούσες όπως ήμουν πριν.
Πως ήμουν πιο αληθινή.
Πίστεψες το ψέμα μου περισσότερο από εμένα.
"Δεν είναι δυνατόν" μονολογούσες.
Ντύθηκα ξανά και σε παρηγόρησα.
Δε σου άξιζε μια ψεύτρα.
Ζήτησα συγγνώμη κι έκλεισα την πόρτα.
Σε σένα, τον έρωτα κι εμένα την ίδια,
που δεν είχα τη δύναμη για έναν έρωτα κάλπικο
ν' απαρνηθώ την αλήθεια μου.

Λάζαρος

Λάζαρε, δεύρω έξω
να δεις τους ζωντανούς.
Εκείνους που τυλιγμένοι στο θερμό σαρκίο τους
περιφέρονται και διατείνονται πως ζουν.
Εκείνους που βαλτωμένοι στο βούρκο της συνήθειας
έχουν ξεχάσει το φως της ημέρας και τη λάμψη της σελήνης.
Έχουν αισθήσεις, παλμό και κίνηση,
μα καμία συναίσθηση, κανένα καρδιοχτύπι
και κανένα κίνητρο δεν τους ωθεί.

Λάζαρε, δεύρω έξω
κι αποκρίσου.
Εσύ που είδες.
Εσύ που ξέρεις.
Τι πιότερο να επιθυμεί κανείς;
Μια αιώνια ζωή ντυμένη μες στο σάβανο
ή έναν ύπνο μακάριο στο γέρμα ενός βίου άξιου κι ευτυχή;

Δεύρω έξω
κι ομολόγησε από το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου
ποια σωτηρία σ’ αποτράβηξε;
Ποια ζωή θα είναι ίδια μετά το πέρασμα
και πόση μοναξιά κρύβει μια ανάσταση
ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς;

Λάζαρε, δεύρω έξω.
Ο θάνατος έφυγε.
Γύρε και κοιμήσου τ’ όνειρο της αναγέννησης.
Τούτο τ’ απόβραδο νικήσανε τ’ αστέρια.

1 9 10 11 12 13 29