By

Φωτοσταλίδα

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

Το Φάντασμα των Χριστουγέννων

25 Δεκεμβρίου, 2022

Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα! Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το μεγάλο τραπέζι, την ανταλλαγή των δώρων, τα αμέτρητα γλυκά και τη ζεστή ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει τα σπίτια. Όλοι εκτός από τον γέρο-Μάρτυ.

Ο γέρο-Μάρτυ ζούσε στο τέλος του δρόμου. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια απ' όταν έχασε τη γυναίκα του. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι, απ' αυτά που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, επέμεναν να κρατιούνται χέρι - χέρι κατά την καθημερινή απογευματινή τους βόλτα. Με τη γυναίκα του αγαπούσαν πολύ τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο γερο-Μάρτυ δε σταμάτησε να τα γιορτάζει. Κάθε χρόνο στόλιζε ένα μικρό δεντράκι, φούρνιζε με επιμέλεια παραδοσιακά γλυκά κι ευχόταν "χρόνια πολλά" σ' όποιον συναντούσε στο δρόμο, χωρίς ν' αφήνει να φαίνεται ίχνος από το προσωπικό του πένθος.

Την επόμενη κιόλας χρονιά από τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να μετατρέψει την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού σε εργαστήρι. Από τότε, μόλις μπει ο Δεκέμβρης, σαν άλλος Άη Βασίλης, στρώνεται στη δουλειά. Φτιάχνει μικρά χειροποίητα στολίδια και κάθε παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που όλοι απολαμβάνουν το σπιτικό δείπνο γύρω από το φορτωμένο με φαγητά τραπέζι, εκείνος βγαίνει ντυμένος επίσημα και τα κρεμά στο χερούλι της εξώπορτας κάθε σπιτιού.

Όλοι συμπαθούν τον γέρο-Μάρτυ, ακόμα κι αν κανείς δεν τον έχει δει ποτέ να χαρίζει τα μυστικά του δώρα. "Αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων" λένε μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, όμως, ο γέρο-Μάρτυ περνά μόνος τις γιορτινές μέρες. Κανείς δεν τον προσκαλεί. Όλοι νομίζουν ότι κάπου αλλού θα έχει να πάει. Μόνη συντροφιά του είναι το φάντασμα των Χριστουγέννων. Συνεπές στο ραντεβού του, κάθε 25η Δεκεμβρίου, φωλιάζει στην καρδιά του γέρο-Μάρτυ.

"Ήρθες πάλι; Δε χρειαζόταν".

"Ξέρεις καλά πως δε σε αφήνω".

"Πόσο όμορφα θα ήταν αν μια χρονιά έλειπες!".

"Μη γίνεσαι αχάριστος! Είμαι το μόνο που έχεις!".

Ο γέρο-Μάρτυ κούνησε συγκρατημένα το κεφάλι σε ένδειξη συμφωνίας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Η οικογένεια στο απέναντι σπίτι αντάλλασσε δώρα. Χαμόγελα φώτιζαν τα πρόσωπά τους και φωνές χαράς ακούγονταν μέσα από τα παράθυρα.

"Κοίτα τους! Είναι τόσο χαρούμενοι!"

"Μπα! Μην τους πιστεύεις! Για το φαίνεσθαι το κάνουν. Αύριο πάλι θ' αρχίσουν τους τσακωμούς" είπε αδιάφορα το φάντασμα.

"Κι όμως! Γεμίζει η ψυχή τους με φως!" ψιθύρισε ο γερο - Μάρτυ μη χορταίνοντας να τους κοιτάζει.

"Γεμίζει η ψυχή τους με φως και φως και φως! Αυτός ο άχρηστος τα κάνει όλα να φαίνονται ιδανικά!" απάντησε θυμωμένα το φάντασμα.

"Ποιος;" απόρησε ο γέρο-Μάρτυ.

"Ο αδερφός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτός που σε κάνει να μοιράζεις δώρα παντού και μετά έρχομαι εγώ να μαζεύω τα κομμάτια σου. Παντού έτσι κάνει. Είναι τόσο άδικος, αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ξέρετε όλοι μόνο να τον εκθειάζετε".

"Μα..". Ο γέρο-Μάρτυ προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δίσταζε να πιστέψει εκείνα τα λόγια. Το φάντασμα κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για αποδείξεις.

"Κοίταξε εκεί!" του είπε κι έδειξε έναν ζητιάνο που καθόταν σχεδόν ακίνητος στο πεζοδρόμιο.

"Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στη γειτονιά" αποκρίθηκε ο γέρο - Μάρτυ.

"Δεν έχει σημασία. Είναι δικός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τον έχει ξεχάσει. Όπως έκανε και με σένα. Λατρεύει τις οικογένειες, τα φωτάκια, τα στολίδια και όλα τα γιορτινά. Σε ανθρώπους σαν εκείνον και σαν εσένα μόνο εγώ κάνω συντροφιά. Τι έχεις να πεις τώρα; Ακόμα νοσταλγείς το πνεύμα των Χριστουγέννων;" είπε μ' ένα θιγμένο χαμόγελο.

Ο γέρο-Μάρτυ επέστρεψε στην πολυθρόνα του αποκαρδιωμένος. Ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε το φάντασμα. Τα είχε δει με τα μάτια του. Κάτι μέσα του, όμως, αρνούνταν να τα δεχτεί. Τότε θυμήθηκε την πρώτη χρονιά που έκανε Χριστούγεννα χωρίς τη γυναίκα του. Ένιωθε τόση μοναξιά. Δεν είχε κουράγιο να γιορτάσει. Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σχεδόν τον πονούσαν. Ήταν τότε που γνώρισε το φάντασμα των Χριστουγέννων για πρώτη φορά. Η μοναξιά του το είχε καλέσει. Στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πόνο του, ξεκίνησε να φτιάχνει τα στολίδια. Πίστευε πως αν μοίραζε λίγη χαρά, θα έδιωχνε το στοιχειό μέσα από την καρδιά του. Όμως να που το φάντασμα ήταν τώρα εδώ και διέλυε κάθε όμορφη εικόνα που είχε για την αγαπημένη του γιορτή. Ο γέρο - Μάρτυ πείσμωσε. Σηκώθηκε, έβαλε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

"Που πας;" ρώτησε παραξενεμένο το φάντασμα.

Χωρίς να του απαντήσει, πήρε ένα από τα στολίδια του και βγήκε από το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν δίπλα στον ζητιάνο.

"Καλά Χριστούγεννα!" ευχήθηκε ο γέρο - Μάρτυ τείνοντας προς το μέρος του ζητιάνου το χέρι που κρατούσε το στολίδι. Ο ζητιάνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε με απορία κι ευγνωμοσύνη.

"Ευχαριστώ!" είπε χαμογελώντας δειλά. Περιεργάστηκε το στολίδι με προσοχή, λες και του είχαν χαρίσει χρυσάφι.

"Με λένε Μάρτυ. Μένω εδώ δίπλα" συστήθηκε.

"Εγώ είμαι ο Μπιλ. Δεν έχω σπίτι" είπε ο ζητιάνος και κατέβασε το κεφάλι.

Ο γέρο-Μάρτυ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. Αν και ταλαιπωρημένος, δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε ίχνος από γένια στο πρόσωπό του. Φορούσε κουκούλα που έκρυβε τα μαλλιά του κι ήταν αδύνατος και αδύναμος. Ο γέρο-Μάρτυ έκατσε δίπλα του στο σκαλάκι.

"Τι συνέβη;".

Ο Μπιλ τον κοίταξε έκπληκτος. Μήνες είχε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνον.

"Ο πατέρας μου" είπε διστακτικά. "Από όταν πέθανε η μητέρα μου, έγινε άλλος άνθρωπος. Έπινε, έβριζε, με χτυπούσε. Έτσι έφυγα από το σπίτι".

"Πόσον καιρό είσαι στους δρόμους;".

"Έναν χρόνο, κύριε. Χριστούγεννα ήταν όταν έφυγα".

"Αυτό κι αν είναι σημάδι!" σκέφτηκε ο γέρο-Μάρτυ. Τότε του ήρθε η ιδέα. Θα αποδείκνυε ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν έχει προτιμήσεις. Εμείς το προσκαλούμε, εμείς το διώχνουμε. Πρότεινε στον Μπιλ να του κάνει το τραπέζι και να περάσουν μαζί το υπόλοιπο της γιορτινής ημέρας. Τα μάτια του Μπιλ άστραψαν! Δέχτηκε το χριστουγεννιάτικο δώρο με ευγνωμοσύνη. Ο γέρο-Μάρτυ αναγνώρισε αυτή τη λάμψη. Κοίταξε πέρα και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Το φάντασμα των Χριστουγέννων είχε φύγει.

Ο Μπιλ και ο γέρο-Μάρτυ πέρασαν μαζί τις γιορτές. Το χαμόγελο είχε γεννηθεί ξανά στις καρδιές τους. Ο Μπιλ έγινε για τον γέρο - Μάρτυ ο γιος που δεν είχε και ο γέρο - Μάρτυ αγάπησε τον Μπιλ περισσότερο κι από τον πραγματικό του πατέρα. Την επόμενη χρονιά, με τη βοήθεια του Μπιλ, ο γέρο - Μάρτυ άνοιξε ένα μαγαζί, όπου εκείνος και ο "γιός" του κατασκεύαζαν χειροποίητα στολίδια. Στην πόρτα του μαγαζιού, κρεμόταν εκείνο το πρώτο στολίδι που ο Μπιλ είχε δεχτεί από τα ευγενικά χέρια του θετού του πατέρα, εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Το πνεύμα των Χριστουγέννων (που τελικά κουβαλάμε μέσα μας) είχε φτιάξει ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Ο θάνατος των μοναχικών αναμνήσεων

Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα. 
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά. 
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια… 

Σκόρπιες αναμνήσεις 
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος 
ξένο κι αφιλόξενο. 
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα, 
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. 
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου. 
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους. 
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν. 
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά. 
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια. 

Το Λαϊκό Δικαστήριο των Βαΐων

Βάγια απλώνονται.
Φωνές ενθουσιασμένες, ένθερμες, φανατικές ακούγονται.
Η ελπίδα αναζωπυρώνεται.
Ο καθένας της δίνει προσωπική χροιά.
Το συμφέρον χτυπάει στο ρυθμό της καρδιάς και ορίζει τη σκέψη.
Αυτός που δεν υποσχέθηκε τίποτα πρέπει να τηρήσει
όλα όσα οι γύρω του επιθυμούν από εκείνον.
Επευφημούν, όσο πιστεύουν ότι έχουν λαμβάνειν.
Ήρθε ο λυτρωμός!
Άραγε από ποια δεινά μπορεί να σωθεί κάποιος που περιμένει να τον σώσουν;
Ποιος μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του τον ίδιο;

Εκείνος προχωρούσε σκυφτός πάνω στο γαϊδουράκι.
Άκουγε.
Γνώριζε.
Εκείνοι που χωρίς να σε πιστεύουν σε στηρίζουν,
θα σε κατηγορήσουν με την πρώτη ευκαιρία.
Εκείνοι που σου κολλούν ταμπέλες πομπώδεις,
θα σε χρίσουν ζητιάνο σε μια στιγμή.
Εκείνοι που ποτέ δε θέλησαν να δουν με την ψυχή τους,
θα σε σταυρώσουν μην τυχόν τους σώσεις από την άγνοιά τους.

Κανείς δεν ξεφεύγει από το λαϊκό δικαστήριο που άγεται και φέρεται.
Είτε φταίχτης είτε αθώος.
Δικαστές που προβάλλουν το σκοτάδι και τους φόβους τους
στο πρώτο εξιλαστήριο θύμα.
Που φαντασιώνονται ότι είναι άξιοι ακόλουθοι ικανών ηγετών.
Που δικάζουν τον συνάνθρωπο με κριτήριο το πάθος τους.
Φανατικοί αποθεωτές και σταυρωτές
που στροβιλίζονται σ’ ένα θέατρο κοινωνικού παραλόγου.

Κι Εκείνος να περνά και να θλίβεται
για τις τόσες ψυχές που μένουν φυλακισμένες
μέσα στα ατελή εγώ τους.

8 Μαρτίου – Προστασία της γυναίκας

8 Μαρτίου, 2022

Λίγα χρόνια πριν, όταν ο θεσμός της «παγκόσμιας μέρας» δεν είχε ακόμα καθιερωθεί στις συνειδήσεις μας, η ημέρα της γυναίκας ήταν απλά μια ευκαιρία για ξεφάντωμα. Παρέες γυναικών ανυπομονούσαν να βγουν, να διασκεδάσουν και να δηλώσουν έντονα την παρουσία τους.

Η έξοδος ήταν ένας τρόπος για τη σύγχρονη γυναίκα να υψώσει τη φωνή της έναντι στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Στην εργασία, την οικογένεια, τη σχέση της, ήταν πάντοτε επιφορτισμένη με παραπάνω ρόλους απ’ όσους μπορούσε ν’ αντέξει.

Η ημέρας της γυναίκας ήρθε σαν τη μοναδική δικαιολογημένη ευκαιρία της ν’ αποτάξει τα βάρη και να νιώσει, έστω και για μερικές ώρες, ελεύθερη. Η πραγματική καταπιεσμένη ανάγκη που η ημέρα αυτή κάλυπτε – η ανεξαρτησία – θα φαινόταν με τον καιρό.  

Πρώτη μεγάλη αλλαγή στον τρόπο εορτασμού της ημέρας, έφερε η αλλαγή του ρόλου των ανδρών στην οικογένεια. Όταν ο σύντροφος ή/και πατέρας άρχισε να γίνεται πιο συμμετοχικός, η ανάγκη της γυναίκας για «απόδραση» δε χρειαζόταν να περιμένει την 8η Μαρτίου. Ο θεσμός σταδιακά έπαψε να έχει τόσο έντονα χαρακτήρα εκτόνωσης και μετατράπηκε σ’ έναν προβληματισμό ως προς το τι πραγματικά γιορτάζουμε.

Από τότε, τα δικαιώματα της γυναίκας, η χειραφέτησή της, ο φεμινισμός, οι αγώνες γυναικών ανά την ιστορία, εμβληματικές προσωπικότητες, παρελαύνουν μπροστά από τις οθόνες μας στα social media και μας υπενθυμίζουν την ιστορία.

Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την εμφάνιση της πανδημίας, το κίνημα #metoo και οι γυναικοκτονίες έρχονται να διαμορφώσουν ξανά την ημέρα της γυναίκας. Ξαφνικά, μια πιο καίρια για τη ζωή της ανάγκη έρχεται στην επιφάνεια. Δε χρειάζεται μόνο να είναι ελεύθερη και ισάξια με τον άνδρα, αλλά πρωτίστως υγιής και ζωντανή.

Φαινόμενα όπως ο βιασμός και η δολοφονία γυναικών βλέπουν πλέον το φως της δημοσιότητας και δεν αποσιωπώνται από την κοινωνία. Θύματα δικαιώνονται, δράστες τιμωρούνται και πιθανά παρόμοια επεισόδια μοιάζουν ν’ αποτρέπονται.

Η 8η Μαρτίου έρχεται πια για να μας διδάξει την έννοια της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας. Είτε πρόκειται για γυναίκα της οποίας παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματά, είτε για άνδρα που οφείλει να σέβεται τόσο τον εαυτό του όσο και τους γύρω του.

Η ημέρα της γυναίκας δεν αγγίζει πια μόνο τη δύση. Αποκτά ολοένα και περισσότερο τον παγκόσμιο χαρακτήρα που της αρμόζει. Έχει, όμως, πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει πως μόνο σε κοινωνίες όπου τα επιθετικά πρότυπα καταρρίπτονται και καταδικάζονται και οι γυναίκες παύουν να αισθάνονται πως απειλούνται, υπάρχει λόγος, μια τέτοια μέρα, να ευχόμαστε «Χρόνια Πολλά».

Τι είναι οικογένεια;

24 Δεκεμβρίου, 2021

Οι γιορτινές μέρες μάς φέρνουν πάντα στον νου την έννοια της οικογένειας. Είναι τόσο παγιωμενη λέξη, που στο άκουσμά της, η εικόνα που μας έρχεται είναι συγκεκριμένη. Όμως, ανά τα χρόνια, έχει αποδειχθεί πως ένας πατέρας, μια μάνα, ένας αδερφός ή ένας συγγενής εν γένει μπορεί να γίνει ο τοξικότερος εχθρός μας. Το αίμα δεν εξασφαλίζει την απουσία ούτε των αρνητικών συναισθημάτων ούτε των επιβλαβών πράξεων.

Ετυμολογικά, η οικογένεια περιλαμβάνει τις έννοιες οίκος και γένος. Όμως, τι θα γινόταν, αν σπίτι μας θεωρούσαμε εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ο εαυτός μας και γένος μας τους ανθρώπους που εκπέμπουν στο ίδιο ψυχικό μήκος κύματος μ’ εμάς; Ίσως τότε η σημασία της λέξης ν’ άλλαζε κατά πολύ.

Η οικογένεια εμπεριέχει επίσης την έννοια της διάρκειας. Μας ακολουθεί από τη γέννηση μας έως τον θάνατο και μας δένει με αόρατα σχοινιά που είτε μας βοηθούν να νιώθουμε ασφάλεια στις ρίζες μας, είτε μας κρατούν αιώνια δέσμιους καταστάσεων. Εκείνος ο άγνωστος, όμως, ένα απόγευμα που από το πουθενά βρέθηκε κοντά σου, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό που σε απασχολεί, ένιωσε τον πόνο σου, έδωσε μια συμβουλή που σου άνοιξε τα μάτια και ελάφρυνε την καρδιά σου, θα μπορούσε άραγε να λογιστεί ως «προσωρινή οικογένεια»;

Τι είναι οικογένεια στην ουσία; Ας σκεφτούμε το εξής. Αν κατέρρεαν τα πάντα γύρω μας, ποιος θα ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι που θα σκεφτόμασταν; Σε ποιον θα τρέχαμε να βρούμε στήριξη; Ποιον θα προστατεύαμε πάση θυσία; Ποιος θα είχε τη δύναμη να μας σηκώσει στα πόδια μας; Ποιος έχει ανάγκη από την αγάπη μας στη ζωή του; Όλοι όσους σκεφτήκαμε απαντώντας, είναι η οικογένειά μας.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σε μια οικογένεια με καλοκάγαθους ανθρώπους, ευλογημένοι όσοι τους συνάντησαν στην πορεία της ζωής τους και αξιέπαινοι όσοι έχτισαν μια υγιή σχέση μαζί τους. Η οικογένεια είναι προσωπική υπόθεση. Εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να ταιριάζει, να συμπορεύεται, ν' αγαπά.

Η οικογένεια, με άλλα λόγια, είναι μια μεγάλη αγκαλιά που μας χωρά ψυχή τε και σώματι. Ένας αμνιακός σάκος εν ζωή που μας θρέφει και συντηρεί την ύπαρξή μας. Γι' άλλους είναι ο σύντροφος, τα παιδιά, οι γονείς, τ’ αδέρφια. Γι' άλλους οι φίλοι ή ένα κατοικίδιο. Δεν έχει σημασία αν έχει το ίδιο αίμα μ' εμάς, αν είναι άνθρωπος ή όχι, αρκεί να γεμίζει την καρδιά μας με τρυφερά αισθήματα και την ψυχή μας με ζεστασιά.

Ακόμα κι αν η οικογένειά μας είναι μακριά, η αγάπη είναι γνωστό πως δε γνωρίζει απόσταση. Η γνώση ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο για τον οποίον είμαστε σημαντικοί, αρκεί για να γεμίσει το κενό της προσωρινής απουσίας του. Αν πάλι έφυγε για το μακρύ ταξίδι, μας έχει αφήσει τον πολυτιμότερο θησαυρό. Ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε ειλικρινά. Αυτά είναι εφόδια στο σάκο του κάθε ανθρώπου που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να προχωρά. Όταν κάποιος που χάσαμε ήταν οικογένεια μας, θα είναι για πάντα. Στην πορεία θ’ αντιληφθούμε πως, χωρίς να το περιμένουμε, παρουσιάζονται στη ζωή μας άνθρωποι, όχι για ν' αντικαταστήσουν άλλους, αλλά για να διευρύνουν την οικογένεια μας, με όποια έννοια κι αν αυτή έχει. Είναι το συνεχές ταξίδι της αγάπης.

Αυτή τη θαλπωρή ας έχουμε όλοι φέτος τα Χριστούγεννα, αλλά και κάθε Χριστούγεννα. Μα αν γνωρίζουμε κάποιον που τη στερείται, ας γίνουμε η οικογένειά του έστω για λίγο, χαρίζοντας ένα χαμόγελο, αγάπη και μια αγκαλιά. Αν πάλι είμαστε εμείς σ' αυτή τη θέση, ας γίνουμε οικογένεια για τον εαυτό μας. Ας ξορκίσουμε τη μοναξιά, αυτό το αιώνιο φάντασμα των Χριστουγέννων που τρυπώνει όπου λείπει η οικογένεια κι ας αγκαλιάσουμε τις πληγές μας. Η μοναξιά φοβάται τον άνθρωπο που αγαπά και αποδέχεται τον εαυτό του και η ζωή τον ανταμείβει δίνοντάς του ευκαιρίες για ορθές επιλογές.

Καλά και οικογενειακά Χριστούγεννα με όσους αγαπά η καρδιά μας και μας αγαπούν με όλη τους την ψυχή!

Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς

Ένα βήμα για να σε πάει κάπου χρειάζεται δυο κινήσεις.
Μια σε μετακινεί μπροστά
και μια δεύτερη επιβεβαιώνει την πρόθεσή σου να προχωρήσεις.
Όσο δεν επιβεβαιώνεις την επιλογή σου,
θα μένεις μετέωρος ανάμεσα σ' αυτό που σκοπεύεις
κι αυτό που φοβάσαι.
Αν κάνεις λάθος;
Οι δρόμοι για να περπατήσεις είναι αμέτρητοι
κι η ευκαιρία ν' αλλάξεις κατεύθυνση,
παρούσα την κάθε στιγμή.
Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς.

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι

Αν χρειάζεται να εξηγήσεις,
σημαίνει πως δε σε κατανοούν.
Αν σε υποτιμούν,
δε σε σέβονται.
Αν αισθάνεσαι φόβο, σε απειλούν,
είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Αν χάνεις τον εαυτό σου,
δεν ανήκεις εκεί.
Αν σε κατακρίνουν,
δε σ' αγαπούν.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι.
Ό, τι νιώθουμε για τον εαυτό μας,
αυτό έλκουμε από τους "αντίστοιχους" άλλους.
Αν θέλεις να εισπράξεις αγάπη, λοιπόν,
ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

Κρυμμένο όνειρο

18 Αυγούστου, 2021

Έχω ένα όνειρο κρυμμένο. Μόλις ο κίνδυνος περάσει, σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον ουρανό. Κάπου εκεί το έχω φυλάξει. Ανάμεσα στ' αστέρια. Η καρδιά μου είναι τόσο γεμάτη από φόβο που αδυνατεί να το θρέψει. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να το έχω κοντά μου. Μπορεί να το καταλάβουν. Το ένστικτο μού λέει ότι είναι προτιμότερο να επιβιώσω. Η καρδιά μου κλαίει με δάκρυα που δε στάζουν στα μάτια που δε μου κάλυψαν. Δε θα προδοθώ.

Ακούω τη βροχή και φαντάζομαι πως είναι οι πέτρες που ρίχνουν για να με σκεπάσουν. Τρέμω. Βλέπω το σώμα μου να κείτεται νεκρό και ματωμένο στα πόδια τους. Άλλο ένα αντικείμενο άχρηστο που πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αυτό είμαι. Πώς μπορεί ένα σκουπίδι να έχει όνειρα; Δεν αρμόζει.
Κι όμως έχω ένα όνειρο. Δεν απαιτεί πολλά. Λίγες σταγόνες χρώμα στον τοίχο. Δυο πλήκτρα και τέσσερις νότες. Λίγο φως στο δέρμα.

Τι ήταν αυτό; Τρέχω, τρομαγμένη πάλι, να κρυφτώ. Παρασύρθηκα. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου. Νιώθω την κάννη του όπλου τους ν' αγγίζει τον κρόταφό μου. Παρακαλώ να πεθάνω πριν μ' αγγίξουν. Πριν η βαριά, ανυποχώρητη ανάσα τους σκίσει το κορμί μου. Όλα σκοτεινιάζουν. Μέσα στο μαύρο μένω γονατισμένη, πληγωμένη, αδύναμη.

Δεν αξίζω να έχω όνειρα. Σπόροι είναι που φυτρώνουν σε γόνιμο έδαφος. Εγώ είμαι ένας σωρός αποκαΐδια. Τι έχει μείνει για να σώσω;

Το λυπάμαι τ' όνειρό μου. Δε θέλω να καταντήσει σαν κι εμένα. Είναι το μόνο που μπόρεσα να κρατήσω αγνό. Ας το φυλάξουν καλύτερα τ' αστέρια. Πονάω.

Έρχονται πάλι.
Αντίο όνειρό μου.
Αντίο.

1 11 12 13 14 15 29