By

Φωτοσταλίδα

Γιατί είμαι άνθρωπος

8 Αυγούστου, 2021

Χάιδεψα τα μαλλιά της κόρης μου. Γύρισε το κεφαλάκι της και με κοίταξε. Πόσο ήρεμη στην ασφάλειά της! Της χαμογέλασα αχνά, ενώ είχα ακόμα στα μάτια μου τις φλόγες που κατάπιναν τα ξένα σπίτια. Ξένα; Τίποτα δεν είναι ξένο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το σπίτι σου που έγινε συντρίμμια το νιώθω και δικό μου σπίτι. Δάκρυα κυλούν και στα δικά μου μάτια για τον όμορφο κήπο σου που έδινε ζωή και τώρα φιλοξενεί τον θάνατο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Σπαράζει κι η δική μου καρδιά για το παιδί σου που αναγκάστηκες να του πεις "Σήκω παιδί μου φεύγουμε", όχι για βόλτα, αλλά για το άγνωστο. Τι χειρότερο για έναν γονιό από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια; Όχι, δεν μπόρεσε να πάρει το αγαπημένο παιχνίδι του, γιατί δε χωρούσε, γιατί έπρεπε να τρέξετε, γιατί έπρεπε να σωθείτε. Σ' ένιωσα τη στιγμή που είδες το φόβο στα μάτια του να ψάχνει να βρει τη δική σου ανύπαρκτη σιγουριά για να πιαστεί. Σε νιώθω. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Έφυγες αποχαιρετώντας ό, τι πιο δικό σου. Δεν είναι "ντουβάρια", ούτε "αντικείμενα". Είναι κόποι, συναισθήματα, αναμνήσεις. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι πανώ από όλα και αυτή θα κοιτάξεις να σώσεις. Βλέπω όμως το αποτυπώματα σου σε όλα αυτά τα υλικά που αγάπησες και κατανοώ τη θλίψη σου. Αφήνεις πίσω τη ζωή σου που δε θα είναι πια ίδια. Σε κατανοώ. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το χωριό σου! Το όμορφο χωριό σου που έδινε απλόχερα δροσιά και χρώμα σε όποιον το επισκεπτόταν. Μαύρο πια στέκεται πάνω στ'αποκαΐδια του σαν νεκροταφείο. Τα δέντρα του, τα λουλούδια του, τα ζώα του φτιάχνουν τον δικό τους παράδεισο κάπου αλλού. Σοκάρομαι και θλίβομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Και τώρα; Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Δε σε προστάτεψαν. Νιώθεις προδομένος, οργισμένος, καταβεβλημένος, απελπισμένος. Άδειος. Σε συναισθάνομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Όμως, ξαφνικά, βλέπεις κάποιους να βρίσκονται από το πουθενά να σε βοηθήσουν, να σε αγκαλιάσουν, να σου πουν μια καλή κουβέντα, μήπως ξαναβρείς λίγο από το αδικοχαμένο θάρρος σου. Άλλοι πασχίζουν με τις φλόγες, αψηφώντας τα πάντα, μήπως και κάτι σωθεί. Άγνωστοι ή φίλοι ανοίγουν τα σπίτια τους και την καρδιά τους να προσφέρουν ό, τι μπορούν. Γιατί όλοι μπήκαμε στη θέση σου και θρηνούμε μαζί σου. Νοιαζόμαστε και θέλουμε να δεις ότι δεν είσαι μόνος.

Ακόμα κι αν αυτοί που έχουν χρέος να σε στηρίξουν, δεν το κάνουν, είμαστε εμείς εδώ. Είμαστε κοντά σου για να σε δούμε να σηκώνεις ξανά το κεφάλι κι όταν αντικρίσεις τον ουρανό να μη δεις καπνούς, αλλά ήλιο και τριγύρω σου πράσινο. Ίσως η αγάπη μας να μπορέσει να διώξει τον πόνο από τα μάτια και την ψυχή σου. Ίσως σε κάνουμε να χαμογελάσεις ξανά.

Είμαστε εδώ για να το προσπαθήσουμε.
Είμαστε εδώ.
Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Η Μάνα που άντεξε

30 Απριλίου, 2021

Ένα πρόσωπο αγγελικό σκαμμένο από τα δάκρυα. Δυο χέρια που κρατούν όλο τον επίγειο κόσμο σε ένα σώμα. Σώμα νεκρό. Μια καρδιά κομματιασμένη από το άδικο, το ασύλληπτο, το καρτερικά απρόσμενο. Η ελπίδα θανατώθηκε βάναυσα. Τα μάτια της βαριά από το μαρτύριο να δει το παιδί της,
τον Άνθρωπο που δεν έβλαψε κανέναν, να γίνεται αμνός προς θυσία σε συμφέροντα, φθόνο και απληστία.

Ο κοινός ανθρώπινος νους δε χώρα τον πόνο της. Εκείνη όμως άντεξε. Δεν έγινε εμπόδιο. Για το παιδί της. Για την πίστη της ότι το άδικο δεν ευλογείται. Για την αγάπη της ψυχής της που της ψιθύριζε πως δεν ξέρουν τι κάνουν. Μάνες τους γέννησαν κι αυτούς κι εκείνες θα έπρεπε να θρηνούν περισσότερο από εκείνη. Γιατί τα δικά τους παιδιά έγιναν αυτόχειρες της ίδιας της ψυχής τους. Τα δικά τους παιδιά, αν και ζωντανά στα μάτια του κόσμου, είχαν πεθάνει για πάντα.

Η Μάνα αυτή βίωσε τον υπέρτατο πόνο κι άντεξε. Για κάθε μάνα που της παίρνει ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια. Για κάθε μάνα που παλεύει με το θηρίο του πένθους. Για κάθε παιδί που φεύγει αδικοχαμένο. Για κάθε μικρό Χριστό που θυσιάζεται στην εκάστοτε εξουσία. Έγινε σύμβολο, ελπίδα, παρηγοριά και διδαχή πως η αγάπη είναι πιο δυνατή ακόμα κι από τον θάνατο. Μόνο η αγάπη αντέχει. Μόνο η αγάπη μένει. Μόνο η αγάπη απαλύνει τον πόνο. Μόνο η αγάπη ενώνει. Μόνο η αγάπη οδηγεί στην Ανάσταση.

Στη χώρα των ψεμάτων

Η Αλίκη δεν μπορεί πια
να βυθιστεί στο όνειρο.
Εκεί που τα λευκά κουνέλια
δεν πιάνονται σε παγίδες,
οι απάτες είναι αθώα μαγικά
και - το κυριότερο -
μπορείς να ξυπνήσεις όποτε θέλεις.

Η Αλίκη μεγάλωσε.
Αν όμως κάτι έμαθε
από τη χώρα των Θαυμάτων
είναι πως το ψέμα
διψά για οικειότητα
και φωλιάζει
σε ό, τι αγαπάς.
Μην το ψάχνεις
σαν κάτι μαγικό ή εμφανές.
Η καθημερινότητα
είναι η κρυψώνα του
και η συνήθεια
η τροφός του.
Μονάχα ένας τρελοκαπελάς
μπορεί να σε σώσει.
Η τρέλα
δεν πιστεύει στα ψέματα,
γιατί γνωρίζει πολύ καλά
πώς να κάνει
τα όνειρα πραγματικότητα.

Η πάλη των φύλων

21 Μαρτίου, 2021

Γράφουν η Ελίνα Δερμιτζόγλου & η Γεωργία Λαμπάρα Τριανταφύλλου

Η πάλη των δυο φύλων χρονολογείται από τη γένεση κιόλας του ανθρώπου, λες κι ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα με απώτερο σκοπό να αγωνιστούν για το ποιος θα επικρατήσει. Για αιώνες, ο Αδάμ φαινόταν πως είχε στεφθεί νικητής κι είχε εκδικηθεί επιτυχώς την Εύα επειδή του στέρησε τον Παράδεισο. Η πατριαρχία του, έχοντας ριζώσει βαθιά στα κοινωνικά δρώμενα, είχε θέσει σαφώς τα όρια του γυναικείου φύλου, όταν ο φεμινισμός ήρθε για να επαναστατήσει, ν’ αναταράξει και ν’ ανατρέψει τους ρόλους.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αγώνες που απάλλαξαν τη γυναίκα από δεινά και ταπεινώσεις και τη βοήθησαν να εδραιωθεί ως άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Όπως όμως δίδαξε πρώτη η πατριαρχία, η παγίδα του υπερβολικού ζήλου είναι που δυσχεραίνει τα πράγματα και φέρνει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αγωνίστριες υπέρ της ισότητας, της αποδοχής και του σεβασμού του γυναικείου φύλου από την κοινωνία, πορεύτηκαν δίχως να σεβαστούν οι ίδιες, την ίδια τους τη φύση. Ξέχασαν ότι η φύση τους χάρισε το μεγαλύτερο προτέρημα, που είναι, να φέρουν ζωή. Ζήλεψαν ό,τι είναι πέρα από τη δική τους φύση. Δε λέω, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, όμως στο δρόμο προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους, ξέχασαν ότι αγωνίζονται ως γυναίκες, που ίσως αν δεν επέτρεπαν στη λήθη να υπερκαλύψει το ζήλο τους, αυτή τη στιγμή, να ήταν από τα πιο προνομιούχα πλάσματα, επάνω στη γη.

Ακούγονται πολλά τον τελευταίο καιρό, σχετικά με τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες που καταλήγουν σε εκτρώσεις. Γράφονται κείμενα όπου σε κάθε παράγραφο συναντάμε κι ένα δριμύ κατηγορώ προς το αντρικό φύλο, το οποίο θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνο για τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Αφού προσπαθούν να σε πείσουν, με πολλά επιχειρήματα - τα οποία θεωρώ γενικευμένα - και να ανεβάσουν με τον τρόπο αυτό τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, κάνουν επίκληση στο συναίσθημα για τα δείνα που βιώνει το γυναικείο φύλο από τις μεθόδους αντισύλληψης (δεν αντιλέγω σε αυτό). Καταλήγουν δε στη φράση: "οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες προκαλούνται από άντρες", υποβιβάζοντας από μόνα τους το γυναικείο φύλο, αφού προβάλουν τη γυναίκα ως ένα ον δίχως βούληση. Οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, προκαλούνται από την ανεύθυνη συμπεριφορά και των δύο φύλων.

Στη σημερινή κοινωνία, εκτός από περιπτώσεις βιασμού, η γυναίκα έχει την ίδια ελευθερία επιλογής στη μέθοδο αντισύλληψης, όπως και ο άντρας, εκτός και αν η ίδια θέλει να μην έχει ή διστάζει από μόνη της, για δικούς της προσωπικούς λόγους (απουσία προσωπικής βούλησης, έλλειψη ευθύνης ή σεβασμού απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό). Μία γυναίκα, λοιπόν, που επιθυμεί να κερδίσει το σεβασμό του άλλου φύλου και κατ' επέκταση, της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα η ίδια να σέβεται τον εαυτό της, κρατώντας το ρόλο της μέσα σε αυτήν. Κανένας σήμερα δεν αναιρεί ότι μπορεί να έχει επιλογές, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική της ζωή. Επομένως, δεν είναι θύματα και οι άντρες θύτες.

Η μόνη περίπτωση που μια γυναίκα πέφτει θύμα μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, είναι μετά από έναν βιασμό. Ακόμα και σε μια καταπιεστική σχέση που ισχυρίζεται πως δέχεται πίεση για μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όχι, δεν είναι θύμα. Γιατί, κατ' εμέ, δεν υπάρχει εξ αρχής θύτης και θύμα, αλλά επιλογή και επιλεγόμενος. Κάποιες φορές μάλιστα ο επιλεγόμενος μετατρέπεται σε μια επιλογή - θύμα αυτού που τον επιλέγει. Δεν είναι λίγες οι φορές που άντρες βρίσκονται δέσμιοι σε μια σχέση που τους αναγκάζει να παραμείνουν μετά από μια εγκυμοσύνη για την οποία δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε ίσοι, θα πρέπει να το κάνουμε κι ως προς τις ευθύνες. Η αποδοχή της πατριαρχίας ως de facto, μόνο φανατισμό μπορεί να φέρει και την ανάγκη για ένα αντίπαλο δέος. Ο φυλετικός ανταγωνισμός δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία που το μόνο που έχει ανάγκη είναι η ισορροπία. Είναι κατανοητή η καταπίεση που έχει υποστεί το γυναικείο φύλο για αιώνες, αλλά αυτό δε δικαιολογεί μια απόλυτη στάση. Αν μια γυναίκα θέλει να δείξει το δρόμο, έχει καλύτερους τρόπους να το κάνει από το να κατηγορεί τους άνδρες. Τη στιγμή που θα αντιληφθεί ότι η ουσία της ύπαρξής της δεν βρίσκεται στο να επιβληθεί, αλλά στο να πιστέψει η ίδια στην αξία της, θα έχει επιτύχει ως άνθρωπος.

Το να κατατάσσουμε, λοιπόν, όλους τους άνδρες κι όλες τις γυναίκες στο ίδιο τσουβάλι, σίγουρα δε μας κάνει αντικειμενικούς. Η γυναίκα, όπως και ο άνδρας, είναι ένα χαρισματικό ον που μπορεί να προοδεύσει σε πάρα πολλούς τομείς, τόσο του πνεύματος όσο και της τέχνης. Η ιστορία της δεν είναι τα δεινά της και η χρήση αυτών ως ελαφρυντικά μόνο κακό μπορεί να της κάνει. Ο σεβασμός στη φύση του κάθε φύλου δε σημαίνει υποτίμηση ή υπερτίμηση αυτού, αλλά ανάγκη για αρμονική συνύπαρξη, όπου ο καθένας θα λειτουργεί βάσει και της ύλης και της προσωπικότητάς του και θα αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν.

Χαρταετοί

Το κατάλαβες;
Γίναμε χαρταετοί.
Προσωρινά κατασκευάσματα χωρίς φτερά
που φτιάχτηκαν για να πετούν υπό όρους.
Το σκοινί κρατιέται γερά,
η απόσταση ορίζεται από την καλούμπα
κι ο χρόνος της πτήσης από τις καιρικές συνθήκες.
Το έμαθες;
Φέτος δε θα τηρηθεί το έθιμο.
Απαγορεύεται να πετάμε χαρταετό.
Απαγορεύεται να πετάμε.
Κοίτα!
Ένα παιδί εκεί στην άκρη του πάρκου παρανομεί.
Έκοψε το σκοινί, ελευθέρωσε τον χαρταετό του
και χαμογελά.

Άθλιο καρναβάλι

Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.

Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.

Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.

Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.

Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.

Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;

Καταγγελία ενός βιασμού

18 Ιανουαρίου, 2021

Κατέβηκε τα σκαλιά τρεκλίζοντας. Το κεφάλι της ήταν ζαλισμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Έκανε δυο μετέωρα βήματα και κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο. Εκείνος, ατάραχος, κούμπωνε το παντελόνι του, ρεμβάζοντας. Κατέβασε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι της τα πέτα του παλτό της και το κράτησε σφιχτά σαν να μπορούσε να κρύψει την ντροπή της μέσα του. Επιτάχυνε το βήμα της. Δεν άντεχε να μείνει ούτε μια στιγμή ακόμα σ' εκείνη την κόλαση.

Άρχισε να τρέχει, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, αψηφώντας τη μανία του ανέμου να τα στεγνώσει. Ένιωσε μια σουβλιά στο πάνω χείλος. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Η πληγή από το χαστούκι που την είχε αφήσει αναίσθητη είχε ανοίξει από το κρύο και αιμορραγούσε. Το κράτησε όπως όπως με ένα χαρτομάντιλο και συνέχισε το δρόμο της. Πού να πήγαινε όμως; Ποιος θα την πίστευε;

Στους γονείς της δεν τολμούσε να μιλήσει. Φοβόταν πως ο πατέρας της θα έφτανε στο φονικό. Η μάνα της θα καταλάβαινε, αλλά ούτε εκείνη θα σιωπούσε. Έπρεπε πάση θυσία να μείνει κρυφό. Την είχε απειλήσει πως αν μαθευόταν, είχε κάθε μέσο να τη βγάλει ψεύτρα και να την κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη ζωή της.

Κατηγόρησε τον εαυτό της που τον εμπιστεύθηκε. Χιλιάδες «γιατί» πλημμύρισαν το μυαλό της κι ένας χείμαρρος τύψεων την έπνιξε για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Γιατί δεν κατάφερε να ξεφύγει, γιατί δεν πίστεψε ότι θα έφτανε ως εκεί, γιατί δεν είχε δει τα σημάδια, γιατί δεν είχε περισσότερο θάρρος να μιλήσει. Και τι να πει; Όχι. Η σιωπή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Κοίταξε γύρω της. Οι περαστικοί την κοιτούσαν εχθρικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι τα ήξεραν όλα. «Τα ήθελε και τα 'παθε», «Ας μην κούναγε την ουρά της», «Κάποιο θάρρος θα του έδωσε» κι ένα σωρό άλλες κατηγορίες εξαπολύονταν από τα στόματά τους. Έκλεισε τ' αυτιά της. Δε μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνα τα βλέμματα που την έκριναν ένοχη, επειδή οι ίδιοι εκ του ασφαλούς θα έπρατταν αλλιώς. Συνέχισε να τρέχει ξεσπώντας σε λυγμούς.

Ξαφνικά ένας φόβος πάγωσε την καρδιά της. Κι αν το επιχειρούσε ξανά; Τι θα έκανε; Έπρεπε να το πει σε κάποιον. Να προστατευθεί. Η σκέψη της έτρεχε σπρωγμένη από το φόβο πιο γρήγορα από τα πόδια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Δεν τη βαστούσαν άλλο. Είχε φτάσει μακριά από τον εφιάλτη της, μα δεν είχε φύγει ούτε βήμα.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά εκλιπαρώντας για μια απάντηση στο αδιέξοδο της. Μικροσκοπικές χιονονιφάδες άγγιξαν το πρόσωπό της. Δεχόταν πάνω της την αγνή καθαρότητα τους, επαναλαμβάνοντας μέσα της πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όλα ένα κακό όνειρο. Ήθελε απεγνωσμένα να πάψει να νιώθει σαν σπίτι που το λήστεψαν και το μαγάρισαν εγκληματίες υπεράνω υποψίας. Δεν τα κατάφερνε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε τον εαυτό της.

Θύμωσε. Με εκείνον και όσους είχαν παρόμοιες ορέξεις να ικανοποιούνται με κοπέλες που τους αρνούνταν την υποταγή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να τον σκότωνε ο πατέρας της. Θα γλίτωναν κι άλλες κοπέλες έτσι. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να τον καταδικάσει σε φυλακή επειδή εκείνη δεν τόλμησε να τον βάλει στη θέση του. Εκείνη έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραλογισμού. Υστέρα παραιτήθηκε. Δεν είχε άλλη δύναμη. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν συνήλθε βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Οι γονείς της στέκονταν δίπλα της ανήσυχοι.

«Κοριτσάκι μου! Τι συνέβη; Πώς είσαι;» ρώτησε η μητέρα της σαστισμένη.

«Άφησε τη να συνέλθει λίγο» την επέπληξε ο πατέρας της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείτε...» τους καθησύχασε.

«Πώς βρέθηκες εκεί; Πώς χτύπησες;» συνέχισε η μητέρα της.

«Μην την αγχώνεις, θα μας πει με την ησυχία της!» επενέβη και πάλι ο πατέρας.

«Σκόνταψα, χτύπησα κι από τη ζαλάδα μάλλον θα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι τίποτα μετά» βιάστηκε να προλάβει περαιτέρω ερωτήσεις.

Τα χρόνια πέρασαν. Το περιστατικό θάφτηκε. Κανείς δεν έμαθε πως το νεαρό κορίτσι κουβαλούσε ένα νεκρό κομμάτι του εαυτού της. Πώς έτρεμε κάθε φορά που καταλάβαινε ότι κάποιος ήθελε να την πλησιάσει ερωτικά. Οι μνήμες ξυπνούσαν και τη βάραιναν σαν τραχιές αλυσίδες που δεν άφηναν την καρδιά της να αφεθεί. Ο τρόμος την είχε επισκεφθεί πολύ πριν το πρώτο σκίρτημα. Φόβος και έρωτας είχαν το ίδιο αποτέλεσμα για εκείνη. Πονούσαν. Η μικρή ουλή στο χείλος που της είχε αφήσει το δαχτυλίδι του, ήταν η υπαρκτή απόδειξη.

Μια μέρα, έτυχε να περάσει ξανά έξω από το σπίτι του. Σήκωσε με πόνο τα μάτια στο ίδιο εκείνο παράθυρο. Μια νεαρή κοπέλα κοιτούσε τον δρόμο, παραδομένη στις σκέψεις της. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Άγγιξε το τζαμί σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια. Κάποιος τη φώναξε. Τρομαγμένη, γύρισε κι απομακρύνθηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στην υποψία πως η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια θέση μ' εκείνη. Ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, όταν εμφανίστηκε εκείνος, με το ίδιο απαθές ύφος κι έκλεισε την κουρτίνα. Την κατέβαλε πανικός. Ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να σωπάσει. Θα τον σταματούσε.

Χτύπησε τυχαία ένα κουδούνι για να της ανοίξουν την πόρτα της πολυκατοικίας. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και όρμησε με οργή στην πόρτα χτυπώντας τη με όλη της τη δύναμη. Όταν της άνοιξε του χίμηξε δίνοντας του ένα χαστούκι κι όπως ήταν σαστισμένος άρπαξε ό, τι βρήκε μπροστά της και του κατάφερε ένα γέρο χτύπημα στο κεφάλι. Μόλις σωριάστηκε αναίσθητος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Η μικρή, ημίγυμνη, κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου πάνω στο κρεβάτι, έκλαιγε βουβά. Την πήρε στην αγκαλιά της και την καθησύχασε. Τη βοήθησε να ντυθεί κι έφυγαν μαζί, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα και πέταξε τα κλειδιά στον πρώτο κάδο που συνάντησαν έξω από το κτίριο.

Αφού τακτοποίησε τη μικρή στο σπίτι που νοίκιαζε, κάλεσε την αστυνομία. «Η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρυσός για να πλουτίζουν τα βίτσια τους κτήνη σαν εκείνον. Φτάνει!» σκέφτηκε.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι. Χαμογελούσε αποφασισμένη.

«Καλησπέρα σας. Θέλω να καταγγείλω έναν βιασμό».

Απολογισμός 2020: Για μιαν ανάσα

31 Δεκεμβρίου, 2020

Μια πολυτάραχη χρονιά έφτασε στο τέλος της. Δεν είναι ότι οι προηγούμενες μας έφερναν πάντα ό, τι ποθούσαμε, ούτε ότι τα βάσανα έλειπαν. Ο φετινός απολογισμός διαφέρει στο ότι, σ' έναν κόσμο ατομικισμού, η ταλαιπωρία έγινε συλλογική. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σφύζει από μοναξιά, δεν είμαστε μόνοι, γιατί δεν είμαστε οι μόνοι που ζουν το παράδοξο "δώρο" του 2020. Ένας πλανήτης συντονίστηκε σε έναν κοινό πόλεμο. Οι παρατάξεις αρκετές. Οι γνώμες πολυπληθείς. Η γνώση ηττημένη. 

Αν υπήρξε έναν νικητής φέτος, αυτός ήταν ο διχασμός. Εκείνος εγκατέστησε την αμφιβολία στο μυαλό μας σαν κακόβουλο λογισμικό. Τίποτα πια δε μοιάζει ίδιο, όπως και κανείς μας δε θα είναι ίδιος μετά το 2020. Μια χρονιά ορόσημο για όσα είχαμε δεδομένα. Την αγάπη, την ελευθερία, την υγεία, τους δικούς μας ανθρώπους, την ασφάλεια. Τίποτα δε μοιάζει ασφαλές πια. Δεν είναι ο ιός που έφερε την ανασφάλεια, μα ο τρόπος που ξεκινήσαμε να κοιτάμε τον συνάνθρωπο. Οι δικοί μας έγιναν πιο δικοί μας, γιατί η απουσία τους μας ανάγκασε να εκτιμήσουμε την παρουσία τους στη ζωή μας. Οι ξένοι, όμως, έγιναν πιο ξένοι. Εκείνοι φταίνε για όλα. Που δεν προσέχουν, που δεν υπακούν, που επαναπαύονται.

Γίναμε κριτές των άλλων, περιορίζοντας την αυτοκριτική μας στο κελί που μετατράπηκε το σπίτι μας. Χωρίς να νοιαστούμε για το πόνο του καθενός. Ποιός θα κατηγορήσει έναν παππού που φοβάται πως αυτή θα είναι η τελευταία του χρονιά και γι' αυτό αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος όσο του μένει; Ποιός θα καταλάβει τους γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να γίνονται αγρίμια στα κλουβιά και να παλεύουν με τα σχοινιά μιας μάσκας που τους στερεί το πρώτο δώρο που τους χάρισε η ζωή με μιαν ανάσα; Ποιός γνωρίζει για τη γυναίκα που περπατά στο δρόμο χωρίς "να έχει τον νου της" αν ο εχθρός της ζωής της δεν κρύβεται στο ίδιο της το σπίτι που εσύ την παροτρύνεις να επιστρέψει γρήγορα κι ας καταλήξει άλλο ένα βράδυ να αγκαλιάζει τον βασανιστή της; 

"Άκρα" θα μου πεις. "Η τηλεόραση δε λέει τίποτα γι' αυτά, άρα δεν υπάρχουν" επιχειρηματολογείς, χρίζοντάς την τον σύγχρονο Ντεκάρτ που επιβάλλει τη ρήση του "το μετέδωσα, άρα υπάρχει". Ποιός μπορεί, όμως, αλήθεια να γνωρίζει τι ψυχικούς ιούς κουβαλά ο καθένας μας και πώς αυτοί μεταλλάσσονται ραγδαία υπό την πίεση των γεγονότων και της τρομολαγνείας; 

Έχουμε πόλεμο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τι είδους πόλεμος είναι θα το δείξει μονάχα η ιστορία. Είμαστε πολύ μικροί για να το κρίνουμε κι οι πραγματικοί μαχητές παραμένουν, όπως πάντα, αφανείς. 

Ακόμα κι αν αυτή η πρωτοχρονιά γιορταστεί διαφορετικά, δεν παύει να αποτελεί μια ευκαιρία να διδαχτούμε, να μηδενίσουμε και να αρχίσουμε ξανά. Είτε η δοκιμασία που περνάμε τελειώσει σύντομα, είτε όχι, ας φυλάξουμε μια αγκαλιά για τον συνάνθρωπο. Ας μην ξεχάσουμε πώς ήταν η ζωή πριν τη μάσκα. Ας μην επιτρέψουμε στη συνείδηση μας να διαμορφωθεί ψυχρά και τυπικά. Ας μη συνηθίσουμε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Κι όπως μετά από κάθε καταιγίδα, ένα ουράνιο τόξο περιμένει ταπεινά να υπενθυμίσει την ελπίδα. Πως δε χάθηκε ο άνθρωπος. Πως συνεχίζει να αγαπά, να ονειρεύεται και να υπάρχει. 

Κι αν η αγκαλιά έγινε δηλητήριο και το χαμόγελο ταμπού επειδή εκφράζονται με το σώμα που κινδυνεύει να νοσήσει, το "σ'αγαπώ" και το "σε νοιάζομαι" επιτρέπεται ακόμα να μεταδίδονται από ψυχή σε ψυχή. Ας μείνουμε άνθρωποι, με την ευχή ν' αγκαλιαστούμε ξανά ελεύθεροι και υγιείς και να χαμογελάσουμε με την καρδιά μας σαν παιδιά. Για τα παιδιά. Για τις ζωές που σώθηκαν. Για την ομορφιά της ζωής. Για μιαν ανάσα. 

Τα παιδικά μάτια

20 Νοεμβρίου, 2020

Το ματάκι της είχε κοκκινίσει λίγο εξωτερικά από κάποιον ερεθισμό. Το φροντίσαμε με χλιαρό χαμομηλάκι και της υποσχέθηκα ότι την επόμενη θα έχει θεραπευτεί. Αφού με ρώτησε τι σημαίνει το "θεραπευτεί" και της εξήγησα πως κάθε τι στο σώμα μας γιατρεύεται με την κατάλληλη φροντίδα, συνεχίσαμε το παιχνίδι. 
Την επόμενη μέρα δεν το ανέφερε και θεώρησα ότι το είχε πια ξεχάσει. Κάποια στιγμή, εντελώς απροσδόκητα, σταμάτησε το παιχνίδι και έτρεξε ενθουσιασμένη προς το μέρος μου. 
"Τα ματάκια μου γιατρεύουν!!" δήλωσε με λαμπερό βλέμμα. Χαμογέλασα και κατάλαβα ότι εννοούσε το μάτι της που θεραπεύτηκε. 
"Θέλεις να πεις πως το ματάκι σου γιατρεύτηκε, σωστά;"
"Ναι!"
"Ξέρεις...κι αυτό που είπες ισχύει! Τα μάτια έχουν τη δύναμη να θεραπεύουν. Όταν χαμογελάμε, χαμογελούν και τα μάτια μας κι έτσι, όταν κοιτάμε κάποιον που είναι στενοχωρημένος, φοβισμένος, θυμωμένος, μπορούμε να τον θεραπεύσουμε! Ναι! Τα μάτια μπορούν να γιατρέψουν!"
Χαμογέλασε ικανοποιημένη για τη νέα ικανότητα που ανακάλυψε κι έφυγε τρέχοντας να συνεχίσει το παιχνίδι. Σε λίγο ήρθε ξανά, γούρλωσε τα ματάκια και με χαμόγελο είπε δυνατά. 
"Κοίτα! Είμαι χαρούμενη! Τα μάτια μου χαμογελάνε! Σ' έκανα καλά!"
Ήταν αλήθεια. Αυτά τα χαμογελαστά, αγνά, καλοσυνάτα ματάκια είχαν τη δύναμη να διώξουν κάθε έγνοια και με είχαν αφήσει με ένα ανεξίτηλο χαμόγελο στην καρδιά, να αναλογίζομαι πως το πρώτο που δικαιούται κάθε παιδί είναι να χαμογελά ανέμελο. 

1 12 13 14 15 16 29