By

Φωτοσταλίδα

Γυναίκα ενός άγνωστου Θεού

8 Μαρτίου, 2020

Σε είδα σήμερα μπροστά μου. Περνούσες διακριτικά δίπλα από τους λίγους ανθρώπους στο βαγόνι. Η φωνή σου ίσα που έβγαινε, δείχνοντας τον κόπο που έκανες για να σηκώσεις το βάρος των λόγων σου. Ζητούσες βοήθεια για να επιβιώσεις εσύ και το παιδί σου, πουλώντας χαρτομάντιλα. Αν δεν είχες μιλήσει, κανείς δε θα καταλάβαινε ότι έχεις ανάγκη. Η εμφάνισή σου ήταν αυτή μιας καθημερινής γυναίκας που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια. Όμως κάποιος στο στέρησε βίαια αυτό το δικαίωμα.

Ένιωσα την αύρα σου καθώς με προσπέρασες. Ο σταυρό που κουβαλούσες στους ώμους σου, μολύβι για την ψυχή σου. Ασυναίσθητα μπήκα στη θέση σου. Πόνεσα. Σε πλησίασα. Τα μάτια σου ίσα που σηκώθηκαν να συναντήσουν τα δικά μου την ώρα που μου έδινες τα χαρτομάντιλα. Το ίδιο και τα δικά μου. Λύγισα μπρος στον πόνο που βάραινε τα βλέφαρα σου. Χωρίς δάκρυα. Μια απόγνωση μπρος στην αδικία. Μα ήσουν εκεί και πάλευες με υπερηφάνεια. Κι ας μην ένιωθες υπερήφανη που έφτασες ως εκεί. Δεν ξέρω αν το χαμόγελο μου κατάφερε να σου δώσει μια αχτίδα ελπίδας. Το εύχομαι μέσα από την ψυχή μου. Ίσως αυτή να είναι η μόνη που μπορώ να σου δώσω τώρα πια. Σήμερα "μέρα που είναι" ελπίζω να πιάσει.

Σου εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες. Να ανατείλει ξανά το χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια σου. Να ζεσταθεί ξανά η καρδιά σου. Να νιώσει ξανά την ασφάλεια η ψυχή σου. Σου υπόσχομαι πως όσο η πένα κινεί το χέρι μου, θα παλεύω να ξυπνώ συνειδήσεις. Όχι μόνο για σένα, μα για όλες εκείνες που σήμερα θα "γιορτάσουν" τη θλίψη, την απόγνωση, τον θάνατο. Μόνο αν ξυπνήσουν οι συνειδήσεις από το βαθύ τους λήθαργο θα καταφέρουμε να γιορτάσεις κι εσύ αυτή τη μέρα. Να γίνει μέρα χαράς και θύμησης πως οι αγώνες είναι για να κερδίζονται. Όπως αυτοί που κέρδισαν τόσες και τόσες πριν από μας, διαπρέποντας για το μυαλό, τη φροντίδα, το θάρρος και τον ηρωισμό τους. Τέλος, εύχομαι τώρα που γράφω για σένα, ένα χαμόγελο από το παιδί σου να φτάσει να σου δώσει τη δύναμη να συνεχίσεις.

Έχουμε δρόμο μπροστά μας γυναίκα. Έχουμε πολλά να δώσουμε σ' αυτόν τον κόσμο. Μήπως και κάποτε γιορτάσουμε το θάνατο της θλίψης και φτιάξουμε εκείνον τον κόσμο που ονειρευόμασταν από παιδιά. Έναν κόσμο γεμάτο χαμόγελα για κάθε γυναίκα, άνδρα και παιδί. Ένα χαμόγελο για κάθε άνθρωπο.

Μες στην ομίχλη

Δύσκολοι καιροί.
Θολωμένες ματιές,
καρδιές και πνεύματα.
Μα κάπου εκεί,
ένα πουλί τιμά τη φύση του
και συνεχίζει να πετά ελεύθερο
μες στην ομίχλη.
Τη σχίζει στα δυο και διαπερνώντας τη,
κάνει τη δήλωσή του.
«Δε με σκιάζει το ημίφως,
όσο γνωρίζω πού να βρω το φως».
Δες το.
Δεν προσπαθεί καν.
Δεν το νοιάζει η μοναξιά.
Προχωρά κι ανδρειώνεται.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να θυμάται
πως τα φτερά του υπάρχουν
για να μπορεί να τιμά τη φύση του.

Μονάχα με ψυχή

4 Μαρτίου, 2020

Πλαγιασμένη σε εμβρυακή στάση, πονούσε. Τα χέρια της, σταυρωμένα μπρος στο στήθος της, έσφιγγαν την πληγή που αιμορραγούσε στ’ αριστερά. Είχαν περάσει χρόνια απ’ όταν δέχτηκε τη μαχαιριά, μα κάθε που άλλαζε ο καιρός, άνοιγε. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Πώς θα κατάφερνε να προχωρήσει με ένα τραύμα που δεν έλεγε να κλείσει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Κειτόταν εκεί, σχεδόν λιπόθυμη και χωρίς κανέναν να βοηθήσει.

Ξάφνου, σαν από μηχανής Θεός, στάθηκε μπροστά της. Κάθισε δίπλα της. Την ανασήκωσε απαλά και την πήρε στην αγκαλιά του ευλαβικά σαν νεογέννητο. Δέχτηκε με ευγνωμοσύνη κάθε του κίνηση. Δε χρειαζόταν να γνωρίζει ποιός ήταν. Δεν νοιαζόταν καν για το τι μπορεί να ήθελε από εκείνη. Της έφτανε που μέσα στην αγκαλιά του σταματούσε ο πόνος. Μόλις συνήλθε λίγο, χαλάρωσε τα χέρια από το στήθος και κοίταξε την πληγή. Το αίμα είχε σταματήσει.

«Τι έκανες;» τον κοίταξε έκπληκτη.

«Απλά σε άγγιξα με αγάπη» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά.

«Σ' ευχαριστώ» είπε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ήταν δυο άγνωστοι που η αγάπη θέλησε να ενώσει.
Δίχως έρωτα. Δίχως ελπίδες.
Μονάχα με ψυχή.

Θυμήσου άνθρωπε

3 Μαρτίου, 2020

Έλα άνθρωπε. Πάμε από την αρχή. Γιατί φτιάχτηκες; Πέρασαν τόσες χιλιάδες χρόνια, θα μου πεις, πού να θυμάσαι; Συνήθισες να ζεις χωρίς πολλά πολλά. Ασχολείσαι μόνο με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον το δικό σου. Η ανθρωπότητα; Τι σε νοιάζει. Ελευθερία έχουμε. Ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει.
Μετά εξεγείρεσαι όμως που πλήττουν μειονότητες. Διαμαρτύρεσαι για τα προσωπικά δεδομένα. Έχεις προσωπική γνώμη. Δική σου. Διαμορφωμένη από αυτά που εσύ θες να δεις.

Όμως πάμε πάλι, σε παρακαλώ. Γιατί φτιάχτηκες; Θυμήσου. Φτιάχτηκες για ν’ αγαπάς, να δημιουργείς, να εξελίσσεσαι. Ν’ αγαπάς τον εαυτό σου και το συνάνθρωπο. Να δημιουργείς κοινωνίες και τέχνη. Να εξελίσσεσαι πολεμώντας το κακό μέσα σου και χτίζοντας έναν καλύτερο κόσμο. Όμως για να τα κάνεις όλα αυτά πρέπει να μάθεις δυο βασικά πράγματα. Να σέβεσαι και να προστατεύεις. Εκεί είναι η ισορροπία που πρέπει να κρατήσεις. Πρώτα μέσα σου και μετά στις πράξεις σου. Αυτό είναι η ευθύνη σου ως ενήλικας. Να προστατεύεις ό,τι χρειάζεται προστασία, είτε είναι δικό σου είτε ξένο. Να σέβεσαι εξίσου κάθε τι έμψυχο που αξίζει το σεβασμό σου.

Ίσως αυτά τα δυο να τα έχεις σκεφτεί. Το πρόβλημα σου είναι όταν πολεμάς. Για να προστατεύσεις μπορεί να χρειαστεί να πολεμήσεις όσους προσπαθήσουν να καταπατήσουν τα ιερά και τα όσιά σου. Τι γίνεται τότε; Γίνονται όλοι ανεξαιρέτως εχθροί σου; Βγαίνει η απανθρωπιά από μέσα σου με τη μορφή μένους; Κρατάς το ήθος σου ως σημαία να σου υπενθυμίζει πως όταν πολεμάς επειδή απειλείσαι, δε δικαιολογείσαι να εξισώνεσαι με τους βάναυσους τρόπους του όποιου καταπατητή; Θυμήσου Έλληνα. Κάποτε τιμούσες τους νεκρούς του εχθρού σου. Μην ξεχνάς τώρα να τιμάς τους ζωντανούς νεκρούς που χρησιμοποιεί για να σε βάλλει. Ποτέ δεν πολεμούσες γυναικόπαιδα.
Τώρα θυμήσου κάτι άλλο Έλληνα. Ναι, σε σένα μιλάω τώρα. Θυμήσου ποιός ήταν πάντα ο εχθρός σου. Αναρωτιέσαι; Η μνήμη σου ήταν. Γιατί συνεχίζεις να ξεχνάς όλα όσα πέρασαν, κέρδισαν ή έχασαν οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτόν τον τόπο πριν από σένα. Όταν ξεχνάς, σημαίνει πως δεν έμαθες. Κι όταν δε μαθαίνεις, κάνεις συνέχεια τα ίδια. Τσακώνεσαι με τον διπλανό σου για τις διαφορετικές γνώμες σας, σφάζεσαι με τον συγγενή για συμφέροντα και κλείνεις τα μάτια σε όσα δε συμβαίνουν σε σένα.

Σταματά πια! Δεν αντέχεσαι. Γίνε άνθρωπος ξανά όπως προοριζόσουν να είσαι. Τι νόημα έχει να έχεις τη γνώμη σου όταν ο κίνδυνος χτυπήσει την πόρτα όλων μας; Το σαρκίο δε μετράει σ’ αυτή τη ζωή. Η ψυχή μετράει Έλληνα. Η ψυχή κι η καθαρή συνείδηση. Για ένα φιλότιμο ζούμε γαμώτο. Για ένα φιλότιμο.

Θυμήσου άνθρωπε…
Θυμήσου.

Καθαρά Δευτέρα

2 Μαρτίου, 2020

Η μέρα που τα παιδιά ψυχαγωγούνται πετώντας χαρταετό και μαθαίνουν πως όπως κι αν φυσά ο άνεμος, παρά τις δυσκολίες και τις αντίξοες συνθήκες, αν έχεις υπομονή και κρατάς σταθερή την πορεία σου, θα επιτύχεις τον στόχο σου.

Μαθαίνουν όμως κι ότι όσο ψηλά κι αν φτάσεις δε θα πρέπει να ξεχνάς τις ρίζες σου, αφού αυτές είναι το σκοινί που σε κρατά. Γιατί όπως ανέβηκες ψηλά, μπορείς εύκολα και να πέσεις.

Τέλος μαθαίνουν πως αν το σκοινί που κρατά δεμένη τη ζωή και τη μοίρα σου, το δώσεις να το κουμαντάρουν άλλοι, τότε σίγουρα θα πας εκεί που αυτοί θέλουν, χωρίς ελεύθερη βούληση από μεριάς σου.

Πόσα διδάγματα από ένα έθιμο!
Πόσα μαθήματα από ένα παιχνίδι!

Το υποχείριο

Βάρος μη γίνεις κανενός.
Ούτε υποχείριο.
Όταν άλλος επιλέγει για σένα
κι εσύ απλά αφήνεσαι, δε δίνεσαι.
Ξοδεύεσαι.
Κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τα όνειρά σου,
αν δεν παλέψεις ο ίδιος γι' αυτά.
Κανείς δεν μπορεί να καλύψει την ανάγκη της καρδιάς σου,
αν δεν την έχεις εξερευνήσει εσύ.
Τα όνειρά σου είναι τα παιδιά που δε γέννησες ακόμα.
Πρέπει να τα προστατεύσεις σαν υπεύθυνος γονιός
για να έχεις την ευκαιρία να τα δεις να μεγαλώνουν.
Αν περιμένεις από άλλους να το κάνουν, στείρος θα μείνεις.
Ένας άνθρωπος άβουλος πάντα έρχεται αντιμέτωπος
με όσα δεν ανέλαβε για τον εαυτό του τον ίδιο.
Μην αφήνεις την ευθύνη της ζωής σου
σε ξένα χέρια. Δε θα σε γλιτώσει από κάτι.
Το μόνο που θα μείνει στον απολογισμό σου
θα είναι ο νόστος της επιλογής εκείνων
για τα οποία διψούσε η ψυχή σου.

Το παζάρι των συναισθημάτων

28 Φεβρουαρίου, 2020

Μην αναλώνεσαι σε «θέλω» που δεν έχουν σκοπό να σε πάνε ένα βήμα πιο πέρα. Χάνεις το νόημα προσπαθώντας να τροφοδοτείς αυτά που νομίζεις πως επιθυμεί η καρδιά σου. Η αμοιβαιότητα είναι που ντύνει με αλήθεια την επιθυμία. Αλλιώς μένει μια ανάγκη ανάπηρη, χωρίς ανταπόκριση.

Μα κι αυτή να υπάρξει, θέλει ειλικρίνεια. Αυταπάτες που σε θρέφουν δηλητήριο είναι όσοι προσποιούνται συναισθήματα που δε νιώθουν για σένα. Στις γωνιές του κόσμου, πολλοί είναι εκείνοι που θα προθυμοποιηθούν να σε νιώσουν, να σ' αγκαλιάσουν, να σ' αγαπήσουν χωρίς όμως να έχουν αγαπήσει τον ίδιο τους τον εαυτό. Κοίταξέ τους. Δεν τους νοιάζει. Προχωράνε κι ας είναι κενοί μέσα τους. Ποντάρουν κι ας νομίζουν ότι ξέρουν τι θέλουν. Κερδισμένοι βγαίνουν γιατί πάντα εκείνοι θα «έχουν δίκιο». Μα είναι κέρδος αλήθεια αυτό; Να νομίζεις πως νιώθεις; Να πείθεσαι πως ζεις;

Μη θελήσεις να τους μοιάσεις. Είσαι από άλλη στόφα εσύ. Η δική σου καρδιά θα σιγοκαίει στο καζάνι του φαίνεσθαι, ώσπου να πάψει να πιστεύει στην ουσία της. Σταμάτα, λοιπόν, να παζαρεύεις την αξία σου σε αγορές φθηνών συναισθημάτων. Τα αληθινά αισθήματα είναι αμοιβαία και ανεκτίμητα.

Τζόκερ

23 Φεβρουαρίου, 2020

Όταν ακούμε τη λέξη «τζόκερ», το μυαλό χωρίζεται σε τρεις κατευθύνσεις, διαλέγοντας εκείνη που ταιριάζει περισσότερο στα βιώματα του. Ένας ψυχικά διαταραγμένος αντιήρωας, ένα χαρτί της τράπουλας κι ένα τυχερό παιχνίδι, μοιράζονται όλα το ίδιο όνομα. Μα τι σχέση μπορεί να έχουν στ' αλήθεια; Ας τα συνδέσουμε λοιπόν.

Η φιγούρα του αντιήρωα αποτελεί μια μίξη κλόουν και γελωτοποιού που αντί να προσαρμόζεται στις διαθέσεις του εκάστοτε αφέντη του, γίνεται ο ίδιος θύτης, απολαμβάνοντας το χάος που δημιουργεί. Κατά βάθος, προσωποποιεί την ασυνείδητη επιθυμία κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου να επιβληθεί στους εξουσιαστές του. Μόνο που η μεγάλη οθόνη, ως συνήθως, δραματοποιεί, μεγεθύνει έως και διαστρεβλώνει τις διαστάσεις της επιθυμίας αυτής.

Ο μπαλαντέρ, το πολυπόθητο χαρτί της τράπουλας, απεικονίζει μεν τον Τζόκερ ως γελωτοποιό, δίνοντας του όμως μια διαφορετική δημοφιλία. Η εκτίμηση του είναι σαφώς μεγάλη στα μάτια και τα χέρια των εκάστοτε χαρτοπαικτών, που πολλές φορές και αναλόγως το παιχνίδι, κρέμονται από μια κίνηση που θα τους χαρίσει τη νίκη με το επιθυμητό αυτό χαρτί. Από εξουσιαζόμενος, ο Τζόκερ γίνεται ξανά εξουσιαστής, με ένα διπλωματικό, θα λέγαμε, τρόπο αυτή τη φορά.

Από την άλλη πλευρά, το ομώνυμο τυχερό παιχνίδι μετατρέπει τον Τζόκερ από φιγούρα σε έννοια. Σαφώς πιο επιθυμητό και δημοφιλές από τα τρία, το ουδέτερου γένους πλέον Τζόκερ, γίνεται σκοπός έως και άπιαστο όνειρο πολλών ανθρώπων που επιθυμούν να συμπληρώσουν το τυχερό δελτίο. Η δύναμη της εξουσίας του μέσω της «θεάς» τύχης είναι επίσης η μεγαλύτερη.

Θέτοντας σε μια σειρά τις τρεις σημασίες του ονόματος Τζόκερ, βλέπουμε μια αυξανόμενη πορεία ως προς την επιρροή που αυτές ασκούν στον άνθρωπο. Κοινό σημείο σε όλες, οι έννοιες της επιβολής, της εξουσίας, της επιθυμίας και της έμμεσης βίας. Το χάος και η τύχη γίνονται φορείς και ηθικοί αυτουργοί των παραπάνω εννοιών, δίνοντας τελικά στη λέξη «τζόκερ» μια χροιά εξαρτημένης επιθυμίας και φοβικής διασκέδασης.

Είτε θα ήθελες να μπεις στη θέση του Τζόκερ και να φέρεις τα πάνω κάτω, χωρίς να ενδιαφέρεσαι για τις συνέπειες, είτε είσαι λάτρης του τζόγου και επιθυμείς να αλλάξει ριζικά η ζωή σου, η παγίδα είναι η ίδια. Περιμένεις από κάτι εξωτερικό να πάρει τα ηνία της ζωής σου στα χέρια του. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι θα μείνει πλήρως νηφάλιος σε περίπτωση που γίνει πλούσιος εν μία νυκτί, είτε τζογάροντας, είτε κερδίζοντας το Τζόκερ. Η πιθανότερη εκδοχή είναι να μην έχει ιδέα πώς να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που του δόθηκαν χωρίς κόπο, σαν κληρονομιά σε αχάριστο κληρονόμο.

Όσο χαοτικά και βίαια, λοιπόν, φέρεται ο Τζόκερ ως χαρακτήρας στα θύματα του, άλλο τόσο βίαιη και χαοτική είναι η αλλαγή που φέρνουν οι άλλοι δύο Τζόκερ στη ζωή των «τυχερών». Κανείς δεν κέρδισε πραγματικά ρισκάροντας την ψυχική και πνευματική του υγεία στο βωμό του χρήματος. Αντιθέτως, η σημαντικότερη εξουσία στη ζωή του ανθρώπου είναι η αυτοκυριαρχία της αυτογνωσίας έναντι των παθών του. Αυτό είναι που μετατρέπει τον αντιήρωα σε ήρωα και τον τυχερό σε ηθικά κερδισμένο.

Ένας καλός λόγος σε αυτόν που τον έχει ανάγκη, αξίζει όσο μια καλή πράξη

19 Φεβρουαρίου, 2020

Είναι κοινή αντίληψη και παραδοχή πως τα έργα μετρούν περισσότερο από τα λόγια. Στην καθημερινή ζωή, διαπιστώνουμε ότι είναι κυρίως τα έργα, είτε τα δικά μας, είτε των άλλων, που επηρεάζουν την πραγματικότητά μας. Μέσα από τις πράξεις μας πραγματοποιούμε τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις υποχρεώσεις μας, ενώ τα λόγια συχνά «τα παίρνει ο αέρας».

Η πράξη διδάσκει μεγαλύτερα και πιο αφομοιώσιμα μαθήματα από τη θεωρία. Βιώνουμε καταστάσεις κι αποκτούμε κριτήρια για να διαχωρίζουμε το ορθό από το λανθασμένο και το άξιο από το επιβλαβές. Ο τρόπος που πράττουμε και ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε, εν τέλει, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας.

Πόσες φορές, όμως, μια κουβέντα δε στάθηκε ικανή να μας πληγώσει ανεπανόρθωτα και να επηρεάσει τις πράξεις μας; «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» λέει η γνωστή παροιμία.

Τα λόγια είναι εκείνα που, χωρίς αυτό να είναι εμφανές, γίνονται πράξη μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας. Προκαλούν πόνο και προβληματισμούς πολύ πιο εύκολα από τις πράξεις, γιατί οι λέξεις έχουν την ιδιότητα να ερμηνεύονται πιο ξεκάθαρα. Φυσικά, είναι δική μας επιλογή το κατά πόσον θα τις αφήσουμε να εισβάλουν στον εσωτερικό μας κόσμο και να μας επηρεάσουν, αφού τα λόγια των άλλων, εμείς τα κάνουμε πράξη μέσα μας.

Υπάρχει όμως και κάτι που λειτουργεί ως βάλσαμο για τον πόνο της καρδιάς και ως σωσίβιο για το ναυάγιο μυαλού στις σκέψεις του. Αυτό δεν είναι άλλο από τον καλό λόγο, που κάνει άμεσα πράξη την καλοσύνη αυτού που τον εκφέρει.

Ένας καλός λόγος σε αυτόν που τον έχει ανάγκη, αξίζει όσο μια καλή πράξη. Είναι εκείνο το «όλα καλά θα πάνε» που έχεις τόσο πολύ ανάγκη να ακούσεις στις δύσκολες στιγμές. Εκείνη η αναγνώριση που εκφράζεται μ’ ένα «πιστεύω σε σένα» και σου υπενθυμίζει πως έχεις κάνει πολύ δρόμο και προσπάθεια για να τα παρατήσεις τώρα. Ένα χτύπημα στην πλάτη να σου λέει παράλληλα «Σε καταλαβαίνω μα θα τα καταφέρεις» κι ένα πολυπόθητο «μπράβο» που έρχεται μόλις έχεις επιτύχει τον στόχο σου.

Ο κάλος λόγος, όταν έρχεται από την καρδιά, εμπεριέχει αγάπη. Οι καλές πράξεις ξεκινούν από την ανάγκη μας να δώσουμε αγάπη και καταλήγουν να ξυπνούν την αγάπη στον αποδέκτη τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον καλό λόγο.

Εξαιρετικά σημαντικός είναι επίσης ο συγχρονισμός. Ένας καλός λόγος τη στιγμή που ο άλλος τον έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, μπορεί να τον προφυλάξει από πράξεις απελπισίας κι εν γένει πράξεις για τις οποίες θα μετάνιωνε σ' όλη του τη ζωή. Μπορεί να σου ανοίξει τα μάτια, να σου δώσει την ώθηση να πάρεις την απόφαση να αλλάξεις τη ζωή σου που έχει βαλτώσει ή να σε σώσει ακόμα κι από την αυτοκτονία.

Γι’ αυτό, έχε την καρδιά και τα μάτια ανοιχτά κι αν δεις κάποιον να έχει ανάγκη έναν καλό λόγο, πρόσφερε τον ανιδιοτελώς. Είτε πρόκειται για δικό σου άνθρωπο, είτε για ξένο. Δεν κοστίζει τίποτα. Λίγη αγάπη μόνο. Θα δεις πως θα σου επιστραφεί άμεσα με το χαμόγελο του ανθρώπου απέναντί σου. Κάνε, λοιπόν, την αρχή μ’ εκείνον που έχει την περισσότερη ανάγκη να ακούσει έναν καλό λόγο από καρδιάς. Μην ψάξεις γύρω σου για να τον βρεις. Αρκεί μόνο να κοιτάξεις στον καθρέφτη.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

1 19 20 21 22 23 29