By

Φωτοσταλίδα

Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του

24 Οκτωβρίου, 2017

Πολλοί λένε πως ο καθένας μεγαλώνει το παιδί του όπως εκείνος θεωρεί σωστό, όπως εκείνος νομίζει. Όπως κανένας άνθρωπος στη ζωή μας, έτσι και τα παιδιά δεν έρχονται με εγχειρίδιο. Κάθε γονιός, κάθε παιδί, καθώς και η μεταξύ τους σχέση είναι μοναδικά. Όμως όταν γίνεις γονιός διαπιστώνεις ότι πολλά από αυτά που πίστευες, αναθεωρούνται από την ύπαρξη του παιδιού και μόνο. Ένα μικρό πλασματάκι έρχεται να σου γκρεμίσει ό,τι μέχρι τώρα είχες χτίσει ως φιλοσοφία ζωής.

Πρώτα από όλα, σου μαθαίνει τι θα πει αγάπη και ότι μπορείς να αγαπήσεις με τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αγαπούσες μέχρι σήμερα. Έπειτα, η ευθύνη του να μεγαλώσεις έναν άνθρωπο, σε κάνει να ασχοληθείς με πράγματα που μέχρι τώρα ούτε που φανταζόσουν. Από το υλικό του να του αγοράσεις τα παπούτσια που θα ταιριάζουν στο ποδαράκι του, μέχρι το πνευματικό του να γνωρίζεις κάθε απάντηση στις αφελείς αλλά ευθείες ερωτήσεις του.

Αν επιδοθείς στον νέο σου ρόλο με βάση τα όσα μέχρι τώρα νόμιζες ή ήξερες, το σίγουρο είναι ότι θα βρεθείς πολλές φορές σε δύσκολη θέση. Η υλική ανατροφή του παιδιού είναι πολύ πιο απαιτητική στην καθημερινότητα από ότι τη φανταζόσουν όταν με αγωνία περίμενες 9 μήνες για να γεννηθεί. Από την άλλη, η πνευματική του ανατροφή, εκτός του ότι αρχίζει στην πραγματικότητα από τη γέννηση κι όχι από όταν το παιδί αρχίσει να μιλάει, χρειάζεται να είσαι συνεχώς σε επαγρύπνηση. Να μην επαναπαύεσαι στο «έτσι μεγάλωσα κι εγώ και τι έπαθα» ή να καταφεύγεις σε τιμωρίες, απειλές και φωνές μόλις το πιτσιρίκι γίνεται πολύ σκληρό για την υπομονή σου. Με λίγα λόγια, η ανατροφή του παιδιού χρειάζεται προσαρμοστικότητα.

Όταν γίνεσαι γονιός, έχεις έναν παραπάνω λόγο να είσαι φιλομαθής. Χρειάζεται να έχεις τη διάθεση να μάθεις καινούρια πράγματα και να αλλάξεις τα παλιά. Χρειάζεται να έχεις τη θέληση να μάθεις πρώτα από όλα ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος που μόλις μπήκε στη ζωή σου. Χρειάζεται να ανοίξεις το μυαλό σου και την καρδιά σου περισσότερο για να χωρέσει αυτός ο άνθρωπος μέσα, πετώντας εγωισμούς και παγιώσεις που μέχρι τώρα σε ακολουθούσαν στη ζωή σου. Χρειάζεται να σταματήσεις να θέλεις να επιβάλλεσαι και να αρχίσεις να συζητάς. Χρειάζεται να σταματήσεις να νομίζεις ότι γνωρίζεις και να μάθεις να ακούς. Χρειάζεται να αρχίσεις να ζεις όχι όπως ήξερες, αλλά όπως βρήκες.

Χρειάζεται πάνω από όλα να αρχίσεις να νιώθεις. Να νιώθεις τι είναι ωφέλιμο και τι όχι να διδάξεις το παιδί σου. Τι θα του φανεί πραγματικά χρήσιμο στη ζωή του. Να του διδάξεις ηθικές αξίες που θα το βοηθήσουν στις δύσκολες στιγμές του να μείνει ακέραιο. Ηθικές αξίες που αν όλοι μας τηρούσαμε ο κόσμος μας θα γινόταν πραγματικά καλύτερος.

Αυτό που στην πραγματικότητα χρειάζεται για να μεγαλώσεις ένα παιδί είναι να έχεις τη θέληση να ανακαλύπτεις συνεχώς τον εαυτό σου μέσα από την επαφή σου μαζί του. Να παλεύεις για την αυτογνωσία σου. Και τότε η γνώση του πώς να μεγαλώσεις το παιδί σου θα βγει από μέσα σου.

Μην ψάχνεις λοιπόν να βρεις απαντήσεις σε γνώμες. Ούτε σε πράγματα που κουβαλάς από το παρελθόν. Εκεί μόνο να χαθείς μπορείς. Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του. Αυτό να έχεις στο νου σου και τη δίψα να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος θα στην εμπνεύσει το ίδιο το παιδί σου.

Γράμμα προς τον άνδρα – Μερος 2ο

22 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπητέ άνδρα,

Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου να θεωρείς ότι η γυναίκα που έχεις δίπλα σου είναι γκρινιάρα, γιατί πολύ απλά αυτό σου δείχνει. Έχεις όμως αναλογιστεί ποτέ από πού πηγάζει αυτή η γκρίνια της ή τι στην πραγματικότητα είναι; Όχι. Λυπάμαι, αλλά έχεις βολευτεί στο να της κολλάς την ταμπέλα της γκρινιάρας, χωρίς να έχεις πολεμήσει ουσιαστικά να σταματήσεις αυτό που τόσο σε ενοχλεί. Και έχεις πάλι ένα δίκιο. Η γκρίνια της γυναίκας, μετά τα θέλγητρα της, είναι το μεγαλύτερο όπλο της. Έχεις δίκιο να τη φοβάσαι, γιατί μπορεί να πληγώσει ανεπανόρθωτα, αν μη τι άλλο τα νεύρα σου! Άσε όμως έστω για μια φορά τις ταμπέλες, θυμήσου την αγάπη που της έχεις, και έλα να δούμε τι είναι η γκρίνια. Πίστεψε με, είναι κάτι πολύ καλύτερο από ό,τι έχεις σκεφτεί.

Είναι γνωστό πως η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο. Γιατί; Θα μου πεις λόγω της ομορφιάς της. Δεν είναι μόνο αυτό. Η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο, γιατί θέλει να αισθάνεται όμορφα. Θέλει όλα γύρω της να την κάνουν να αισθάνεται όμορφα.  Κάθε μικρή ανισορροπία σε αυτό το όμορφο κλίμα που θέλει να την περιβάλλει, χαλάει την ηρεμία της καρδιάς της. Στην προσπάθεια της να την επαναφέρει, αρχίζει η γκρίνια. Η γκρίνια είναι, λοιπόν, ο τρόπος της να πει φωναχτά “Δεν νιώθω καλά, κάτι χάλασε μέσα μου και θέλει φτιάξιμο. Βοήθησε με!”

Μπορεί έναν άνδρα να μην τον ενδιαφέρει αν τριγύρω του επικρατεί ένα χάος, υλικό, συναισθηματικό ή κοινωνικό, γιατί καταφέρνει την ισορροπία να τη βρίσκει μέσα του μέσω της λογικής του. Για μια γυναίκα όμως δεν είναι το ίδιο απλό. Η καρδιά δεν έχει λογική. Ή μάλλον, έχει "συναισθηματική" λογική. Και θα σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Όταν πονάει το κεφάλι σου, το πολύ πολύ να πάρεις ένα παυσίπονο και να σου περάσει. Όταν όμως σε πιάσει ταχυπαλμία, ταράσσεσαι ολόκληρος και χρειάζεσαι ώρα για να συνέλθεις. Κάπως έτσι είναι και για τη γυναίκα. Όποτε κάτι δεν πάει καλά, βρίσκεται σε μια κατάσταση ανάλογη της ταχυπαλμίας. Και της είναι δύσκολο να ηρεμήσει αν δεν αποκατασταθεί η “ζημιά”.

Θα αρχίσεις να λες τώρα “ναι αλλά πώς να τη βοηθήσω, αφού δεν μπορώ να βγάλω άκρη από αυτά που μου λέει, δεν ξέρει τι θέλει, άλλα μου λέει και άλλα εννοεί”. Πολύ καλά τα λες. Ναι. Η γυναίκα, είπαμε, μπορεί να κάνει μέχρι και όπλο τη γκρίνια της, απλά και μόνο για να "της περάσει". Αλλά…  στην πραγματικότητα θέλει να "της περάσει", γιατί νομίζει ότι έτσι θα της περάσει και η ανισορροπία που νιώθει. Κάτι που δε θα έκανε αν ανταποκρινόσουν στις ανάγκες της, χωρίς να χρειάζεται να σε "πρήζει", όπως λες. Εξάλλου, το απρόσμενο έχει την ομορφιά.

Και θα μου πεις πάλι "πώς να καταλάβω τι έχει ανάγκη αν δε μου λέει τι θέλει, πώς θα συνεννοηθούμε;" Μα δεν έχει νόημα να συνεννοηθείτε σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά να νιώσετε. Τη γυναίκα την ενδιαφέρει να νιώθει ότι αυτό που νιώθεις για εκείνη είναι αληθινό. Με πολύ απλά λόγια, ότι την αγαπάς. Γι’ αυτό και αντιλαμβάνεται εύκολα τις φορές που της λες μεν κάτι όμορφο, αλλά δεν το εννοείς. Το νιώθει. Παράπονο είναι η γκρίνια κι επειδή τα συναισθήματα δεν εξηγούνται με επιχειρήματα, δεν ξέρει πώς να στο εκφράσει. Έτσι κάποιες φορές, απλά εθελοτυφλεί για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα που εκπέμπει η δική της αγάπη.

Σου είπα ότι η καρδιά έχει συναισθηματική λογική. Δεν τη βοηθάς, λοιπόν, με το να εκλογικεύεις συνεχώς τη σκέψη της και να προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλει. Πράξη θέλει, όχι σκέψη. Αφού την αγαπάς, κάνε τη να αισθάνεται όμορφα, δείχνοντας της με αυτόν τον τρόπο το νοιάξιμο σου. Παρατήρησε το. Όσες φορές της έχεις προετοιμάσει κάποια έκπληξη, της έχεις πει έναν καλό λόγο όταν δεν τον περίμενε, την ενθάρρυνες όταν ήταν στενοχωρημένη, σου γκρίνιαξε; Όχι. Αντίθετα, σου έδειξε ότι σε αγαπάει.

Η γυναίκα με τη γκρίνια της, δηλαδή την συναισθηματική προσπάθεια της να επαναφέρει γύρω της την ισορροπία, προσπαθεί να ισορροπήσει και εσένα. Προσπαθεί να βγάλει από μέσα σου τον καλύτερο εαυτό σου. Αυτόν που νοιάζεται, που αγαπάει, που φροντίζει, που βοηθάει χωρίς να του το ζητήσουν, γιατί πολύ απλά ενδιαφέρεται. Αυτά σου λέει η γκρίνια της. Σου ζητάει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Σου ζητάει να μάθεις ποιός είσαι και να σταθείς δίπλα της αντάξιος.

Και σκέψου και το άλλο. Αν καταφέρεις να δαμάσεις τη γκρίνια της γυναίκας σου, σημαίνει ότι έχεις αποκτήσει τη γνώση και τη δύναμη να αντιμετωπίσεις τους χειρότερους φόβους σου. Αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις ανεπαρκής. Ενώ παράλληλα, θα έχεις κερδίσει έναν πολύτιμο σύμμαχο που θα σε στηρίζει με όλο του το είναι σε κάθε σου βήμα.

Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Γραμμα προς τη γυναίκα – Μέρος 1o

21 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπημένη μου γυναίκα,

Πολλές οι φράσεις που κυκλοφορούν ανάμεσα στις γυναίκες για να υποδηλώσουν ότι οι άνδρες είναι… αναίσθητοι. Δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες μας, δεν καταλαβαίνουν τι νιώθουμε, δεν προσπαθούν, δεν σκέφτονται παρά μόνο αυτά που τους αρέσουν, δεν, δεν, δεν. Είναι εαυτούληδες, είναι τεμπέληδες, είπαμε… είναι αναίσθητοι. Και έρχομαι τώρα να ρωτήσω: Γιατί τόσος αρνητισμός; Γιατί τόση κριτική;

Ο άνδρας, αγαπημένη μου, είναι και αυτός άνθρωπος. Που σημαίνει ότι μέσα στο στήθος του υπάρχει ένα όργανο που λέγεται καρδιά. Και όπως θα ξέρεις εσύ καλύτερα, η καρδιά νιώθει. Έτσι και ο άνδρας. Έχει αισθήματα και συναισθήματα. Θα μου πεις μα δεν το δείχνει! Φοβάται. Έχει μάθει να λειτουργεί με τη λογική και το συναίσθημα δεν είναι το φόρτε του. Δεν έχει τη γνώση να το χειριστεί κατάλληλα, γι’ αυτό και το φοβάται. Στην πραγματικότητα, ο άνδρας είναι πολύ πιο ευαίσθητος από τη γυναίκα. Δεν είναι τυχαίο που λέμε ότι οι άνδρες είναι παιδιά. Και όχι, δεν εννοώ στο μυαλό. Οι άνδρες είναι παιδιά γιατί έχουν διατηρήσει το αίσθημα τους ανεπεξέργαστο, τη στιγμή που εμείς το έχουμε περάσει από χίλια μύρια κύματα. Και έτσι πρέπει, γιατί εμείς γινόμαστε μανάδες και πρέπει να είμαστε δυνατές. Ο άνδρας, όμως, έχει φυλάξει αυτό το κομμάτι όσο πιο αγνό μπορεί κι ας το έχει επενδύσει εξωτερικά με περίτεχνες λογικές, ακόμα και παγιώσεις. Η παρθενία του άνδρα είναι στο αίσθημα του. Γι’ αυτό και οι εκ πεποιθήσεως εργένηδες στο τέλος την πατάνε. Γιατί βρίσκεται η γυναίκα που θα αγγίξει πρώτη το αίσθημα.

Αν λοιπόν ο άνδρας είναι ευαίσθητος, το να προσπαθούμε να του ξυπνήσουμε το αίσθημα υποβιβάζοντας τον είναι επιεικώς απαράδεκτο. Το να του λέμε μαύρο ενώ θέλουμε το άσπρο, δε μας πάει πιο κοντά στο να τον κάνουμε να νιώσει. Είναι απλά ένα μαρτύριο για τη λογική του. Ένα είδος εκδίκησης που δεν καταλαβαίνει τι νιώθουμε. Μα επιτέλους! Δεν μπορεί να καταλάβει! Πρέπει να νιώσει!

Η γυναίκα, μαζί με το μητρικό φίλτρο, έχει έμφυτο και το ταλέντο να διδάσκει στα παιδιά της τη ζωή. Κάπως έτσι οφείλει να κάνει και με τον άνδρα. Πρέπει να του διδάξει το συναίσθημα και να του δώσει η ίδια να καταλάβει πώς νιώθει. Όχι να τον πιέζει συναισθηματικά με μούτρα, μισόλογα και μουρμούρα. Να κάνει διάλογο. Ο άνδρας πρέπει να πειστεί, όχι να πιεστεί. Όταν πιέζεται, φεύγει.

Είναι όμως ολιγαρκής. Του φτάνει να τον καταλάβεις και να του σταθείς στα προβλήματα του. Να είσαι εκεί για να του δείξεις πως δεν πειράζει αν στενοχωρηθεί, αν λυγίσει, αν νιώσει μετέωρος. Ότι μαζί σου δε χρειάζεται να φοβάται να νιώσει. Του αρκεί να είσαι με το μέρος του. Να φροντίζεις το αίσθημα του. Όχι να το πολεμάς. Παρατήρησε το. Όσες φορές προσπάθησες να λύσεις μαζί του ένα πρόβλημα και το συζητήσατε χωρίς γκρίνιες και διαπληκτισμούς, στο τέλος δεν τον ένιωσες να πετάει; Να παίρνει δύναμη;

Ναι η μόνη απαίτηση που έχει ο άνδρας είναι η κατανόηση. Η κατανόηση είναι το σημείο επαφής του γυναικείου συναισθήματος με την ανδρική λογική. Αν καταφέρεις με την κατανόηση σου να πείσεις τον άνδρα να αποδεχτεί ότι έχει συναισθήματα και να τα αντιμετωπίσει, θα έχεις γνωρίσει κατά ένα μεγάλο ποσοστό το πώς να αντιμετωπίζεις και τα δικά σου συναισθήματα. Θα έχεις δίπλα σου έναν σύντροφο πιστό, αφοσιωμένο, που θα σε στηρίζει στα δύσκολα, αλλά θα θαυμάζει και τη δύναμη σου ως γυναίκα χωρίς να τη φοβάται. Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ' όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

"Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

"Να... χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας" απαντάει.

"Και λοιπόν"; ξαναρωτούν.

"Να... αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι."

"Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!" παρατήρησε ο δεύτερος.

"Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά."

"Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!" πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

"Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;" ρώτησε ο δεύτερος.

"Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι' αυτό είμαι μελαγχολικός" ξαναείπε ο πρώτος.

"Μην είστε ανόητοι!" πετάχτηκε ο τρίτος. "Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!" πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

"Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;" απόρησε ο δεύτερος.

"Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!" απάντησε αμέσως ο τρίτος.

"Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;" αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

"Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί" είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

"Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους" τόνισε ο τρίτος.

"Σωστά! Μα... έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους" είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

"Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!" είπε ο πρώτος.

"Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη" πρόσθεσε ο δεύτερος.

"Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!"

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

"Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου."

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: "Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;" "Ποιός είσαι εσύ;" απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. "Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι' αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως." Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!" άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. "Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;" ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. "Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!" είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. "Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!" την παρηγόρησε. "Εσύ φταις!" θύμωσε η Καρδιά. "Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!" ψέλλισε με αναφιλητά. "Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι' αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. " "Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! " απογοητεύτηκε η Καρδιά. "Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! " είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε "Τι όμορφο που είναι! ". "Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! " "Σ ’ευχαριστώ! " είπε ευγενικά η Καρδιά. "Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! " "Σ’ ευχαριστώ και πάλι", είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

"Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!" είπε ο δεύτερος.

"Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν" είπε ο πρώτος.

"Κι εγώ το ίδιο!" συμφώνησε ο τρίτος.

Πλανόδια καρδιά

25 Ιουλίου, 2016

Κάθε που φυσά άνεμος εκεί γυρνώ
σ’ άδεια κύματα πάντα ταξιδεύω.
Σφαίρα από γυαλί με γυρνά στο παρελθόν
μοίρα στοργική σ’ αγκαλιά γυρεύω.

Έχω για πατρίδα
μία τόση δα
πλανόδια καρδιά.

Ρίζες που πατούν σ’ ένα έδαφος ρηχό
μόλις απλωθούν να κοπούν παλεύω.
Πόρτα που κρυφά την ανοίγω για να βγω
από τη ζωή κι άλλο φως γυρεύω.

Έχω για πατρίδα
μία τόση δα
πλανόδια καρδιά.

Μα έχω μια ψυχή με ρίζα από ουρανό,
κανείς δε θα μου πει τι αξίζω εγώ.

Έχω για ασπίδα,
μία τόση δα
ελεύθερη καρδιά.

Δεν ειμαι δικος ‘Σου πια’

1 Ιουνίου, 2016

«Δεν είμαι δικός σου πια» είπε κι απομακρύνθηκε από τον Δυνάστη. Αυτό ήταν! Είχε κάνει την επανάστασή του. Όλοι τον θαύμασαν για το κουράγιο και την αποφασιστικότητα του. Και η έκφραση του έμεινε στην ιστορία. «Δεν είμαι δικός σου πια. Δεν είμαι δικός σου πια…  δικός σου πια… δικός σου πια… σου πια… σου πια… Σουπιά.» Και κάπως έτσι του βγήκε το παρατσούκλι «ο Σουπιάς». Ήταν το ηχόχρωμα των λόγων και ο απόηχος της πράξης του να αποδεσμευτεί από ό,τι κρατούσε το πνεύμα του σκλαβωμένο και δέσμιο του Δυνάστη Ύλη.

Και τότε έκατσε κι έγραψε. Έγραψε σε ένα χαρτί ό,τι τον πόνεσε, το έβαλε σε ένα μπουκάλι κι έριξε το μπουκάλι στη θάλασσα. Κι έτσι το μελάνι σκέπασε το παρελθόν με ένα πέπλο λήθης και η θάλασσα του υποσχέθηκε ότι θα φυλάξει το μυστικό του όσο καλά μπορούσε. Όμως η θάλασσα είναι γυναίκα… και ως γυναίκα δεν ξέρει να κρατά μυστικά. Ξέρει όμως να τα εκμυστηρεύεται εκεί που αξίζει. Και το μπουκάλι του Σουπιά ταξίδεψε. Ταξίδεψε. Και μόλις η θάλασσα βρήκε τα άξια χέρια, το μπουκάλι βγήκε στην επιφάνεια και φάνηκε ξανά. Γιατί το μελάνι γράφει, μα δε σβήνει. Κι ό,τι γράφει, μένει. Κι ό,τι μένει, είναι για να διαβάζεται. Κι όταν διαβάζεται, μοιράζεται. Κι όταν μοιράζεται, ξεχνιέται. Μόνο τότε σβήνει. Όχι από το χαρτί, μα από την καρδιά.

Ο γίγαντας με τα κρυστάλλινα δάκρια

11 Οκτωβρίου, 2015

Σ' ένα ψηλό μοναχικό βουνό κάπου στις πεδιάδες της μοναξιάς, ζούσε ένας όμορφος γίγαντας. Ήταν γενναίος και άφοβος και τίποτα δεν σκίαζε το καθαρό μυαλό του. Είχε φίλους κι άλλους γίγαντες που ζούσαν στα τριγύρω βουνά και συχνά μαζεύονταν, συζητούσαν και γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς. Σε κανέναν όμως δεν είχε εκμυστηρευτεί ποτέ το μεγάλο του μυστικό.

Σαν παιδί μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν είχε αδέρφια και οι γονείς του τον αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο κι εκείνος τους αγαπούσε το ίδιο. Όταν έφτασε στα έντεκα του χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων του, πριν φυσήξει τα έντεκα κεριά, ευχήθηκε να έχει πάντα κοντά του την αγάπη των γονιών του. Όμως δεν άργησε να φανεί πως η ευχή του δεν θα έβγαινε αληθινή, αφού λίγες μέρες αργότερα, η μητέρα του σκοτώθηκε από ένα κοπάδι πεινασμένων λύκων, ενώ είχε βγει στο δάσος να μαζέψει σπάνια βότανα. Ο θρήνος ήταν μεγάλος για την οικογένεια και το πλήγμα για τον πατέρα του τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Έτσι μετά από ένα περίπου χρόνο πέθανε κι αυτός, αφήνοντας το μικρό παιδί μόνο. Ο γίγαντας έκλαψε τόσο πολύ για το χαμό των γονιών του, που ένα βράδυ, όπως καθόταν μόνος του στο δωμάτιο του κι έκλαιγε απαρηγόρητος για ώρες, άρχισαν να τον πονούν τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε τσιμπήματα στο πρόσωπο του. Αμέσως έτρεξε στον καθρέφτη να δει τι συνέβαινε. Έμεινε άφωνος! Τα δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του μετατρέπονταν σε μικρά, αστραφτερά, κρυστάλλινα πετραδάκια! Κι όσο συνέχιζε να κλαίει τόσο τον πονούσαν τα μάτια του! Εκείνη τη νύχτα λοιπόν υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξανακλάψει ποτέ ξανά για τίποτα και για κανέναν. Τον πονούσαν πια τόσο τα δάκρυα! Σε κανέναν όμως ποτέ δεν διηγήθηκε αυτή την ιστορία από φόβο μην τον κοροϊδέψουν.

Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ έγινε ένας θαρραλέος γίγαντας, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν τα δάκρυα του. Έτσι πάντα απέφευγε τις καταστάσεις που θα του έφερναν συγκίνηση ή στεναχώρια και ακόμα και το γέλιο του ήταν συγκρατημένο. Ήταν πάντα ευδιάθετος και καλοσυνάτος στην παρέα με τους άλλους γίγαντες, όμως ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, ούτε άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει πολύ. Και με τις γυναίκες ήταν πολύ απόμακρος γιατί είχε ακούσει από τους σοφούς του χωριού πως «οι γυναίκες πάντα φέρνουν μεγάλα δάκρυα».

Κάποια μέρα, θα’ ταν καλοκαίρι, δέχτηκε μια απρόσμενη επίσκεψη.

Ήταν μια όμορφη κοπέλα, καινούρια στην περιοχή, που είχε ανέβει στο βουνό για να μαζέψει βότανα. Είχε κουραστεί τόσο από την πεζοπορία και τη ζέστη, που μόλις είδε το σπίτι του γίγαντα έσπευσε να χτυπήσει την πόρτα για να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Εκείνος άνοιξε ανυποψίαστος, μα μόλις την αντίκρισε ένιωσε μια έκπληξη βαθιά μέσα του. «Τι να ζητά μια κοπέλα μόνη εδώ πάνω;» σκέφτηκε. «Κι είναι τόσο όμορφη!» συλλογίστηκε.

«Καλησπέρα» του είπε εκείνη. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά ανέβηκα στο βουνό να μαζέψω βότανα κι είμαι εξαντλημένη από την κούραση. Κάνει και τόση ζέστη! Μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» .

«Φυσικά!» απάντησε εκείνος λίγο φοβισμένος και της πρότεινε να περάσει μέσα να ξαποστάσει.

«Τι όμορφο σπίτι που έχετε! Μόνος σας μένετε εδώ;» τον ρώτησε για να σπάσει τον πάγο. «Ναι. Μόνος» της αποκρίθηκε μονολεκτικά.

«Είναι πολύ όμορφος τόπος. Ξέρετε εγώ μόλις μετακόμισα μαζί με τους γονείς μου στους πρόποδες του βουνού» συνέχισε εκείνη με ενθουσιασμό αλλά και λίγο διστακτικά μήπως τον ενοχλούσε με την φλυαρία της. Εκείνος απλά χαμογέλασε από ευγένεια και δεν είπε λέξη. Χωρίς να χάσει το θάρρος της η κοπέλα πήρε το ποτήρι με το νερό που της πρόσφερε και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.

«Τι όμορφη θέα που έχετε από εδώ! Όλα φαίνονται τόσο φωτεινά!» θαύμασε. Ο γίγαντας παραξενεύτηκε σαν διαπίστωσε πως τόσα χρόνια, από όταν πέθαναν οι γονείς του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ έξω από το παράθυρο. Καθώς σκεφτόταν, αναπόλησε πόσο όμορφα ήταν όταν καθόταν με τη μητέρα του και κοιτούσε τη βροχή ενώ εκείνη του διάβαζε το αγαπημένο του παραμύθι.

«Να πηγαίνω τώρα. Σας ευχαριστώ πολύ για το νερό και με συγχωρείτε για την ενόχληση» τον διέκοψε η κοπέλα.

«Παρακαλώ… Καμία ενόχληση» ψέλλισε αφού εκείνη είχε πια απομακρυνθεί.

Έμεινε εκεί ώρες, όρθιος στην ανοιχτή πόρτα να αναρωτιέται γιατί οι σοφοί λένε πως οι γυναίκες φέρνουν μεγάλα δάκρυα. Πότε σκεφτόταν φοβισμένος τα δάκρυα του και πότε ονειρευόταν την στιγμή που θα την ξανασυναντούσε. Τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα μετά από τόσα χρόνια!

Η στιγμή που θα ξανασυναντιόνταν δεν άργησε να έρθει. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν πολλές φορές από τότε. Ο γίγαντας κατέβαινε συχνά στους πρόποδες για προμήθειες κι έτσι πήγαινε ανελλιπώς στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο πατέρα της κοπέλας για να βρίσκει και την ευκαιρία να την βλέπει. Εκείνη όποτε τον έβλεπε, χαμογελούσε τόσο που έλαμπε το πρόσωπό της. Εκείνος, ντροπαλός και φοβισμένος, ήταν λιγομίλητος, ίσως και απότομος αλλά πάντα ευγενικός. Την παρατηρούσε κάθε φορά πως εξυπηρετούσε τον κόσμο, πόσο καλοσυνάτη και φιλεύσπλαχνη ήταν με όλους. Έφτασε σε σημείο να κατεβαίνει κάθε μέρα από το βουνό μόνο και μόνο για να την βλέπει. Ένιωθε ότι είχε τόση ανάγκη το φως που εξέπεμπε. Του είχε τόσο λείψει.

Κάποια μέρα μετά από καιρό, είχε φτάσει άνοιξη πια, η κοπέλα ξανανέβηκε στο βουνό να μαζέψει λουλούδια κι άλλα βοτάνια για το μαγαζί του πατέρα της. Έφτασε κοντά στο σπίτι του γίγαντα χωρίς να το καταλάβει. Εκείνος καθόταν σε μια γωνιά στην αυλή, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που την είδε και τόσο απορροφημένος στο να την κοιτάζει, που δεν πήγε να της μιλήσει.

Καθώς τακτοποιούσε τα άνθη στο καλάθι της άρχισε να σιγοτραγουδά ένα παλιό τραγούδι. Ο γίγαντας όταν το άκουσε από την γλυκιά φωνή της μαρμάρωσε. Τη στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Από την ντροπή της, έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και σταμάτησε να τραγουδά. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναξε ο γίγαντας.

Συνέχισε να τραγουδά λίγο δειλά στην αρχή, αλλά όσο έβλεπε ότι τον ευχαριστούσε, τόσο δυνάμωνε τη φωνή κι έβαζε πάθος στο τραγούδι της, το οποίο ήταν το αγαπημένο των γονιών του. Η φωνή της, η όψη της, ο τρόπος που το έλεγε τον έκαναν να συγκινηθεί τόσο, που άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Ο πόνος των δακρύων του τον έκανε να γονατίσει, αλλά δε σταμάτησε να κλαίει.

Η κοπέλα έτρεξε κοντά του σαστισμένη, έπιασε το πρόσωπο του με τα δυο της χέρια και βλέποντας τα κρύσταλλα να κυλούν, του άγγιξε τα μάτια και άρχισε πάλι να τραγουδά, πιο δυνατά από πριν. Ξάφνου, το θαύμα συνέβη! Τα κρύσταλλα άρχισαν να λιώνουν για να δώσουν τη θέση τους σε κανονικά δάκρυα. Μόλις ένιωσε ότι ο πόνος είχε φύγει, σταμάτησε το τραγούδι και τον αγκάλιασε.

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!» της έλεγε εκείνος ξανά και ξανά με ανακούφιση. «Το φως σου έδιωξε το φόβο μου. Σ’ ευχαριστώ!».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ» του απάντησε.

«Για χρόνια έβλεπα στο όνειρο μου ένα κρυστάλλινο σπίτι να λιώνει και μέσα έναν άνδρα να πνίγεται από το νερό κι αυτό το τραγούδι να ακούγεται σιγανά από πίσω. Ξυπνούσα ταραγμένη κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να κάνω κάτι να τον βοηθήσω. Τώρα καταλαβαίνω!»

 «Μείνε εδώ κοντά μου» την παρακάλεσε.

Του χαμογέλασε και κοιτώντας τον στα μάτια τού είπε «Μα πως μπορώ να φύγω από τον άνθρωπο που δέχθηκε την αγάπη μου γι’ αυτόν και την έκανε δάκρυ γιατρειάς;».

Κι έτσι έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα γνωρίζοντας πια πως το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν πονά είναι η αγάπη. 

Η λίμνη των δροσοσταλίδων

11 Οκτωβρίου, 2015

Επάνω από μια λίμνη με ήρεμα νερά
Μία δροσοσταλίδα κυλά στη φυλλωσιά
Του δένδρου που στεκόταν σαν παλικάρι ορθό
Κι αχνά καθρεφτιζόταν στο ήρεμο νερό.

«Πού πας κι απομακρύνεσαι απ’ τα κλαδιά τα ίσια;
Εγώ δε σε προφύλαξα απ’ της βροχής τη λύσσα;»
«Στη λίμνη πάω τ’ αδέρφια μου τ’ άλλα για να τα βρω
Που κολυμπούν στον όμορφο και μαγικό βυθό».

«Μ’ αν φύγεις από μένα και πέσεις στο νερό
Κι εσύ νερό θα γίνεις, δε θα σε ξαναδώ.
Ένα με μένα γίνε και θα σ’ ευγνωμονώ
Αν τη δροσιά σου δώσεις, λίγο να δροσιστώ».

«Μικρή σταγόνα είμαι εδώ και ποια η δύναμη μου;
Άσε με νά μπω στο νερό ν’ ανοίξει η ψυχή μου.
Και τότε σου υπόσχομαι πως θα δεθώ μαζί σου
Αφού απ’ τις ρίζες θα φιλώ το ξύλινο κορμί σου».

Με μιας, λοιπόν, βουτάει, η μικρή δροσοσταλιά
Να βρει τις αδελφές της στης λίμνης τα νερά.
Το δένδρο τη φωνάζει για να βεβαιωθεί
Πως δεν θα τον ξεχάσει στη λίμνη σαν χαθεί.

Αμέσως τότε νιώθει στις ρίζες του απαλά
Να τον γλυκοφιλάει μια όμορφη δροσιά.
Αυτή είναι η αγάπη, ποτέ δε λησμονεί.
Μονάχα μεγαλώνει σαν λάμψει η ψυχή.

Θάλασσα Γαλάζια Μάνα

13 Αυγούστου, 2015

Κάθισα αντίκρυ σου και χάθηκα
στα γαλαζοπράσινα νερά σου,
αύρα σου ο κάλος μου λογισμός
που με παίρνει μακριά.

Θάλασσα γαλάζια μάνα μου
σ’ όποια αν βρέθηκα στεριά
νιώθω μόνο στην αγκάλη σου
μια εγκλωβισμένη ελευθεριά.

Θύελλες πια δε με φοβίζουνε
ξέρω το τιμόνι να κρατάω.
Λεύτερος γίνεται μονάχα αυτός
που δε νιώθει σκλαβιά.

Μάτια οθόνες

12 Αυγούστου, 2015

Τα μάτια σου δε με κοιτούν όπως άλλοτε,
μονάχα αδιαφορία αντικρίζω.
Μέσα σ' αυτό το βλέμμα που είναι από γυαλί,
τη μοναξιά μου πάλι καθρεφτίζω.
Τα σπίτια μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που σου ζητούσα να βγεις έξω να σε δω.
“Τα κέρατα στα κεραμίδια”,
το τσιμέντο στην αυλή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.
 
Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι η προβολή είναι δωρεάν
για να παιχτούν της κοινωνίας
όλα τα ίσως και τα αν.
Καλά κρατά η αμφιβολία
κι η ανοησία της σιωπής,
στου κόσμου τον τρελό καθρέφτη
γίναμε όλοι συγγενείς.

Μάτια οθόνες, σας κοιτώ.

Τα χέρια σου δε μ' αγγίζουν όπως άλλοτε,
συνήθισα μονάχος ν' αλητεύω.
Το μόνο χάδι σου σ' ένα ψυχρό γυαλί,
στη μοναξιά μου μέσα σε ζηλεύω.
Οι πόρτες μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που όταν σε γύρευα σε έβρισκα εδώ.
Παράθυρα γίναν οι πόρτες,
η θέα πια ψηφιακή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.

Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι ειν’ η ζωή μας σ’ εκπομπή
μα όταν τα φώτα τους θα σβήσουν
ας γίνει η έκρηξη αμοιβή.
Ας σκοτεινιάσει η οθόνη,
να ζήσουμε από την αρχή,
στα δυο σου μάτια ν’ αντικρίσω
ξανά τη λάμψη απ' την ψυχή.

Μάτια εικόνες, αγαπώ.

1 26 27 28 29