By

Φωτοσταλίδα

Νοέλ

25 Οκτωβρίου, 2025

Αύγουστος

Στο νησί, η είδηση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά. «Η θάλασσα ξέβρασε το σώμα ενός παιδιού». Τα μαλλιά του ήταν κοντά, σγουρά και μαύρα και το δέρμα του μελαμψό. Στο χέρι του φορούσε ένα γυναικείο δαχτυλίδι με μια μικρή πράσινη πέτρα στο κέντρο. Βρέθηκε από ένα ζευγάρι περαστικών. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Του έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και κάλεσαν το ασθενοφόρο. Διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο. Του έκαναν εξετάσεις, το περιποιήθηκαν και το άφησαν να ξεκουραστεί. Μέσα στον ύπνο του, ψιθύριζε πού και πού «μαμά» κι έσμιγε τα φρύδια του με παράπονο.

Το επόμενο πρωί, το αγόρι συνήλθε. Δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά για να συνεννοηθεί, αλλά κατάφερε να πει το όνομά του στη νοσοκόμα που το φρόντιζε. Ήταν δεν ήταν οχτώ χρόνων. Η νοσοκόμα ζήτησε να μάθει για την οικογένειά του. «Μαμά» ψέλλισε, γύρισε στο πλάι κι έδειξε στο κομοδίνο του την εικόνα της Παναγίας. Εκείνη ρώτησε ξανά αν αυτή είναι η μαμά του, φοβούμενη πως τα έχει χάσει, αλλά το αγόρι έκανε ένα αρνητικό νεύμα κι έδειξε προς τα πάνω. «Η μαμά σου πέθανε;» ρώτησε η νοσοκόμα. Το αγόρι ένευσε, αυτή τη φορά καταφατικά, κι έβαλε τα κλάματα. «Λυπάμαι» του είπε η νοσοκόμα και το αγκάλιασε. «Μην ανησυχείς. Είσαι ασφαλής εδώ. Θα σου βρούμε εμείς μια οικογένεια» υποσχέθηκε με τα μάτια βουρκωμένα. Κάποιοι από τους νοσηλευτές ανέλαβαν να επικοινωνήσουν με την υπηρεσία αναδοχής ασυνόδευτων παιδιών προσφύγων.

Μια βδομάδα μετά

Εκείνο το βράδυ η Ουρανία δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Γονατιστή μπρος στην εικόνα της Παναγιάς, την παρακαλούσε πάλι να της χαρίσει ένα παιδί. Έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν με τον Χρήστο, μα η κοιλιά της έμενε συνεχώς χωρίς καρπό. Έκαναν θεραπείες, τίποτα. Η Ουρανία έπεσε να ξαπλώσει με μια ελπίδα στην καρδιά, γεννημένη από την προσευχή της. Ο Χρήστος την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Σήμερα είχαμε ένα ιδιαίτερο περιστατικό στην υπηρεσία».

«Δηλαδή;»

«Ένα πιτσιρικάκι οχτώ χρονών. Βρέθηκε πριν μια βδομάδα. Χωρίς μάνα, χωρίς πατέρα».

«Ψυχή μου!» ψέλλισε συγκινημένη η Ουρανία.

«Έπρεπε να έβλεπες τα μάτια του. Δυο μαύρα μάτια σαν χάντρες που με κάρφωσαν βαθιά μες στην ψυχή. Αυτό το παιδί… δεν ξέρω…»

Η Ουρανία ανακάθισε κι ακούμπησε την πλάτη στο μαξιλάρι. «Τι θες να πεις;»

«Να… σκεφτόμουν… τόσα χρόνια προσπαθούμε… Και τόσα χρόνια περνούν μπροστά από τα μάτια μου τόσα παιδιά. Χωρίς οικογένεια. Μήπως… Δηλαδή… Ήθελα να πω…»

Η Ουρανία γούρλωσε τα μάτια. «Συνέχισε!»

«Να… Δηλαδή… Αν δεν είναι γραφτό μας να κάνουμε δικό μας παιδί... Αν ήθελες κι εσύ… »

«Θέλω!» αναφώνησε με ενθουσιασμό.

«Αλήθεια;» απόρησε έκπληκτος ο Χρήστος.

Η Ουρανία κούνησε το κεφάλι γρήγορα πάνω κάτω χαμογελώντας.

«Θέλω! Πώς δε θέλω! Αυτό παρακαλούσα τώρα την Παναγιά! Να μου δώσει ένα σημάδι! Να τελειώσει αυτή η προσμονή!»

Ο Χρήστος χαμογέλασε πλατιά. Έμειναν να κοιτάζονται με τα μάτια τους να ξεχειλίζουν από ελπίδα. Άρχισαν να γελούν. Ένα γέλιο δυνατό και γάργαρο που άρπαξε τη θλίψη τους, τη σήκωσε στον αέρα και τη σκόρπισε μακριά.

Δεκέμβρης

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Ο Νοέλ είναι μαζί με την καινούρια του μαμά στην κουζίνα και ετοιμάζουν το Χριστουγεννιάτικο δείπνο. Στο σαλόνι, ο Χρήστος μαζί με παππούδες, γιαγιάδες, θείους και θείες μιλούν εύθυμα. Μουσική χριστουγεννιάτικη απλώνεται τριγύρω, κυκλώνει το στολισμένο δέντρο, περνά από τ’ αυτιά των ανθρώπων του σπιτιού κι αγαλλιάζει την καρδιά τους.

Η Ουρανία μπαίνει στη σάλα κρατώντας τον δίσκο με τη γαλοπούλα και πίσω της ο Νοέλ με το δίσκο με το χοιρινό. Τα εναποθέτουν στο τραπέζι. Η Ουρανία παίρνει τον λόγο.

«Πριν ξεκινήσουμε το φαγητό, ο γιος μας, ο Νοέλ, θέλει να μας πει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έμαθε στο σχολείο. Νοελ! Σε ακούμε, γλυκέ μου!»

Ο Νοέλ, λίγο συνεσταλμένα, παίρνει το τρίγωνό του κάτω από το δέντρο. Ξεκινά να ψέλνει τα κάλαντα σε άψογα ελληνικά. Η προφορά του έχει βελτιωθεί κατά πολύ. Μόλις τελειώνει, όλοι τον χειροκροτούν και κάθονται να φάνε, σαν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια.

20 χρόνια μετά

Ο Νοέλ σήμερα έχει εφημερία στο νοσοκομείο. Δε θα προλάβει να πάει από το ορφανοτροφείο. Τα παιδιά τον περιμένουν πάντα με ανυπομονησία, γιατί μετά από κάθε εμβόλιο ή φάρμακο τους δίνει κι ένα γλειφιτζούρι και τους χαμογελάει. Το χαμόγελό του ζεσταίνει την καρδιά τους και για λίγο ξεχνούν που βρίσκονται. Ο γιατρός με το χριστουγεννιάτικο όνομα τούς κάνει και γελάνε. Τους κάνει να πιστεύουν πως αξίζουν ν’ αγαπηθούν. Πως δε χάθηκαν επειδή έχασαν τους γονείς τους. Του ζητούν ξανά και ξανά να τους πει την ιστορία από τα πρώτα του Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Τότε που είπε για πρώτη φορά τα κάλαντα. Τους δίνει ελπίδα. Ίσως βρουν κι αυτά σύντομα μια οικογένεια. Ίσως γίνουν κι αυτά γιατροί, αρχιτέκτονες, φιλόλογοι, καλλιτέχνες. Ό,τι ονειρεύεται η ψυχή τους.

Ο Νοέλ παίρνει τη σκέψη του από τα αγαπημένα του παιδιά και πάει να δει τους αρρώστους του. Για όλους έχει έναν καλό λόγο. Τώρα πια η προφορά του δε μοιάζει ξένη. Τα γεροντάκια τον αγαπούν, γιατί τους κάνει χωρατά και γελούν. Ξεχνούν την απόσταση από τον θάνατο που έχει μικρύνει επικίνδυνα. Οι νοσοκόμες τον γλυκοκοιτάζουν. Μα ο Νοέλ έχει μόνο μάτια για την επιστήμη του. Ανυπομονεί να μοιράσει μέσα από αυτήν όλη την αγάπη που έλαβε ως παιδί. Τον αγάπησαν κι αγαπά. Τον αποδέχτηκαν κι αποδέχεται. Τον βοήθησαν και βοηθά.

Στο τέλος της κουραστικής αυτής μέρας, βγάζει τη ρόμπα του και την κρεμά στον καλόγερο του γραφείο του. Παίρνει την τσάντα του και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πιάνει το πόμολο με το δεξί του χέρι. Τα μάτια του πέφτουν στο δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Τραβά το χέρι του από το πόμολο και στριφογυρίζει το δαχτυλίδι με τον αντίχειρα.

«Τα καταφέραμε, μαμά» ψιθυρίζει και χαμογελά ευτυχισμένος.

ΧΙ ΚΑΙ ΒΗΤΑ – Δήμητρα Παπαδημητρίου

21 Οκτωβρίου, 2025

Μια ιστορία μάλλον φανταστική, λίγο μεταφυσική, κάπως αλληγορική, αλλά καθ’ όλα μαγική. Το «Χι και Βήτα» της Δήμητρας Παπαδημητρίου χρησιμοποιεί ως μέσον τον μαγικό ρεαλισμό, για να κάνει μια βουτιά στον ψυχισμό των ηρώων του.

Πού πάνε οι χαμένοι έρωτες, όταν τους αφήνουμε πίσω μας μια για πάντα; Παγώνουν στη μνήμη μας και μας ακολουθούν παντού ή χάνονται σε κάποια παράξενη πόλη, την πόλη των χαμένων ερώτων; Πώς διαμορφώνεται ο χαρακτήρας μας από τα τραυματικά βιώματα; Πώς χάνουμε τον εαυτό μας και πώς τον ξαναβρίσκουμε; Και τελικά είμαστε οι ίδιοι στο τέλος της μετουσίωσής μας; Ερωτήματα που ο Χι και η Βήτα θα κληθούν ν’ απαντήσουν για να ολοκληρώσουν το μεταμορφωτικό ταξίδι τους.

Μέσα στη μαγική αυτή ιστορία, που ξεκινά σαν παραμύθι και εξελίσσεται σε μια αγωνιώδη μάχη αυτογνωσίας ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, η Δήμητρα δημιουργεί μια εξίσωση ζωής, όπου  ένας άγνωστος Χι μπορεί να γίνει το κλειδί για μια ριζική εσωτερική αλλαγή.

Μέσα από την αφήγηση, διδασκόμαστε πως τα λάθη στις σχέσεις μας ακολουθούν μοτίβα κι έχουν τη ρίζα τους σε απωθημένες αναμνήσεις που ποτέ δεν αγγίξαμε. Η συνειδητοποίηση που έρχεται, όταν παρακάμψουμε τη λογική με την οποία έχουμε περιβάλλει το ασθενικό ψυχικά παρόν μας και αφεθούμε στην ανάλυση και ανακάλυψη του ψυχισμού μας, είναι θεραπευτική.

Η Δήμητρα καταφέρνει να δώσει εικόνα στο υποσυνείδητο και με λόγια απλά, να μας πάρει μαζί σε μια ψυχαναλυτική κατάδυση. Στοιχείο ευφυέστατο του βιβλίου, το γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα της ιστορίας έχουν ονόματα γραμμάτων. Ιδιαίτερος, ο χαρακτήρας της Ρο, η οποία, σε ρόλο ρεαλιστικής “νεράιδας”, φύλακα αγγέλου και ψυχολόγου συνάμα, παρατηρεί τη μεταμόρφωση σιωπηλά, αλλά και ενεργά.

Το «Χι και Βήτα» είναι ένα ξεχωριστό, πρωτότυπο και έξυπνο βιβλίο που χαρίζει στον αναγνώστη αλήθεια και μαγεία σε δόσεις ισόποσες και αριστοτεχνικά αναμεμειγμένες.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Memento

“Η σιωπή είναι παρουσία”

20 Οκτωβρίου, 2025

Συνέντευξη στην ποιήτρια και ζωγράφο Ιωάννα Σταθοπούλου

  • Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος «Ονειροδρόμιο» και πώς γεννήθηκε; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η συλλογή ποιημάτων σας;

Το «Ονειροδρόμιο» είναι ο τίτλος ενός από τα ποιήματα που εμπεριέχονται στη συλλογή. Είναι μια λέξη που έχει διττή σημασία για μένα. Από τη μία, συμβολίζει τα χρόνια που πέρασαν από όταν η ποίηση μπήκε στη ζωή μου. Κάποια από τα ποιήματα του Ονειροδρομίου χρονολογούνται από την εφηβεία μου, άλλα είναι πιο πρόσφατα και γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 6 χρόνων. Αφού τα συνέλεξα και τα ταίριαξα σε μια συλλογή, έμειναν στο συρτάρι για τρία χρόνια, ώσπου να πάρω την απόφαση να κάνω το βήμα της έκδοσης. Άλλαξε βέβαια η δομή και ο τίτλος που είχα δώσει και με την πολύτιμη βοήθεια της Χριστίνας Ανδρέου, των Εκδόσεων Στοχαστής, βαφτίστηκε «Ονειροδρόμιο». Από τη άλλη, ως λέξη πια, είναι ένας δρόμος έμπνευσης, στοχασμού, ονειροπόλησης, αναζήτησης. Ένας δρόμος που μας βγάζει από την πεζότητα της ρουτίνας και μας οδηγεί σ’ ένα πιο ουσιαστικό επίπεδο ζωής που περιλαμβάνει την τέχνη, τη φιλοσοφία, τον έρωτα, την αγάπη.

  • Ποια ήταν η βασική εσωτερική ανάγκη που σας ώθησε να γράψετε αυτή τη συλλογή και γενικά από που αντλείτε έμπνευση;

Η ανάγκη της έκφρασης, θεωρώ, είναι η πρώτη που κινεί το χέρι όλων όσων ασχολούμαστε με την ποίηση. Η θέληση να μοιραστούμε εικόνες, βιώματα και νοήματα συγκαλυμμένα, άλλοτε λίγο κι άλλοτε πολύ, μέσα στις λέξεις. Η έμπνευση είναι εκείνη η μικρή νεράιδα που μας τσιγκλά με το ραβδί της και σε κάθε τι που βλέπουμε μας δείχνει τη μαγεία που κρύβεται από πίσω. Κι αυτό είναι που εν τέλει βρίσκει διέξοδο στους στίχους μας. Οι πηγές της δικής μου έμπνευσης είναι συνήθως οι ανθρώπινες σχέσεις, η ψυχολογία, το αποτύπωμα των βιωμάτων πάνω μας και η φύση, με τα ανθρωπόμορφα στοιχεία της.

  • Τα ποιήματά σας μοιάζουν να κινούνται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Πώς διαχειρίζεστε αυτή τη σύγκλιση κατά τη γραφή;

Το όνειρο για μένα υπάγεται σ’ έναν κόσμο ιδεών, όπως όριζε κι ο Πλάτωνας για τις έννοιες. Από αυτόν τον κόσμο, ξεπηδούν τα νοήματα και μπλέκονται με την ανθρώπινη ζωή. Είναι σαν ένα υφαντό, το οποίο βλέπεις ότι έχει πλεχτεί από μάλλινο νήμα, αλλά στο ενδιάμεσο κυλά μια χρυσή κλωστή. Αυτή είναι το όνειρο και συνδέεται με την πραγματικότητα, για να μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε μόνο από σάρκα και οστά, αλλά κι από τη δική του ύλη, όπως λέει κι ο Σαίξπηρ. Το πώς αυτό υπάρχει στη δική μας καθημερινότητα είναι η εικόνα που προσπαθώ να δώσω μέσα από την ποίηση. Είναι σαν να μου ρίχνει η έμπνευση μια σκάλα, να σκαρφαλώνω μετά πόνου και μόχθου κι από εκεί πάνω, να πιάνω λίγο όνειρο και να το κατεβάζω στον κόσμο μας. Έτσι νιώθω.

  • Υπάρχει κάποιο πρόσωπο ή γεγονός που ενέπνευσε τις πιο έντονες στιγμές του βιβλίου;

Σίγουρα κάποια από τα ερωτικά ποιήματα γράφτηκαν με έμπνευση τον σύζυγό μου, ο οποίος ήταν και είναι ο μεγάλος μου έρωτας. Από εκεί και πέρα, ναι, πολλά ποιήματα ακουμπούν και στην παιδική μου ηλικία, αλλά και σε καταστάσεις τραυματικές που βίωσα στην πορεία της ζωής.

  • Ποιος είναι ο ρόλος της σιωπής στα ποιήματά σας; Είναι απουσία ή συμμετοχή;

Η σιωπή είναι παρουσία. Έχει τη δική της ύπαρξη, η οποία γεμίζει τα κενά που τα λόγια δεν μπορούν ν’ αποδώσουν. Υπονοεί όσα δεν εξηγούνται κι εννοεί όσα συμβολικά δίνουν οι λέξεις. Μα ο κύριος ρόλος της είναι να σωπαίνει τη σκέψη του αναγνώστη κατά την ανάγνωση και να τον μεταφέρει στο κλίμα και το συναίσθημα που εκπέμπει το κάθε ποίημα. Χρειάζεται αρκετή σιωπή μέσα ο λόγος, όσο οξύμωρο κι αν μοιάζει. Χρειάζεται σιωπή, ως αντίποδα της φλυαρίας.

  • Αν «Ονειροδρόμιο» ήταν ένας σταθμός, ποιοι επιβάτες το επισκέπτονται και τι αφήνουν πίσω;

Πολύ όμορφη ερώτηση! Αν υπήρχε σταθμός με το όνομα «Ονειροδρόμιο», στην αποβάθρα του θα βλέπαμε ανθρώπους αισιόδοξους, αλλά κι ανθρώπους απογοητευμένους που ψάχνουν μια τελευταία ελπίδα. Οι πρώτοι, θ’ άφηναν πίσω τη ρουτίνα που τους κόβει τα φτερά και όλη την τοξικότητα που τους βρίσκει εντελώς αντίθετους. Ως εκ φύσεως μαχητές, θα κατέβαιναν για να βρεθούν στο φυσικό τους περιβάλλον, τα όνειρα, να περπατήσουν ανάμεσά τους και ν’ ανασάνουν. Οι δεύτεροι, κουρασμένοι και πονεμένοι, θα έψαχναν ένα μέρος να ξαποστάσουν, να διώξουν τη μοναξιά της ύπαρξής τους και να βρουν έναν λόγο να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Πριν φύγουν από τον σταθμό, θα πείθονταν ν’ απαλλαχτούν από τα ψυχικά βάρη που κουβαλούν, από συνήθεια, μαζί τους σαν αποσκευές και θ’ άφηναν τα δάκρυα να ξεπλύνουν και ν’ απολυμάνουν τις πληγές τους.

  • Τι σας απογοητεύει πιο πολύ στο χώρο του βιβλίου και τι πιστεύετε πως πρέπει να κάνουμε και ως συγγραφείς αλλά και ως αναγνώστες, ώστε να γίνουν δραστικές αλλαγές προς το καλύτερο;

Με απογοητεύει πως πρέπει να φωνάξουμε, για να πειστεί ο κόσμος να διαβάσει ποίηση. Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως η ποίηση είναι για τους λίγους. Αυτή η ελιτιστική πεποίθηση με ενοχλεί. Όμως έχει περάσει στους αναγνώστες και δεν τολμούν να πάρουν στα χέρια τους μια ποιητική συλλογή. Οπότε πρέπει να φωνάξεις την παρουσία σου, για να φανεί η γραφή σου. Είναι επίσης απογοητευτικό ότι πρέπει να μπεις στο παιχνίδι του αλγόριθμου των social media, για να φτάσεις σε κόσμο που θα θέλει να σε διαβάσει. Όμως είναι αναπόφευκτα ένα μέσο που θα μπορούσε να συμβάλλει στην προώθηση της φιλαναγνωσίας. Γενικότερα, πιστεύω πως και ως συγγραφείς και ως αναγνώστες, πρέπει να μοιραζόμαστε περισσότερο τις εντυπώσεις μας για τα βιβλία που διαβάζουμε. Να προωθούμε τα καλά βιβλία και να δίνουμε αφορμές σε κόσμο που δε διαβάζει, να κάνει την αρχή. Είναι κάτι που έχω ξεκινήσει να κάνω μέσα από το blog μου, τη Φωτοσταλίδα, με βιβλία που με αγγίζουν. Μόνο αν αυξηθεί το ποσοστό του αναγνωστικού κοινού, πιστεύω πως θα έρθουν αλλαγές στον χώρο του βιβλίου.

  • Πώς πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή θεραπευτικά στον αναγνώστη;

Θεραπευτικά λειτουργεί πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον ποιητή κι αυτή η θεραπεία, ύστερα, περνά στον αναγνώστη, ο οποίος ταυτίζεται και παρηγοριέται πως δεν είναι μόνος. Πως κάποιος τον καταλαβαίνει, γιατί σκέφτεται το ίδιο ή έχει ζήσει κάτι παρόμοιο μ’ εκείνον. Βρίσκει στίχους να εκφράζουν όσα δεν μπορεί να πει και εικόνες να τον αγγίζουν. Αυτή η αίσθηση του «ανήκειν» που προσφέρει το μοίρασμα είναι ό,τι πιο παρήγορο κατ’ εμέ.

  • Υπάρχει κάποιο ποίημα στη συλλογή που θεωρείτε πιο «προσωπικό» και γιατί;

Υπάρχει. Είναι το «Κράτα μου το χέρι». Γράφτηκε εν μία νυκτί, δεν άλλαξα ούτε μία λέξη και είναι εξ’ ολοκλήρου εμπνευσμένο από τη σχέση μου με τον σύζυγό μου.

  • Μετά το «Ονειροδρόμιο», προς ποια κατεύθυνση αισθάνεστε ότι θέλετε να κινηθείτε δημιουργικά;

Επόμενος σταθμός είναι η πεζογραφία. Έχω ήδη τελειώσει το πρώτο μου μυθιστόρημα και ετοιμάζομαι να προχωρήσω στο βήμα της έκδοσης. Εν καιρώ, θ' αποκαλύψω και περισσότερα!

Μια αστεία Θεία Δίκη

18 Οκτωβρίου, 2025

Ήταν ένα ανέφελο πρωινό κι ο Γιώργος είχε ξυπνήσει ξεκούραστος, γεγονός που προοιώνιζε μια καλή μέρα. Μόλις άνοιξε το παράθυρο, ο ταχυδρόμος, περνώντας με το μηχανάκι του, τον χαιρέτισε πρόσχαρα. Μα με το που ακούστηκε το «ρα» από το «καλημέρα», το μηχανάκι βρέθηκε να χοροπηδά πάνω σε μια λακκούβα γεμάτη λασπόνερα από τη χτεσινή βροχή. Ο ταχυδρόμος σταμάτησε, έβρισε την τύχη του και κοίταξε το λασπωμένο παντελόνι του. Ο Γιώργος με δυσκολία κράτησε το γέλιο του. «Ευτυχώς δε βράχηκαν τα γράμματα!» του είπε χαμογελώντας.

Κινήθηκε προς την κουζίνα, έχοντας ακόμα τη χαρούμενη διάθεση που του είχε αφήσει το ατύχημα του ταχυδρόμου. Τον καημένο! σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω. Ύστερα, με ύφος «σε μένα δε συμβαίνουν ποτέ τέτοια», παρόμοιο, δηλαδή, με αυτό που έχουμε, όταν το «γελοίο» χτυπάει την πόρτα κάποιου άλλου κι όχι τη δική μας, έβαλε να φτιάξει καφέ. Σήμερα, είχε όρεξη για έναν μερακλίδικο ελληνικό.

Ο Γιώργος δεν έπινε ακριβώς καφέ. Ένα «γαλακτομπούρεκο» του παράγγελναν πάντα οι φίλοι του, πριν προλάβει να εξηγήσει στη σερβιτόρα πόσο γλυκό ήθελε τον espresso του. Όταν τον έφτιαχνε μόνος του, έβαζε πρώτα τον καφέ και μετά τον τόνο ζάχαρης που ικανοποιούσε τον ουρανίσκο του. Αφηρημένος, έκανε τα συνηθισμένα του και κάθισε στο σαλόνι να τον απολαύσει, μαζί μ’ ένα κομμάτι πίτσα που είχε ξεμείνει από τις χθεσινοβραδινές γευστικές κραιπάλες.

Ε λοιπόν δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την πρώτη πρωινή γουλιά καφέ! σκέφτηκε με ηδονή, φέρνοντας το φλυτζάνι στα χείλη του. Το σιντριβάνι που πετάχτηκε από το στόμα του, την αμέσως επόμενη στιγμή, σίγουρα δεν πρόδιδε απόλαυση. Έβρισε τον καφέ και τη φυτεία του, καθώς έφτυνε με μανία και τις τελευταίες σταγόνες, λερώνοντας το ριχτάρι του καναπέ. Μία κουταλιά καφέ και πέντε ζάχαρη είχαν γίνει μία καφέ και πέντε αλάτι! Έτρεξε στην κουζίνα να πιει λίγο νερό και παράτησε την πίτσα πάνω στον πάγκο, αηδιασμένος. Βούτηξε το παγούρι του, το έχωσε με νεύρα μέσα στην τσάντα κι ετοιμάστηκε να φύγει. Με το που φτάνει στην κλειδοθήκη, πλάι στην εξώπορτα, ξεκρέμασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Του πέφτουν κάτω. Τα πιάνει. Του ξαναπέφτουν, πριν προλάβει να σηκωθεί. Ξανά. Αυτό θα γίνεται τώρα; μονολόγησε και τα γράπωσε με τη χούφτα του.

Βγήκε στο γκαράζ, πάτησε το κλειδί να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Πριν προλάβει να βάλει μπρος, κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο γαργάλησε τη μύτη του. Για να διαπιστώσει αν ήταν η ιδέα του, εισέπνευσε λίγο πιο βαθιά, κουνώντας τη μύτη του δεξιά αριστερά, σαν τον σεφ που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα υλικά μιας μυστικής συνταγής. Η μυρωδιά ερχόταν από κάτω. Έσκυψε κι εξέτασε τα παπούτσια του.

«Σκατά!» φώναξε. Κι όντως αυτά είχε φροντίσει μια, χαριτωμένη κατά τ’ άλλα, γατούλα ν’ αφήσει επιμελώς δίπλα στην πόρτα του οδηγού. Την έβλεπε τώρα μπροστά του να περπατά, με αργά νωχελικά βήματα, πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, να του ρίχνει μια ματιά τύπου «Πώς κάνεις έτσι; Δεν μπορεί κανείς να κάνει την ανάγκη του; Τςς…Άνθρωποι!» και να γλείφει τα πατούσια της επιδεικτικά.

Προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του, άνοιξε αμέσως την πόρτα και με το ένα πόδι μέσα στο αυτοκίνητο και το λερωμένο εκτός, βάλθηκε να ψάχνει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου οτιδήποτε μπορούσε να καθαρίσει τις ακαθαρσίες. Για καλή του τύχη, η κοπέλα του είχε αφήσει εκεί ένα πακέτο υγρομάντηλα. Καθάρισε το παπούτσι του, με ξινισμένο ύφος και κινήσεις πατέρα που παλεύει ν’ αλλάξει πάνα στο νεογέννητο μωρό του χωρίς να λερωθεί, ενώ του πέρασε κάμποσες φορές από το μυαλό να πετάξει το παπούτσι και να συνεχίσει ξυπόλητος για τη δουλειά. Αφού χάλασε σχεδόν όλο το πακέτο υγρομάντηλα, η αποστολή επετεύχθη.

Φτάνοντας στο γραφείο, άφησε την τσάντα του στο πάτωμα, κι άνοιξε τον υπολογιστή.

«Επ! Καλώς τονα κι ας άργησε! Τι μούτρα είναι αυτά; Σήμερα έχει γενέθλια ο Μητσάκος! Άντε να ευχηθείς και να πάρεις γλυκάκι να φτιάξει η μέρα σου!» του είπε ένας συνάδελφος.

Σαν να έφτιαξε η διάθεση του λίγο μόλις άκουσε για γλυκό – μιας και το στομάχι του ήταν ακόμη άδειο – έφυγε για το γραφείο του εορτάζοντα. Ευχήθηκε πρόσχαρα και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άνοιξε το κουτί με τα γλυκά και διάλεξε έναν λουκουμά πασπαλισμένο με μια γενναιόδωρη δόση άχνης ζάχαρης. Τον έβαλε σε μια χαρτοπετσέτα και γύρισε στο γραφείο του.

Κάθισε στην καρέκλα του γεμάτος χαρά, σαν το παιδί που του έχουν πάρει παγωτό κι ετοιμάστηκε να δαγκώσει λαίμαργα την πρώτη μπουκιά, την ίδια στιγμή που ο συνάδελφος άναβε τον ανεμιστήρα δίπλα του. Ο ανεμιστήρας αμέσως φύσηξε το παχύ στρώμα ζάχαρης κι αυτό μεταφέρθηκε όλο στο πρόσωπο του Γιώργου και στο πληκτρολόγιο ακριβώς από κάτω. Βλέποντάς τον ασπροπρόσωπο, ο συνάδελφος ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Με βλέμμα που πετούσε σπίθες, ο Γιώργος έκλεισε τον ανεμιστήρα.

«Συγγνώμη, ρε φίλε! Κάνει ζέστη!» κατάφερε να ψελλίσει ο συνάδελφος ανάμεσα στα γέλια.

Ο Γιώργος δεν του έδωσε σημασία. Ανέβασε την τσάντα στα πόδια του για να βρει χαρτομάντηλα. Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι κάτι υγρό ακουμπούσε στο παντελόνι του. Με το που άνοιξε την τσάντα, βρήκε το παγούρι μισοκουμπωμένο και την ατζέντα, το πορτοφόλι, τις κάρτες, ακόμα και τα χαρτομάντηλα μούσκεμα. Έψαξε απελπισμένος για τα κλειδιά του αυτοκινήτου, αλλά ευτυχώς τα είχε στην τσέπη. Σηκώθηκε, τίναξε τη ζάχαρη από τη μούρη του, πήρε κι ένα ντοσιέ για να κρύψει το μουσκεμένο παντελόνι που έμοιαζε σαν κατουρημένο κι έφυγε πάλι για την κουζίνα. Σκούπισε ό,τι μπόρεσε με το χαρτί κουζίνας, αλλά το παντελόνι ήταν ακόμα μούσκεμα. Ξαφνικά του ήρθε η φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει τον στεγνωτήρα χεριών. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Δεν έβγαλε το παντελόνι, από φόβο μην μπει κανείς. Αντ’ αυτού, έχωσε τον καβάλο του κάτω από το μηχάνημα, πάτησε το κουμπί κι άρχισε να κουνιέται δεξιά κι αριστερά, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε μέσα το αφεντικό. Ο Γιώργος μαζεύτηκε βιαστικά και προσπάθησε να το παίξει άνετος. Το αφεντικό τον καλημέρισε σαστισμένα και μπήκε στην τουαλέτα. Ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να φύγει τρέχοντας. Ευτυχώς, είχε προλάβει να στεγνώσει κατά πολύ.

Στον διάδρομο, τον σταμάτησε ο φίλος και συνάδελφός του, ο Μάνος.

 «Τι έγινε, φίλε; Κατσούφη σε βλέπω. Όλα καλά;» τον ρώτησε με ανησυχία.

Ο Γιώργος χαμογέλασε και διαπίστωσε πως ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, μετά το περιστατικό με τον ταχυδρόμο. Κούνησε το κεφάλι και σκεφτόμενος πως δεν πρόκειται να ξαναγελάσει με τις ατυχίες των άλλων, απάντησε στον φίλο του.

«Κακά ψυχρά κι ανάποδα! Τι να σου λέω… Μ’ όλα αυτά που μου τύχανε σήμερα, καλύτερα να έτρεχα ξυπόλυτος στα λιβάδια και να πάταγα σκαντζόχοιρο!!!»

ΠΩΣ Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΣΟΥ – Hila Blum

14 Οκτωβρίου, 2025

Και μόνον ο τίτλος σού τραβά λίγο παραπάνω την προσοχή, ειδικά αν είσαι μητέρα κοριτσιού. "Πώς μπορεί κάποιος να σου πει πώς να αγαπάς την κόρη σου; Υπάρχει τρόπος στην αγάπη;" ήταν η πρώτη μου, κάπως αντιδραστική, απορία.

Διαβάζοντας, βρέθηκα μπροστά σ' ένα μυθιστόρημα που, με απλή γλώσσα, μία γλυκά ποιητική χροιά και μια έντονα εξομολογητική διάθεση, ρίχνει βουτιά σε καθημερινές στιγμές της σχέσης μάνας-κόρης. Μιας σχέσης που εξελίσσεται και μεγαλώνει με απρόβλεπτους τρόπους, όσο καλά δομημένη κι αν φαινόταν στην αρχή της.

Οι προβληματισμοί που γεννιούνται; Πολλοί. Μπορεί μια "καλή" μάνα να φτάσει να γίνει αιτία μιας κρυφής τραγωδίας;

Πόση ανεξαρτησία χωρά αυτός ο δεσμός και πόση διακριτικότητα; Τι δικαιώματα αφήνει στο παιδί; Πόσο εύκολα μπορεί ο έρωτας για το παιδί σου να σε αλλοιώσει ακόμα και ηθικά;

Καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου, ο αόρατος ομφάλιος λώρος που συνδέει τις γενιές των μανάδων είναι αισθητά υπαρκτός. Τρέμει στα χέρια της μάνας που προσπαθεί να σπάσει τα κληροδοτημένα από τη δική της μάνα μοτίβα συμπεριφοράς, μα ενώνει πάλι τις σάρκινες ίνες του στην καρδιά της κόρης που κουβαλά αναπόφευκτα τα γονεϊκά τραύματα.

Το τελείωμα αφήνει τα ενδεχόμενα ρευστά, κάτι που προσωπικά με ξένισε λίγο, γιατί πιστεύω ότι κάθε ιστορία αξίζει ένα τέλος. Μήπως δεν είναι, όμως, οι ανθρώπινες επιλογές και αποφάσεις αμφίρροπες μέχρι να παρθούν;

Θα έλεγα, εν τέλει, πώς η ιστορία της Χιλά Μπλουμ αξίζει την ανάγνωση, τόσο για τους προβληματισμούς που αφήνει, όσο και για το γλαφυρό φως που ρίχνει σε σημεία της σχέσης, τα οποία συνήθως ξεφεύγουν της παρατήρησης, όταν τα ζεις από μέσα.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Gutenberg (Σειρά Aldina)

ΖΗΤΗΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΖΩΗΣ – Yalom D. Irvin, Yalom Marilyn

6 Οκτωβρίου, 2025

Βαρύ, ιδιαίτερα αν έχεις βιώσει την πορεία ενός δικού σου ανθρώπου προς τον θάνατο και μαζί μ' εκείνον έχασες κι ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σου.

Εμπνευσμένο. Η ιδέα για τη συγγραφή του ήταν της Μαίριλυν Γιάλομ, η οποία, πάσχοντας από καρκίνο, έπεισε τον Ίρβιν να παρατήσει το βιβλίο που έγραφε, με την πρόφαση πως με το κοινό τους πόνημα, θα βοηθούσαν τα ζευγάρια που περνούν το ίδιο. Στην ουσία, όμως, ήταν η ύστατη προσπάθειά της να βοηθήσει τον επί 65 χρόνια σύζυγό της ν’ αντέξει, μέσω της γραφής, τον πόνο της απώλειας που θα του προκαλούσε ο θάνατός της.

Ενημερωτικό, εφόσον αποτελεί αυτοβιογραφία του ζεύγους Γιάλομ, ως προς διάφορα γεγονότα της ζωής τους, με κυριότερο τη δύση της συντροφικής τους σχέσης.

Ειλικρινές. Με μια αφοπλιστική, βιωματική αλήθεια που αποκαλύπτει κρυφά βιώματα του πενθούντος, τα οποία σπάνια ομολογούνται, αλλά προκύπτουν φυσιολογικά μέσα στην πορεία του πένθους.

Διδακτικό, εφόσον κάποιος που γνωρίζει τόσο καλά κι επαγγελματικά τη διαδικασία του πένθους, μοιράζεται τη γνώση του για τη διαχείριση και αντιμετώπιση καταστάσεων, θέτοντας ως παράδειγμα την προσωπική του εμπειρία.

Ανθρώπινο. Η συνειδητοποίηση πως ακόμα κι αυτός που γνωρίζει, δε γλιτώνει από τον πόνο της απώλειας, την κατάθλιψη, αλλά και τον αγώνα ν’ ανακαλύψει τι μπορεί να κάνει με τη ζωή που ακόμα τον περιμένει, είναι παραδόξως ανακουφιστική. Κανείς δε γλιτώνει από το πένθος, αλλά και κανείς δε χρειάζεται να μείνει σε αυτό.

Ομολογώ ότι δάκρυσα. Το «Ζήτημα Θανάτου και Ζωής» σε προϊδεάζει από τον τίτλο και μόνο για το γεγονός ότι δεν πρόκειται να σε αφήσει ασυγκίνητο.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Άγρα

Muse of sadness

4 Οκτωβρίου, 2025

Έφερε την αχνιστή κούπα μπροστά στο πρόσωπό της κι ένιωσε τη μυρωδιά του καφέ να εισχωρεί στο κεφάλι της. Μια αίσθηση ζεστή και γνώριμη. Ασφάλεια. Έβαλε την κούπα στα χείλη, έκλεισε τα μάτια κι ήπιε την πρώτη γουλιά. Γεύση. Η δεύτερη αίσθηση που ικανοποιούνταν από αυτό το μαγικό ρόφημα. Για κάποιο λόγο, η γεύση ήταν συνυφασμένη στο μυαλό της με την ανάμνηση. Θυμήθηκε εκείνον. Χαμογέλασε, με μια πικρία να μην αφήνει τη χαρά της θύμησής του να φτάσει μέχρι την καρδιά.

Κοίταξε το ρολόι. Είχε λίγο χρόνο ακόμα για να προβάρει το τραγούδι της. Δεν ήταν σίγουρη αν θα το έπαιζε τελικά απόψε. Από το μαγαζί τής είχαν δώσει το οκ, αλλά ήταν μεγάλο το βήμα. Κι αν δεν άρεσε; Κι αν ο κόσμος αδιαφορούσε; Υπήρχαν βέβαια κάποιοι θαμώνες που πήγαιναν για εκείνη. Κυρίως άντρες – δυστυχώς – αλλά και δυο-τρεις παρέες. Χαιρόταν όταν την χειροκροτούσαν στο τέλος ενός τραγουδιού που είχε ερμηνεύσει με την ψυχή της. Αυτό ήταν το καλό των μικρών χώρων. Οι άνθρωποι σ’ ακούν πιο εύκολα, γιατί σε νιώθουν πιο κοντά τους. Κι εκείνη δεν ήταν φτιαγμένη για μεγάλες σκηνές, μέγαρο και ορχήστρες. Αποζητούσε τη σύνδεση με τον κόσμο. Σ’ αυτήν έβρισκε όσα της έλειπαν.

Συνήθως έπαιζε μαζί με τον Φίλιππο. Εκείνη πλήκτρα κι εκείνος κιθάρα. Τα τραγούδια τα μοίραζαν σε αντρικά και γυναικεία κι έκαναν αντίστοιχα δεύτερες ο ένας στον άλλον. Ταίριαξαν από την αρχή μουσικά κι έγιναν το μόνιμο δίδυμο του μαγαζιού. Πολλοί τους περνούσαν για ζευγάρι, αλλά ο Φίλιππος είχε σχέση με τη Δώρα, μια κοπέλα που συμπαθούσε πολύ η Βίβιαν. Γι’ αυτό και φρόντιζε να κρατά τις ισορροπίες, ώστε να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις.

Σήμερα ο Φίλιππος θα έλειπε. Μήπως ήταν ευκαιρία να πει το τραγούδι; Κι αν…Το στομάχι της σφίχτηκε. Τα χέρια της ίδρωσαν. Τα σκούπισε στην πιτζάμα της κι έκατσε στο πιάνο. Μόνο η μουσική μπορούσε να ρυθμίσει τους χτύπους της καρδιάς της. Μια ώρα μετά, ντύθηκε, βγήκε, φόρεσε το κράνος της και καβάλησε το ποδήλατό της. Ο δροσερός φθινοπωρινός αέρας φύσηξε τις αμφιβολίες μακριά και της έφτιαξε τη διάθεση. Θα το έλεγε το τραγούδι.

Στο μαγαζί, ο κόσμος έπινε ακόμα τον καφέ του. Σε λίγο, πολλοί από τους απογευματινούς επισκέπτες θα έφευγαν για να δώσουν τη θέση τους στα «νυχτοπούλια», όπως τους αποκαλούσε η Βίβιαν. Κατευθύνθηκε προς τη γωνιά του μαγαζιού που χρησίμευε ως σκηνή και κάθισε στο σκαμπό της. Τα μάτια της έπεσαν σε κάτι απρόσμενο. Πάνω στα πλήκτρα του αρμονίου, αφημένο προσεκτικά, την περίμενε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Παραξενεύτηκε, αλλά αμέσως σκέφτηκε ότι θα το έβαλαν τα παιδιά του μαγαζιού για ντεκόρ. Το τοποθέτησε πιο πέρα για να μην την ενοχλεί στο παίξιμο και τακτοποίησε τις παρτιτούρες του ρεπερτορίου.

«Νωρίς ήρθες απόψε» άκουσε τη φωνή του Μάριου.

«Σκέφτηκα να ξεχωρίσω τα κομμάτια μου από του Φίλιππου, αφού θα λείπει σήμερα.»

«Ταξιδάκι το αγόρι μας, κατάλαβες; Αχ! Για να δείτε πώς σας έχω εδώ μέσα!»

«Δεν έχουμε παράπονο!»

«Θα το πεις; Το δικό σου; Το αποφάσισες;»

Η Βίβιαν χαμήλωσε το βλέμμα στο αρμόνιο κι έγνεψε καταφατικά.

«Άντε μπράβο και μας έχει φάει η αγωνία! Όλα καλά θα πάνε, θα δεις!» είπε και τη χτύπησε ενθαρρυντικά στον ώμο.

Πάντα υποστηρικτικός ο Μάριος. Όταν είχε έρθει να ζητήσει δουλειά, την είχε τρομάξει το επιβλητικό παρουσιαστικό του˙ ψηλός, εύσωμος, γκριζομάλλης, με αυστηρό βλέμμα. Μα όταν της χαμογέλασε, το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν μικρού παιδιού. Τότε η Βίβιαν κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Από τη στιγμή που την προσέλαβε κι εκείνη κέρδισε την εμπιστοσύνη του με το ταλέντο της, άφησε πάνω της το μουσικό πρόγραμμα του μαγαζιού.

«Μάριε;»

«Έλα μου!»

«Το τριαντάφυλλο; Τι φάση;»

«Α, αυτό; Από κρυφό θαυμαστή!» απάντησε κλείνοντας το μάτι.

«Για μένα; Ποιος;»

Ο Μάριος σήκωσε ψηλά τα χέρια χαμογελώντας κι επέστρεψε στο μπαρ, αφήνοντάς τη με την απορία. Δεν πειράζει. Το τριαντάφυλλο θα ήταν το τελευταίο που θα την απασχολούσε απόψε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Σιγά σιγά, οι βραδινοί θαμώνες γέμισαν το μαγαζί. Για τη Βίβιαν, το μουσικό πρόγραμμα ήταν όπως το μενού ενός εστιατορίου. Στην αρχή, που οι παρέες ακόμα εγκλιματίζονταν, έπαιζε κάτι χαλαρό σαν ορεκτικό. Την ώρα που όλοι είχαν ζεσταθεί, «σέρβιρε» ως κυρίως πιάτο μερικά αγαπημένα ροκ κομμάτια, διασκευασμένα με τον δικό της τρόπο. Μ’ αυτά συνήθως τους τραβούσε την προσοχή. Τα βλέμματα έπεφταν πάνω της με θαυμασμό κι εκείνη ερμήνευε όλο και πιο δυναμικά και παθιασμένα. Αυτό το αλισβερίσι ταλέντου κι αναγνώρισης, που τροφοδοτεί την ικανοποίηση του καλλιτέχνη, έμοιαζε με γιορτή πυροτεχνημάτων. Κάθε επιδοκιμασία κι ένας κρότος πολύχρωμος και φωτεινός που απελευθέρωνε ενδορφίνες στον εγκέφαλό τους και τους γέμιζε με μια αίσθηση ευδαιμονίας.

Σε μια τέτοια στιγμή κορύφωσης, ξεκίνησε δειλά να παίζει το τραγούδι της. Μια ροκ μπαλάντα με απαλό κουπλέ και δυναμικό ρεφρέν. 

I look at what I’ve earned, what I’ve lost
Decisions of an unbroken heart
Trying to escape the mist of youth
What’s really the truth
behind?

Should I walk in the shadows
for the answers I seek?
Where could this light lead?
Who will stay, who will flee?

Remind me to keep the good inside
Remind me to look on the bright side
For there’s a dark place where I’d rather be
And that's only where my heart feels free

Why should sadness be my muse?
A slender figure haunting my steps
She’s holding the words that come out
she lives in what I can't live without
in life

If the truth is a milestone
in the journey of existence
Who should I trust
To cleanse of all the rust?

Remind me to keep the good inside
Remind me to look on the bright side
For there’s a dark place where I’d rather be
And that's only where my heart feels free

Οι νότες γλιστρούσαν από τα δάχτυλά της και σαν αερικά περιφέρονταν μέσα στον χώρο, χάιδευαν τ’ αυτιά των θαμώνων και γλύκαιναν την καρδιά τους. Η φωνή της ακουγόταν για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν. Χωρίς ψεύτικες χροιές ή τεχνικές. Καθαρή και κρυστάλλινη. Μια τελευταία συλλαβή. Μια τελευταία ανάσα. Τα είχε καταφέρει. Το χειροκρότημα έπεσε βροχή κι ο Μάριος ήρθε και την αγκάλιασε.

«Ένα χειροκρότημα για το αστέρι μας! Τη Βίβιαν! Το τραγούδι που μόλις ακούσατε είναι το πρώτο δικό της τραγούδι σε μουσική, στίχους και ερμηνεία φυσικά! Κι εσείς, οι θαμώνες του Starlight, είστε οι πρώτοι που το ακούτε! Εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί που φτιάχτηκε με μεράκι και αγάπη για τη μουσική και την τέχνη, γεννιούνται αστέρια! Δώστε όλη την αγάπη σας στη…Βίβιαν!» είπε υψώνοντας τη φωνή του στο όνομά της κι άρχισε πρώτος να τη χειροκροτά.

Γεννημένος μάνατζερ ο Μάριος, σκέφτηκε χαμογελώντας η Μαρίνα και υποκλίθηκε θερμά στο κοινό. Τα «νυχτοπούλια» της! Παρέες εύθυμες που απολάμβαναν τη μουσική, ζευγάρια που τραγουδούσαν αγκαλιασμένα, χωρισμένοι που είχαν έρθει να πνίξουν τον πόνο τους στα τραγούδια που τους έλεγε. Όλοι είχαν υποταχθεί στις νότες της και την περίμεναν να συνεχίσει. Σηκώθηκε από το σκαμπό κι άρχισε να λικνίζεται στον ρυθμό παίζοντας και τραγουδώντας. Η μουσική είχε διώξει τη συστολή της καλύτερα κι από αλκοόλ.

Στο κλείσιμο, ο κόσμος ερχόταν να τη συγχαρεί και να της σφίξει το χέρι. Κάποιοι τη ρώτησαν κιόλας πού μπορούσαν να βρουν το τραγούδι της. Η Βίβιαν καλοδεχόταν τον καλό τους λόγο και τους αγκάλιαζε εγκάρδια με το χαμόγελό της. Μέχρι και τα παιδιά του μαγαζιού, της έκαναν συγχαρητήρια νεύματα εκείνο το βράδυ. Τελευταίος, ο Θανάσης, στην πόρτα, τη χαιρέτησε μ’ ένα λιτό, αλλά ουσιαστικό «μπράβο». Εκτελώντας και χρέη σωματοφύλακα για το προσωπικό του μαγαζιού, τη συνόδεψε μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Η Βίβιαν τον ευχαρίστησε όπως κάθε βράδυ κι ανέβηκε στο ποδήλατο.

«Μισό λεπτό» τη σταμάτησε ο Θανάσης. «Αυτό είναι για σένα.»

Η Βίβιαν κοίταξε τον λευκό φάκελο στο χέρι του.

«Τι είναι αυτό;»

Ο Θανάσης ανασήκωσε τους ώμους του και γύρισε να φύγει. Η Βίβιαν στάθηκε για ένα λεπτό κι ύστερα έβαλε τον φάκελο στην τσάντα της. Δεν ήθελε τίποτα να της χαλάσει την αίσθηση αυτής τη βραδιάς. Φόρεσε το κράνος της και ξεκίνησε για το σπίτι. Μια ψιλή βροχούλα έπιασε να στολίζει τον νυχτερινό ουρανό και να τη χαϊδεύει απαλά στο πρόσωπο, καθώς προχωρούσε. Μια ψιλή βροχούλα ευτυχίας.

Το επόμενο πρωί τη βρήκε να χουζουρεύει στο κρεβάτι μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τεντώθηκε νωχελικά κι άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο για να πάρει το κινητό της. Μα αυτό που έπιασε είχε χάρτινη υφή. Ο χτεσινός φάκελος την περίμενε ακόμα ανέγγιχτος. Ανακάθισε και τον πήρε στα χέρια της. Ως καλλιτέχνης, απολάμβανε τους πρωτόγνωρους δρόμους της έμπνευσης και τη μαγεία που ανακάλυπτε βαδίζοντάς τους. Ως άνθρωπος, σιχαινόταν το άγνωστο.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που έχασε εκείνον. Ήταν πολύ δειλή για να τον ακολουθήσει ή αν μη τι άλλο γι’ αυτό είχε κατηγορήσει τον εαυτό της. Ο Άλεξ δεν την πίεσε. Απλά έφυγε. Κι η απουσία του της στοίχιζε κάθε μέρα εδώ και έναν χρόνο. Δεν είχε όρεξη να κάνει άλλη σχέση. Είχαν περάσει μαζί πέντε ολόκληρα χρόνια. Ήταν ο έρωτας της ζωής της και ο καλύτερος της φίλος. Τον πρώτο τον έδιωξε. Τον δεύτερο δεν άντεχε να τον χάσει. Στην αρχή, είχαν κρατήσει καθημερινή επαφή. Έπειτα, μια φορά τη βδομάδα μιλούσαν με βιντεοκλήση. Της έλεγε τα νέα του για τη σχολή, για τους καθηγητές, για τα μαθήματα.

Όταν είχε έρθει ο φάκελος με την επιστολή από το Royal Academy of Music του Λονδίνου, της είχε δώσει να τον ανοίξει εκείνη, για ν’ αποφύγει την απογοήτευση μιας αρνητικής απάντησης. Αν δεν τον είχαν δεχτεί, προτιμούσε να το μάθει από ένα οικείο πρόσωπο. Θα ήταν πιο παρήγορο. Τα δάχτυλά της τον άνοιξαν αργά. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Έβγαλε από μέσα το πολυπόθητο χαρτί, το ξεδίπλωσε και έσυρε τα μάτια της πάνω στις γραμμές του. Ο Άλεξ ανέλυε με αγωνία κάθε σύσπαση του προσώπου της. Προσπαθούσε από την έκφρασή της να μαντέψει το μέλλον του. Τότε ήρθε το χαμόγελο του θριάμβου. Του διάβασε δυνατά το σημείο που έλεγε πως είχε γίνει αποδεκτός με υποτροφία και πήδηξε στην αγκαλιά του. Φιλιά και συγχαρητήρια διαδέχονταν τα μεν τα δε κι εκείνοι στριφογύριζαν ευτυχισμένοι. Ένα όνειρο ζωής είχε εκπληρωθεί. Ένα όνειρο που θα μετατρεπόταν στον χειρότερό τους εφιάλτη.

«Μην πάρεις πολλές βαλίτσες για αρχή. Θα επιστρέψουμε για τα βαριά σε μια βδομάδα» της ανακοίνωσε ενθουσιασμένος.

«Τι εννοείς “θα επιστρέψουμε”;»

«Βρήκα σπίτι! Δεν είναι μεγάλο, αλλά είναι κοντά στη σχολή και θα μας χωράει άνετα.»

«Μας;» Η Βίβιαν κάθισε στο κρεβάτι με το κεφάλι σκυμμένο.

«Βίβιαν;» Γονάτισε μπροστά της και σήκωσε το πρόσωπό της με το χέρι του. «Τι συμβαίνει;»

Την κοιτούσε στα μάτια με γνήσια απορία. Δεν περνούσε καν από το μυαλό του ότι μπορεί να μην ήθελε να τον ακολουθήσει. Ανήκαν μαζί. Η συνειδητοποίηση πως βιάστηκε και δε συζήτησε ποτέ μαζί της για το πώς θα της φαινόταν ν’ αφήσει τη ζωή της εδώ για να φύγει μαζί του στο Λονδίνο, χωρίς σκοπό και προορισμό, τον χτύπησε σαν κεραυνός εν αιθρία. Δεν την είχε υπολογίσει. Ή μάλλον την είχε υπολογίσει στη ζωή του, αλλά όχι στη δική της. Τα λόγια της επιβεβαίωσαν το φόβο του.

«Δεν είχαμε πει ποτέ ότι θα έρθω μαζί. Δεν…δεν ξέρω αν θέλω. Δεν το έχω σκεφτεί. Χαίρομαι για σένα. Αλήθεια! Και θέλω όσο τίποτα να είμαστε μαζί και το ξέρεις. Σ’ αγαπάω. Αλλά… χρειάζομαι χρόνο.»

Έκατσε δίπλα της, την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Καταλαβαίνω. Έγιναν όλα πολύ βιαστικά. Να σου πω, κι εγώ δεν περίμενα να με πάρουν. Μ’ έπιασε απροετοίμαστο η θετική απάντηση.» Χαμογέλασε λοξά σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει τη στιγμή. «Μπορείς να έχεις όσο χρόνο θέλεις. Να έρθεις όσες φορές θέλεις και να επιστρέφεις εδώ, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλά.»

Η Βίβιαν κρατούσε ακόμα τον χθεσινό λευκό φάκελο στα χέρια. Δίσταζε να τον ανοίξει. Οι αναμνήσεις πετάχτηκαν τόσο ξαφνικά. Είχε να του μιλήσει τρεις μήνες. Δεν της ήταν οικονομικά εύκολο να πηγαινοέρχεται με το αεροπλάνο. Παρέδιδε μόνο μερικά μαθήματα στο ωδείο και τα βράδια έπαιζε στο μαγαζί. Ο Άλεξ τής πρότεινε να κάνει κι εκείνη αίτηση για υποτροφία. Ακόμα κι αν δεν ήταν στην ίδια σχολή, το Λονδίνο έβριθε από μουσικά κολλέγια. Μα η Βίβιαν δεν το τολμούσε. Εδώ δεν τολμούσε να παίξει το τραγούδι της σ’ ένα μαγαζί χωρητικότητας 50 ατόμων. Την τρόμαζαν οι αλλαγές.

Σταδιακά απομακρύνθηκε από εκείνον. Άρχισε να μην απαντά στα τηλέφωνα, να προσποιείται πως έχει πολλή δουλειά για να τον αποφεύγει. Η επαφή τους την πονούσε. Της θύμιζε ότι είναι δειλή. Ότι δεν κάνει τίποτα για να κερδίσει τη ζωή της, σαν τον πατέρα της που ποτέ δεν άδραξε την ευκαιρία να κάνει τη δική του επιχείρηση κι έμεινε αλυσοδεμένος στην ασφάλεια της υπαλληλικής του θέσης. «Τα σίγουρα είναι υγεία» της έλεγε. «Τα μεγάλα όνειρα είναι για γερά στομάχια. Φέρνουν αρρώστιες και πονοκέφαλο.» Κι η Βίβιαν μεγάλωσε κι έγινε ολιγαρκής, θεωρώντας πως τα όνειρα είναι μια σειρήνα που σε βγάζει από τον δρόμο σου. Μα μέσα της το ανεκπλήρωτο είχε γίνει σαράκι που την έτρωγε αργά και βασανιστικά.

Δεν είπε ποτέ στον Άλεξ να χωρίσουν. Ούτε εκείνος της το ζήτησε. Το έκανε η ζωή ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν μέχρι πριν ν’ ανοίξει τον φάκελο. Τον έσκισε στο πλάι κι έβγαλε το διπλωμένο χαρτί. Ήταν από εκείνον. Μα γιατί δεν της έστειλε μήνυμα; Γύρισε και κοίταξε τον φάκελο. Ούτε γραμματόσημα, ούτε τίποτα. Μα πώς; Ξεκίνησε να διαβάζει, ενώ στο στομάχι της χόρευαν πεταλούδες.

«…Το τραγούδι σου ήταν υπέροχο. Ανήκεις στη σκηνή. Εσύ και τα πλήκτρα σου. Μόνο που η σκηνή δε χρειάζεται να είναι στην Αθήνα. Ο πατέρας ενός φίλου μου από τη σχολή έχει μια μπυραρία με ζωντανή μουσική και ψάχνει καλλιτέχνες που θα ήθελαν να ακουστούν live. Είναι μόνιμη δουλειά και με καλά λεφτά. Το σπίτι έχει πάντα διπλό κρεβάτι κι η θέση δίπλα μου ανήκει πάντα σε σένα. Αν θέλεις να το συζητήσουμε, άνοιξέ μου. Είμαι στο παρκάκι απέναντι…»

Πετάχτηκε πάνω και πήγε στο παράθυρο. Τον είδε να κάθεται σ’ ένα παγκάκι απέναντι. Έβγαλε όλο το βράδυ στο πάρκο; Είναι τρελός! Έτρεξε να ντυθεί, μα σκόνταψε στην καρέκλα, προσπαθώντας να βάλει όρθια το παντελόνι της κι έβρισε ασυναίσθητα από τον πόνο. Πήγε στον καθρέφτη, έστρωσε όπως όπως τα μαλλιά της και κατέβηκε τα σκαλιά δυο δυο ως την είσοδο. Άνοιξε την πόρτα και τον έψαξε με τα μάτια. Κοιτούσε προς το μέρος της. Του έγνεψε. Εκείνος έβαλε το κινητό στην τσέπη και πέρασε βιαστικά τον δρόμο.

«Hello my muse of sadness!»

Χαμογέλασαν. Έμειναν για ένα λεπτό ακίνητοι ο ένας μπροστά στον άλλον, με μια παράξενη αμηχανία να τους χωρίζει. Δεν είχαν χωρίσει ποτέ, μα ούτε και μαζί ήταν. Η Βίβιαν ήξερε πως εκείνη έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση. Εκείνη είχε απομακρυνθεί. Ο Άλεξ την παρατηρούσε προσεκτικά, όπως εκείνη τη μέρα με τον φάκελο από τη σχολή, ευελπιστώντας σε μια θετική απάντηση. Κάθε μικρή σύσπαση μπορούσε να του δείξει αν ήταν ακόμη δική του, αν ήθελε ακόμα να είναι μαζί. Η Βίβιαν μετά βίας κρατιόταν να μην πέσει στην αγκαλιά του. Οι τύψεις, η δειλία, ο φόβος την κρατούσαν δέσμια. Της υπενθύμιζαν ποια ήταν. Ποια είχε μάθει να είναι. Άραγε να μπορούσε ν’ αλλάξει; Να πετάξει για τα μεγάλα όνειρα; Χτες το βράδυ, το έκανε. Χτες το βράδυ…

«Ήσουν εκεί χτες; Δε σε είδα! Πότε ήρθες;»

«Χτες το πρωί. Τηλεφώνησα στον Μάριο να μάθω το πρόγραμμά σου και μου είπε για την πιθανότητα να πεις το τραγούδι σου. Δε θα το έχανα για τίποτα στον κόσμο.»

«Και γιατί δε μου μίλησες;»

«Ήταν η βραδιά σου. Δεν ήθελα να σου το χαλάσω. Έλαμπες ολόκληρη. Είμαι πραγματικά υπερήφανος για σένα!»

Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι χαμογελώντας. Ύστερα το πρόσωπό της συννέφιασε.

«Μα πού κοιμήθηκες;»

«Δεν κοιμήθηκα. Σε περίμενα...»

«Μου έλειψες…» Οι λέξεις ξεγλίστρησαν ασυναίσθητα απ’ το στόμα της. Τα μάτια της φαίνονταν πιο όμορφα, πιο φωτεινά. Όπως χτες. Ήταν η αγάπη που τα φώτιζε. Για την τέχνη της και για εκείνον. Της είχε λείψει πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε πείσει τον εαυτό της. Ένιωσε ένα κενό μέσα της να γεμίζει τόσο απότομα που της έφερε δάκρυα. Τον αγκάλιασε σφιχτά κι έκλαψε.

«Συγγνώμη.»

«Δεν πειράζει. Χρειαζόσουν χρόνο. Τώρα είμαι εδώ.»

Ανέβηκαν πάνω αγκαλιασμένοι. Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και γέμισαν ο ένας τον άλλον με φιλιά που έσβηναν τον πόνο της απουσίας. Η Βίβιαν σταμάτησε ξαφνικά.

«Περίμενε!»

Έτρεξε στην ντουλάπα κι έβγαλε τη βαλίτσα της.

«Θα πρέπει να σκεφτώ τι θα πάρω. Τα βασικά γι’ αρχή και για τα βαριά ίσως χρειαστεί να ξανάρθω. Το πιάνο; Μπορούμε να το μεταφέρουμε; Και τις παρτιτούρες. Μην ξεχάσω τα ντοσιέ μου…»

Μιλούσε ακατάπαυστα και μετέφερε πράγματα πέρα δώθε. Ο Άλεξ την παρακολουθούσε και γελούσε. Είχε πάρει την απάντηση που ήθελε. Η Βίβιαν θα τολμούσε τη φυγή που από μικρή σχεδίαζε στο μυαλό της. Θ’ άφηνε τα σίγουρα και θ’ ακολουθούσε τα όνειρά της στο πλάι του. Εκείνα τα όνειρα που τη σιγονανούριζαν τις νύχτες με μεθυστικές μελωδίες γεμάτες ζωή κι υποσχέσεις. Το είχε ανάγκη αυτό το ταξίδι.

Η ΠΛΕΞΟΥΔΑ – Colombani Laetitia

30 Σεπτεμβρίου, 2025

Τρεις γυναίκες που δεν γνωρίζονται ζουν σε τρία διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Τρεις διαφορετικές κουλτούρες τις έχουν φορτώσει με διαφορετικά βιώματα.

Η Σμίτα ζει στην Ινδία και παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον για την 6χρονη κόρη της. Με πίστη, τολμά το αδιανόητο, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, προκειμένου να μην ακολουθήσει το παιδί της την ίδια άθλια μοίρα με εκείνη.

Η Τζούλια είναι συναισθηματικά δεμένη με την οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα της που παράγει περούκες από φυσικό ιταλικό μαλλί. Η ζωή τα φέρνει έτσι, ώστε να την πάρει στα χέρια της και ν’ αποδείξει αν τολμά να τη σώσει από τη χρεοκοπία.

Η Σάρα είναι μια businesswoman που μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα σε καριέρα και οικογένεια. Τα έχει όλα προγραμματισμένα και υπό έλεγχο, εκτός από τον καρκίνο που της χτυπά την πόρτα τόσο απρόσμενα κι αδίστακτα.

Οι ζωές των τριών γυναικών είναι δεμένες σαν μια πλεξούδα. Τρία νήματα που πλέκονται και συμβολίζουν τη δύναμη ψυχής, το θηλυκό μυαλό και την αντοχή. Τρεις ιστορίες που αποδεικνύουν πως όταν οι γυναίκες μάχονται για τα δικαιώματά τους, οι Θεοί τούς ανοίγουν τον δρόμο να περάσουν.

"Η πλεξούδα" της Λετίσια Κολομπάνι είναι ένα βιβλίο συγκινητικό και καλογραμμένο που αποδεικνύει πως στην απλότητα συνήθως κρύβεται το μεγαλείο.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Πατάκη

Δεν είσαι μόνη

26 Σεπτεμβρίου, 2025

Περνώντας από τον διάδρομο κοίταξε επίμονα τον καθρέφτη.

«Πάλι εσύ εδώ; Τόσα χρόνια δε βαρέθηκες στο ίδιο μέρος;»

«Εσύ με φωνάζεις κάθε φορά.»

«Κι αν έλειπες μια μέρα δε θα χανόταν κι ο κόσμος.»

«Ο δικός σου ναι.»

«Εσύ είσαι ο κόσμος μου; Ας γελάσω. Ο κόσμος μου είναι οι άνθρωποι που αγαπώ.»

«Κι αν φύγω, πώς θα σε βλέπουν;»

«Σημασία έχει να μη σε βλέπω εγώ.»

«Τι σου έχω κάνει;»

«Μου γίνεσαι βάρος. Με όλες αυτές τις ρυτίδες σου, το ειρωνικό σου βλέμμα που μουρμουράει συνεχώς "εγώ ξέρω". Ξέρεις οκ. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Με κούρασε αυτή η αλήθεια.»

«Μπορείς απλά να μη με κοιτάς. Βγάλε τον καθρέφτη.»

«Και πώς θα βγαίνω έτσι έξω; Αν είμαι αχτένιστη, άβαφη; Πώς θα βλέπω τι μου πάει και τι όχι;»

«Άρα με έχεις ανάγκη.»

«Μακάρι να μη σε είχα.»

«Με έχεις ανάγκη για τους άλλους.»

«Ας όψονται.»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τι;»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τους άλλους.»

«Κι αν μείνεις μόνη;»

«Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.»

«Τη φοβάσαι τη μοναξιά.»

«Η μοναξιά είναι ανόητη.»

«Ακόμα και τα βράδια;»

«Τα βράδια είναι ανυπόφορη. Σαν εσένα.»

«Κι εσύ τι είσαι;»

«Ωχου...Να γι’ αυτό δε θέλω να σε κοιτάω. Τι πάει να πει τι είμαι; Άνθρωπος.»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Τη φιλοσοφία θα πιάσουμε πρωί πρωί;»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«ΜΟΝΗ!»

«Επιτέλους το παραδέχτηκες. Κλάψε, δεν πειράζει.»

«Τι κατάλαβες τώρα;»

«Εσύ πρέπει να καταλάβεις. Ποιος είναι δίπλα σου τώρα που κλαις;»

«Κανείς.»

«Κάνεις λάθος.»

«Εσύ.»

«Κοίταξέ με.»

«Σε κοιτάζω.»

«Μ ‘αγαπάς;»

«Δεν ξέρω.»

«Μ ‘αγαπάς;"

«Σου είπα δεν ξέρω. Γιατί με βασανίζεις;»

«Εγώ σ ‘αγαπώ... Θέλεις ακόμα να φύγω;»

«Όχι.»

«Είμαι εδώ και θα είμαι εδώ. Για σένα. Για πάντα. Τύλιξε τα χέρια σου γύρω από το σώμα σου. Με νιώθεις;»

«Ναι.»

«Είμαι εδώ. Για πάντα.»

ΛΕΥΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ – Αρετή Καμπίτση

23 Σεπτεμβρίου, 2025

Η νουβέλα «Λευκές Μνήμες» της Αρετής Καμπίτση είναι ένα βιβλίο εξομολογητικό. Η Νόρα Μπουοναρότι είναι ψυχολόγος. Η ζωή της είναι μια καθ’ όλα ολοκληρωμένη και κοινωνικά επιτυχημένη ζωή, που όμως αδυνατεί να καλύψει το εσωτερικό της κενό. Ένα κενό που αναζητά να γεμίσει μέσα από τους ασθενείς της, τις ιστορίες, τα τραύματα και τις προσωπικότητές τους. «Η Νόρα είναι οι ασθενείς της». Μέσα από ένα ταξίδι επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς της πλάι στον σύντροφό της, θα επιδιώξει τη λύτρωση από τις μνήμες που έρχονται στην επιφάνεια «στο λευκό της αθωότητας».

Η Αρετή Καμπίτση χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση κι έναν λόγο βαθιά συναισθηματικό και υπαρξιακό. Καταδύεται στα άδυτα των τραυμάτων που ταλανίζουν την ψυχή και δείχνει πως η ανασφάλεια και η έλλειψη που ξεκινά από την παιδική ηλικία, ζητά την ολοκλήρωση μέσα από την ταύτιση με πρόσωπα που προσομοιάζουν στο γονικό πρότυπο.

Είναι μια δημοφιλής αντίληψη στον τομέα της ψυχολογίας πως αναζητούμε στον σύντροφο ή τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους τη δυναμική των σχέσεων που μάθαμε μέσα στην οικογένειά μας. Αντανακλούμε στα πρόσωπα των άλλων το συναισθηματικό πρότυπο που έχουμε εσωτερικεύσει και με βάση αυτό ελκόμαστε και επιλέγουμε με ποιους θα σχετιστούμε. Η ιστορία της Νόρας είναι ένα εξαιρετικό και πρωτότυπο παράδειγμα αυτής της θεωρίας.

Ψυχολογία, μυθιστορία, εσωτερική πάλη, έρωτας και αγάπη, προσωπικές επιθυμίες και όνειρα παρελαύνουν μπροστά από τον αναγνώστη, συνδέονται και τον κάνουν να ταυτιστεί, να προβληματιστεί, να νιώσει. Κατ’ εμέ, ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία του βιβλίου είναι πως τολμά, όχι μόνο να σπάσει τον κύκλο του τραύματος, αλλά και να ρίξει μια δυνατή γροθιά στα στερεότυπα των κοινωνικών επιταγών για χάρη της μοναδικότητας.

Το προτείνω ανεπιφύλακτα, με την επιβεβαίωση πως η δύναμη των λέξεων της Αρετής φτάνει μέχρι την ψυχή.

Νουβέλα - Εκδόσεις Φιλιππότη

1 2 3 4 5 6 29