By

Φωτοσταλίδα

ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ – Χάνα Κεντ

16 Σεπτεμβρίου, 2025

Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα για τη ζωή και την υπόθεση της τελευταίας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θανατική ποινή στην Ισλανδία, το «Έθιμα Ταφής» είναι ένα βιβλίο που συγκλονίζει με την αλήθεια του. Η Άγκνες κατηγορείται και καταδικάζεται για τον φόνο δύο ανδρών. Μέσα από τη σχέση της με τον πνευματικό που αναλαμβάνει να τη βοηθήσει να εξομολογηθεί, να μετανοήσει και να σηκώσει το βάρος των ημερών μέχρι τον θάνατό της, η γυναίκα ταλανίζεται από τα συναισθήματα του φόβου, της ενοχής και της απέχθειας για την προκατάληψη της κοινωνίας στην οποία ζει. Όλα αυτά, ενώ φιλοξενείται κατ’ ανάγκη από μια οικογένεια που τη θεωρεί εξ ορισμού ένοχη, αλλά την παρακολουθεί να υπομένει καρτερικά τον Γολγοθά προς το οριστικό τέλος.

Η Hannah Kent μεταφέρει τον αναγνώστη στα σπιτικά της Ισλανδίας και περιγράφει τα ήθη, τα έθιμα και τη νοοτροπία των Ισλανδών του 19ου αιώνα, τόσο παραστατικά, που το ταξίδι στα παγωμένα Ισλανδικά εδάφη είναι εγγυημένο.

Οι οπτικές γωνίες που εναλλάσσονται ανάμεσα στην απλή διήγηση και την εξομολόγηση της μελλοθάνατης γυναίκας είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα στοιχεία του βιβλίου. Η αφήγησή της είναι ζωντανή και τα τραγικά πρόσωπα της ιστορίας αποκαλύπτονται συναισθηματικά, φτάνοντας στην κορύφωση της αλήθειας που αναγκάζονται να αποδεχτούν.

Παράλληλα με την αφηγηματικότητα, η Kent αγγίζει, ειρωνεύεται και στηλιτεύει τις κοινωνικές νόρμες της εποχής, αλλά αποδέχεται εν τέλει τον αναπόφευκτο συμβιβασμό των ηρώων της με τα δεδομένα. Εξερευνά τον ψυχισμό εκείνων που φλερτάρουν με το επαναστατικό στοιχείο μέσα τους, προκειμένου να αισθανθούν πως η ανθρωπιά είναι ακόμα άθικτη στην ψυχή τους και ταυτόχρονα σκιαγραφεί τους πιο φανατικούς του συστήματος που μένουν ακλόνητοι, για να δηλώσουν την ισχύ και το αμετάκλητο των αποφάσεών του.

Ώρες ώρες ώμο, άλλες ποιητικό και συμβολικό, το «Έθιμα Ταφής» δεν είναι απλά ένα βιβλίο. Είναι η απόδειξη ότι η εμπειρία ενός άλλου ανθρώπου, όταν στηριχθεί στις σωστές λέξεις, μπορεί να βιωθεί από τον καθένα μας. Είναι ένα βιβλίο με βαριά ατμόσφαιρα, από εκείνα που σου αφήνουν μια αίσθηση που δύσκολα θα ξεχάσεις. Το προτείνω, με μόνη επιφύλαξη να μη βρίσκεται ο αναγνώστης σε άσχημη ψυχολογική διάθεση, ώστε να μπορέσει να σηκώσει το συναισθηματικό φορτίο που προκαλεί. Είναι μια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Ίκαρος

Ταξίδι προς τον έρωτα

14 Σεπτεμβρίου, 2025

Καθόταν βολικά στη θέση της, ενώ το τρένο γέμιζε με επιβάτες. Η αμαξοστοιχία είχε προορισμό τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί θα συνέχιζε για Ξάνθη. Στην τετράδα των αεροπορικών θέσεων που περιλάμβαναν και τη δική της, δεν είχε καθίσει ακόμα κανείς. Παρακαλούσε είτε να μείνει ως έχει είτε να κάτσει κάποια οικογένεια με παιδάκια. Τα αγαπούσε τα παιδιά. Ήταν οι καλύτεροι συνεπιβάτες. Της ανταπέδιδαν σχεδόν πάντα το χαμόγελο και κάποιες φορές της έπιαναν και την κουβέντα. Τότε η Νάντια έπαιζε μαζί τους. Της άρεσε η ιδέα πως έπαιρνε λίγο βάρος από τις πλάτες των γονιών που ήταν ήδη αγχωμένοι με το ταξίδι. Ήταν η δουλειά της άλλωστε. Τους έβλεπε κάθε πρωί στον βρεφονηπιακό με τα μάτια μαύρα από την αϋπνία, να προσπαθούν να συγχρονίσουν τη δουλειά με την οικογένεια και να εγκλωβίζονται κάπου στη μέση, σαν φαντάσματα ανάμεσα σε δυο αταίριαστους κόσμους. Συχνά αναρωτιόταν αν θα της συνέβαινε το ίδιο, όταν με το καλό θα έκανε κι εκείνη οικογένεια.

Το μυαλό της πήγε στον Πάνο. Μια ευφορία πλημμύρισε το στήθος της στη σκέψη του. Είχε να τον δει ήδη δυο βδομάδες από όταν πήρε μετάθεση για την Ξάνθη. Είχαν ακούσει πως το στρατόπεδο ήταν πολύ «προβλεπόμενο» κι είχαν αγχωθεί για τις άδειες που θα έπαιρνε. Στην αρχή, η Νάντια σκέφτηκε να του κάνει έκπληξη μ’ αυτό το ταξίδι. Οι ελπίδες της ναυάγησαν, όταν ο Πάνος της επιβεβαίωσε στο τηλέφωνο ότι τα πράγματα ήταν όντως αυστηρά εκεί πάνω. Του αποκάλυψε την πρόθεσή της να πάει να τον δει κι εκείνος, γεμάτος χαρά, προσπάθησε να πείσει τον διοικητή του να του δώσει τουλάχιστον έξοδο την ημέρα που θα ερχόταν το κορίτσι του να τον επισκεφθεί από Αθήνα. Η Νάντια έκλεισε αμέσως εισιτήριο και να την τώρα που ευχόταν οι 12 ώρες ταξιδιού να μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε μία.

Η επιθυμία της Νάντιας για τους συνεπιβάτες της εισακούστηκε και δυο παιδικά μουτράκια έπιασαν τις θέσεις δίπλα κι απέναντι της. Ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, με ξανθά μπουκλάκια που κρέμονταν ατίθασα πάνω από τα αυτιά κι ένα αγόρι γύρω στα εφτά, που είχε χωθεί μέσα στον ηλεκτρονικό κόσμο του τάμπλετ του με το που κάθισε στο κάθισμα του. Η μαμά τους, μια πολύ ήρεμη γυναίκα, με την εξάντληση έκδηλη στο πρόσωπό της, αλλά κι ένα αμυδρό χαμόγελο που φώτιζε τις πρόσφατα σχηματισμένες ρυτίδες γύρω από τα μάτια της εξέπεμπε μια ικανοποίηση πως όλα είχαν πάει και θα πήγαιναν καλά. Της Νάντιας της άρεσαν οι αισιόδοξοι άνθρωποι. Η μικρή απέναντί της, την κοιτούσε ήδη επίμονα. Η Νάντια τής χάρισε το πρώτο χαμόγελο και έστρεψε το βλέμμα της προς τη μητέρα. Από την έκφραση τους καταλάβαινε πάντα, αν είχε την άδεια από τους γονείς ν’ ασχοληθεί με το παιδί. Η μητέρα χαμογελούσε.

«Πώς σε λένε;»

«Μυρτώ.»

«Τι ωραίο όνομα που έχεις και τι όμορφο το κουκλάκι σου! Έχει κι αυτό ένα όνομα, σωστά;»

Και το παιχνίδι ξεκίνησε. Οι πρώτες ώρες του ταξιδιού κύλησαν γρήγορα κι ευχάριστα. Οι συνεπιβάτες της κατέβηκαν στο Λιανοκλάδι κι οι θέσεις άδειασαν και πάλι. Με ανακούφιση, η Νάντια τους είδε να κατεβαίνουν από το τρένο. Είχαν φτάσει ασφαλείς στον προορισμό τους. Από το πρωί πάλευε να διώξει τον φόβο που της είχε δημιουργηθεί μετά το ατύχημα στα Τέμπη και το είχε καταφέρει. Είχε πείσει τον εαυτό της ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πάει στον Πάνο. Η ζωή την έσπρωχνε πεισματικά να ζήσει και ο φόβος υποχωρούσε μπροστά στην τόλμη της νιότης. Όμως τώρα που είδε αυτά τα δυο μουτράκια να αποβιβάζονται, εικόνες εφιάλτη πλημμύρισαν το μυαλό της. Τι θα είχε συμβεί αν γινόταν πάλι δυστύχημα; Τι θα γίνονταν αυτά τα παιδιά; Πώς θα τα βοηθούσε να σωθούν; Τι θα αντίκρυζαν τα ματάκια τους; Θα έβγαιναν ζωντανά; Για εκείνη δεν την ένοιαζε. Κουβαλούσε την ευθύνη του εαυτού της και μόνο κι ήταν ελαφρύ το βάρος. Αυτόματα σκέφτηκε εκείνη τη μάνα που είχε στα χέρια της τρεις ζωές να προσέχει. Τη φαντάστηκε να σέρνεται αναμαλλιασμένη και πανικόβλητη μέσα στο τρένο και να ουρλιάζει τα ονόματα των παιδιών της. Ανατρίχιασε. Κούνησε απότομα το κεφάλι της δεξιά αριστερά να διώξει τις τρομακτικές σκέψεις. Όλα είναι οκ, επανέλαβε από μέσα της.

Μια παρέα γυναικών, ιδιαίτερα διαχυτικών, κατέλαβε τις άδειες θέσεις της τετράδας. Η έντονη ενέργειά τους της άλλαξε αμέσως τη διάθεση. Αφού τακτοποιήθηκαν, της έπιασαν αμέσως την κουβέντα, σαν να ήταν υποχρέωσή τους να την εντάξουν στη συντροφιά τους. Τους είπε πως είχε φαντάρο στην Ξάνθη και πήγαινε να τον δει, τους εκμυστηρεύτηκε πως γνωρίστηκαν τυχαία στο πάρκο μια μέρα που έπεσε με το ποδήλατό της κι ήταν ο μόνος που έτρεξε να την βοηθήσει. Πως μετά από έναν χρόνο αποφάσισαν να μείνουν μαζί, αλλά το χαρτί του στρατού τους έκοψε τη χαρά και τώρα τους έτρωγαν οι δρόμοι προκειμένου να βρεθούν. Πόσο εύκολα βγαίνουν οι λέξεις όταν μιλάς σε ξένους που δε θα ξαναδείς, σκέφτηκε. Τα λόγια που γλιστρούσαν από το στόμα της εισέρχονταν στο μυαλό των γυναικών και καταγράφονταν στις αναμνήσεις που θα είχαν να διηγούνται μεταξύ τους, κάθε φορά που θα σκέφτονταν το ταξίδι τους. Για εκείνες θα ήταν πάντα μια άγνωστη, συμπαθητική κοπέλα που γνώρισαν στο τρένο, καθώς πήγαιναν διακοπές στη Θεσσαλονίκη. Άκουγε από τώρα την ηχώ της συζήτησής τους μετά από μερικά χρόνια «Θυμάσαι εκείνο το κοριτσάκι στο τρένο που πήγαινε να δει τον φαντάρο της; Τι καλό παιδί! Να τον παντρεύτηκε άραγε τον Πάνο; Έτσι δεν τον έλεγαν; Μακάρι!» Αθώες κουβέντες γεμάτες αγάπη και νοιάξιμο από ξένους. Αν αυτό δεν είναι κομμάτι ανθρωπιάς, τότε τι είναι;

Οι γυναίκες κατέβηκαν στη Θεσσαλονίκη, αφού τη χαιρέτισαν εγκάρδια και τη γέμισαν ευχές. Έμεινε μόνη ν’ απολαμβάνει τη θέα, καθώς το τρένο έσερνε το σιδερένιο κουφάρι του μέσα στο καταπράσινο τοπίο στις όχθες του ποταμού Νέστου. Τα τρεχούμενα νερά, η δροσιά του τοπίου που αισθανόταν ακόμα και μέσα από το κλειστό τζάμι και το πράσινο που ξεκούραζε το μάτι, έκαναν τη διαδρομή να μοιάζει βγαλμένη από όνειρο. Η Νάντια είχε γύρει το κεφάλι της πάνω στο παράθυρο και ρουφούσε αχόρταγα τη φυσική ομορφιά. Σε λίγη ώρα θα βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Τι όμορφη που είναι η ζωή κάποιες φορές!

Το τρένο έφτασε στην αποβάθρα της Ξάνθης με λίγη καθυστέρηση. Η Νάντια πήρε τη βαλίτσα της κι ετοιμάστηκε για την αποβίβαση. Είχε ήδη κλείσει ξενοδοχείο για το ένα βράδυ που θα έμενε, ελπίζοντας ο Πάνος να πάρει και δεύτερη έξοδο. Σταμάτησε ένα ταξί έξω από τον σταθμό και ξεκίνησε για τον προορισμό της. Από το παράθυρο, χάζευε τους ξανθιώτικους δρόμους. Μια αίσθηση γνώριμη αιωρούνταν γύρω της, σαν να είχε επισκεφθεί ξανά αυτό το μέρος. Μα δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στη ζωή της τόσο Βόρεια.

Στο ξενοδοχείο τακτοποιήθηκε βιαστικά και βγήκε να σεργιανίσει στην πόλη. Ο Πάνος τής είχε στείλει μήνυμα ότι θα έβγαινε στις 8 το βράδυ για ένα δίωρο. Είχε μια ώρα στη διάθεσή της. Ανηφόρισε τον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από το πανεπιστήμιο και οδηγούσε στη γέφυρα προς τη συνοικία των Πομάκων. Πλανόδιοι πωλητές πουλούσαν κοσμήματα κι αναμνηστικά, δίνοντας στο απόγευμα ένα άρωμα από γιορτή. Το τοπίο της θύμισε κάτι από τη γραφικότητα του Θησείου.

Στις 8 ακριβώς, ο Πάνος την περίμενε στον Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας. Φτάνοντας, διέκρινε τη λεπτή φιγούρα του από μακριά. Είχε αδυνατίσει κι άλλο. Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του, βυθίζοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του κι ανασαίνοντας αχόρταγα τη μυρωδιά του. Βρισκόταν επιτέλους «σπίτι». Χωρίς να έχουν συνεννοηθεί από πριν, κατευθύνθηκαν αυθόρμητα προς το ξενοδοχείο. Ανέβηκαν γρήγορα, σαν παράνομο ζευγαράκι, κι έσβησαν το πάθος τους στο διπλό κρεβάτι του δωματίου 34.

Ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, με το κεφάλι της στο στήθος του και το πόδι της λυγισμένο πάνω στα δικά του, προσπαθούσε να χορτάσει ευτυχία. Αχ και να μπορούσε να σταματήσει ο χρόνος κάτι τέτοιες στιγμές! Μέσα στην παύση, να έρεε μονάχα το συναίσθημα κι αφού έκανε τον κύκλο του, να ξεκινούσε ξανά το μέτρημα κι η αμείλικτη πορεία της ζωής να ξόρκιζε τη στασιμότητα. Διακόπτοντας την ονειροπόλησή της, ο Πάνος σήκωσε το χέρι του και της χάιδεψε το πρόσωπο.

«Μου έλειψες!»

«Κι εμένα!»

Τέσσερις μόλις λέξεις χώρεσαν όλες τις μέρες που βρίσκονταν χώρια και το άκουσμά τους τους αποζημίωσε για την αναμονή. Σηκώθηκαν, ντύθηκαν κι έφυγαν από το ξενοδοχείο για να περπατήσουν στους δρόμους της πόλης που τους είχε απομακρύνει. Θ' άφηναν το δικό τους αποτύπωμα στα πλακόστρωτα σοκάκια της, δηλώνοντας πως θα βρίσκονταν μαζί πάση θυσία. Δεν προλάβαιναν να καθίσουν για φαγητό ή ποτό. Τους αρκούσε που είχαν ο ένας τον άλλον, όπως σε όλους τους νεανικούς έρωτες χωρίς ευθύνες. Όταν τέλειωσε ο χρόνος τους, αποχαιρετίστηκαν μ’ ένα ατέλειωτο φιλί και την προσμονή πως θα βρίσκονταν ξανά την επόμενη μέρα.

Βλέποντάς τον να μπαίνει σε ταξί για να επιστρέψει στο στρατόπεδο, η καρδιά της Νάντιας ράγισε. Πόσο θα ήθελε να περνούσαν το βράδυ μαζί! Να κοιμούνταν πλάι πλάι, ν’ αφήναν τα όνειρά τους να μπλεχτούν και το πρωί, η πρώτη θέα του ενός να ήταν το πρόσωπο του άλλου. Αντ’ αυτού, η Νάντια ξύπνησε από τον ήχο ενός μηνύματος στο τηλέφωνό της. Ήταν εκείνος που την καλημέριζε και της ανακοίνωνε πως το απόγευμα θα συμμετείχε στην υποστολή της σημαίας στην πλατεία κι ύστερα θα είχε έξοδο περισσότερες ώρες. Θα τη συνόδευε μάλιστα στον σταθμό για να πάρει το βραδινό τρένο για Αθήνα.

Με αναπτερωμένο το ηθικό, η Νάντια κατέβηκε στην αίθουσα του πρωινού, γέμισε ένα φλυτζάνι καφέ κι ένα πιάτο με λίγο κέικ και πήγε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι στο μπαλκόνι. Η βουή της πόλης που βρισκόταν ήδη σε κίνηση, της υπενθύμισε πως σε κάποια πράγματα κάθε πόλη είναι ίδια από τον Βορρά ως τον Νότο. Ασυναίσθητα, της ήρθε στο μυαλό το κοριτσάκι που συνάντησε στο τρένο. Το φαντάστηκε να μεγαλώνει, να βρίσκει έναν σύντροφο και να τον περιμένει έξω από το στρατόπεδο ν’ απολυθεί για να συνεχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Αν είχε μπροστά της εκείνο το κορίτσι, θα το συμβούλευε να κάνει υπομονή. Να κρατήσει τη γκρίνια, τη ζήλια και την ανυπομονησία μακριά από τη σχέση της. Κρίνοντας εξ ιδίων, θα της έλεγε πως η θητεία για έναν άντρα δοτικό κι αφοσιωμένο είναι μεγαλύτερο μαρτύριο απ’ ό,τι για τη γυναίκα που τον περιμένει απ’ έξω. Εκείνη έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει τη ζωή της, να βλέπει τους φίλους της, να κοιμάται και να ξυπνάει σύμφωνα με το δικό της πρόγραμμα. Εκείνος όμως υπάγεται και υποτάσσεται σε κανόνες άλλοτε αυστηρούς κι άλλοτε ανόητους «για να γίνει άντρας» και να μάθει πειθαρχία. Στο μυαλό της, ο στρατός ήταν άδικος κόπος. Δεν έκαναν όλοι για στρατιώτες, αλλά κι εκτός αυτού, το θεωρούσε χάσιμο ζωής να εκπαιδεύονται άνθρωποι για έναν ενδεχόμενο πόλεμο, που το πιθανότερο είναι να μην έρθει ποτέ όσο ζούνε. Ο πόλεμος…ό,τι πιο ανόητο κι αυτοκαταστροφικό έχει φτιάξει ο άνθρωπος.

Ο ήλιος είχε πια φτάσει ψηλά. Ήπιε μια γουλιά ακόμη από τον καφέ της, διέκοψε τις σκέψεις της, γνωρίζοντας το αδιέξοδο του θέματος κι έφυγε για μια βόλτα ακόμη στην πόλη. Κατά έναν περίεργο τρόπο, έβρισκε εύκολα τον δρόμο της, παρότι δε φημιζόταν για τον προσανατολισμό της. Ίσως την βοηθούσε η παράξενη αίσθηση πως βρισκόταν σε μια χαμένη πατρίδα. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στα μαγαζιά με τα μπακιρένια μπρίκια και τις αντίκες, στα υπέροχα ζαχαροπλαστεία και καφέ, έβγαλε φωτογραφίες τα γραφικά πέτρινα σπίτια με τα ξύλινα, προεξέχοντα μπαλκόνια και κατέληξε στο λαογραφικό μουσείο, να θαυμάζει φορεσιές κι έπιπλα της παλιά εποχής. Ύστερα, πήρε ένα σάντουιτς στο χέρι και κάθισε στο παγκάκι μιας μικρής πλατείας ν’ απολαύσει το δροσερό αεράκι.

Στις 4 στήθηκε στην πλατεία και περίμενε να δει τον καλό της «εν δράσει». Το άγημα εμφανίστηκε και η πορεία για την υποστολή της σημαίας ξεκίνησε. Ο εθνικός ύμνος ήχησε κι η Νάντια ανατρίχιασε στο άκουσμά του. Ο Πάνος στεκόταν ευθυτενής, ακίνητος κι ανέκφραστος απέναντί της. Θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες φαντάρους, με τη δύναμη της διαίσθησης που στρέφεται αυτόματα σαν πυξίδα προς τους ανθρώπους που αγαπάμε. Ένιωσε υπερήφανη για εκείνον κι ας σκεφτόταν προηγουμένως τα χειρότερα για τον στρατό. «Πώς η πράξη ξεγελά έτσι τη θεωρία!» σκέφτηκε.

Μια ώρα αργότερα, βρέθηκαν ξανά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μοιράστηκαν ένα απόγευμα που δε θα ξεχνούσαν ποτέ. Από εκείνα που χαράσσονται στη μνήμη, όχι για τα αξιοσημείωτα πράγματα που κάνουμε στη διάρκειά τους, αλλά για τα έντονα συναισθήματα, τα λόγια αγάπης, τα δάκρυα αποχωρισμού και τις υποσχέσεις που κρεμούν ένα «εις το επανιδείν» στο στόμα κι ένα «σ’ αγαπώ» στην καρδιά.

Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ – Τζον Γουίλιαμς

7 Σεπτεμβρίου, 2025

Ομολογώ πως «Ο Στόουνερ» του John Williams μου φάνηκε στην αρχή κάπως στεγνό, απαλλαγμένο από συναίσθημα. Όμως έτσι ήταν ο Στόουνερ. Μεγάλωσε ως άνθρωπος της γης για ν’ αντιληφθεί έπειτα πώς – στην ουσία του – ήταν άνθρωπος των γραμμάτων. Στη στείρα από ενθουσιασμό ατμόσφαιρα του Πανεπιστημίου, επιβιώνει από δυο παγκόσμιους πολέμους και μια αποτυχημένη συζυγική ζωή. Η μοίρα όμως παραμονεύει να του ξυπνήσει το άσβεστο πάθος για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, τη διδασκαλία, τον έρωτα και τη ζωή την ίδια.

Η εμβληματική, βαθιά και αποκαλυπτική γραφή του Williams παρακολουθεί έναν θνητό πρωταγωνιστή να εξελίσσεται μέσα στον στίβο της καθημερινότητας. Μια λανθασμένη επιλογή κι ένας αδιέξοδος γάμος με μια γυναίκα ψυχρή κι απορροφημένη από τη ματαιοδοξία της καταδικάζουν τον Στόουνερ σ’ ένα σπιτικό που μυρίζει εγκατάλειψη.

Η Ίντιθ, έναν χαρακτήρας γεμάτος άμυνες, ανασφάλειες και απόρθητα επικοινωνιακά τείχη, προσωποποιεί την αντίθεση στη θέληση του άντρα της για πρόοδο και αρμονική συνύπαρξη.

Επαγγελματικά, ο Στόουνερ περνά από όλα τα στάδια˙ της στασιμότητας, της αναγνώρισης, της επιτυχίας, του ανταγωνισμού. Η άρνηση του, κατά τ’ άλλα συμβατικότατου, καθηγητή να συμβιβαστεί με την πολιτική γραμμή των συναδέλφων του στο Πανεπιστήμιο, δημιουργούν έναν σιωπηρό επαναστάτη, έναν πείσμονα υπέρ των αξιών, ο οποίος, αν και δεν προσπαθεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, καταφέρνει κάτι ίσως ακόμα πιο δύσκολο. Ν’ αλλάξει τον εαυτό του. Σ’ αυτό θα συντελέσει η Κάθριν, η γυναίκα που θα του επιβεβαιώσει πως η αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόπος ζωής.

Αν η βιογραφική απλότητα της αρχής, σας φανεί απογοητευτική ή κουραστική, μη μείνετε στην επιφάνεια. Είναι απλά αυτό που ο Williams επίτηδες σκιαγραφεί, για να έρθει σε αντίθεση με το βάθος που ακολουθεί. Η δε συγκινητική περιγραφή των τελευταίων σελίδων είναι αναμφίβολα ένα δώρο στη λογοτεχνία.

Σημείωση: Προτείνω να αφήσετε την εισαγωγή για το τέλος, καθώς αποκαλύπτει πολλά για την υπόθεση του βιβλίου.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Gutenberg

Αρχές Σεπτέμβρη

6 Σεπτεμβρίου, 2025

Από παιδί σιχαινόμουν τον Σεπτέμβρη. Σήμαινε το τέλος της ξεγνοιασιάς και του ατέλειωτου παιχνιδιού, του ανέμελου ξυπνήματος στις 12 το μεσημέρι μετά από αθώα ξενύχτια, του μεσημεριανού νανουρίσματος από το τραγούδι των τζιτζικιών, των υπέροχων καλοκαιρινών φρούτων που λέρωναν τα αχόρταγα κι ενθουσιασμένα παιδικά μουτράκια μας. Πάνω από όλα, όμως, σήμαινε το τέλος της θάλασσας. Το παιδικό μου μυαλό τον είχε πλάσει σαν έναν δαιμονικό αόρατο γίγαντα που μισούσε τα παιδιά και τρεφόταν με τη χαρά τους. Ίσως να το είχα μεγαλοποιήσει, επειδή, ως παιδί καθηγητών, ζούσα το άνοιγμα των σχολείων δυο φορές. Μια στο δικό μου και μια στο φροντιστήριο των γονιών μου. Εγγραφές, κόσμος, παιδάκια που έρχονταν δειλά να ξεκινήσουν μαθήματα, ανυποψίαστα για το τι τους περιμένει. Γονείς λογιών λογιών. Υπερπροστατευτικοί, αδιάφοροι, πιεστικοί, ευγενικοί, απαιτητικοί. Κι εγώ στα παρασκήνια, τα παρατηρούσα όλα πίσω από μια αόρατη κουρτίνα. Ο Σεπτέμβρης με δίδασκε ετησίως - τόσο επίμονα και βασανιστικά - πως δε θα είναι πάντα καλοκαίρι στη ζωή.

Μεγαλώνοντας, ξεκίνησα να διδάσκω, μπαίνοντας η ίδια στη θέση των γονιών μου. Ο Σεπτέμβρης έγινε μήνας άγχους και προετοιμασιών. Διεκπεραιωτικός κι αδυσώπητος. Έκανα αγωνιώδεις προσπάθειες για να μετριάσω τη στυγνή αυτή αίσθηση με δημιουργικότητα και μεράκι. Ήταν ο μόνος τρόπος για να επιβιώσω σ’ ένα ξένο πέλαγος. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν έναν μοναδικό τρόπο να σε αφομοιώνουν και να περιορίζουν την ανεξαρτησία σου. Όποια ελπίδα τρέφεις να ξεφύγεις, να κάνεις κάτι δικό σου, πνίγεται στα σπάργανα από την ηράκλεια δύναμη της κληρονομιάς που καλείσαι να συντηρήσεις. Ο Σεπτέμβρης, σαν επιβλητικός δάσκαλος, με κοιτούσε και πάλι με το αυστηρό του βλέμμα. Είχε κερδίσει άλλωστε στο να ορίζει τη ζωή μου και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω. Η ζωή το έκανε για μένα.

Πέρασαν 7 χρόνια απ’ όταν έκατσα στην έδρα για τελευταία φορά. Αυτά τα 7 χρόνια η ζωή μου έγινε άνω κάτω. Γύρω μου και μέσα μου τα πιο ευχάριστα μάχονταν με τα πιο δυσάρεστα για να με κρατήσουν ζωντανή. Πάλευα με θεούς και δαίμονες απλώς και μόνο για να επιζήσω. Οι μήνες δεν είχαν πια καμία σημασία. Οι εποχές περνούσαν σέρνοντας η μία την άλλη για να ωθήσουν τη ζωή να κυλήσει από υποχρέωση. Ακόμα κι ο Σεπτέμβρης με κοιτούσε μελαγχολικά κι αναπολούσε τις στιγμές της δόξας του. Δεν είχα πια το κουράγιο ν’ ασχοληθώ μαζί του.

Στη δύση αυτών των 7 ετών, παρουσιάστηκε η ευκαιρία να διδάξω ξανά. Ο Σεπτέμβρης δε με είχε ξεχάσει κι ας τον απέφευγα τόσα χρόνια. Ήταν επίπονο ν’ ασχοληθώ ξανά με τα μαθήματα, για πολλούς προσωπικούς λόγους. Μα είχα διανύσει πολύ μεγάλη απόσταση από τότε. Σκέφτηκα πως ίσως είναι καιρός πια να γυρίσω στη βάση που τόσο πάλεψα να γκρεμίσω. Ίσως ήταν η ευκαιρία να τη χτίσω με τα δικά μου δεδομένα.

Και ξημερώνει Σεπτέμβρης. Ξύπνησα από έναν εκκωφαντικό θόρυβο ακριβώς δίπλα μου. Ο καθρέφτης που κρεμόταν στον τοίχο είχε ξεκολλήσει από το ξύλινο πλαίσιό του, είχε πέσει στο πάτωμα, δίπλα ακριβώς από εκεί που κοιμόμουν κι είχε γίνει θρύψαλα. Πανικοβλήθηκα. Πρώτη κίνηση, να τσεκάρω το παιδί που κοιμόταν δίπλα μου. Όλα καλά. Χιλιάδες δεισιδαιμονίες άρχισαν να με κυκλώνουν απειλητικά. 7 χρόνια γρουσουζιάς λένε κι άλλα τόσα. Ο Σεπτέμβρης με εκδικούνταν άραγε για την αντιπάθεια που του έτρεφα από μικρή; Έπλυνα το πρόσωπο μου για να διώξω τις σκέψεις. Και τότε, μαζί με το νερό, κύλησε κι ο φόβος μου καθαρίζοντας το τοπίο του μυαλού μου. Το παιδί κι εγώ ήμασταν ασφαλείς. Καμιά μας δεν είχε χτυπήσει. Αυτό ήταν αρκετό για να με καθησυχάσει.

Ύστερα ήρθε η συνειδητοποίηση. Απ’ όταν πήρα την απόφαση να ξαναδιδάξω, ένιωθα ένα περίεργο ξαλάφρωμα. Σαν κάτι να είχε τελειώσει. Είχα καταφέρει ν’ αποσυνδέσω το επάγγελμα απ' ό,τι αυτό σήμαινε για μένα. Ήμουν ελεύθερη από το παρελθόν. Δεν έγινε ξαφνικά. Χρειάστηκε χρόνο και κόπο. Όμως το διαπίστωνα μόλις τώρα. Από έναν καθρέφτη που έπεσε. Από ένα κακό που ξορκίστηκε.

Ο Σεπτέμβρης για πρώτη φορά μου χαμογελά κι είμαι σε θέση να του ανταποδώσω το χαμόγελο. Μένει μόνο να καθαρίσω τα κομμάτια γυαλιού που είναι ακόμα πεσμένα στο πάτωμα. Ν' αποτελειώσω ό, τι με στοιχειώνει. Να το κλείσω σφιχτά σε μια σακούλα και να το πετάξω εκεί που ανήκει. Στα σκουπίδια. Αυτή τη φορά, θα είμαι εγώ που θα ορίσω τη μοίρα του Σεπτέμβρη. 

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ – Ελένη Σίντου

2 Σεπτεμβρίου, 2025

«Η Σονάτα της Άνοιξης» της Ελένης Σίντου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με καταιγιστική δράση. Μια αλυσίδα «ιδιαίτερων» κι ανατριχιαστικών φόνων ξεκινά με φόντο τα χειμερινά Ιωάννινα. Το πέπλο της ομίχλης που καλύπτει το τοπίο προσομοιάζει με το πέπλο μυστηρίου που καλείται να τραβήξει η Διευθύντρια της Ασφάλειας, Μιχαέλα Θεοδότου, για να συλλάβει τον δράστη και να προλάβει επερχόμενες δολοφονίες. 

Με τα γεγονότα να εξελίσσονται απανωτά, παρακολουθούμε εναγωνίως την προσπάθεια της Αστυνόμου να μπει στη σκέψη ενός serial killer που αγαπά τον Vivaldi, τον Σαχτούρη και χαρακτηρίζει τον εαυτό του «καλλιτέχνη». Η διεστραμμένη τέχνη του μαγαρίζει το γραφικό τοπίο της πόλης και ταράσσει την ηρεμία της σε τρομακτικό βαθμό.

Η σκοτεινή ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την αφήγηση σε συνδυασμό με τα στοιχεία που αποκαλύπτονται αριστοτεχνικά την κατάλληλη στιγμή καταδεικνύουν ότι η Ελένη Σίντου έχει χτίσει την ιστορία με πολλή προσοχή και μεράκι. Η γλώσσα είναι απλή και η περιγραφή των σκηνών έχει μια αμεσότητα που βάζει αυτόματα τον αναγνώστη στη θέση της πρωταγωνίστριας, η οποία είναι ένα σύγχρονο πρότυπο δυναμικής, ανεξάρτητης και ενεργητικής γυναίκας. Η Μιχαέλα Θεοδότου υμνεί με τη στάση της τη γυναικεία θέση σ’ ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα και διεκδικεί την αναγνώριση με τις εξαιρετικές ικανότητες, το εύστροφο μυαλό της αλλά και τη διαίσθησή που κάποιες φορές την οδηγεί στο επόμενο βήμα. Έκδηλη είναι επίσης η έρευνα που έχει κάνει η συγγραφέας σχετικά με τις διαδικασίες που τηρούνται σε περιπτώσεις δολοφονιών, τις αρχές που εμπλέκονται, αλλά και το πώς αποδίδεται το ψυχολογικό προφίλ ενός δράστη.

Πρόκειται για ένα απολαυστικό μυθιστόρημα της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας και απ’ όσο μας αφήνει η Ελένη να καταλάβουμε, έπεται και συνέχεια!

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Κύφαντα

Αυγουστιάτικη μελαγχολία

30 Αυγούστου, 2025

Κάθε που τέλειωνε το καλοκαίρι την έπιανε μελαγχολία. Δεν της είχε φερθεί καλά ο Αύγουστος. Της είχε πάρει ανθρώπους, της είχε στερήσει στιγμές, διακοπές, ανεμελιά. Ήταν πάντα αυστηρός μαζί της. Λίγα ήταν τα χαρμόσυνα που της είχε χαρίσει. Μα τον αγαπούσε όπως κανέναν άλλο μήνα. Στους φίλους της, υποστήριζε πως με τον Αύγουστο τελειώνει η χρονιά, σαν τα σχολεία. Μόνο που εκείνη δεν πανηγύριζε ποτέ για την άφιξη του «νέου χρόνου». Ούτε σαν παιδί πανηγύρισε, ούτε σαν ενήλικη. Τον μισούσε τον Σεπτέμβρη. Σκληρή λέξη ν’ απευθύνεις σε μέρος του χρόνου, αλλά το συναίσθημα δύσκολα δαμάζεται.

Τα τελευταία αυγουστιάτικα βράδια καθόταν πάντα στην αυλή, κοιτούσε τον νυχτερινό ουρανό και παρηγορούσε τη μελαγχολία της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ν’ αγαπά εκείνον που την είχε πονέσει περισσότερο. «Μα αυτό δεν κάνουμε συνήθως οι άνθρωποι; Κολλάμε με όποιον αγαπάμε και προσδοκούμε να μας αγαπήσει. Οι προσδοκίες μας γίνονται οίκος της ελπίδας, συντηρούν την αγάπη μας και μας ωθούν να εθελοτυφλούμε. Γαντζωνόμαστε γιατί επενδύουμε. Γινόμαστε τοκογλύφοι συναισθημάτων. Δίνουμε για να πάρουμε κι αν καθυστερήσει η πληρωμή, απαιτούμε, φωνάζουμε, απειλούμε μέχρι να εισπράξουμε αυτό που δικαιούμαστε. Πόσο σκληροί είμαστε αλήθεια!» σκεφτόταν κι έπινε το ποτό της εις υγείαν των αστεριών που δίνουν το φως τους τόσο απλόχερα χωρίς απαιτήσεις.

Μα κι εκείνη ήταν απαιτητική με τον Αύγουστο. Κάθε 1η Αυγούστου περίμενε να την ταξιδέψει, να την ξεκουράσει, να της χαρίσει νέες ευχάριστες εμπειρίες. Και κάθε 31η τη βίωνε ως μέρα χωρισμού, ως απομάκρυνση από το ποθούμενο, ως άλλη μια απογοήτευση κι επιστροφή στη ρουτίνα. Δεν είδε ποτέ πως κάθε Αύγουστος ήταν διαφορετικός. Τους έβαζε όλους μαζί στο ίδιο σακούλι που έγραφε απ’ έξω «αγαπημένος». Δεν εμπέδωνε τα μαθήματα που της έδιναν, γι’ αυτό επαναλάμβανε τα ίδια λάθη. Είχε χορτάσει από διδαχές κι αυτή η επιμονή του να μην της προσφέρει μοναχά ξεκούραση, σωματική και πνευματική, την εκνεύριζε.

Ποτέ δεν αγάπησε τον Αύγουστο. Ερωτευμένη με τα ηλιοβασιλέματά του, τα μελτέμια του και τα φεγγάρια του ήταν. Όπως δεν κοίταξε ποτέ με συμπάθεια τον Σεπτέμβρη κι ας την καλωσόριζε με τον ήπιο καιρό του κι ας την προετοίμαζε ευγενικά για τον χειμώνα που ακολουθούσε. Τα τελευταία χρόνια, αναγνώριζε μόνο το βάρος της ευθύνης που έχει να φέρνει την αλλαγή που, αν και απαραίτητη, παραμένει ανεπιθύμητη.

Και τώρα ακόμα, μια μέρα πριν εκπνεύσει κι ο φετινός Αύγουστος για να γραφτεί στα κιτάπια της λήθης, κάθεται στην αυλή της κι αναπολεί. Δύσκολα ξεχνά κανείς τους μεγάλους έρωτες. Κι εκείνη δηλώνει αθεράπευτα ερωτευμένη με το καλοκαίρι. Ίσως είναι που ένα παιδί μέσα της μετρά ακόμα τα χρεωστούμενα παγωτά και μπάνια κι ελπίζει πως κάποτε θα τ’ αναπληρώσει. Πώς να του αλλάξει γνώμη; Πάντα ξεροκέφαλο ήταν… Μα πάντα κρατούσε έναν ήλιο στην καρδιά για τις δύσκολες ώρες. Πώς να του κακιώσει; Μπορεί μόνο να του φυλάξει έναν Αύγουστο, από τους ζεστούς κι ανέμελους, τους γεμάτους θάλασσα και άμμο, να έχει να ξαποσταίνει κάθε που η ενήλικη ζωή του πέφτει βαριά και άχρωμη.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ – Γκαστόν Λερού

27 Αυγούστου, 2025

Με τη γνωστή του θεατρικότητα, που αγγίζει σε σημεία τα όρια της εμμονικά αναλυτικής αφήγησης, ο Gaston Leroux , ο συγγραφέας του πασίγνωστου βιβλίου «το Φάντασμα της Όπερας» ξετυλίγει το "Μυστήριο του Κίτρινου Δωματίου".

Οι εξομολογητικές τεχνικές του και η αμεσότητα με την οποία ο αφηγητής απευθύνεται στον αναγνώστη, όντας και ο ίδιο μέρος του μυστηρίου, μας εμπλέκουν ενεργά και μας προσκαλούν να συμμετάσχουμε στη λύση του μυστηρίου. Αρχικά δε φαίνεται να είναι δύσκολο, καθώς έχουμε στη διάθεσή μας ακριβώς όσα στοιχεία έχει και ο αφηγητής. Εκείνο που μας λείπει είναι το χαρισματικό μυαλό του δημοσιογράφου Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ με το αστυνομικό δαιμόνιο, τον οποίο παρακολουθούμε να προσπαθεί να "ακολουθήσει το νήμα της σκέψης του από τη σωστή μεριά". Ο Ρουλεταμπίλ συλλέγει στοιχεία τόσο με τη λογική, όσο και με την παρατηρητικότητά του, σε μια υπόθεση που ο δολοφόνος μοιάζει με Φάντασμα.

Στη διάρκεια των ερευνών τους για τη διάλυση της ύλης, η κόρη του επιστήμονα Στάγκερσον δέχεται μια δολοφονική επίθεση στο ερμητικά κλειστό σαν θησαυροφυλάκιο δωμάτιό της. Πώς κατάφερε να βγει ο δολοφόνος από το Κίτρινο δωμάτιο; Αυτή είναι η ερώτηση που, ακόμα κι όταν έχει πια αποκαλυφθεί η ταυτότητα του εγκληματία, δίνει άλλη διάσταση στην πρωτοφανή αυτή υπόθεση.

Επηρεασμένος από τη δική του καριέρα ως δικαστικός ρεπόρτερ, ο Leroux συνθέτει μια αστυνομική ιστορία, χωρίς να φιλοδοξεί να φτάσει τον Doyle - όπως ισχυρίζεται ο αφηγητής - αλλά επιθυμώντας σίγουρα να κάνει μια εντυπωσιακή είσοδο στον χώρο της λογοτεχνίας, μιας κι αυτό αποτελεί το πρώτο του βιβλίο.

Για τους λάτρεις της αστυνομικής λογοτεχνίας αποτελεί ένα αξιόλογο ανάγνωσμα με εξαιρετικά απροσδόκητο τέλος.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Διόπτρα

Tabula Rasa

23 Αυγούστου, 2025

Μόλις είδε τον φάκελο να εξέχει από το γραμματοκιβώτιο, αναστέναξε. Τον έχωσε κάτω από το μπράτσο της, ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι φορτωμένη με τα ψώνια στο ένα χέρι. Πέταξε τα κλειδιά και την τσάντα της στη συρταριέρα της εισόδου, έβγαλε όπως όπως τα παπούτσια και πήγε στην κουζίνα ν’ αφήσει τις σακούλες. Έσκισε τον φάκελο βιαστικά και ξεδίπλωσε το χαρτί. Πάλι φουσκωμένος ήρθε ο λογαριασμός του ρεύματος. Το παράκανε με το κλιματιστικό αυτόν τον μήνα. Τακτοποίησε τα ψώνια και πήγε στο γραφείο της. Άνοιξε τον υπολογιστή κι αντί συνεχίσει το βιβλίο της, άρχισε να πληρώνει λογαριασμούς. Ρεύμα, τηλέφωνο, εφορία, κατάθεση ενοικίου. «Πολύ ακριβό χόμπι η ζωή» σκέφτηκε χιουμοριστικά.

Ο Λίο σηκώθηκε επιτέλους από τη φωλιά του, τεντώθηκε νωχελικά και τρίφτηκε στα πόδια της. Χάιδεψε το χοντρό κεφάλι του πορτοκαλί γάτου της και θαύμασε για λίγο τον εαυτό της που μπορούσε να χαμογελάει τη στιγμή που τα ευρώ πετούσαν από το πορτοφόλι της στις τσέπες άλλων. Σύντομα κατσούφιασε ξανά. Το κινητό της ήχησε κι ένα μήνυμα από τη δουλειά την ειδοποιούσε πως αύριο θα έπρεπε να κάτσει παραπάνω γιατί προέκυψε κάτι επείγον. «Λίγη υπομονή ακόμα» παρηγόρησε τον θυμό της. Σε τρεις μέρες έβγαινε επιτέλους σε άδεια. Όχι ότι θα πήγαινε πουθενά διακοπές. Έτσι όπως έχουν ακριβύνει όλα ευτυχισμένη θα ήταν αν πήγαινε έστω για κάνα δυο μπάνια με το αυτοκίνητο. Ωχ το αυτοκίνητο! Έπρεπε να βάλει βενζίνη. Ακόμα δεν μπήκε ο μήνας κι ο μισθός της έβγαλε ήδη φτερά.

Τάισε το γατί κι έβαλε να τσιμπήσει κάτι, αλλά η σκέψη της δεν έλεγε να ησυχάσει. Έπρεπε να περάσει κι από τους γονείς της και να κλείσει ραντεβού στον ρευματολόγο για τη μητέρα της και στον καρδιολόγο για τον πατέρα της. Ώρες ώρες βλαστημούσε την τύχη της που ήταν μοναχοπαίδι. Ύστερα έβλεπε αδέρφια φίλων της που ήταν εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες από εκείνους και συνερχόταν. Ήταν κι οι ενοχές στη μέση ή το φιλότιμο. Όπως και να το ονόμαζε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τους γονείς της στη μοίρα τους. Το ένιωθε υποχρέωσή της να τους φροντίζει και να τους τρέχει στους γιατρούς. Τα αποτελέσματα από τον γυναικολόγο της ήρθαν; Το μυαλό της επεξεργαζόταν παράλληλα πιο πολλές πληροφορίες κι από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έβαλε μια μπουκιά στο στόμα και κοίταξε το κινητό της. Το email με τις απαντήσεις ήταν εκεί. Ευτυχώς. «Τουλάχιστον έχω την υγεία μου» μονολόγησε προσπαθώντας να διώξει τις τύψεις για τη γκρίνια της. «Όχι για πολύ αν συνεχίσεις έτσι» άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Έπρεπε να κόψει το multitasking, αλλά πώς; Έπρεπε να πάψει να αγχώνεται, να στενοχωριέται, ν’ ανησυχεί. «Μια κουβέντα είναι, ε Λίο;» ο γάτος την κοίταξε με νυσταγμένο ύφος κι άρχισε να γλείφει τη γούνα του. «Αυτή είναι ζωή!»

Τελείωσε το φαγητό της και πήγε ξανά στον υπολογιστή. Άνοιξε το αρχείο με το βιβλίο που έγραφε και κοίταξε τη λευκή σελίδα. Μέρες τώρα δεν μπορούσε να γράψει. Όλα ήταν πιο επείγοντα από την αγαπημένη της απασχόληση. Πίεζε τον εαυτό της να βάλει ένα πρόγραμμα και να γράφει κάθε μέρα. Η κούραση κι η καθημερινότητα όμως αποδεικνύονταν συχνά πιο δυνατές από τη θέληση και το πείσμα της. Άφησε την κενή σελίδα με την κάθετη γραμμή να αναβοσβήνει ανυπόμονα και κάλεσε τη μητέρα της. Μία ώρα αργότερα, βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ. Η φλυαρία της μάνας της πάντα της προκαλούσε πονοκέφαλο. Μιλούσε με τις ώρες και παραπονιόταν για όλα, χωρίς να υπολογίζει αν η Ελένη είχε το κουράγιο να την ακούσει. Με το ζόρι σηκώθηκε για να πάρει ένα παυσίπονο. «Δυο μέρες ακόμα» επανέλαβε από μέσα της.

Οι δυο αυτές μέρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Την πρώτη μέρα της άδειάς της, σηκώθηκε πήρε ένα σακίδιο, πέταξε μέσα μια πετσέτα, αντιηλιακό, το σημειωματάριο και το πορτοφόλι της, ντύθηκε, φίλησε το γατί κι έφυγε για την παραλία. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα. Δεν ήθελε ούτε φίλους ούτε κουβέντες. Μόνο ησυχία. Έφτασε στη θάλασσα και βούτηξε πριν καλά καλά προλάβει να τακτοποιήσει τα πράγματά της στην ξαπλώστρα. Βγήκε μετά από λίγη ώρα, σκουπίστηκε, έβγαλε το σημειωματάριό της κι άρχισε να γράφει. Καμιά λευκή σελίδα δεν ήταν πιο δυνατή από την έμπνευση που της έδινε η θάλασσα.

«Είχα ανάγκη αυτήν την εξόρμηση. Όσα βασάνιζαν το μυαλό μου ήταν αδύνατο να χαθούν μέσα στη βουή της πόλης. Έφτασα στην παραλία, απαλλάχθηκα με γρήγορες κινήσεις από ενδύματα και φαίνεσθαι και πλησίασα αργά τη θάλασσα. Σε κάθε βήμα, εκείνη μού φιλούσε τα πόδια κι εγώ κατακλυζόμουν από ένα συνονθύλευμα ταπεινότητας κι ενοχής.

Καθώς με ρουφούσε μέσα της με μια τελετουργία σχεδόν ερωτική, έπαψα να σκέφτομαι κι αφέθηκα. Η δύναμη της άνωσης σήκωσε το κορμί μου και το πλαισίωσε μ' ένα υγρό φέρετρο. Εκεί, στο σημείο που συναντιέται η αρχή και το τέλος, η ζωή με τον θάνατο, ένιωσα τον παλμό της. Ήμουν σαν το έμβρυο μέσα στον αμνιακό σάκο και την ίδια στιγμή σαν ψυχή που μόλις αποσπάστηκε από το θνητό της σώμα. Δεν άκουγα τίποτα παρά μόνο όσα μου ψιθύριζε ο απόκοσμος βόμβος της.

Με τα μάτια κλειστά, άφησα το υδάτινο στεφάνι γύρω από το κεφάλι μου να ξορκίσει τους δαίμονες. Μ'αλάτι δε λένε πως φεύγει το κακό; Με τα χέρια απλωμένα και τα πόδια καρφωμένα σ'έναν θαλάσσιο σταυρό ξέπλυνα τις αμαρτίες μου. Ένας ελαφρύς κυματισμός τις σκόρπισε τριγύρω και σαν μικρές σκουριασμένες άγκυρες έπεσαν στον βυθό του παρελθόντος και χάθηκαν.

Αναγεννημένη πια, βγήκα το ίδιο αργά όσο είχα μπει. Δεν κολύμπησα. "Το κολύμπι είναι για τους ξεκούραστους", μονολόγησα. Κάθισα στην πετσέτα μου οκλαδόν. Γευόμουν και μύριζα ακόμα την αλμύρα της. Τα χέρια μου έσταζαν ακόμη από το υγρό άγγιγμά της. Ο υπόκωφος ψίθυρός της ηχούσε ακόμα στ'αυτιά μου.

Τώρα ήταν η ώρα των ματιών να χορτάσουν εικόνες, να ταΐσουν την έμπνευση, να γεμίσουν με χρώματα. Διάφανο, πράσινο, γαλάζιο, μπλε σε μεταβαλλόμενες αναλογίες. Με όλες τις αισθήσεις εναρμονισμένες και σε πλήρη λειτουργία έμεινα εκεί, ξεχασμένη από τον χρόνο και τη ζωή, να μηδενίζω και να ξεκινώ από την αρχή.»

Χαμογέλασε. Ίσως τελικά η δημιουργικότητα να ήταν η θεραπεία για την υπεραναλυτική σκέψη της. Υποσχέθηκε στη θάλασσα να βγει από τα αδιέξοδα στα οποία η ίδια είχε φτάσει τον εαυτό της. Πρώτα θα έψαχνε για μια καλύτερη δουλειά. Καιρός ήταν να αξιοποιήσει το πτυχίο της. Τόσα χρόνια δίσταζε μήπως δεν τα καταφέρει, μήπως δεν είναι αρκετή. Αρκετά την είχαν εκμεταλλευτεί. Ακόμα κι οι γονείς της είχαν βολευτεί με την προθυμία της. «Ελένη θέλουμε αυτό, Ελένη χρειαζόμαστε εκείνο» και να τρέχει η Ελένη να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία τους. Δεν είναι ρόλος των παιδιών να υπηρετούν τους γονείς τους. Όχι, δεν είναι. Δε θα έκανε ποτέ δική της οικογένεια αν συνέχιζε έτσι. Θυμήθηκε τον Δημήτρη με νοσταλγία. Είχε δίκιο τελικά. Δεν ήταν έτοιμη ν’ απαγκιστρωθεί από το περιβάλλον της και τις συνήθειές της για να φτιάξει μια ζωή μαζί του. Τώρα το έβλεπε. Ίσως…ίσως αν τα άλλαζε όλα, να είχε ακόμα κάποια ελπίδα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε το μυαλό της ν’ αδειάζει και την καρδιά της να γεμίζει θέληση. Αισθανόταν πιο ελαφριά, πιο καθαρή. Ήταν έτοιμη να γίνει η ίδια λευκή σελίδα για τη ζωή που θα ξεκινούσε από την επόμενη κιόλας μέρα.

1 3 4 5 6 7 29