By

Φωτοσταλίδα

Ο ΘΕΡΙΣΤΗΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ – Γιώτα Βασιλείου

2 Ιουλίου, 2025

Σκηνοθετική ματιά, πρωτότυπη δομή, λυρισμός και ένταση στον λόγο, γεμάτη γραφή και περιγραφές είναι τα πρώτα στοιχεία που κατακλύζουν τον αναγνώστη που κρατά στα χέρια του το βιβλίο "Ο Θεριστής τη νύχτα" της Γιώτας Βασιλείου. Μια ιστορία στο τώρα του Λονδίνου του 19ου αιώνα που αναδύει μυστήριο, βροχή, ομίχλη και αίμα.

Θέματα καίρια θίγονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα αγωνίας και εγκλημάτων. Χρησιμοποιώντας την εποχή κατά την οποία ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης χτίζει τη φήμη του ευφυούς δολοφόνου που παραμένει ασύλληπτος, η Γιώτα στρέφει τον προβολέα σε δυο γυναίκες. Δυο ηρωίδες που μας προβληματίζουν ως προς τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών στο τότε αλλά και στο τώρα, το μητρικό ρόλο στη ζωή ενός ανθρώπου και το τι συνέπειες μπορεί να έχει η έλλειψη στοργής από το οικογενειακό περιβάλλον, τόσο στο σώμα όσο και στον ψυχισμό μας.

Οι ηρωίδες κυλιούνται σ' έναν βάλτο παθών και ματωμένων ονείρων και προσπαθώντας να αναδυθούν στην επιφάνειά του, κάνουν επιλογές που κοστίζουν. Η αφήγηση ακολουθεί ένα σπειροειδές μοτίβο που μοιάζει να επαναλαμβάνεται, αλλά κάθε φορά εξελίσσει και λίγο περισσότερο την ιστορία. Στο τέλος της σπείρας αυτής, η Γιώτα μάς περιμένει με μια ανατροπή ευφυέστατη, το άρωμα της οποίας ξεκινά από λίγο πριν να γαργαλά επικίνδυνα το μυαλό του αναγνώστη. Οι επιστολές και τα αποσπάσματα από εφημερίδες που παρεμβάλλονται στην αφήγηση δίνουν στη ροή μια κινηματογραφική ζωντάνια και μας εμπλέκουν πιο έντονα στην πλοκή.

Το βιβλίο επιδιώκει και επιτυγχάνει να δώσει ιδιαίτερο βάρος στην παρουσία της γυναίκας σε μια εποχή τόσο ανδροκρατούμενη που σκανδαλίζει υποστηρίζοντας πως "Αυτός ο κόσμος κυβερνάται από χρήμα κι επιρροή, όχι από μελάνι κι αγανάκτηση". Η ιστορική πραγματικότητα συγκαλύπτει την αλήθεια, μα η λογοτεχνική φαντασία είναι πάντα παρούσα για να κάνει τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις.

Η Γιώτα κινείται ανάμεσα σε διάφορα είδη, ενώνοντας το ψυχολογικό θρίλερ, το κοινωνικό μυθιστόρημα, το ψυχογράφημα και τον γοτθικό τρόμο και προσφέροντας στον αναγνώστη μια απολαυστική εμπειρία.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Κύφαντα

Τρεις ζωές και μια φιλία

28 Ιουνίου, 2025

Πάνω από το πληκτρολόγιο, δυο μάτια κενά κοιτούν την οθόνη. Ένα χέρι κολλημένο στο mouse επιδίδεται σε ατελείωτο scrolling χωρίς κανένα νόημα. Το ζητούμενο είναι να περάσει η ώρα μέχρι την επόμενη υποχρέωση και στο μεσοδιάστημα το μυαλό να μπορέσει να αδειάσει. Το απόγευμα έχει μάθημα. Το μεταπτυχιακό ήταν τολμηρή απόφαση και τη δυσκόλευε σε συνδυασμό με τη δουλειά και το παιδί. Ευτυχώς που είχε τη βοήθεια της μητέρας της, γιατί από τον Φίλιππο δεν περίμενε και πολλά. Τη διατροφή με το ζόρι την έδινε κάθε μήνα και μετά παραπονιόταν ότι αν έπαιρνε το παιδί περισσότερες μέρες, δε θα χρειαζόταν να τα δίνει σ’ εκείνη. Η Ιόλη είχε αφήσει τον δικηγόρο της να διαχειρίζεται την κατάσταση. Με τον Φίλιππο ήταν εντελώς τυπική και απέφευγε τις πολλές συζητήσεις για χάρη του παιδιού. Σιχαινόταν τους γονείς που βρίζονταν μπροστά στα αθώα μάτια των παιδιών τους κι ύστερα έβαζαν λόγια ο ένας για τον άλλον στα ανυποψίαστα μυαλουδάκια τους. Όταν βγήκε το διαζύγιο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι ο Άρης θα μεγάλωνε διαφορετικά κι όποιες διαφωνίες προέκυπταν με τον Φίλιππο θα λύνονταν μακριά από το παιδί.

Δεν ήταν εύκολο να είναι μονογονέας. Η υπερκόπωση είχε γίνει μόνιμος σύντροφος. Ο Άρης ήταν ένα παιδί σχετικά ήσυχο και συνεργάσιμο. Ο χωρισμός των γονιών του τον είχε ωριμάσει απότομα. Η Ιόλη κι ο Φίλιππος συμφώνησαν να βρουν μια παιδοψυχολόγο να τον παρακολουθεί, ειδικά εφόσον το διαζύγιο τον βρήκε στο κατώφλι της εφηβείας. Έχοντας από την αρχή την υποστήριξη ενός ειδικού, η Ιόλη είχε κάπως ανακουφιστεί. Τα υπόλοιπα τα τακτοποίησε με επιμέλεια. Τις βάρδιες στη δουλειά για να ταιριάζουν με το πρόγραμμα του παιδιού, τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, τις επισκέψεις στον πατέρα του. Έχτισε μια νέα ρουτίνα για τους δυο τους και ήλπιζε πως το νέο τους σπιτικό θα έδινε στον Άρη την ασφάλεια που έχασε όταν είδε τους γονείς του να παίρνουν διαφορετικό δρόμο στη ζωή.

Μετά τη μετακόμιση, ο Άρης δε δυσκολεύτηκε να κάνει φίλους στο σχολείο. Έπεσε σε δασκάλα ευγενική και σε τμήμα όπου τα παιδιά λειτουργούσαν σαν μια ομάδα. Η Ιόλη ευλογούσε την τύχη της. Τον έβλεπε να γυρνά χαμογελαστός κάθε μεσημέρι, έχοντας παρέα πότε τον έναν φίλο πότε τον άλλο και αγαλλίαζε η ψυχή της. Η δημοφιλία του Άρη τραβούσε τους προβολείς μακριά από τη δική της μοναξιά. Η Ιόλη δεν είχε φίλους. Με τον Φίλιππο είχαν κοινές παρέες, κυρίως ζευγάρια, τα οποία, μόλις χώρισαν, απομακρύνθηκαν λες και τους ανακοίνωσαν ότι πάσχουν από κάποια μεταδοτική ασθένεια. Η Ιόλη δεν τους κρατούσε κακία. Ποιος θέλει να ταράξει την οικογενειακή του γαλήνη για χάρη των προβλημάτων ενός άλλου; Οι φίλοι απαντούσε στον εαυτό της πικραμένη.

Με το διαδίκτυο ως μόνο σύντροφο, έμπαινε σε λέσχες ανάγνωσης, σε ομάδες φίλων των ταξιδιών, σε χιουμοριστικές κοινότητες. Είχε συνομιλήσει με διάφορους ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, αλλά πάντα επιφανειακά. Ώσπου - από το πουθενά - μπήκαν στη ζωή της η Άννα κι ο Γαβρίλος. Στην αρχή, σχολίαζαν κάτω από τις ίδιες αναρτήσεις και απαντούσαν ο ένας στον άλλον. Ύστερα, έφτιαξαν μια ομάδα και αντάλλασσαν μηνύματα. Η Άννα ζούσε στην Κέρκυρα κι ήταν παντρεμένη με δυο κόρες. Ο Γαβρίλος, επίσης παντρεμένος, με έναν γιο στην ηλικία του Άρη, έμενε μόνιμα στο Λουτράκι. Η ασφάλεια της απόστασης βοήθησε την Ιόλη ν’ ανοιχτεί πιο σύντομα απ’ ότι περίμενε. Οι δυο αυτοί άνθρωποι την άκουγαν με προσοχή και την κατανοούσαν. Δεν παρεξηγούσαν καταστάσεις, δεν έκριναν, δε ζητούσαν τίποτα από εκείνη. Μοιράζονταν κι εκείνοι τα δικά τους, τις ανησυχίες για τα παιδιά τους, τα προβλήματα με τη δουλειά, κοινά ενδιαφέροντα και αστεία. Το χιούμορ ήταν αυτό που τους είχε ενώσει από την αρχή. Αυτή η αίσθηση ότι αστειεύονταν στο ίδιο μήκος κύματος, γνωρίζοντας παράλληλα πώς να σέβονται ο ένας τα όρια του άλλου, έκανε την Ιόλη να πιστέψει πως είχε βρει ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να συνεννοηθεί.

Η διαδικτυακή παρέα κράτησε για μήνες. Είχαν πια μάθει ο ένας για την καθημερινότητα του άλλου, είχαν συστήσει θεωρητικά τις οικογένειές τους, είχαν ανταλλάξει ακόμα και δώρα γενεθλίων. Το μόνο που έμενε ήταν να βρεθούν από κοντά για έναν καφέ, όπως κάνουν οι κανονικοί φίλοι. Η Άννα κι ο Γαβρίλος προσπάθησαν να βρουν κενό στο πρόγραμμά τους και αποφάσισαν πως θα συναντιόνταν στην Αθήνα, για να διευκολύνουν την Ιόλη που δεν μπορούσε ν’ αφήσει το παιδί. Η κίνηση αυτή συγκίνησε την Ιόλη. Κανείς δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε τη δική της πλευρά. Πάντα περίμεναν από εκείνη να υποχωρήσει και να βρει τρόπο ν’ αλλάξει το πρόγραμμά της για χάρη τους.

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Βολεύει να βρεθούμε Ακρόπολη; Έχει ένα σούπερ παγωτατζίδικο κοντά.

ΑΝΝΑ: Μετρό να έχει και πάμε όπου θέλετε!

ΙΟΛΗ: Μέσα! Παγωτόοοο!!!

ΑΝΝΑ: Ελπίζω να φυσάει γιατί έχω λιώσει με τη ζέστη της πρωτεύουσας. Ξεσυνήθισα κει πάνω!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Μην ανησυχείς! Θα σκάσω με νεροπίστολο να δροσιστούμε. Έχω ένα του Ιάσωνα στο αυτοκίνητο.

ΙΟΛΗ: Μην τολμήσεις!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Γιατί ρε; Πλάκα θα ‘χει!

ΑΝΝΑ: Ιόλη καλού κακού βάλε μαύρη μπλούζα!

ΙΟΛΗ: Στο μυαλό μου είσαι!

ΓΑΒΡΙΛΟΣ: Χαχα! Τον φόβο μου να ‘χετε! Μην ανησυχείτε ρε, πλάκα κάνω!

Η συνάντησή τους έμοιαζε με αυτή παλαιών συμμαθητών που βρίσκονταν σε reunion. Άνθρωποι της ίδιας πάνω κάτω γενιάς που τους ένωνε η καλή διάθεση, η αγνή πρόθεση και η ανάγκη για γνήσια φιλία. Το μόνο που έλειπε ήταν η οικειότητα της εγγύτητας. Αυτή ήταν η πρώτη τους κοινή εμπειρία εκτός οθόνης και η αμηχανία δεν τους άφηνε να νιώσουν το ίδιο ελεύθεροι, όπως όταν τους χώριζε το ψυχρό γυαλί. Είχαν μοιραστεί τόσα κι όμως δεν είχαν ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου, πέρα από κάτι ηχητικά μηνύματα. Είχαν εξιστορήσει εμπειρίες του παρελθόντος τους, όμως δεν είχαν κοιταχτεί ποτέ στα μάτια.

Μόλις έσπασε λίγο ο πάγος, η Ιόλη βεβαιώθηκε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν έρθει στη ζωή της για να μείνουν. Κι ακόμα κι αν δεν έμεναν, ήταν ήδη ευτυχισμένη που τους είχε γνωρίσει. Της φαινόταν αδιανόητο το πώς η ζωή σου φέρνει κάποιες φορές στον δρόμο σου αυτό που χρειάζεσαι. Ύστερα αναλογίστηκε πως είχε παλέψει πολύ σκληρά για να μπορέσει να αξίζει τέτοιους ανθρώπους δίπλα της. Είχε υψώσει το ανάστημά της, είχε θέσει τα όριά της και είχε διώξει την τοξικότητα μια και καλή. Σε έναν τέτοιο αγώνα δε θα μπορούσε η επιβράβευση να είναι η μοναξιά. Οι άνθρωποι που σου ταιριάζουν ψυχικά έρχονται τελικά μόνο όταν είσαι έτοιμη να τους αναγνωρίσεις σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή κοιτάζοντας πότε τον έναν πότε τον άλλον.

Υποσχέθηκαν πως θα ξανασυναντιόνταν σύντομα και το έκαναν. Τα επόμενα Χριστούγεννα τα πέρασαν όλοι μαζί στο Λουτράκι και το Πάσχα στην Κέρκυρα. Οι οικογένειές τους γνωρίστηκαν, τα παιδιά τους έκαναν παρέα. Στον κύκλο του Γαβρίλου, η Ιόλη γνώρισε και τον Άγγελο, την πρώτη της σοβαρή σχέση μετά το διαζύγιο. Η Άννα τη στήριξε ψυχολογικά για να μπορέσει να κάνει τη μετάβαση και να φέρει την καινούρια ισορροπία στο σπίτι της. Σταδιακά και χωρίς βιασύνη, ο Άρης συμπάθησε τον Άγγελο που μοιραζόταν την ίδια αγάπη για το ποδόσφαιρο μ’ εκείνον κι η Ιόλη τελείωσε το μεταπτυχιακό με τη συνεχή ενθάρρυνση της Άννας και του Γαβρίλου.

Η Ιόλη δεν κάθεται πια πίσω από μια οθόνη σκρολάροντας χωρίς αύριο. Τα βλέμμα της πέφτει στη φωτογραφία που βρίσκεται κορνιζαρισμένη δίπλα στον υπολογιστή της. Είναι τη μέρα της ορκωμοσίας της. Βρίσκεται στη μέση και χαμογελά διάπλατα κρατώντας το χαρτί στο χέρι. Δεξιά της ο Γαβρίλος παίρνει πόζα γκάνκστερ με μαύρα γυαλιά ηλίου κατεβασμένα στη μύτη και τα μάτια να πετούν σπίθες χαράς. Στ’ αριστερά της, η Άννα την αγκαλιάζει ζεστά και χαίρεται σαν να ήταν η ίδια που μόλις είχε αποφοιτήσει. Κοιτάζοντας τη φωτογραφία, η Ιόλη μπορούσε ακόμα ν’ ακούσει τα γέλια που έκαναν εκείνη τη μέρα. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις, τρεις ζωές και μια φιλία.

ΘΟΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ – Ευάγγελος Ιωσηφίδης – Σταύρος Θάνος

25 Ιουνίου, 2025

Δυο συγγραφείς. Δυο πένες που εναλλάσσονται και σέρνουν μυστηριακά το μελάνι τους πάνω στο χαρτί για να δημιουργήσουν πλάσματα που στοιχειώνουν. Μια συλλογή 8 διηγημάτων όπου τα γράμματα χορεύουν έναν τρομακτικό χορό και παρασύρουν μαζί τους οντότητες που δε χωρά ο ανθρώπινος νους. Εκεί που ξεκινά ο φόβος, η πραγματικότητα διαρρηγνύεται και συγχέεται με διαστάσεις θολές που δεν εξηγούνται, μόνο βιώνονται.

Οι ιστορίες εκτυλίσσονται στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή και σε πρώτο πρόσωπο διηγούνται τις περιπέτειες ηρώων, άφοβων ή τρομοκρατημένων, που εμπλέκονται σε μια μυσταγωγία ανάμεσα στο εδώ και στο Πέρα.

Ο Βαγγέλης Ιωσηφίδης και ο Σταύρος Θάνος μετουσιώνουν τις αφηγήσεις που ψιθυρίζονται στο σκοτάδι γύρω από τη φωτιά και τις ντύνουν με ένα λογοτεχνικό ένδυμα που καταφέρνει να παίξει με την πίστη και την αμφιβολία, το μεταφυσικό και τη λογική.

Εκμεταλλεύονται εύστοχα την άγνοια του ανθρώπινου μυαλού και την ατέλεια της σάρκινης ανθρώπινης φύσης, για να εξερευνήσουν σκιές που μας τρομάζουν και μορφές που προσπαθούν να μας ελέγξουν χωρίς τη θέληση μας. Τις χρονομεταφέρουν από την εποχή των παππούδων μας, τις απομακρύνουν από τα παλιά τα ερειπωμένα σπίτια και τις τοποθετούν στην Ελλάδα του σήμερα, απειλώντας δικαίως να ξυπνήσουν καλά κρυμμένους φόβους μας.

Οι Θολές Διαστάσεις είναι ένα βιβλίο που έλειπε από τα σημερινά εκδοτικά δρώμενα. Διαβάζεται με κομμένη την ανάσα και κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο σε κάθε σελίδα. Είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για τους λάτρεις των θρίλερ και του μυστηρίου, αλλά προσφέρεται και για όσους αρέσκονται να ρίχνουν μια ματιά στις πιο σκοτεινές πτυχές των χαρακτήρων. Χαρακτήρων καθημερινών με τους οποίους ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί άμεσα.

Διηγήματα - Εκδόσεις Bookstagram

Ένας άγνωστος Ντέμιαν

20 Ιουνίου, 2025

Στην αποβάθρα δεν είχε πολύ κόσμο. Στεκόταν σε μια γωνιά και διάβαζε το βιβλίο της. Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που έβγαινε μόνη κι ήθελε να εκμεταλλευτεί και το τελευταίο λεπτό της ελευθερίας της που θα τέλειωνε μόλις άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της. Τη συνάντηση αυτή με τις φίλες της την κανόνιζε μήνες τώρα. Πότε ένας πυρετός του μωρού, πότε ένα εμβόλιο, πότε η δική της άσχημη διάθεση την εμπόδιζαν να το αποφασίσει.    

«Έλα ξεκόλλα πια, βάλε ένα ρούχο πάνω σου κι έλα να πιούμε έναν καφέ! Δε θα πάθει τίποτα να μείνει και λίγο μακριά σου!» την πίεζε η Μιχαέλα, η αδέσμευτη της παρέας. Η Ιφιγένεια δεν είχε αμφιβολίες για το μωρό. Πιο πολύ για την ίδια και τις ενοχές της.

«Με τον πατέρα του θα μείνει, όχι με κανέναν ξένο! Δε λες καλά που έχεις κι έναν άνθρωπο να καταλαβαίνει τις ανάγκες σου και να σε στηρίζει;» προσπαθούσε να την πείσει η δυστυχισμένη με τον γάμο της Νάντια. Κι είχε δίκιο. Ο Παύλος της είχε πει από την αρχή πως όποτε θελήσει να βγει λίγο, να ξαναβρεί τον εαυτό της, θα καθόταν εκείνος με το μωρό. Μα πάλι τύψεις ένιωθε η Ιφιγένεια. Σαν να θυσίαζε πολύτιμες οικογενειακές στιγμές σε εξόδους που δικαιολογούνταν μόνο προ παιδιού. Τι τα ήθελε τώρα αυτά εκείνη; Ήταν μάνα πια. Μα μέσα της μια νεανική φλέβα χτυπούσε δυνατά και πού και πού της ξυπνούσε την έφηβη που οι γονείς τής στερούσαν την έξοδο.

«Στο κάτω κάτω είναι και δικό του παιδί! Γιατί δεν τον αφήνεις να έχει κι εκείνος λίγο ποιοτικό χρόνο μόνος του μαζί του. Μόνο εσύ δηλαδή έχεις αυτό το δικαίωμα;» τη συμβούλευε η Μαρία που είχε διαβάσει κάθε νέα τάση της σύγχρονης γονεϊκότητας. Μακάρι να το ένιωθε εγωιστικά σαν δικαίωμα η Ιφιγένεια.  Η φωνή της μάνας της την ορμήνευε υποσυνείδητα σαν Ερινύα πως «είναι υποχρέωση της γυναίκας να μένει με το παιδί της!»

Να τη όμως τώρα, να περιμένει το μετρό για να βγει σαν σύγχρονη μαμά. Τα μαλλιά της πέφτουν περιποιημένα στους ώμους της και λίγο την ενοχλούν. Δέκα μήνες τώρα συνήθισε με τον μαμαδίστικο κότσο και ξέχασε την υφή τους μέχρι και το χρώμα τους. Τα ρούχα τής φαίνονται στενά. Δυσκολεύτηκε να βρει κάτι να της κάνει όπως παλιά. Νιώθει λίγο άβολα έτσι όπως αγκαλιάζουν τις καμπύλες της που έχουν πια στρογγυλέψει. Μπαίνει στον πειρασμό να νοσταλγήσει τις φόρμες της, αλλά συγκρατείται. Θα της κάνει καλό να θυμηθεί πως δεν έχει πάψει να είναι γυναίκα. Τακούνια δεν τόλμησε να φορέσει τακούνια. Ήθελε κάτι να την κρατά στη γη για να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δυο ρόλους.

Αφοσιωμένη στο βιβλίο της δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την κοιτούσε.

«Θα μπορούσα να ρωτήσω τι διαβάζεις;» Ξαφνιασμένη, γύρισε αυθόρμητα το εξώφυλλο του βιβλίου προς το μέρος του.

«Δεν το έχω ακούσει. Είναι καλό;»

«Ναι. Μέχρι τώρα.» απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.

«Εγώ απολαμβάνω τον Ντέμιαν. Το γνωρίζεις;»  είπε επιδεικνύοντας σαν τρόπαιο το βιβλίο που κρατούσε. Μα φυσικά και διάβαζε Ντέμιαν! Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό, ο νεαρός πρέπει να ήταν γύρω στα 23.

«Είναι πολύ ωραίο βιβλίο» του αποκρίθηκε.

«Μιλάει για τη θλίψη της νεότητας και την αναζήτηση της ταυτότητας λίγο πριν την ενηλικίωση. Απαραίτητο ανάγνωσμα για ανθρώπους της ηλικίας μας θα έλεγα.» Η Ιφιγένεια χαμογέλασε.

«Είναι ό,τι πρέπει γι' αυτήν την ηλικία πράγματι. Το διάβασα πριν δέκα χρόνια.» Ο ξένος την κοίταξε αποσβολωμένος.

«Αποκλείεται!»

«Κι όμως!»

«Θα σε ρωτούσα πόσο είσαι, αλλά ξέρω πως είναι αγενής ερώτηση να κάνεις σε μια γυναίκα.»

«Είμαι 33, παντρεμένη και με παιδί!» τον αποτέλειωσε η Ιφιγένεια καθώς ο συρμός έμπαινε στην αποβάθρα. Ο αυξανόμενος θόρυβος την έκανε να υψώσει τη φωνή της στις τελευταίες λέξεις. Πλησίασαν στην πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει.

«Απίστευτο μου φαίνεται! Πωω ρεζίλι! Κι εγώ που σκεφτόμουν να σου πω να βγούμε!» κατάφερε να πει αποκαρδιωμένος.

«Με κολακεύεις» απάντησε ευγενικά η Ιφιγένεια.

«Δεν πειράζει! Ήταν καλό μάθημα για τον Ντεμίαν! Με τι ασχολείσαι;» Για πρώτη φορά, η ερώτηση που έκανε το κεφάλι της να κουδουνίζει όταν την άκουγε να βγαίνει από τα χείλη του περίγυρού της, της φάνηκε σαν απλό ανθρώπινο ενδιαφέρον.

«Αυτόν τον καιρό είμαι απλώς μαμά. Πριν δούλευα ως βιβλιοθηκάριος» έσπευσε να συμπληρώσει.

«Ω!! Κι ήσουν περιστοιχισμένη από βιβλία; Τι ευτυχία!» σχολίασε εκστασιασμένος.
Της άρεσε η ανεμελιά του. Της είχε λείψει να μπορεί να ασχολείται με απλά επιφανειακά πράγματα ή να φιλοσοφεί βαθιά κολυμπώντας στη θεωρία με τους ώμους ελαφρείς από ευθύνες. Όταν έχεις έναν άνθρωπο να εξαρτάται από εσένα 24 ώρες το 24ωρο, όλα αυτά σου μοιάζουν εξωπραγματικά. Ξεχνάς πώς ήταν η ζωή όταν κουβαλούσες μόνο το βάρος των κιλών σου και η βαρύτητα σε έλκυε περισσότερο όταν κουραζόσουν από δική σου επιλογή. Η Ιφιγένεια ένιωθε ελαφρύτερη απλά και μόνο επειδή δεν κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά της και πιο ήρεμη επειδή δε χρειαζόταν να το φροντίσει. Μα ήταν στ’ αλήθεια ήρεμη; Ο νους της πήγε πάλι στον γιο της και στο τι να έκανε αυτή τη στιγμή.

«Θα πρέπει να σου λείπει». Ο άγνωστος την επανάφερε απότομα στην πραγματικότητα. Προς στιγμήν τρόμαξε. Σύνελθε Ιφιγένεια! Για τη δουλειά μιλάει ο άνθρωπος! σκέφτηκε.

«Δεν έχω παράπονο. Τουλάχιστον πού και πού ξεκλέβω χρόνο για να διαβάσω.»

«Κρίμα πάντως…»

«Κρίμα για ποιο πράγμα;»

«Για το timing της συνάντησής μας. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή να ήταν διαφορετικά.»

«Ίσως…» αποκρίθηκε η Ιφιγένεια. Σ’ ένα κατάμεστο μετρό, προσπαθούσαν να κρατήσουν σταθερή την απόσταση που τους χώριζε, στο βαγόνι και στη ζωή.

«Τι να κάνουμε… ‘Ο πόνος είναι απαραίτητος για την ωρίμανση’ λέει ο Ντέμιαν! Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, ανεξαρτήτως! Εδώ κατεβαίνω» της είπε τείνοντας το χέρι του για χειραψία.

«Κι εγώ χάρηκα! Να είσαι καλά!» ευχήθηκε η Ιφιγένεια.

«Και μην ξεχνάς! ‘Ο κόσμος θέλει να σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι αυτό που δεν είσαι.’ Αντίο!» της φώναξε.

Η πόρτα έκλεισε ανάμεσά τους κι εκείνος στάθηκε να δει το μετρό να φεύγει με το βιβλίο αγκαλιά. Το βλέμμα της Ιφιγένειας έπεσε στον Ντέμιαν. Αν χρειάζεσαι κάτι απεγνωσμένα και το βρεις, αυτό δεν είναι τυχαίο– η ίδια σου η λαχτάρα και ο παρορμητισμός σε οδηγούν σε αυτό. Απήγγειλε από μέσα της. Ένα αθώο φλερτ. Μια μικρή ένεση αυτοπεποίθησης. Μια υπενθύμιση του ποια ήταν. Αυτός ο άγνωστος της είχε προσφέρει σε μια στιγμή ακριβώς όσα χρειαζόταν. Χωρίς ονόματα, χωρίς καμία δέσμευση ή δόλο, μακριά από το περιβάλλον της, έξω από στερεότυπα, σ’ έναν κόσμο όπου μπορούσε να υπάρξει ακριβώς όπως ήταν. Μια γυναίκα τριάντα τριών ετών με τη ζωή ακόμα μπροστά της.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΟΣ ΓΡΑΜΜΑΡΙΩΝ – Κατερίνα Τζημοπούλου

18 Ιουνίου, 2025

21 διηγήματα για το φευγιό από τη ζωή. Για τον θάνατο που δεν είναι πάντα θάνατος, αλλά μια καινούρια αρχή. Για τον Χάρο με τα τόσα πρόσωπα, που πληγώνει αλλά και λυτρώνει, που γίνεται άνθρωπος και μιλά.

21 γραμμάρια ψυχής σε κάθε ιστορία, που μεταβαίνουν τόσο απροσδόκητα από τον κόσμο των ζωντανών σ' εκείνον των νεκρών, τον οποίο δε βλέπουμε, αλλά μπορούμε να αισθανθούμε.

Πολλά γραμμάρια από την ψυχή και το ταλέντο της Κατερίνας Τζημοπούλου σε κάθε εικόνα, που μας περνά από το πένθος για να μας διδάξει πως αυτό που μετρά στο τέλος, είναι να κρατάς αυτά τα 21 γραμμάρια καθαρά.

Πότε σε πρώτο πρόσωπο πότε από τη σκοπιά του εξωτερικού αφηγητή, οι ιστορίες εξετάζουν την απώλεια από διάφορες οπτικές και ανασύρουν ερωτήματα όχι μόνο για τον θάνατο, αλλά και για τη ζωή που χτίζουμε μέχρι το μοιραίο τέλος. Ήρωες που πονούν, αδιαφορούν, πνίγονται σε αναμνήσεις και μας βοηθούν να δούμε το τέλος από τη μιαν άκρη του νήματος της ζωής ως την άλλη.

Ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα που κάνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί, να συγκινηθεί και εν τέλει - γιατί όχι - να χαμογελάσει.

Διηγήματα - Εκδόσεις Άνω Τελεία

Tears

13 Ιουνίου, 2025

Είχε αργήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τους έστηνε, αλλά δεν άντεχε πάλι τη γκρίνια τους. Είχε αποκτήσει τη φήμη του ‘αναίσθητου’ στην παρέα και δεν έχαναν ευκαιρία να του το υπενθυμίζουν. «Ο Πέτρος το έχει φιλοσοφήσει καλά. Δε νοιάζεται για τίποτα κι έχει το κεφαλάκι του ήσυχο» είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου τις προάλλες ο Μάρκος. Δε βαριέσαι. Τόσο καταλάβαιναν.

Περνούσε μπροστά από το κολυμβητήριο του δήμου, όταν άκουσε ένα παιδικό κλάμα. Φευγαλέα, είδε έναν πατέρα να κάθεται στη στάση του λεωφορείου και μπροστά του, ένας μπόμπιρας – ήταν δεν ήταν 5 χρονών – έτριβε τα μάτια του κλαίγοντας. Δεν του φάνηκε παράξενο. Είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά να κλαίνε εκεί γύρω. Κι όμως κάτι σφίχτηκε μέσα του. Ύστερα ήρθε η κουβέντα.

«Κλαις. Γιατί κλαις; Σε βλέπουν όλα τα παιδάκια και γελάνε!» είπε μισοθυμωμένα ο πατέρας πιάνοντας τον πιτσιρικά από τον καρπό. Μέσα στ’ αναφιλητά του, ο μικρός άρχισε να συλλαβίζει τη λέξη ‘μαμά’. Ύστερα ήρθε η δεύτερη κουβέντα.

«Τι τη θες τη μαμά; Μαμάκιας είσαι;»

Κι ύστερα…

«Ολόκληρος άντρας δεν ντρέπεσαι να κλαις;»

Στην τελευταία πρόταση, ο Πέτρος τους είχε προσπεράσει πια. Ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Και μετά λένε πως τα αγόρια δεν ωριμάζουν ποτέ. Ορίστε! Από τα 5 του κι είναι ολόκληρος άντρας! σκέφτηκε. Έστριψε τη γωνία και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια.

«Βρε καλώς τον!» αναφώνησε πειρακτικά ο Μηνάς.

«Τον βρήκες τον δρόμο λεβέντη’μ;» είπε με βλάχικη προφορά ο Ανδρέας που του άρεσαν οι μιμήσεις και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος.

Ο Μάρκος δε μίλησε. Ως Σπαρτιάτης, μετρούσε τα λόγια του κι όσα έλεγε έβρισκαν πάντα στόχο. Ο Πέτρος κάθισε δίπλα στον Μηνά.

«Ο Λευτέρης πού είναι;» ρώτησε.

«Τον έπιασαν πάλι τα καταθλιπτικά του. Δεν έχω όρεξη, λέει, να βγω, θα κάτσω σπίτι. Τα κλασσικά δηλαδή. Κάθεται και κλαψομουνιάζει.» απάντησε ο Μηνάς.

«Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα έχει γίνει σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι εμείς αγαπήσαμε ρε φίλε, αλλά δεν κάναμε έτσι!» σχολίασε εύθυμα ο Ανδρέας.

«Του μίλησε κανείς σας; Μάθαμε τι έγινε;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Γιατί μιλάει και σε κανέναν; Έτσι όπως τα κρατάει θα κάνει καμιά μέρα μπαμ και θα τρέχουμε να τον μαζέψουμε.» Ο Μάρκος ακουγόταν τσαντισμένος, αλλά ο Πέτρος ήξερε πως αυτός ήταν ο τρόπος του όταν δε συμφωνούσε με τις πράξεις των φίλων του.

Ο Πέτρος θυμήθηκε τον πιτσιρικά στο κολυμβητήριο. Κοίταξε μια γύρα τους φίλους του. Ο καθένας τους θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. Όλοι είχαν ακούσει παρόμοιες κουβέντες από τους γονείς τους. Σιγά και τι πάθαμε; σκέφτηκε μηχανικά. Αμέσως δαγκώθηκε και αναλογίστηκε τη ζωή του καθενός τους. Ο Μηνάς ήταν ο ορισμός του καλού παιδιού. Συντρέχτης και ψυχοπονιάρης, γινόταν χαλί να τον πατήσει ο οποιοσδήποτε. Ο Ανδρέας; Ο Πέτρος διαπίστωσε έκθαμβος ότι δεν τον είχε δει ποτέ στενοχωρημένο. Πάντα έβαζε το χιούμορ για ασπίδα και ποτέ δεν καταλάβαινες τι τρέχει στ’ αλήθεια μέσα στο μυαλό του. Ο Μάρκος ήταν η κλασική περίπτωση άντρα που τα λέει σταράτα. Παλιομοδίτης ακόμα και στις σχέσεις του, ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι. Εκείνος μόνο ήξερε, εκείνος είχε πάντα δίκιο. Όπως σ’ εκείνο το περιστατικό με τη Μαρία. Δυο βδομάδες είχε τη μελανιά στο χέρι της και προσπαθούσε να τους πείσει ότι έπεσε από τις σκάλες. Ένα μήνα μετά χώρισαν και δεν την ξαναείδε κανείς τους. «Δεν ήταν αυτή γυναίκα για σπίτι» διατεινόταν ο Μάρκος. «Καλύτερα που χωρίσαμε.»

Τότε συνειδητοποίησε κάτι που του φάνηκε τρομακτικό. Δεν είχε δει ποτέ κανέναν από τους φίλους του να κλαίει κι ας ήταν μαζί από το γυμνάσιο. Ούτε ο ίδιος είχε αφήσει ποτέ κανέναν να τον δει να δακρύζει. Πάντα το έκανε μόνος του, στα κρυφά, σαν να ήταν κάποια παράνομη πράξη για την οποία θα τον τιμωρούσαν. Σε βλέπουν τα άλλα παιδιά και γελάνε αντήχησε στ’ αυτιά του. Άραγε θα τον κορόιδευαν αν έκλαιγε μπροστά τους; Μαμάκιας είσαι; Δεν ντρέπεσαι να κλαις; Οι λέξεις περνούσαν σαν σφαίρες από το μυαλό του και χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά. Ούτε κάποια από τις κοπέλες του τον είχε δει να κλαίει. Ούτε καν η Μυρτώ που συζούσαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνη να κλαίει με λυγμούς στην αγκαλιά του, αλλά δική του καμία. Τι διάολο συμβαίνει; απόρησε. Χαλασμένοι είμαστε; αναρωτήθηκε με πικρία. Έφερε ξανά στο μυαλό του τον πιτσιρικά που έκλαιγε με παράπονο. Ήταν απλά ένα παιδί που ήθελε τη μαμά του. Ό,τι και να είχε κάνει, ήταν απλά ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδί, γαμώτο. Γιατί να του φερθούν έτσι; Χωρίς να το καταλάβει, ο Πέτρος βούρκωσε. Οι υπόλοιποι είχαν στήσει πηγαδάκι για τον Λευτέρη τον ‘κλαψιάρη’ και τα καμώματά του.

«Πάψτε!» φώναξε. Τον κοίταξαν και σώπασαν κι οι τρεις.

«Τι έπαθες ρε;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ανδρέας.

Ο Πέτρος τους διηγήθηκε το περιστατικό με τον μπόμπιρα. Ο Μηνάς κι ο Ανδρέας έσκυψαν το κεφάλι. Ο Μάρκος γέλασε δυνατά.

«Καλά του είπε ρε ο πατέρας του! Να μάθει από μικρός ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Τι; Να γίνει σαν τον Λευτέρη δηλαδή; Γεμίσαμε από δαύτους και στο τέλος δε θα μείνει άντρας να αντιπροσωπεύει το φύλο μας» απάντησε ευθαρσώς.

Ο Μηνάς έμοιαζε θιγμένος. «Σοβαρά τώρα;»

Ο Μάρκος τους κοίταξε συγχυσμένος. «Τι πάθατε ρε και μου γίνατε όλοι ευαίσθητοι; Ακούσατε για ένα μωρό που το μάλωσαν και μαλακώσατε;»

«Ρε Μάρκο!» προσπάθησε να τον συμμαζέψει ο Ανδρέας. Αλλά ο Μάρκος δε συμμαζευόταν. «Α δε μου τα λέτε καλά!» είπε νευριασμένα και φώναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε τον καφέ του και σηκώθηκε κι έφυγε. «Όταν συνέλθετε, τα λέμε» πέταξε βγαίνοντας από το μαγαζί.

Οι άλλοι τρεις δεν τολμούσαν να κοιταχτούν.

«Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε!» αστειεύτηκε ο Ανδρέας. Ο Μηνάς κι ο Πέτρος χαμογέλασαν αχνά με την προσπάθεια του φίλου τους να τους κάνει να νιώσουν καλύτερα.

«Τραγικό περιστατικό πάντως. Τον λυπήθηκα τον μικρό» ομολόγησε δειλά ο Μηνάς.

«Άσ’τα να πάνε…» συμφώνησε ο Πέτρος.

Πλήρωσαν κι έφυγαν, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη. Είχαν κανονίσει να δουν το εβδομαδιαίο τους θριλεράκι. Ο Πέτρος γύρισε να τους κοιτάξει καθώς προχωρούσαν ο καθένας στον δρόμο του. Στο κολυμβητήριο η στάση του λεωφορείου ήταν πλέον άδεια.

«Πέτρο!» άκουσε μια ανδρική φωνή πίσω του. Ένας μπαμπάς είχε ανοίξει την αγκαλιά του κι ένας άλλος μπόμπιρας έτρεχε με χαρά προς το μέρος του. Ο Πέτρος χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο του σιγοψιθυρίζοντας Give all your tears to me αnd I'll cry them for you.

Δε θα σώσω εγώ τους γύρω μου, αλλά μπορώ να σώσω τον εαυτό μου

11 Ιουνίου, 2025

Ξύπνησες και πάλι μέσα στην κούραση κι έχεις τόσα να κάνεις. Οι ώρες δε φτάνουν, τα λεπτά σε προσπερνούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι εσύ εύχεσαι οι μέρες να ήταν 48ωρες για να τα προλάβεις όλα. Ξέρω πως βιάζεσαι, μα πάρε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σου και διάβασε αυτό το κείμενο. Είναι για σένα.

Ναι, για σένα που γίνεσαι κομμάτια για να τους ευχαριστείς όλους κάθε μέρα. Για σένα που παλεύεις να τους βοηθήσεις όλους και πάντα ξεχνάς να δώσεις έστω κι ένα ποτήρι νερό στον πιο σημαντικό άνθρωπο της ζωής σου. Τον εαυτό σου.

Έλα! Πάρε μια βαθιά ανάσα κι επανάλαβε μετά από μένα.

"ΔΕ ΘΑ ΣΩΣΩ ΕΓΩ ΤΟΥΣ ΓΥΡΩ ΜΟΥ"

Όπου "γύρω μου" βάλε τη μάνα σου, τον πατέρα σου, τον αδερφό, την αδερφή, τον φίλο, την ξαδέρφη σου, τον συνάδελφό σου. Όποιον τρώει από σένα ενέργεια, ακόμα και άθελά του. Γιατί τους κακόμαθες με το να τρέχεις πάντα εσύ να φροντίσεις τις επιθυμίες τους, πριν καν το ζητήσουν. Με το να μην απαιτείς για τον εαυτό σου ούτε τα αυτονόητα και να παραπονιέσαι μετά ότι κάνεις δε σε σκέφτεται ή να λες "δεν πειράζει" κι όμως το κενό μέσα σου να μεγαλώνει αντί να μικραίνει.

Δώσε μου το χέρι σου και πάμε από την αρχή. Δε θα τραβήξεις τη στοργή και την αγάπη, αν κάνεις αυτό που θέλουν. Δε θα σε δουν, αν ικανοποιείς το εγώ τους. Στην αορατότητα θα μένεις, αν δεν βάλεις όρια. Κι εδώ, θα σου πω μια αλήθεια που πονάει. Αν θέλεις, την ακούς. Όποιοι σ' αγαπούν γι' αυτά που τους δίνεις κι όχι γι' αυτό που είσαι, δε σ' αγαπούν περισσότερο από τον σερβιτόρο που τους σερβίρει ένα έτοιμο γεύμα σ' ένα εστιατόριο. Ο άνθρωπος που αγαπά, δεν κοιτά να εκμεταλλευτεί. Από την άλλη, μπορεί κάποιος τους να θέλει να σ' αγαπήσει, αλλά να μην τον αφήνεις. Δίνεις πάρα πολλά και τα πολλά κάνουν τη ζυγαριά να γέρνει προς το μέρος του άλλου, εκσφενδονίζοντας εσένα στην έρημο της μοναξιάς.

Σταμάτα λίγο. Παρατήρησε.
Παρατήρησε τους ανθρώπους. Βγάλε τα γυαλιά που σου φόρεσαν και δες τους όπως είναι κι όχι με τη συμπάθεια που θέλεις να σου δείξουν. Σταμάτα να καθρεφτίζεσαι πάνω τους, μήπως και βρεις αυτό που σου λείπει. Δεν το έχουν οι άλλοι. Εσύ το κουβαλάς. Εσύ το κουβαλούσες πάντα, μα το έκρυβες. Γιατί πίστεψες πως η ευτυχία σου βρίσκεται εκεί έξω.

Ναι δε θα σώσεις εσύ τους γύρω σου, αλλά ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΩΣΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Πολύ καλά άκουσες! Μπορείς να σώσεις τον κόσμο, σώζοντας εσένα. Βγάζοντάς σε από τον φαύλο κύκλο της αιώνιας αναμονής για αυτήν την πολυπόθητη ανταπόδοση που ποτέ δεν έρχεται όπως εσύ τη θέλεις. Όταν δίνεις συνέχεια, περιμένεις να λάβεις κι ας μη ζητάς. Είναι νόμος της ανθρώπινης ύπαρξης, ας μη γελιόμαστε. Για να δώσεις χωρίς να σε νοιάζει, θα πρέπει πρώτα να έχεις φροντίσει να είσαι γεμάτος κι όχι να δίνεις από το υστέρημά σου. Στα συναισθήματα δεν γίνονται εκπτώσεις. Κι αν γίνουν, το σώμα καραδοκεί για να σου το υπενθυμίσει. Πως το επιβάρυνες. Το τάισες πολύ πόνο και παράπονο. Παραπάνω από όσο μπορούσε να αντέξει.

Δε θα σώσεις, λοιπόν, εσύ τους γύρω σου. Αν έχουν πρόβλημα, ας σου ζητήσουν βοήθεια. Κι ΑΝ μπορείς ή ΑΝ θέλεις, θα τη δώσεις.

Άρχισε να ξεσκαρτάρεις το περιβάλλον σου. Επίλεξε, οχι αυτούς που ικανοποιούνται με κομμάτια σου που τους βολεύουν, αλλά εκείνους που σε εκτιμούν σαν έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο. Κι ας σε φθονήσουν οι υπόλοιποι. Δεν ευθύνεσαι εσύ για τα σκοτεινά συναισθήματά τους, αν απλώς φροντίζεις τον εαυτό σου όπως σου αξίζει κι όπως κανείς τους δεν ενδιαφέρθηκε να κάνει. Έχεις κι εσύ δικαίωμα στο ΟΧΙ.

Και να θυμάσαι.
Η ενσυναίσθηση σταματά εκεί που αρχίζει η θυματοποίηση.

Έλα λοιπόν! Τώρα ξέρεις τι χρειάζεται να κάνεις. Κι όταν το κάνεις, οι μέρες ξαφνικά θα μεγαλώσουν και θα μπορείς ξανά να ξεκουράζεσαι, γιατί θα έχεις κάνει χώρο στη ζωή σου και για σένα. 

“Είμαι πάντα ανοιχτή στη συγγραφική μου διαίσθηση”

12 Μαΐου, 2025

Συνέντευξη στη Βούλα Γκεμίση - voulagkemisibooks.com

  • Πώς διαχειρίζεστε την κριτική — θετική ή αρνητική — για το έργο σας;

Κάθε καλοπροαίρετη κριτική, είτε θετική είτε αρνητική, είναι αποδεκτή. Δεν έχουμε όλοι τα ίδια γούστα και είναι αναμενόμενο πως το έργο ενός συγγραφέα δεν μπορεί να αρέσει σε όλους. Με αυτά κατά νου παίρνω δύναμη από τις ειλικρινείς θετικές κριτικές για να συνεχίσω το έργο μου και διδάσκομαι από τις εποικοδομητικές αρνητικές για να βελτιώνομαι.

  • Έχετε κάποιον "αναγνώστη πρώτης ανάγνωσης" πριν στείλετε το έργο σας σε εκδότη;

Όχι μόνο έναν! Πιστεύω πως είναι καλό να έχεις και μια δεύτερη και μια τρίτη γνώμη. Κάθε ειλικρινής εξωτερική ματιά μπορεί να εντοπίσει και κάποιο διαφορετικό σημείο που να χρειάζεται κάτι παραπάνω. Πρώτος λοιπόν, αναγνώστης είναι ο άντρας μου, του οποίου την κρίση εμπιστεύομαι απόλυτα κι έπειτα δυο – τρεις καλοί φίλοι που με βοηθούν να δω κατά πόσο το γραπτό μου αγγίζει τον αναγνώστη. Από εκεί και πέρα, πιστεύω ότι είναι απαραίτητη και μια καλή επαγγελματική επιμέλεια.

  • Πιστεύετε ότι η ποίηση αποκαλύπτει την αλήθεια του κόσμου ή δημιουργεί έναν νέο κόσμο όπου η αλήθεια ανακατασκευάζεται;

Η ποίηση ψάχνει την αλήθεια μέσα στα πράγματα. Την επιδιώκει γιατί από αυτήν εμπνέεται. Έπειτα, όπως κάθε τέχνη, παίρνει στοιχεία της πραγματικότητας και είτε τα αναδεικνύει αυτούσια είτε τα χρησιμοποιεί ως υλικά για κάτι ανώτερο από αυτήν. Επομένως και αποκαλύπτει και ανακατασκευάζει. Άλλες φορές απογυμνώνει καταστάσεις από τα στερεότυπα και τη στυγνή θεώρηση της ρουτίνας κι αφήνει το νόημα καθαρό να υπονοείται μέσα από τις λέξεις της σαν αποκάλυψη κι άλλες εξυψώνει συναισθήματα, όπως ο έρωτας, σε μια σφαίρα ουτοπική, όπου κυριαρχούν η ευαισθησία κι ο ρομαντισμός.

  • Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει κοινωνικές αντιλήψεις ή να επηρεάσει πολιτιστικά ρεύματα;

Κάθε βιβλίο εμπεριέχει την προσωπικότητα του συγγραφέα του. Η προσωπικότητα αυτή πλάθεται από τα κοινωνικά ρεύματα της εποχής στην οποία ζει. Η στάση του συγγραφέα απέναντι στα δρώμενα περνά μέσα στον γραπτό του λόγο και ορίζει το ύφος του κειμένου. Αν πάρουμε ως σύνολο, λοιπόν, τα βιβλία μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα διαπιστώσουμε ότι η λογοτεχνία γράφει παράλληλα και ένα κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας. Επομένως δημιουργεί και δημιουργείται από κοινωνικές αντιλήψεις, επηρεάζει και επηρεάζεται από πολιτιστικά ρεύματα, ως αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού κάθε τόπου. Από εκεί και πέρα, η λογοτεχνία ιδωμένη ως έκφραση ανθρώπων που κατέχουν τη δύναμη του λόγου, μπορεί σαφώς να γίνει εργαλείο επιρροής, ανάλογα τη χρήση του. Μπορεί να ενημερώσει, να προβληματίσει, να ευαισθητοποιήσει, αλλά και να φανατίσει ή να στηλιτεύσει.

  • Έχετε δοκιμάσει ποτέ να γράψετε σε διαφορετικό λογοτεχνικό είδος από αυτό που συνήθως προτιμάτε;

Μου αρέσει να πειραματίζομαι με διάφορα είδη γιατί αγαπώ τη γραφή στο σύνολό της. Πριν αρχίσω ν’ ασχολούμαι συστηματικά, έλεγα στους γύρω μου «πες μου τι θες να γράψω και θα το γράψω». Από παραμύθι, στίχους για τραγούδι, διήγημα, μέχρι και σλόγκαν για διαφήμιση. Είναι θεμιτό και απαραίτητο πολλές φορές να προσανατολίζεσαι, να εξασκείσαι και να βελτιώνεσαι σε έναν συγκεκριμένο τομέα της συγγραφής, όμως προσωπικά τη βλέπω ως άνθρωπο. Θέλω να γνωρίσω όσες περισσότερες πτυχές της μπορώ, γιατί την αγαπώ και τη θέλω στη ζωή μου.

  • Πόσο χώρο αφήνετε στο ασυνείδητο κατά τη διάρκεια της γραφής, και πώς διαχειρίζεστε την ισορροπία ανάμεσα στη συνειδητή τεχνική και την άλογη έμπνευση;

Είμαι πάντα ανοιχτή στη συγγραφική μου διαίσθηση. Την ακούω, γράφω όσα μου υπαγορεύει μέσω της έμπνευσης κι έπειτα δίνω τη σκυτάλη στη συνειδητή τεχνική. Τότε γίνεται το «χτένισμα» που λέμε. Όσο περισσότερο εξασκούμαι όμως, τόσο πιο αβίαστη γίνεται η συνύπαρξη ωμής έμπνευσης και τεχνικής και τόσο πιο εύκολο μου είναι να δαμάσω το ασυνείδητο και να αποφασίσω ποια τεχνική θέλω να εφαρμόσω. Πρόκειται για μια διαδικασία που εξελίσσεται διαρκώς.

  • Η ποίηση, για εσάς, είναι μια πράξη μνήμης ή μια μορφή λήθης; Και πώς αυτό επηρεάζει τη σχέση σας με το παρελθόν;

Είναι μια πράξη μνήμης που μου επιτρέπει να περάσω στη λήθη. Οξύμωρο, αλλά εφικτό. Όταν μετατρέπω ένα βίωμά μου σε ποίημα, νιώθω ότι φεύγει πια από μένα. Αφού αποτυπωθεί σε λέξεις, περνά από το προσωπικό στο συλλογικό. Αυτή η διαδικασία με βοηθά να θεραπεύω τραυματικές εμπειρίες και να θυμάμαι το παρελθόν μέσα από την τέχνη.

  • Έχετε κάποιες "τελετουργίες" ή ρουτίνες πριν αρχίσετε να γράφετε;

Δεν έχω την πολυτέλεια αυτή, δυστυχώς λόγω περιορισμένου χρόνου. Απλά κάθομαι και γράφω. Θα ήθελα όμως να έχω ένα παράθυρο με όμορφη θέα μπροστά στο γραφείο μου, ν’ ανοίγω τα παραθυρόφυλλα, να παρατηρώ κι ύστερα να ξεκινώ το ταξίδι των λέξεων.

  • Πόσο δύσκολη είναι η απόφαση για το πότε ένα βιβλίο είναι "έτοιμο";

Δεν είναι εύκολο να πάρεις μια τέτοια απόφαση κι αυτό γιατί η συγγραφή είναι μια ζωντανή διαδικασία που δε σταματά, αλλά εξελίσσεται μέσα στον χρόνο. Αντίθετα, τα βιβλία καλούνται να πάρουν μια ολοκληρωμένη μορφή και να μείνουν μ’ αυτήν. Παγιώνουν, δηλαδή, τη γραφή, αποτυπώνουν ένα στάδιο εξέλιξής της κι εγκλωβίζουν ένα κομμάτι ζωής, το οποίο αναγεννάται σε κάθε ανάγνωση. Προσωπικά με κουράζουν οι ατέλειωτες διορθώσεις, οπότε μόλις νιώσω ότι τα σημεία που χρειάζονταν διόρθωση με ικανοποιούν και έχω το οκ και από τον επιμελητή, σφυρίζω τη λήξη.

  • Πώς βλέπετε τη μελλοντική πορεία της λογοτεχνίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της ταχύτητας;

Αν και τα σημάδια είναι ανησυχητικά, θέλω να πιστεύω ότι η ανθρώπινη δημιουργικότητα και έμπνευση δε θα εκλείψει. Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο είναι το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Οι φρενήρεις ρυθμοί που ακολουθούμε μας αποτρέπουν από το να αφοσιωθούμε στο διάβασμα το οποίο απαιτεί χρόνο. Η λογοτεχνία δε συμβαδίζει με την ταχύτητα των εποχών, αλλά με τον προσωπικό ρυθμό του συγγραφέα ή του αναγνώστη. Δε χωρά βιασύνη, γιατί χάνεται η μαγεία και η απόλαυση. Προσωπικά πιστεύω πως δε χωρά ούτε η τεχνητή νοημοσύνη στη διαδικασία της δημιουργίας και της τέχνης. Στο χέρι μας είναι να μην την παραδώσουμε ή νοθεύσουμε. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα καλό εργαλείο, που μπορεί να φανεί απείρως χρήσιμο σε άλλους τομείς. Όσο του επιτρέπουμε να επεμβαίνει στην ανθρώπινη μοναδικότητα, τόσο θα χάνουμε την ταυτότητά μας.

“Ψάχνω την έμπνευση στο κάθε τι”

12 Μαΐου, 2025

Συνέντευξη στη Βούλα Γκεμίση - Ονείρων Πένες

·  Τι σας ενέπνευσε να ξεκινήσετε να γράφετε;

Το σκοτάδι των ανθρώπων και η ανάγκη να καταλάβω από πού προέρχεται και αν ή πώς μπορεί να φωτιστεί. Μπορεί ν’ ακούγεται ζοφερό, αλλά στον πυρήνα της ορμής αυτής κρύβεται ένας ρομαντισμός που αρνείται να συμβιβαστεί με την κυνικότητα της πραγματικότητας.

·  Πώς θα περιγράφατε τη δημιουργική σας διαδικασία;

Έμπνευση – γραφή – διόρθωση. Συνήθως αυτά είναι τα στάδια όσον αφορά την ποίηση. Ψάχνω την έμπνευση στο κάθε τι. Έχω συνεχώς τις κεραίες ανοιχτές να πιάσω νοήματα, κινήσεις, εικόνες, συναισθήματα και να τα μεταφέρω σε λέξεις. Όσον αφορά τον πεζό λόγο, τα βήματα περιλαμβάνουν την εξάσκηση και τη μελέτη. Σε πρακτικό επίπεδο, χρειάζομαι έναν καφέ ή ρόφημα, το laptop μου, τις σημειώσεις του κινητού ή ένα στυλό και χαρτί και μια βαθιά ανάσα για να βουτήξω στον οικείο κόσμο των λέξεων. Αν έχω και θέα θάλασσα, ακόμα καλύτερα!

·  Υπάρχει κάποιο θέμα ή μοτίβο που επανέρχεται συχνά στα έργα σας;

Η αυτογνωσία, η ελπίδα και η αυτοβελτίωση ως κύκλος που ακολουθεί τα τραυματικά ανθρώπινα βιώματα για να μπορέσουν να φτάσουν στη θεραπεία. Είναι ένα μοτίβο που αποτελεί ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και μου αρέσει να το εξερευνώ. Παίζει με τα ανθρώπινα όρια, μελετά τη διαχείριση του πόνου και το πώς το αποτύπωμά του μας αλλοιώνει ή μας δίνει το κίνητρο να προχωρήσουμε παρακάτω. Μέσα σ’ αυτό το μοτίβο - για μένα - εντοπίζεται η ουσία της ποίησης και χάρη σ’ αυτό πλάθονται μυθιστορηματικοί χαρακτήρες.

·  Ποιοι συγγραφείς ή βιβλία έχουν επηρεάσει περισσότερο τη γραφή σας;

Ποιητικά έχω επηρεαστεί κατά καιρούς από διάφορους μεγάλους ποιητές, όπως ο Καβάφης, ο Ρίτσος, η Δημουλά. Γενικότερα, παίρνω στοιχεία που με έλκουν από κάθε τι που διαβάζω και τα προσαρμόζω στα μέτρα μου. Δεν έχει σημασία το είδος, όσο η ματιά του συγγραφέα. Έχω επηρεαστεί από τον Δράκο της Πρέσπας της Μπουραζοπούλου, από το 1984 του Όργουελ, από το Περηφάνια και Προκατάληψη της Όστεν. Βιβλία εντελώς διαφορετικά αλλά άκρως διδακτικά ως προς το ύφος, το περιεχόμενο και τις διάφορες πλευρές της γραφής.

·  Πώς αντιμετωπίζετε το λεγόμενο "writer’s block";

Σταματάω να γράφω και απέχω για λίγο. Εστιάζω κάπου αλλού. Συνήθως συνεχίζω τα βιβλία που διαβάζω ως αναγνώστρια και πολλές φορές αυτό με βοηθά να ξεκολλήσω. Βρίσκω μια ιδέα, ανακαλύπτω μια τεχνική ή εντοπίζω ένα νόημα και ξαφνικά όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα.

·  Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη πρόκληση στο να γράφει κανείς επαγγελματικά;

Η ρουτίνα. Το να εξασκείς τη γραφή όχι επειδή έχεις έμπνευση, αλλά επειδή πρέπει να γίνεις καλύτερος και ως προς τις τεχνικές και ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιείς. Θέλει συνέπεια και αυτοέλεγχο. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να το τηρήσω αυστηρά λόγω υποχρεώσεων, αλλά πιστεύω στο «τρώγοντας έρχεται η όρεξη». Όσο ασχολείσαι τόσο πιο εύκολο είναι να εμπνέεσαι και να είσαι παραγωγικός. Πάντα φυσικά σε λογικά πλαίσια, γιατί είναι ένα επάγγελμα που θέλει και τον χρόνο του. Η πίεση μπορεί να γίνει κάποιες φορές εμπόδιο για την έμπνευση, αλλά και πάλι εξαρτάται κι από την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα. 

·  Πώς νιώθετε όταν βλέπετε το έργο σας να φτάνει στα χέρια των αναγνωστών;

Σαν ενθουσιασμένο παιδί και σαν υπερήφανη μητέρα ταυτόχρονα! Είναι η χαρά του μοιράσματος, η ευχαρίστηση της υλοποίησης μιας ιδέας, η ικανοποίηση για την ολοκλήρωση ενός έργου. Η έκδοση ενός βιβλίου το παίρνει από την αγκαλιά του εμπνευστή του και το ταξιδεύει σε χέρια που θα το κρίνουν θετικά, αρνητικά, ουδέτερα. Αποκτά τη δική του υπόσταση και παύει ν’ ανήκει αποκλειστικά στον δημιουργό του. Η αίσθηση αυτή είναι από τρομακτική έως ηδονική. Κι έπειτα το ότι κάποιος επιλέγει να με διαβάσει είναι πάντα τιμή για μένα.

·  Προτιμάτε να γράφετε με κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα ή αφήνεστε στη ροή της έμπνευσης;

Ως επί το πλείστον, ακολουθώ την έμπνευση. Προσπαθώ όμως να τηρώ ένα σχετικό εβδομαδιαίο πρόγραμμα για να εξασκούμαι, είτε μέσω της ανάγνωσης είτε με ασκήσεις γραφής.

·  Τι συμβουλή θα δίνατε σε κάποιον που θέλει να ακολουθήσει το δρόμο της συγγραφής;

Να το θέλει με την καρδιά του. Να το αγαπά. Δεν είναι εύκολος δρόμος ούτε πάντα τόσο ανταποδοτικός όσο ονειρευόμαστε. Όμως αν έχεις κάτι να πεις που πιστεύεις ότι ο κόσμος πρέπει να το ακούσει, πες το. Θα αναφέρω ένα σχετικό απόσπασμα από το ποίημα «Μικρόκοσμος» που περιλαμβάνεται στην ποιητική μου συλλογή «Ονειροδρόμιο» από τις Εκδόσεις Στοχαστής : «Ό,τι κι αν πω, έχει ήδη ειπωθεί./ Ό,τι κι αν γράψω, έχει ήδη γραφτεί./ Ό,τι κι αν κάνω, έχει ήδη γίνει./ Ποιο το νόημα, λοιπόν;/ Είναι εκείνο το μοναδικό αποτύπωμα της ψυχής μου/ στο δεδομένο χωρόχρονο,/ που απλά ξετυλίγει λίγο ακόμα το κουβάρι του/ και τον βοηθά να προχωρήσει αμείλικτος κι ασυμβίβαστος./ Όπως η πέτρα που αλλάζει απειροελάχιστα/ τη ροή του ποταμού.»

1 5 6 7 8 9 29