Κάθε που τέλειωνε το καλοκαίρι την έπιανε μελαγχολία. Δεν της είχε φερθεί καλά ο Αύγουστος. Της είχε πάρει ανθρώπους, της είχε στερήσει στιγμές, διακοπές, ανεμελιά. Ήταν πάντα αυστηρός μαζί της. Λίγα ήταν τα χαρμόσυνα που της είχε χαρίσει. Μα τον αγαπούσε όπως κανέναν άλλο μήνα. Στους φίλους της, υποστήριζε πως με τον Αύγουστο τελειώνει η χρονιά, σαν τα σχολεία. Μόνο που εκείνη δεν πανηγύριζε ποτέ για την άφιξη του «νέου χρόνου». Ούτε σαν παιδί πανηγύρισε, ούτε σαν ενήλικη. Τον μισούσε τον Σεπτέμβρη. Σκληρή λέξη ν’ απευθύνεις σε μέρος του χρόνου, αλλά το συναίσθημα δύσκολα δαμάζεται.
Τα τελευταία αυγουστιάτικα βράδια καθόταν πάντα στην αυλή, κοιτούσε τον νυχτερινό ουρανό και παρηγορούσε τη μελαγχολία της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ν’ αγαπά εκείνον που την είχε πονέσει περισσότερο. «Μα αυτό δεν κάνουμε συνήθως οι άνθρωποι; Κολλάμε με όποιον αγαπάμε και προσδοκούμε να μας αγαπήσει. Οι προσδοκίες μας γίνονται οίκος της ελπίδας, συντηρούν την αγάπη μας και μας ωθούν να εθελοτυφλούμε. Γαντζωνόμαστε γιατί επενδύουμε. Γινόμαστε τοκογλύφοι συναισθημάτων. Δίνουμε για να πάρουμε κι αν καθυστερήσει η πληρωμή, απαιτούμε, φωνάζουμε, απειλούμε μέχρι να εισπράξουμε αυτό που δικαιούμαστε. Πόσο σκληροί είμαστε αλήθεια!» σκεφτόταν κι έπινε το ποτό της εις υγείαν των αστεριών που δίνουν το φως τους τόσο απλόχερα χωρίς απαιτήσεις.
Μα κι εκείνη ήταν απαιτητική με τον Αύγουστο. Κάθε 1η Αυγούστου περίμενε να την ταξιδέψει, να την ξεκουράσει, να της χαρίσει νέες ευχάριστες εμπειρίες. Και κάθε 31η τη βίωνε ως μέρα χωρισμού, ως απομάκρυνση από το ποθούμενο, ως άλλη μια απογοήτευση κι επιστροφή στη ρουτίνα. Δεν είδε ποτέ πως κάθε Αύγουστος ήταν διαφορετικός. Τους έβαζε όλους μαζί στο ίδιο σακούλι που έγραφε απ’ έξω «αγαπημένος». Δεν εμπέδωνε τα μαθήματα που της έδιναν, γι’ αυτό επαναλάμβανε τα ίδια λάθη. Είχε χορτάσει από διδαχές κι αυτή η επιμονή του να μην της προσφέρει μοναχά ξεκούραση, σωματική και πνευματική, την εκνεύριζε.
Ποτέ δεν αγάπησε τον Αύγουστο. Ερωτευμένη με τα ηλιοβασιλέματά του, τα μελτέμια του και τα φεγγάρια του ήταν. Όπως δεν κοίταξε ποτέ με συμπάθεια τον Σεπτέμβρη κι ας την καλωσόριζε με τον ήπιο καιρό του κι ας την προετοίμαζε ευγενικά για τον χειμώνα που ακολουθούσε. Τα τελευταία χρόνια, αναγνώριζε μόνο το βάρος της ευθύνης που έχει να φέρνει την αλλαγή που, αν και απαραίτητη, παραμένει ανεπιθύμητη.
Και τώρα ακόμα, μια μέρα πριν εκπνεύσει κι ο φετινός Αύγουστος για να γραφτεί στα κιτάπια της λήθης, κάθεται στην αυλή της κι αναπολεί. Δύσκολα ξεχνά κανείς τους μεγάλους έρωτες. Κι εκείνη δηλώνει αθεράπευτα ερωτευμένη με το καλοκαίρι. Ίσως είναι που ένα παιδί μέσα μέσα της μετρά ακόμα τα χρεωστούμενα παγωτά και μπάνια κι ελπίζει πως κάποτε θα τ’ αναπληρώσει. Πώς να του αλλάξει γνώμη; Πάντα ξεροκέφαλο ήταν… Μα πάντα κρατούσε έναν ήλιο στην καρδιά για τις δύσκολες ώρες. Πώς να του κακιώσει; Μπορεί μόνο να του φυλάξει έναν Αύγουστο, από τους ζεστούς κι ανέμελους, τους γεμάτους θάλασσα και άμμο, να έχει να ξαποσταίνει κάθε που η ενήλικη ζωή του πέφτει βαριά και άχρωμη.