Εορταστικοί στοχασμοί

Μεγάλη Εβδομάδα

Δευτέρα.
Η αρχή,
το ήμισυ του παντός
που αναζητά το έτερον.
Τρίτη.
Η γαλήνη διαταράσσεται
απ'της ρουτίνας
τα ροζιασμένα δάχτυλα.
Τετάρτη.
Στα μισά του γκρεμού
επιβράδυνεται η πτώση
με την πυξίδα
να δείχνει το θαύμα.
Πέμπτη.
Προδότης και προδομένος,
γύρω από δείπνους μυστικούς
μεθυσμένων πνευμάτων.
Παρασκευή.
Μια αχτίδα ο πόνος
σκίζει τα γκριζα σύννεφα
κι η άνοιξη δακρύζει.
Σάββατο.
Το φως απλώνεται
ν' αγκαλιάσει κομματιασμένα όνειρα.
Να τα ενώσει.
Κυριακή.
Ο Γολγοθάς ανθίζει.
Κόκκινα σαν το αίμα
άνθη.

Θεοφάνια

Φως και ύδωρ.
Αιώνιο και φθαρτό.
Ψυχή και σώμα.
Σύμπαν και φύση.
Θεός και άνθρωπος

Δίπολα κι αντιθέσεις
ταλανίζουν
το ανθρώπινο μυαλό
από τα σπάργανά του.
Από τούτα είναι φτιαγμένο
και το δίχως τους
μονάχα θάνατο υπόσχεται.

Μα σήμερα,
μέρα των Θεοφανίων,
δώσε Θεέ μου
Φως στο ύδωρ Σου
να δούμε κι εμείς οι ελάχιστοι,
νίπτοντας τις ζωές μας,
λίγο θεό στο μέσα μας.

Το καρναβάλι της ζωής

Μάσκες.
Άμυνες έναντι τραυμάτων,
χτισμένες από πόνο και ψέμα.
Διακοσμούν πρόσωπα
κι αποσιωπούν προθέσεις.

Μα κανένα φτιασίδι
- παρά την σαγήνη του -
δεν γίνεται σάρκα επί σαρκός.
Ξενιστής είναι,
που σφετερίστηκε την αξία
και κάθισε στον θρόνο της
ως άλλος βασιλιάς.

Μα ο βασιλιάς γυμνώνεται
από τ' ανοιχτά τα μάτια
κι ο κακογραμμένος ρόλος του
ηχεί αποτρόπαιος στην καρδιά.

Οι μάσκες κατακρημνίζονται
στα πόδια αυτών
που στάθηκαν στο ύψος τους.
Κι η αλήθεια γδύνεται τη γοητεία
και στάζει το φαρμάκι.

Στο καρναβάλι της ζωής
το βάλσαμο πίνεται στο τέλος.
Δε μεθά.
Αφυπνίζει.
Κι ο βασιλιάς Καρνάβαλος,
ηττημένος πια,
μύθος γίνεται
ν' ακούν οι νέες γενιές
για τ' αναπόφευκτα
που θα φέρει
η δική τους Αποκριά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Στης παραμονής τη γωνία,
ακούμπησε τη λύπη σου κι άσε την πίσω
στον χρόνο που φεύγει.
Κράτα μονάχα όσα σου δίδαξε.

Στην ανατολή του έτους,
άρπαξε την ελπίδα σφιχτά από το χέρι
και κάνε ποδαρικό χορεύοντας
κείνο το παλιό βαλσάκι
που σε γλυκονανούριζε τα βράδια
μέσα στο μουσικό κουτί του.

Κοίτα ψηλά κι ευχήσου.
Κοίταξε μέσα σου κι άλλαξε.
Κοίτα γύρω σου κι αγάπησε.
Κοίτα μπροστά και προχώρα.

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Πρωτομαγιά του έρωτα

Ντύθηκε ο Μάιος με χρώματα
κι ένα στεφάνι κόκκινο άφησε να φυλά
το μνημείο του αγνώστου ερωτευμένου.

Για να τιμήσει η ελπιδοφόρα άνοιξη
τους αγώνες του να κρατήσει ζωντανή
τη φλόγα του έρωτα
εις τους αιώνας των αιώνων.

Λάζαρος

Λάζαρε, δεύρω έξω
να δεις τους ζωντανούς.
Εκείνους που τυλιγμένοι στο θερμό σαρκίο τους
περιφέρονται και διατείνονται πως ζουν.
Εκείνους που βαλτωμένοι στο βούρκο της συνήθειας
έχουν ξεχάσει το φως της ημέρας και τη λάμψη της σελήνης.
Έχουν αισθήσεις, παλμό και κίνηση,
μα καμία συναίσθηση, κανένα καρδιοχτύπι
και κανένα κίνητρο δεν τους ωθεί.

Λάζαρε, δεύρω έξω
κι αποκρίσου.
Εσύ που είδες.
Εσύ που ξέρεις.
Τι πιότερο να επιθυμεί κανείς;
Μια αιώνια ζωή ντυμένη μες στο σάβανο
ή έναν ύπνο μακάριο στο γέρμα ενός βίου άξιου κι ευτυχή;

Δεύρω έξω
κι ομολόγησε από το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου
ποια σωτηρία σ’ αποτράβηξε;
Ποια ζωή θα είναι ίδια μετά το πέρασμα
και πόση μοναξιά κρύβει μια ανάσταση
ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς;

Λάζαρε, δεύρω έξω.
Ο θάνατος έφυγε.
Γύρε και κοιμήσου τ’ όνειρο της αναγέννησης.
Τούτο τ’ απόβραδο νικήσανε τ’ αστέρια.

Το Λαϊκό Δικαστήριο των Βαΐων

Βάγια απλώνονται.
Φωνές ενθουσιασμένες, ένθερμες, φανατικές ακούγονται.
Η ελπίδα αναζωπυρώνεται.
Ο καθένας της δίνει προσωπική χροιά.
Το συμφέρον χτυπάει στο ρυθμό της καρδιάς και ορίζει τη σκέψη.
Αυτός που δεν υποσχέθηκε τίποτα πρέπει να τηρήσει
όλα όσα οι γύρω του επιθυμούν από εκείνον.
Επευφημούν, όσο πιστεύουν ότι έχουν λαμβάνειν.
Ήρθε ο λυτρωμός!
Άραγε από ποια δεινά μπορεί να σωθεί κάποιος που περιμένει να τον σώσουν;
Ποιος μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του τον ίδιο;

Εκείνος προχωρούσε σκυφτός πάνω στο γαϊδουράκι.
Άκουγε.
Γνώριζε.
Εκείνοι που χωρίς να σε πιστεύουν σε στηρίζουν,
θα σε κατηγορήσουν με την πρώτη ευκαιρία.
Εκείνοι που σου κολλούν ταμπέλες πομπώδεις,
θα σε χρίσουν ζητιάνο σε μια στιγμή.
Εκείνοι που ποτέ δε θέλησαν να δουν με την ψυχή τους,
θα σε σταυρώσουν μην τυχόν τους σώσεις από την άγνοιά τους.

Κανείς δεν ξεφεύγει από το λαϊκό δικαστήριο που άγεται και φέρεται.
Είτε φταίχτης είτε αθώος.
Δικαστές που προβάλλουν το σκοτάδι και τους φόβους τους
στο πρώτο εξιλαστήριο θύμα.
Που φαντασιώνονται ότι είναι άξιοι ακόλουθοι ικανών ηγετών.
Που δικάζουν τον συνάνθρωπο με κριτήριο το πάθος τους.
Φανατικοί αποθεωτές και σταυρωτές
που στροβιλίζονται σ’ ένα θέατρο κοινωνικού παραλόγου.

Κι Εκείνος να περνά και να θλίβεται
για τις τόσες ψυχές που μένουν φυλακισμένες
μέσα στα ατελή εγώ τους.

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

Χαρταετοί

Το κατάλαβες;
Γίναμε χαρταετοί.
Προσωρινά κατασκευάσματα χωρίς φτερά
που φτιάχτηκαν για να πετούν υπό όρους.
Το σκοινί κρατιέται γερά,
η απόσταση ορίζεται από την καλούμπα
κι ο χρόνος της πτήσης από τις καιρικές συνθήκες.
Το έμαθες;
Φέτος δε θα τηρηθεί το έθιμο.
Απαγορεύεται να πετάμε χαρταετό.
Απαγορεύεται να πετάμε.
Κοίτα!
Ένα παιδί εκεί στην άκρη του πάρκου παρανομεί.
Έκοψε το σκοινί, ελευθέρωσε τον χαρταετό του
και χαμογελά.

1 2