Κοινωνικές περιπλανήσεις

Δεν έχω οξυγόνο

Δεν έχω οξυγόνο.
Πνίγομαι 
από την ανευθυνότητα 
των ιθυνόντων.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στα πνευμόνια μου, 
η μυρωδιά των καμμένων ονείρων 
δε μ' αφήνει ν'αναπνεύσω.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. 
Αυτό είναι το τέλος λοιπόν;

Δεν έχω οξυγόνο,
να πω δυο τελευταίες λέξεις 
σ' όσους με περιμένουν 
να γυρίσω ασφαλής. 

Δεν έχω οξυγόνο. 
Την τελευταία ανάσα μου, 
τη θάψαν στο τσιμέντο.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στ' αποκαΐδια 
γλεντούν τον κόσμο 
που δακρύζει ακόμα
πάνω απ' τις στάχτες μου.

Δεν έχω ΟΞΥΓΟΝΟ.
Μα έχω μια τελευταία ΕΥΧΗ. 

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".
Ν' ακουστεί παντού.
Και να σειστεί συθέμελα 
κάθε καρέκλα 
που πατά αδιάντροπα
στο σιδερένιο ομαδικό μας τάφο.

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ". 
Και ν'αποδοθεί.

Για να μη μείνει 
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ 
ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ.

Το καρναβάλι της ζωής

Μάσκες.
Άμυνες έναντι τραυμάτων,
χτισμένες από πόνο και ψέμα.
Διακοσμούν πρόσωπα
κι αποσιωπούν προθέσεις.

Μα κανένα φτιασίδι
- παρά την σαγήνη του -
δεν γίνεται σάρκα επί σαρκός.
Ξενιστής είναι,
που σφετερίστηκε την αξία
και κάθισε στον θρόνο της
ως άλλος βασιλιάς.

Μα ο βασιλιάς γυμνώνεται
από τ' ανοιχτά τα μάτια
κι ο κακογραμμένος ρόλος του
ηχεί αποτρόπαιος στην καρδιά.

Οι μάσκες κατακρημνίζονται
στα πόδια αυτών
που στάθηκαν στο ύψος τους.
Κι η αλήθεια γδύνεται τη γοητεία
και στάζει το φαρμάκι.

Στο καρναβάλι της ζωής
το βάλσαμο πίνεται στο τέλος.
Δε μεθά.
Αφυπνίζει.
Κι ο βασιλιάς Καρνάβαλος,
ηττημένος πια,
μύθος γίνεται
ν' ακούν οι νέες γενιές
για τ' αναπόφευκτα
που θα φέρει
η δική τους Αποκριά.

Το στοιχειό της φύσης

Θεριό ανήμερο ο άνθρωπος,
που αν δεν το μερώσει η αγάπη,
σπέρνει καταστροφές,
σκορπίζει θάνατο
και ερημώνουν τόποι.

Χαμένοι ήρωες

Οι ήρωες έπεσαν.
Μοναχά θλίψη αρμόζει
για όσα οι αρμόδιοι
δε φρόντισαν.
Θλίψη κι οργή.
Σήμερα οι εγωισμοί
πρέπει να σωπάσουν.
Οι ευθύνες αναζητούν ξανά τον αίτιο.
Ποιος νους χωρά πως για να καλυφθεί
η αναξιότητα χρειάζεται να χαθούν ζωές;
Καθήκον δεν είναι ο θάνατος
ούτε η θυσία.
Κι αν ο διωγμός από το σπίτι σου
λέγεται σωτηρία, τότε πρόληψη
δε θα γνωρίσει ποτέ αυτή η χώρα...
Γιατί για να προστατεύσεις κάτι
πρέπει ν' αγαπάς και να σέβεσαι.
Κι είναι δύσκολη λέξη η αγάπη.
Κι ο σεβασμός;
Μια έννοια που πενθεί
για χρόνια τον χαμό της.

“Για το καλό μας”

Σ' έναν φάκελο μέσα σπαρταρά
το μέλλον ενός τόπου.
Κι εσύ ο υπεύθυνος, θαρρείς.
Αγγίζεις τη σχισμή
και κάνεις μια ευχή
ρίχνοντας μέσα την ευθύνη σου.
«Ό,τι κι αν βγει, ας είναι για το καλό μας».

Το ξύλινο κουτί
ένα σμάρι από όνειρα, ελπίδες,
δικαιώματα και ανάγκες
κλείνει και ποτίζει με αξία
μονάχα για μία μέρα.
Μα ύστερα συλλήβδην θα ριχτούν
σε μια αποθήκη σκοτεινή
στη νάρκη την τετραετή
στο παρασκήνιο.
«Για το καλό μας».

Στον ερχομό του δειλινού,
η μπλε αυλαία θα πέσει
κι ο θίασος θ' ανέβει στη σκηνή
ενός έργου που δε λέει ν' ανατραπεί
για το καλό μας.
Ίδια ιστορία, ίδιοι πρωταγωνιστές
μα το εισιτήριο κάθε φορά πιο ακριβό.
Πιο αιματηρό.

Κι εμείς, οι θεατές,
οι καρφωμένοι στην πλατεία
να παρακολουθούμε σιωπηλοί
μια ακατανόητη, τρομακτική πορεία.
«Για το καλό μας».

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Το σκοτάδι βασιλεύει κι απλώνει τα φθαρμένα δίχτυα του.
Με ίνες συμφέροντος τα έπλεκαν με περίσσια ιδιοτελή φροντίδα
οι συντηρητές του αιώνες κι αιώνες τώρα.
Εκείνοι που με σημαία τους το μαύρο υποστηρίζουν το σκοτάδι και την τσέπη τους,
κρύβοντας προθέσεις και ίντριγκες πίσω από μεγαλεπίβολα σχέδια.
Με περίσσεια δεξιοτεχνία, πατούν στα ζωντανά πτώματα των σκοτεινών οπαδών
που έλκονται από τη μυρωδιά της ξένης εξουσίας
σαν τις μύγες που αναζητούν απεγνωσμένα ακαθαρσίες για να τραφούν.
Οι σκοτεινοί οπαδοί είναι η κρυφή δύναμη.
Το βάθρο του ματωμένου θρόνου.
Επιμελώς εκπαιδευμένοι με διαμορφωμένες πεποιθήσεις
που παπαγαλίζουν δεξιά και αριστερά μολύνοντας τον αέρα.
Στη θέα των αρχηγών, λόγια κολακείας ξεπηδούν
σαν μαστίγια από το στόμα τους για να χαϊδέψουν εγωισμούς
καλά εδραιωμένους στις χρυσοποίκιλτες καρέκλες τους.
Η ζωή τους μια δουλοπρεπής υπόκλιση.

Οι πολίτες της χώρας επιβιώνουν μέρα με τη μέρα.
Έχουν κληρονομήσει ζωές με σαθρά θεμέλια κι ανεπαρκείς αξίες.
Καθημερινά κολυμπούν σ’ έναν βούρκο που τους λερώνει
από τα μάτια μέχρι το μυαλό.
Πολλοί διαφωνούν με το σκοτάδι.
Συζητούν, διαπιστώνουν κι έπειτα πάλι σιωπούν.
Αναζητούν, μα υποκύπτουν στην ανάγκη.
Κάποιοι διαδηλώνουν υπέρ του φωτός
κι ας μην είναι σίγουροι αν το έχουν δει ποτέ.
Άλλοι τους ακολουθούν από συνήθεια
κι άλλοι από βαρεμάρα ή από την ανάγκη του ανήκειν.
Με κοιμισμένη συνείδηση πώς να φέρουν την αλλαγή;
Σκόρπιες φωνές, διχασμένες κι αυτές σε αποχρώσεις δίχως όραμα.
Αν οργανωθούν κάτω από έναν κοινό σκοπό, το σκοτάδι τις φιμώνει με πόνο
για να υποκύψουν στ’ αντανακλαστικά της επιβίωσης.
Μεγεθύνει ανείπωτες συμφορές στις συστημικές οθόνες του
κι υποβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του.

Μα ξεθωριάζει πια η παντοδυναμία του.
Η φθορά κατατρώει τους ιμάντες κι αποκαλύπτει
ρωγμές κι αναλήθειες οφθαλμοφανείς.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πια σχέδια μακροπρόθεσμα.
Όνειρά τους έγιναν τ’ αυτονόητα και τα δικαιώματα.
Κουράστηκαν κι η κούραση είναι επικίνδυνος σύμβουλος.
Αγανάκτησαν κι ο θυμός ζητά σθεναρά διέξοδο.
Απηύδησαν κι η απόγνωση πιέζει για λύσεις.
Απελπίστηκαν κι η απογοήτευση διψά για βελτίωση.

Μονάχα μια εκλεπτυσμένη ενσυναίσθηση
μπορεί να διαφύγει από τα σκοτεινά δίχτυα.
Να υψωθεί, ν’ αντικρίσει τα τραύματα,
να κατανοήσει και να σκύψει ύστερα να λυτρώσει τα δικά της.
Μία προς μία, ώσπου ο ήχος της εσωτερικής αλλαγής
να γίνει αντίλαλος που δε σωπαίνει στη θέα του σκοταδιού.

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα πρέπει να έρθει.
Εκ των έσω.

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Πάμε κι όπου βγει…

Σήμερα η αρμόδια τύχη "απεργούσε".
Σήμερα οι ανεύθυνοι υπεύθυνοι είχαν βάρδια.
Σήμερα το ταξίδι άλλαξε προορισμό.
Σήμερα ο θάνατος αγρυπνούσε.
Οι γραμμές της μοίρας συγκρούστηκαν μοιραία.

Πόσα λόγια να έμειναν μισά;
Τι εικόνες ν' αντίκρισαν τα μάτια
λίγο πριν κλείσουν για πάντα;

Σήμερα άδειασαν αγκαλιές.
Σήμερα πάγωσαν καρδιές.
Σήμερα εκτροχιάστηκαν ζωές.
Σήμερα το μήνυμα "έφτασα" δεν ήρθε.

Οι οθόνες έσβησαν μαζί με τις ψυχές.
Τα βαγόνια γίναν φέρετρα
και οι φωνές κραυγές.

Αύριο;

Δε βαριέσαι... "Πάμε κι όπου βγει"...

Μελωδία από “παιδιά”

Σε μια θάλασσα από ανθρώπους
λογιών λογιών κεφάλια ξεχωρίζουν.
Κάποια συζητούν,
κάποια μάχονται εγωιστικά,
άλλα αντιτίθενται δήθεν πολιτισμένα.

Κάτω από την επιφάνεια, οι καρδιές μιλούν.
Χτυπούν γρήγορα, εύθυμα, θλιμμένα, βαριά.
Μα κανείς δεν ακούει.
Η φωνή τους δε φτάνει ως έξω.
Το νερό τη σκεπάζει.

Τα κεφάλια συνεχίζουν να φλυαρούν,
μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει στο βυθό των άλλων
κι ας μοιράζονται όλοι την ίδια θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών κολυμπά ανάσκελα.
Οι νεανικές καρδιές τους ακούγονται μελωδικά
μέσα στις παράταιρες φωνές των εγκεφάλων.
Τα κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος τους.
Βιάζονται να κρίνουν την ωριμότητα
και την ευσέβειά τους.
"Επιπόλαιη και απερίσκεπτη η νεότητα".

Η παρέα βουτά το σώμα στη θάλασσα και πλησιάζει.
Μα δεν είναι παιδιά...
Μικρές ρυτιδιασμένες γραμμές
αυλακώνουν τα πρόσωπά τους.
Αποτυπώσεις πόνου και μόχθου
στα καθαρά τους μάτια.
Τα κεφάλια είχαν αποδώσει τη νεότητα στο μυαλό,
θαρρείς κι είναι προνόμιο των αριθμών
να φέρνουν το γήρας.

Η μελωδία της καρδιάς τους ακουγόταν ακόμα.
Υπόκωφα και διακριτικά.
Ξεχώριζε μέσα στην οχλαγωγία των κενών λέξεων.

Μια μελωδία από παιδιά.
Τα "παιδιά" που δε φοβήθηκαν
ν' ακούσουν και ν' ακουστούν.
Σκέφτηκαν κι ένιωσαν μαζί.
Τα παιδιά που διέφεραν
και θα διαφέρουν πάντα.

Η δοκιμασία

Δώσε σ' έναν άνθρωπο ένα διαμάντι, ένα λευκό περιστέρι και μια καρδιά.
Δες τι θα κάνει μ' αυτά και θα γνωρίσεις για τι είναι ικανός.
Αν σου επιστρέψει το διαμάντι,
ελευθερώσει το περιστέρι
και σεβαστεί την καρδιά,
εμπιστεύσου τον.
Αν θαυμάσει το διαμάντι,
κρατήσει το περιστέρι σε κλουβί
και ερωτευτεί την καρδιά,
πρόσεχέ τον.
Αν σου κλέψει το διαμάντι,
χτυπήσει το περιστέρι
και πληγώσει την καρδιά,
απομακρύνσου.
Μα αν αγγίξει το διαμάντι στα ταλαιπωρημένα χέρια σου,
χαϊδέψει στοργικά το περιστέρι στο νου σου
κι αγκαλιάσει τις πληγές της καρδιάς σου, αγάπησέ τον.

1 2