Η Λευκή έμενε με τα επτά αδέρφια της. Μαλλιά σαν τον έβενο, δέρμα κατάλευκο, μάτια γαλανά. Δεν ήταν παράξενο που της είχαν βγάλει το παρατσούκλι η «Χιονάτη» κι ας αναστέναζε κάθε φορά που το άκουγε. Μακάρι να ήμουν πριγκιποπούλα, να περιφερόμουν όλη μέρα στο δάσος και να μιλάω με τα ζώα, παραπονιόταν από μέσα της, μα ποτέ δεν το εξέφραζε. Πιο πολύ σαν Σταχτοπούτα αισθανόταν. Ήταν δεκαπέντε χρόνων όταν έχασαν τους γονείς τους κι έμειναν με τη θεία Ευτέρπη. Κανείς τους δεν τη συμπαθούσε. Γι’ αυτό και μόλις η Λευκή ενηλικιώθηκε, έγινε εκείνη ο κηδεμόνας τους κι επέστρεψαν στο πατρικό τους. Δούλευε όπου μπορούσε για να μην τους λείψει τίποτα. Είχε τρίψει σκάλες εταιρειών, είχε παραδώσει καφέδες σε γραφεία μεγαλοστελεχών, είχε τακτοποιήσει ρούχα σε ράφια μαγαζιών που δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί ν’ αγοράσει, είχε φορέσει παπούτσια σε πόδια καλών κυριών που καμάρωναν, λες και πρόβαραν το γυάλινο γοβάκι.
Απ’ όταν έφυγε ο πιο φιλόδοξος «νάνος» της οικογένειας -ο ένας από τα τρίδυμα- για να σπουδάσει στην Πάτρα κι οι άλλοι δυο έπιασαν δουλειά για να βοηθούν με τα έξοδα του σπιτιού, η Λευκή μπορούσε επιτέλους ν’ ανασάνει. Είχε ακόμη έξι άντρες να φροντίζει, αλλά ήταν όλοι τους συνεργάσιμοι κι επιμελείς κι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τη διευκολύνουν. Ο πατέρας τούς μιλούσε συχνά για τον επιμερισμό της εργασίας και τη σπουδαιότητά του, από όταν ήταν ακόμη πιτσιρίκια. Τους ορμήνευε να είναι τακτικοί και επαναλάμβανε κάθε τόσο πως η έξη είναι «δευτέρα φύσις», για να δικαιολογήσει το γιατί δεν τους άφηνε να βλέπουν κάθε μέρα τηλεόραση ή να τρώνε γλυκό. Η μητέρα ακολουθούσε τη φιλοσοφία του, αν και πού και πού τους έδινε κάνα απαγορευμένο σνακ στα κρυφά. «Παιδιά είναι! Άσ’τα να χαρούν» διαμαρτυρόταν, όταν ο πατέρας την έπιανε στα πράσα και τη μάλωνε. Και τι δε θα ‘δινε η Λευκή να έχει έστω τον πατέρα της. Μα η ζωή δεν είναι παραμύθι. Οι γονείς τους δεν υπήρχαν πια. Σκοτώθηκαν ακαριαία σ’ εκείνη τη μοιραία σύγκρουση. Είχε περάσει πολλά βράδια αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι, να κλαίει για τον χαμό τους. Τουλάχιστον, δεν είχε πλέον καμιά «κακιά μητριά» πάνω από το κεφάλι της. Ήταν η κυρία του σπιτιού και τ’ αδέρφια της τη σέβονταν και την αγαπούσαν.
Εκείνη τη μέρα, μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά. Έφαγε κι έβαλε να καθαρίσει το ψυγείο. Ένα γιαούρτι είχε λήξει κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάει να πάρει γάλα. Τα μήλα είχαν σαπίσει. Πάλι δεν τα έφαγαν. Δε θα ξανάπαιρνε από τη λαϊκή κι ας λυπόταν εκείνη τη γριούλα που τα πουλούσε. Φαινόταν τόσο καλή, η καημένη. Ένα μήλο την ημέρα, λένε. Η Λευκή ξεφύσηξε. Μακάρι να έφευγαν κι οι στενοχώριες μ’ ένα μήλο… Πήρε τη σακούλα με τα σκουπίδια, έβαλε στα γρήγορα τα αθλητικά της και βγήκε να την πετάξει στον κάδο. Τελευταία ήταν πολύ χλωμή. Λευκή, όνομα και πράγμα. Τα αδέρφια της γκρίνιαζαν να πάει να κάνει εξετάσεις. Να δει το σίδηρο και τον αιματοκρίτη της. Θα το έκανε κάποια στιγμή.
Έριξε τη σακούλα στον κάδο κι έκανε να γυρίσει. Η νύχτα ήταν ήσυχη απόψε. Στάθηκε για λίγο να την απολαύσει, πριν χωθεί ξανά στις δουλειές. Πόσο θα ήθελε ένα ποτήρι μηλίτη! Να το πάλι το μήλο! Μπα σε καλό του! Πριν προλάβει να χαμογελάσει με τη σκέψη της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Σαν το αίμα να άδειασε από μέσα της, λιποθύμησε. Για καλή της τύχη, ένας περαστικός την είδε κι έτρεξε να βοηθήσει. Αφού τη συνέφερε, η Λευκή σηκώθηκε και τον ευχαρίστησε. Ο ξένος τη συνόδεψε ως την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι, για να βεβαιωθεί ότι κάποιος θα την παραλάβει και θα την προσέξει. Τα αδέρφια της ανησύχησαν.
«Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε…»
«Βασιλόπουλος. Είμαι γιατρός και έχω το παθολογικό ιατρείο, εδώ πιο κάτω» εξήγησε ο νέος.
Τα αδέρφια της Λευκής τον προσκάλεσαν μέσα και τον παρακάλεσαν να την εξετάσει. Είχε μαζί του την τσάντα του, μιας και επέστρεφε από κατ’ οίκον επισκέψεις. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, της πήρε τον σφυγμό και την πίεση, την ακροάστηκε και της σύστησε ξεκούραση. Της έδωσε και την κάρτα του για να τον επισκεφθεί στο ιατρείο του να της γράψει εξετάσεις. Τώρα δε θα είχε δικαιολογία ότι δεν προλάβαινε. Τα αδέρφια της δε θα την άφηναν σε ησυχία αν δεν πήγαινε.
Η Λευκή έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται τον γιατρό λίγο πριν κοιμηθεί. Ήταν νέος, όμορφος, επιτυχημένος. Και τον έλεγαν και Βασιλόπουλο! Σαν να της έκανε πλάκα η ζωή ή να προσπαθούσε να την πείσει να πιστέψει στα παραμύθια. Μα η Λευκή δεν ήταν πια μικρό κοριτσάκι. Απ’ όταν έπαψε ν’ αποκοιμιέται με τη γλυκιά φωνή της μαμάς της να της αφηγείται «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είχε συναντήσει πολλά επίδοξα βασιλόπουλα. Την είχαν φλερτάρει εν ώρα εργασίας, την είχαν παρενοχλήσει μέσα σε πέραν πάσης υποψίας γραφεία, της είχαν μιλήσει πρόστυχα ενώ γυρνούσε από τη δουλειά, την είχαν ακολουθήσει ως την πόρτα. Έφτασε σε σημείο να μη θέλει να δει άντρα στα μάτια της. Τους είχε σιχαθεί. Τους έβλεπε πώς θώπευαν αδιάκριτα το σώμα της με τα αδηφάγα μάτια τους, πώς ξερογλείφονταν μόλις περνούσε από δίπλα τους, πώς την άγγιζαν δήθεν τυχαία χωρίς τη συγκατάθεσή της. Για εκείνους ήταν απλά ένα άβουλο καλοσχηματισμένο κομμάτι κρέας, με το οποίο ποθούσαν να ικανοποιήσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους. Ακόμα και σε ευγενικούς νέους που την είχαν πλησιάσει, έκοβε αμέσως τον αέρα. Δεν περίμενε κανέναν πρίγκιπα με άσπρο άλογο να την βγάλει από τον λήθαργο της πραγματικότητας. Ό,τι έκανε, το έκανε με τις δικές της δυνάμεις, με τη δική της αξία και αξιοπρέπεια. Δεν ήθελε δεσμεύσεις. Προτιμούσε να πεθάνει, παρά να υποταχθεί σ’ έναν άντρα για ένα φιλί.
Όμως, γιατί τον σκεφτόταν; Τι διαφορετικό είχε αυτός ο ξένος; Κάτι στα μάτια του, στο απαλό και διακριτικό του άγγιγμα, της έλεγε πως εκείνος δε θα της φερόταν ποτέ με αγένεια ή ασέβεια. Μπορούσε να εμπιστευθεί τη διαίσθησή της; Μα πόσο ανόητη ήταν! Ήταν απλά ένας γιατρός που την εξέτασε ως ασθενή. Γιατί η σκέψη της έτρεχε τόσο; Ή μήπως ήταν η καρδιά της που χτυπούσε πιο δυνατά;
Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το πρωί, ήταν τόσο αφηρημένη που μπέρδεψε τα πρωινά, αναποδογύρισε μια κανάτα με χυμό και παραλίγο να κάψει μια μπλούζα που σιδέρωνε! Τι της συνέβαινε; Δε θυμόταν κανένα παραμύθι να μιλά για έρωτα. Ένα φιλί κι ύστερα γάμος με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν ο φτερωτός θεός να ήταν από άλλη ιστορία. Τον έβλεπε τώρα που την τριγυρνούσε, μα όχι για να της ρίξει το βέλος του. Κάτι άλλο έψαχνε. Το μήλο! Ήθελε να της πάρει το μήλο! Το καταραμένο μήλο που έδιωχνε την αγάπη από τη ζωή της. Η Λευκή άπλωσε το χέρι και του το έδωσε πρόθυμα.
Το απόγευμα πήγε από το ιατρείο. Αυτό το παραμύθι, ήταν αποφασισμένη να το ζήσει.



