Φέτος της το είχε υποσχεθεί. Θα πήγαιναν στο καρναβάλι. Η μικρή δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Έτρεξε αμέσως στη ντουλάπα της να ψάξει τι θα φορέσει. Δοκίμασε τις παλιές της στολές, αλλά καμία δεν της έκανε. Είχε γίνει πια ολόκληρη κοπέλα. Ο Μάνος την καθησύχασε πως θα πήγαιναν ν’ αγοράσουν καινούρια. Κάτι που δε σκόπευε, φυσικά, να κάνει για τον εαυτό του.
Ανέβηκε στο πατάρι και βρήκε το μικρό μπαούλο που φύλαγαν με τη Ναταλία τις στολές. Το κατέβασε κι έκατσε μπροστά του οκλαδόν, διστάζοντας να το ανοίξει. Έχουν ένα κακό συνήθειο τα παλιά μπαούλα, μαζί με τα πράγματα να φυλάνε μέσα τους κι αναμνήσεις. Κι όσο τα αντικείμενα παλιώνουν, τόσο εκείνες μένουν ζωντανές και απειλούν να πνίξουν όποιον ανοίξει το καπάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το σήκωσε. Πάνω πάνω, η στολή κλόουν της Ναταλίας. Η αγαπημένη της. Ούτε ντίσκο ντίβες, ούτε σέξι αστυνομικίνες, ούτε τίποτα «πολύ θηλυκό» δεν τις άρεσε. «Οι Απόκριες είναι για να σκορπάμε γέλιο, όχι για να επιδεικνύουμε τ’ απωθημένα μας» δήλωνε με πάθος όποτε την πείραζε για τη στολή. Είχε πράγματι ταλέντο στο να κάνει τον κόσμο να γελάει. Ήταν η προσωποποίηση της χαράς. Μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε ν’ αγοράσει άλλη περούκα. Στον Θεό σου! Φορούσε τα κοκκινα σγουρά μαλλιά του κλόουν το κατακαλόκαιρο και όσο τη βαστούσαν τα πόδια της, τριγύριζε μέσα στο νοσοκομείο κι έκανε αστείες γκριμάτσες σε ανυποψίαστους ασθενείς, προκαλώντας αυθόρμητα χαχανητά που γέμιζαν τον αποστειρωμένο χώρο με μαγικό ηχόχρώμα. Ακόμα κι όταν την επισκεπτόταν η Αριάδνη, μ’ αυτήν την υποδεχόταν.
«Η μαμά είναι κλόουν!» φώναξε την πρώτη φορά που την είδε στο κρεβάτι του θαλάμου. Στο μικρό της παιδικό μυαλό δεν έμειναν ούτε οι όροι στα χέρια, ούτε το λιπόσαρκο κορμί της μητέρας της που έλιωνε λίγο λίγο.
«Η μαμά με κάνει να γελάω τόσο πολύ που πονάει η κοιλίτσα μου!» έλεγε στον Μάνο στο γυρισμό για το σπίτι κι εκείνος κρατούσε τα δάκρυά του και της έσφιγγε το χέρι για να παίρνει δύναμη.
«Έτσι είναι η μαμά, αγάπη μου!»
Πιο κάτω, βρήκε τη στολή κατάδικου που είχε αγοράσει για να κάνει αντίθεση με τον κλόουν. Ήθελε να της πάει κόντρα και να ντυθεί κάτι σκοτεινό, κάτι βαρύ. Μα όσο κι αν προσπάθησε, όλοι το φως της πρόσεχαν. Εκείνος ήταν απλά άλλος ένας μασκαράς. Αυτή θα φορούσε. Ταίριαζε τόσο με την ψυχική του διάθεση.
Την επόμενη μέρα βγήκαν στα μαγαζιά για να ψωνίσει η μικρή. Τίποτα δεν της άρεσε. Το ένα της ξίνιζε, το άλλο της βρώμαγε. Ώσπου την είδε.
«Αυτή θέλω!» φώναξε.
Ο Μάνος έμεινε άφωνος.
«Αυτή τη στολή θέλω! Θα ντυθώ κλόουν, όπως η μαμά!!» δήλωσε η μικρή με σιγουριά.
Δεν της έφερε καμία αντίρρηση. Πήραν τη στολή και γύρισαν στο σπίτι να ντυθούν. Τη βοήθησε να βαφτεί, όπως βαφόταν η μαμά, μ’ ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο και δυο ρόμβους στα μάτια. Μόλις τελείωσαν, ο Μάνος έμεινε να την κοιτάζει.
«Μοιάζω με τη μαμά;»
«Ίδια!!» της είπε με καμάρι και την έκλεισε στην αγκαλιά του.
«Σιγά θα μου χαλάσεις το μακιγιάζ!» του φώναξε κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα. Γέλασαν κι έφυγαν για το καρναβάλι. Εκεί συνάντησαν τους νονούς της μικρής. Η Ξένια κι ο Μιχάλης κοντοστάθηκαν όταν είδαν μια μικρογραφία της Ναταλίας να τρέχει κατά πάνω τους με τα χέρια ανοιχτά. Ο Μιχάλης τη σήκωσε στην αγκαλιά του.
«Να χαρώ εγώ έναν κλόουν!»
«Δεν είμαι ίδια η μαμά;» είπε καμαρωτά κάνοντας μια στροφή για να δείξει τη στολή της.
«Φτυστή!»
Όσο η Ξένια κι ο Μιχάλης γελούσαν με τις αστείες γκριμάτσες της Αριάδνης, ο Μάνος έσυρε την πλαστική μπάλα με την αλυσίδα στο πόδι του και στάθηκε με την πλάτη σε ένα δέντρο να κάνει ένα τσιγάρο. Ανάμεικτα συναισθήματα πάλευαν μέσα του.
«Α ρε Ναταλάκι… πέρασαν κιόλας τρία χρόνια» ψιθύρισε.
«Τη βλέπεις, άραγε, πώς καμαρώνει;»
Ο Μιχάλης τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
«Έλα βαρυποινίτη, πάμε! Θα κάψουν τον καρνάβαλο κι η Αριάδνη ανυπομονεί να το δει!»
Ο κουμπάρος, ντυμένος αστυνομικός, τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν πίσω από τα κορίτσια. Ο κόσμος ξεχυνόταν σαν χείμαρρος από κάθε στενό κι όλοι συγκεντρώνονταν στην πλατεία, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω από το κέντρο της. Εκεί, ο καρνάβαλος, άσχημος και τρομακτικός, βρισκόταν δεμένος πάνω σε ένα παλούκι, περιμένοντας καρτερικά τη μοίρα του. Ο δήμαρχος, ανέβηκε στο βάθρο κι έβγαλε έναν λόγο βαρετό, αλλά ευτυχώς σύντομο. Ύστερα πλησίασαν δυο τρεις μασκαράδες με δαδιά κι άναψαν τον πρωταγωνιστή της ημέρας. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν κι αγκάλιασαν το υφασμάτινο κορμί που έλιωνε με κάθε τσιτσίρισμα. Ο κόσμος χειροκροτούσε και χόρευε τριγύρω πανηγυρίζοντας το τέλος της Αποκριάς. Η Αριάδνη παρακολουθούσε ενθουσιασμένη.
«Κοίτα, μπαμπά, κοίτα!»
Ο Μάνος κοιτούσε αποχαυνωμένος τη φωτιά. Όσο θέριευε, τόσο καιγόταν μέσα του. Είχε γίνει ένα με τον δύσμοιρο καρνάβαλο, που όλοι είχαν βαλθεί να του στερήσουν το γέλιο. Πώς γίνεται το γέλιο να πεθαίνει; Γιατί; Πού θα ξανάβρισκε το δικό του;
«Μπαμπά!»
Γύρισε απότομα προς τον μικρό κλόουν δίπλα του.
«Γέλα, μπαμπά! Γέλα!»



