Tag

διήγημα

Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές

5 Απριλίου, 2026

Άνθισαν οι πασχαλιές. Τα μωβ λουλούδια τους αναδίδουν μια μεθυστική ευωδία, καθώς κρέμονται σαν άνθινα τσαμπιά πάνω στα κλαδιά του λυγερόκορμου δέντρου. Χθες, έκοψε μερικά και τώρα κοσμούν το τραπέζι της αυλής, πλάι στα εξίσου εύοσμα κρινάκια. Εκεί κάθεται τώρα και ξεκουράζει τα πόδια της. Αφήνει το βλέμμα της να πλαγιάσει πάνω στην ομορφιά της φύσης και ρουφά αχόρταγα εικόνες και χρώματα. Τι κι αν αυτό το τοπίο το βλέπει 50 χρόνια τώρα; Ποτέ δεν είναι το ίδιο. Αυτή είναι η μαγεία του. Την άνοιξη γίνεται πολύχρωμο, το καλοκαίρι καταπράσινο, το φθινόπωρο βάφεται γήινο και τον χειμώνα μένει ξερό κι αφυδατωμένο, σαν το πρόσωπό της.

Δεν την πειράζει που ρυτίδιασε. Ούτε που διανύει πια τον χειμώνα της ζωής της. Ήταν μια όμορφη ζωή. Γάμος, παιδιά, εγγόνια. Τους περιμένει όλους για το Πάσχα που πλησιάζει. «Πάσχα στο χωριό» το λένε στην πρωτεύουσα κι η Δάφνη χαμογελάει που τα παιδιά της νιώθουν πια πρωτευουσιάνοι κι ας μεγάλωσαν στην επαρχία. Ανυπομονεί να δει τα εγγόνια της, τα μικρά και τα μεγάλα. Να βάψει μαζί τους κόκκινα αβγά και ροζ και μπλε και πράσινα, να της δείξουν με καμάρι τις λαμπάδες που τους πήραν οι νονοί και οι νονές τους, να ζυμώσουν κουλούρια και να καμαρώσει τα χεράκια τους να τα πλάθουν σε πλεξούδες, σαλιγκαράκια και βαρκούλες. Όταν έρχονται, το σπίτι γεμίζει φωνές, μυρωδιές κι αγκαλιές.

Από τότε που έφυγε ο Κοσμάς για το μακρύ ταξίδι, της στοίχισε η μοναξιά. Η μόνη της συντροφιά είναι οι τετράποδοι φίλοι της˙ οι γάτες της, η Ριρίκα και ο Ψιψής και τα δυο κυνηγόσκυλα, ο Παναγής κι ο Κωστίκας. Τους μιλά σαν να ‘ταν άνθρωποι κι εκείνα την καταλαβαίνουν τα άτιμα και την ακολουθούν παντού. Της λείπει όμως η ανθρώπινη λαλιά. Να πει μια κουβέντα να ξεδώσει το μυαλό της. Με τα ζωντανά τι να συζητήσει; Τα γειτονικά σπίτια δεν είναι κοντά κι όλα τους κατοικούνται από νέα ζευγάρια που παράτησαν την πόλη για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Με κάνα δυο έχει καλές σχέσεις. «Γιαγιά Δάφνη» τη φωνάζουν όποτε περνούν μπροστά από το σπίτι της και πάντα τη ρωτούν μήπως χρειάζεται κάτι από το χωριό. Καλά παιδιά, δεν έχει παράπονο. Αλλά έχουν κι αυτά τις δουλειές τους.

Τι όμορφη που ‘ναι η πασχαλιά! Θυμάται τότε που τη φύτεψαν με τον Κοσμά. Εκείνος της έλεγε να βάλουν κάνα δέντρο που να δίνει καρπούς, αν ήθελαν λουλούδια φύτευαν και στη γλάστρα. Η Δάφνη όμως ήταν ανένδοτη.

«Όταν ανθίσουν το Πάσχα και στολίσουν τον κήπο, θα σου αρέσει!»

«Κι αυτό το μωβ, βρε παιδί μου, που έχουν. Πένθιμο χρώμα».

«Τι ήθελες να φυτέψουμε για το Πάσχα, χριστιανέ μου; Κόκκινες τουλίπες; Κάτι ξέρει το δέντρο και τα βάφει πένθιμα. Τα θεία πάθη τιμούμε».

«Δεν έχεις κι άδικο».

Έτσι φυτεύτηκε η πρώτη πασχαλιά. Μετά ήρθε και δεύτερη, ίσα για να μη νιώθει μόνη η πρώτη.

«Κι άλλη θα βάλουμε;»

«Μα κοίτα ετούτη πώς έπιασε! Κι έπειτα, εμείς δυο δεν είμαστε; Μια για τον έναν μια για τον άλλον».

Πάλι της έκανε το χατίρι και φυτεύτηκε κι η δεύτερη.

Όποτε τις βλέπει να στέκουν η μια δίπλα στην άλλη, φορτωμένες με τα μαβιά καλούδια τους, τον θυμάται τον Κοσμά και τα όμορφα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ήσυχος άνθρωπος, καλοκάγαθος ήταν. Καλός πατέρας και σύζυγος, συνεπής στις υποχρεώσεις του, εργατικός και φιλόξενος. Είχαν κάνει τραπέζια με θέα τις πασχαλιές ουκ ολίγα! Και δώσ’ του να κερνάει τους καλεσμένους κρασί και να γυρνάει το αρνί στη σούβλα. Η Δάφνη πηγαινοερχόταν στην κουζίνα να κόψει τυρί, σαλάτα, να φέρει μεζεδάκια για τον ψήστη και τη συντροφιά, να προσφέρει αβγά για τσούγκρισμα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, πάντα το δικό της αβγό έμενε ανέπαφο. «Ξύλινο έχεις πάρει και μας κερδίζεις κάθε χρόνο, κυρά μου;» την πείραζε ο Κοσμάς κι έσκαγε στα γέλια. «Αλλά ξέχασα. Εσύ έχεις πάντα δίκιο. Γι’ αυτό και τ’ αβγό σου δεν καταδέχεται να χάσει!»

Τι ωραία χρόνια! Πέντε χρόνια τώρα που τον έχασε, τον νοσταλγεί κάθε χρονιά και περισσότερο. Κι αυτές οι Πασχαλιές, τόσο όμορφες μαζί, πώς να τις χωρίσεις; Δεν αργεί όμως ο καιρός που θ’ αγγίξουν ξανά τα κλαδιά τους. Η Δάφνη το ξέρει. Το διαισθάνεται. Όχι όμως φέτος. Φέτος, περιμένει πάλι τα παιδιά της. Μα να τα! Ακούει τ’ αυτοκίνητα να σταματάνε έξω από την αυλή. Η πόρτα ανοίγει και τα εγγόνια τρέχουν να την αγκαλιάσουν.

«Τι μυρίζει έτσι όμορφα, γιαγιά;»

«Οι πασχαλιές, παιδί μου! Άνθισαν οι πασχαλιές!»

Περασμένα ξεχασμένα

29 Μαρτίου, 2026

Φέτος δε θα ερχόταν η νονά. Ο Στάθης το πήρε απόφαση πια. Απ’ όταν τσακώθηκαν με τη μαμά, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την ξαναδεί. Ήλπιζε πως θα του τηλεφωνούσε να τον ρωτήσει τι κάνει, πώς τα πήγε στο σχολείο, αν κέρδισαν με την ομάδα ποδοσφαίρου στους αγώνες. Όλα αυτά που τον ρωτούσε με ενδιαφέρον μέχρι τώρα και μοιραζόταν μαζί της σαν να ήταν κολλητοί. Μα τίποτα. Εξαφανίστηκε από τη ζωή του απότομα κι ο Στάθης έμεινε ν’ αναρωτιέται μήπως έφταιξε σε κάτι κι αυτός. Μήπως τη στενοχώρησε. Η μαμά τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε κάνει τίποτα κακό και τον καθησύχασε ότι θα του έπαιρνε εκείνη και λαμπάδα και δώρο και αβγό και τσουρέκι κι όλα. Μα για τον Στάθη, δεν ήταν τα δώρα το θέμα.

Του έλειπε η νονά. Ήθελε να της πει για τα καινούρια *brainrot και να την ακούσει να γελάει με τα περίεργα ονόματα, όπως τότε που της είχε δείξει για πρώτη φορά τον Tralalero tralala, τον καρχαρία με τα τρία αθλητικά παπούτσια.

«Έλα Χριστέ και Παναγιά! Τι είναι αυτό;» είχε αναφωνήσει έκπληκτη, κάνοντάς τον να ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Ήταν τόσο αστεία η νονά! Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν ο διαγωνισμός γκριμάτσας. Όποιος πετύχαινε την καλύτερη, γαργαλούσε τον άλλον μέχρι τελικής πτώσης! Οι δονήσεις του γέλιου έκαναν την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά κι ένιωθε πιο ζωντανός κι από την ώρα της προπόνησης.

Με τη νονά άνοιγαν οι ορίζοντές του. Όχι τόσο επειδή ήταν δασκάλα κι όλο και κάτι τον μάθαινε, αλλά κυρίως γιατί ήξερε πώς να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Συχνά του πέταγε, δήθεν τυχαία, φράσεις που είχε ακούσει από μαθητές της, έπαιρνε το καπέλο του, το φορούσε ανάποδα με ύφος αμερικανού ράπερ και σκάρωνε στιχάκια. Ο Στάθης την ακολουθούσε σ’ αυτή τη –σχεδόν μουσική– στιχομυθία, μέχρι που έγραφαν ολόκληρα τραγούδια. Τα είχε κρατήσει όλα σ’ ένα τετράδιο για να τα θυμούνται. Η μαμά έλεγε πως αυτό τον είχε βοηθήσει να βελτιωθεί στην έκθεση, αν κι εκείνος δεν κατάλαβε ποτέ το πώς και το γιατί. Ήταν pro η νονά αναμφίβολα! Και τον πήγαινε και στα καλύτερα εστιατόρια! Μαζί της δοκίμασε για πρώτη φορά μανιτάρια αλά κρεμ κι έγινε το αγαπημένο του φαγητό. Η μαμά, που ήξερε πόσο παράξενος ήταν, είχε μείνει άναυδη όταν το άκουσε.

Τι όμορφες αναμνήσεις! σκεφτόταν. Μα ύστερα το χαμόγελο έσβηνε από τα χείλη του κι  η στενοχώρια τσιμπούσε την καρδιά του και την έκανε να πονάει. Κάθε βράδυ προσευχόταν ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Να τα βρουν η μαμά κι η νονά. Πόσο σοβαρό μπορεί να ήταν πια αυτό που συνέβη; Κι εκείνος τσακωνόταν με τους φίλους του, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκανε. Η φιλία, του έλεγαν οι γονείς του, είναι σεβασμός και αγάπη. Πώς έπαψαν ξαφνικά η μαμά κι η νονά ν’ αγαπιούνται; Γιατί δεν του εξηγούσε κανείς; Η μυστικοπάθεια των μεγάλων τον εκνεύριζε τόσο πολύ!

Την Παρασκευή που θα έκλειναν τα σχολεία για Πάσχα, θα πήγαιναν για πρώτη φορά για λαμπάδα χωρίς τη νονά. Το προηγούμενο βράδυ, ενώ οι γονείς του νόμιζαν πως είχε πάει για ύπνο, ο Στάθης μισάνοιξε την πόρτα του δωματίου του κι έστησε αυτί. Υποψιαζόταν ότι κάτι θα έλεγαν για εκείνην κι έπεσε μέσα.

«Η Εύα πήρε κάνα τηλέφωνο;»

«Είσαι τρελός; Δεν πρόκειται να ξαναπάρει».

«Έλεγα μήπως πήρε για τον μικρό. Πέρασε τόσος καιρός από τον τσακωμό σας. Περασμένα ξεχασμένα πια!»

«Δεν είναι ξεχασμένα καθόλου, Χρήστο. Ξεχνάς δηλαδή ότι με κατηγόρησε πως ήξερα για την παράνομη σχέση του Κώστα και δεν της είπα τίποτα;»

«Εντάξει, μωρέ Ρένα, τώρα. Ήταν κι εκείνη σοκαρισμένη κι έψαχνε από κάπου να πιαστεί. Δε χωνεύεται εύκολα το κέρατο».

«Κι εγώ τι φταίω; Να θέλω να συμπαρασταθώ και να τ’ ακούω κι από πάνω; Με συγχωρείς, αλλά δε θα πάρω».

«Δηλαδή δε θα μπορούσατε να τα ξαναβρείτε; Για χάρη του μικρού! Τόσα χρόνια φίλες ήσασταν!»

«Ήμασταν, αλλά με πλήγωσε η συμπεριφορά της. Ακόμα κι αν ήξερα κάτι για τον Κώστα, θα ήταν εύκολο να πάω να της πω, ξέρεις ο σύντροφός σου το και το;»

«Δε θα ήταν, αλλά θα το έκανες όπως θα ήθελες να το κάνει κι εκείνη για σένα».

«Αυτό ισχύει».

«Γι’ αυτό σου λέω… πάρε ένα τηλέφωνο. Να δεις τι κάνει για αρχή. Για τον Στάθη. Ξέρεις πόσο την αγαπάει».

«Ξέρω. Νομίζεις δεν το σκέφτομαι; Αχώριστοι ήταν. Αλλά κι αυτή έπρεπε να κόψει επαφή και με το παιδί;».

«Ακούς τι λες; Έχει το παιδί κινητό; Αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί του, θα έπρεπε να πάρει εσένα. Ή θα σου άρεσε να κάνει κάτι κρυφά;»

«Έχεις δίκιο. Θα την πάρω το πρωί».

Ο Στάθης σήκωσε τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φώναξε ένα ψιθυριστό “YES”. Μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί χαρούμενος.

Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε από το σχολείο, τον περίμενε μια έκπληξη. Η νονά ήταν εκεί! Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά της. Τα χέρια του που την έσφιγγαν δυνατά, έλεγαν όσα είχε κρατήσει μέσα του τόσον καιρό. Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε μαζί για τη λαμπάδα, όπως κάθε χρόνο. Ο Στάθης φώναξε “Yes” –δυνατά αυτή τη φορά– και πήγε στο δωμάτιο ν’ αφήσει την τσάντα του. Όλα είχαν γίνει όπως πρώτα.

«Σ’ ευχαριστώ, Εύα μου».

«Μην το συζητάς! Χαρά μου είναι να είμαι μαζί του και το ξέρεις».

«Κι εμείς; Είμαστε καλά; Με πιστεύεις τώρα;»

Η Εύα πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.

«Σε πιστεύω, ρε χαζό! Περασμένα ξεχασμένα!»

Η Ρένα ανταπέδωσε την αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή, ο Στάθης επέστρεψε στο σαλόνι, αντικρίζοντας ένα θέαμα, ίαμα για την καρδούλα του. Οι προσευχές του είχαν εισακουστεί!

*Italian brainrot είναι ένα μείγμα από πλάσματα που δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη, περίεργα ονόματα και φωνές και είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στα παιδιά.

Έγκλημα και μαρμελάδα φράουλα

22 Μαρτίου, 2026

Ήταν το πρώτο φονικό στο χωριό. Κανείς δε θα περίμενε πως όλοι θα υπερασπίζονταν τον δολοφόνο, μα τους ήταν σχετικά εύκολο να διαλέξουν πλευρά. Με τον θάνατο, οι ρόλοι του θύματος και του θύτη αντιστράφηκαν, αλλά οι κάτοικοι, που είχαν ζήσει από κοντά τα γεγονότα, ήξεραν ποιος είναι ποιος και ποιος έκανε τι. Το μαχαίρι βρέθηκε στο χέρι της, ενώ ακόμα κοιτούσε το κακό που είχε κάνει. Του είχε ορμήξει και το είχε χώσει κατάστηθα, εκεί που ήξερε πως δεν υπήρχε καρδιά. Ποτέ δεν την αγάπησε. Ποτέ δεν της είπε έναν καλό λόγο. Το μόνο που είχε γνωρίσει από εκείνον ήταν η δύναμη των χεριών του, όπως έσφιγγαν τον λαιμό της και την άφηναν ύστερα να πασχίζει για να ξαναβρεί την ανάσα της.

Μια τρικυμισμένη θάλασσα ήταν ο Κωστής, που όποτε του κάπνιζε την έπνιγε και την πετούσε στα βράχια κι όποτε ήταν ήρεμος εξαφανιζόταν από τον ορίζοντα κι ούτε που τον ένοιαζε τι έκανε. Η στειρότητα του είχε κοστίσει. Άκαρπος σαν το δέντρο που είναι καταδικασμένο να μαραίνει τα άνθη του, αφού ξέρει πως ποτέ δε θα γίνουν καρποί. Δεν την άντεχε αυτήν την τιμωρία της μοίρας και την έριχνε όλη στη Μαρία.

Δεν του είχε ζητήσει να κάνουν παιδιά. Από όταν οι προσπάθειες τους αποδείχτηκαν μάταιες, δεν του μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Δεν τολμούσε να του προτείνει να πάει για εξετάσεις στην πόλη. Για υιοθεσία δε, ούτε κουβέντα. Ήξερε την απάντηση. «Να βάλω εγώ μούλικο μέσα στο σπίτι μου; Και τι είμαι για να μαζεύω τα σκουπίδια του ενός και τ’ αλλουνού;» Εκείνη λαχταρούσε ένα παιδάκι. Τη στοργή που δεν της έδινε ο Κωστής θα τη χάριζε όλη σ’ εκείνο.

Τότε, σαν από μηχανής Θεός, μπήκε στη ζωή της ο Φώτης. Σπουδαγμένος στην Αθήνα, είχε γυρίσει στο χωριό του να διδάξει τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου. Τη γνώρισε στον Σύλλογο Γυναικών, που πήγαινε πού και πού ν’ αφήσει τις μαρμελάδες της. Η φράουλα ήταν η πιο περιζήτητη. Ο Σύλλογος μαζί με το διδακτικό προσωπικό του σχολείου –δυο δασκάλους, δηλαδή, όλους κι όλους– είχαν οργανώσει ένα πρωτευουσιάνικο bazar και την είχαν καλέσει να προωθήσει τις μαρμελάδες της. Ο Κωστής παραδόξως την άφησε. Θα ήταν στις μπουνάτσες του, φαίνεται. Ο Φώτης την πλησίασε για να την ευχαριστήσει κι εκείνη του έδωσε να δοκιμάσει λίγη από τη μαρμελάδα της, που τόσο προσεκτικά είχε σερβίρει σε μικρά πιατάκια με πλαστικό κουταλάκι. Μεθυσμένος από τη μυρωδιά της φράουλας, αλλά και τα μάτια της Μαρίας, ο Φώτης γλύκανε τα χείλη του και υποσχέθηκε μέσα του να γλυκάνει και την καρδιά της.

Άρχισαν να βλέπονται κρυφά στην αποθήκη του σχολείου. Ο Φώτης έλειπε χρόνια από το χωριό και δεν είχε συναίσθηση τι κίνδυνο ενείχε το να συναναστρέφεται με τη γυναίκα του Κωστή. Τυφλωμένος από τον έρωτα, άφηνε την καρδιά του όλο και πιο ελεύθερη στα χέρια αυτής της γυναίκας που τον κοίταζε σαν θεό. Τα καταγάλανα, σαν την ήρεμη θάλασσα, μάτια του την ταξίδευαν και τα χέρια του την έκαναν ν’ αναριγεί. Έτσι ήταν ο έρωτας λοιπόν; Στο μυαλό της Μαρίας καρφώθηκε η πιο επικίνδυνη ιδέα. Να γεννήσει το παιδί του. Βεβαιώθηκε για την επιθυμία της, ένα βράδυ που ο Κωστής γύρισε πιωμένος και της έσκισε τα ρούχα για να την κάνει κτήμα του, λες κι ήταν ένα από τα χωράφια του που ήθελε όργωμα. «Τελευταία φορά» επαναλάμβανε από μέσα της όσο εκείνος έσβηνε τον πόθο του στο κορμί της.

Την επόμενη μέρα, κανόνισε ραντεβού με τον Φώτη. Εκείνος την υποδέχτηκε με λουλούδια στα χέρια. Κάθισαν στο ημίφως και της διάβασε ποίηση. Οι λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη του της ξυπνούσαν συναισθήματα πρωτόγνωρα. «Πόση ομορφιά υπάρχει στον κόσμο, Θέε μου» σκεφτόταν και ρουφούσε η ψυχή της εικόνες και νοήματα. Το λάτρευε το σχολείο η Μαρία, αλλά δεν την άφησαν να μορφωθεί. Ο πατέρας της την πάντρεψε με τον Κωστή από τα δεκαεφτά της για να φύγει από το σπίτι. «Ένα παιδί λιγότερο, η τσέπη ελαφρύτερη» έλεγε. Ο Φώτης τής άνοιξε ορίζοντες και της έδειξε έναν δρόμο γεμάτο ομορφιά. Διάβαζε στα κρυφά τα βιβλία που της έδινε και σημείωνε πάνω τους όσα ήθελε να τον ρωτήσει. Η σχέση τους είχε γίνει κάτι παραπάνω από έρωτας.

Εκείνη την ημέρα έγινε ολοκληρωτικά δική του. Δεν είχε πάρει καμία προφύλαξη, μα δεν του το είπε. Έτρεμε η ψυχή της. Μην τυχόν δε δεχτεί, μην την κατηγορήσει, μην το μάθει ο Κωστής. Μα πώς δε θα το μάθαινε; Όταν η κοιλιά της θα φούσκωνε, τι θα του έλεγε; Θα τη σκότωνε το δίχως άλλο. Έπρεπε να το πει στον Φώτη. Να έχει έναν σύμμαχο. Έναν προστάτη. Κι αν της τον σκότωνε κι αυτόν; Αυτό η καρδιά της δε θα το άντεχε. Τότε πήρε την απόφαση. Θα σήκωνε ανάστημα για πρώτη φορά και θα υπερασπιζόταν όσα της ανήκαν με όποιο κόστος.

Δυο μήνες μετά, αφού σιγουρεύτηκε για το παιδί στα σπλάχνα της, στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε επίμονα.

«Τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς έτσι; Για χαμήλωσε το βλέμμα σου για θα ‘χουμε κακά ξεμπερδέματα!»

«Είμαι έγκυος».

«Τι;»

«Αυτό που άκουσες. Είμαι έγκυος».

Ο Κωστής σηκώθηκε και άρχισε να περπατά πέρα δώθε.

«Μα πώς αφού εγώ δεν…Θαύμα; Έγινε το θαύμα!»

«Δεν είναι δικό σου».

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε μεμιάς. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες θυμού.

«Τι πήγες κι έκανες, μωρή;»

«Αυτό που δεν είσαι ικανός να κάνεις του λόγου σου».

Το πρώτο χαστούκι έπεσε με φόρα. Δεύτερο δεν πρόλαβε να της δώσει. Τον κάρφωσε με το μαχαίρι που κρατούσε κρυμμένο πίσω από την πλάτη της. Το παιδί αυτό θα το κρατούσε πάση θυσία. Δε θα άφηνε κανέναν να απλώσει χέρι επάνω του. Η κραυγή της ακούστηκε σ’ όλη τη γειτονιά. Στεκόταν και τον κοιτούσε, χωρίς να πιστεύει αλλά ούτε και να μετανιώνει αυτό που μόλις είχε κάνει. Οι γείτονες έτρεξαν, της πήραν το μαχαίρι από το χέρι και την έβαλαν να καθίσει. Οι γυναίκες την αγκάλιασαν και την παρηγορούσαν.

«Καλά του ‘κανες κόρη μου! Νυσάφι πια!» Μα μέσα τους έκλαιγαν που δεν είχαν προλάβει το φονικό. Που δεν είχαν σώσει το κορίτσι νωρίτερα.

Σε λίγο έφτασε κι ο αρχιφύλακας. Όταν ρώτησε τι συνέβη, πετάχτηκε ο κυρ–Γιώργης, γηραιότερος της γειτονιάς.

«Τι τα σκαλίζεις, κυρ–αρχιφύλακα; Του ‘στριψε του Κωστή κι έμπηξε το μαχαίρι κατάστηθα!»

«Ο Κωστής αυτοκτόνησε;» ρώτησε επιφυλακτικά ο αρχιφύλακας. «Για πες μου εσύ, Μαρία. Τι έγινε;»

«Του είπα ότι είμαι έγκυος» ομολόγησε η κοπέλα.

«Έγκυος!» φώναξαν έκπληκτες οι γυναίκες.

«Θαύμα, κυρ–αρχιφύλακα! Θαύμα!» αναφώνησε ο κυρ–Γιώργης. «Μου το ‘χε ομολογήσει εμένα το κορίτσι. Φοβόταν να του το πει, μην την παρεξηγήσει κι αρχίσει πάλι τα δικά του. Ξέρεις τώρα».

«Θαύμα! Θαύμα!» επιβεβαίωσαν κι οι γυναίκες κι άρχισαν δήθεν να σταυροκοπιούνται.

«Έτσι είναι, Μαρία;»

Η κοπέλα ένευσε καταφατικά και χαμήλωσε τα μάτια.

«Και τότε γιατί σκοτώθηκε;» απόρησε ο αρχιφύλακας.

«Ντιπ δεν καταλαβαίνεις, κυρ–αστυνόμε μου;» πετάχτηκε η Μαρίκα, η φουρνάρισσα. «Σου λέει δεν την πίστεψε, θόλωσε το μυαλό του από τη λαχτάρα και τον πόνο, βούτηξε το μαχαίρι και χρατς!»

Ο αρχιφύλακας, που δεν είχε πάρει στιγμή τα μάτια του από τη Μαρία, ίσιωσε το καπέλο του. «Μάλιστα. Θα τα αναφέρω όλα στα κεντρικά ακριβώς όπως μου τα ’πατε. Εντάξει, Μαρία;»

Η κοπέλα έσκυψε μπροστά του και του φίλησε τα χέρια.

«Για παπά με πέρασες, χριστιανή μου; Τράβα κανόνισε τα της κηδείας και ό,τι χρειαστεί να μας πεις κι εμάς. Μητέρα μόνη θα είσαι τώρα, θα έχεις έξοδα. Δε θα σ΄ αφήσουμε έτσι».

Το φονικό σκεπάστηκε, οι τύψεις καταλάγιασαν κι ο Φώτης –που τα έμαθε όλα τελευταίος– έτρεξε να σταθεί δίπλα της. Επτά μήνες μετά, η Μαρία γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι με καταγάλανα μάτια. Στο ετήσιο μνημόσυνο, ο κύκλος του πένθους έκλεισε. Την επόμενη κιόλας μέρα, τελέστηκε γάμος και στήθηκε γλέντι τρικούβερτο στο χωριό. Όλοι έπιναν στην υγειά της νεοσύστατης οικογένειας, ενώ πλάι στις μπομπονιέρες, δέσποζαν κόκκινα σαν το αίμα, βάζα γεμάτα με μαρμελάδα φράουλα.

Ένα παράξενο όνειρο

15 Μαρτίου, 2026

«Πού είναι ο Λεβάντες;» ρώτησε με αγωνία η Τραμουντάνα, τυλιγμένη στην κατάλευκη γούνα της.

«Φέρνει άσχημα μαντάτα. Τα πόδια του θα βάρυναν από τη στενοχώρια» απάντησε με έγνοια η Όστρια, όμοια με μαύρη καλλονή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της έπεφταν ως τους ώμους της και το μελαμψό της δέρμα γυάλιζε στον πρωινό ήλιο.

Οι άνεμοι είχαν μαζευτεί για το καθιερωμένο τους συμβούλιο. Κάθε που συνεδρίαζαν, το είχαν παράδοση να παίρνει ο καθένας τη μορφή που έχουν οι άνθρωποι στις χώρες από τις οποίες προέρχονται. Μιλούσαν για τα προβλήματα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, μα τα λόγια δεν ήταν λόγια του αέρα. Καταγράφονταν στα σύννεφα και μεταφέρονταν ύστερα σε κάθε γωνιά της γης, για να ενημερώσουν τον Βασιλιά Ήλιο, το Φεγγάρι, τα βουνά και τη θάλασσα για τα καμώματα των ανθρώπων.

«Ας ξεκινήσουμε» πρότεινε η Τραμουντάνα και τα γαλάζια μάτια της ανοιγόκλεισαν. Πάνω στα ξανθά μαλλιά της, το φως του πολικού αστέρα χόρευε, χαρίζοντάς της χρυσές ανταύγειες. «Τι νέα από τη Δύση, Ζέφυρε;»

Ο Πουνέντες, που προτιμούσε να τον φωνάζουν Ζέφυρο, έκανε ένα βήμα μπροστά. Απ’ όλους τους ανέμους, ήταν εκείνος με την πιο παράξενη μορφή. Με πρόσωπό ηλιοκαμμένο και μαλλιά καστανά, φορούσε ένα κοντομάνικο πουκάμισο γεμάτο λαχούρια. Τα χέρια του ξεπρόβαλαν κατάλευκα από τον αγκώνα και κάτω, το ίδιο και τα πόδια του μέσα από τη μονόχρωμη βερμούδα του. Φορούσε στο ένα πόδι σπορτέξ με αθλητική κάλτσα και στο άλλο μια ξεφτισμένη σαγιονάρα. Στο κεφάλι του είχε ένα μεξικάνικο σομπρέρο και στο λαιμό του κρεμόταν μια βαριά χρυσή αλυσίδα. Απαραίτητα αξεσουάρ του, τα ακριβά γυαλιά ηλίου, ένα χρυσό ρολό και μια φθαρμένη μπάλα ποδοσφαίρου, που κρατούσε αγκαλιά.

«Τα ίδια, κυρά μου. Φτώχεια κι απληστία. Στα μέρη μου, οι άνθρωποι είναι σαν κόκκοι άμμου. Όπου τους φυσήξεις πάνε, αρκεί να μην πατήσεις πάνω τους. Τότε γίνονται θεριά ανήμερα και ξεσκίζουν σάρκες. Μα θα στα πει καλύτερα ο Λεβάντες, όταν έρθει».

«Εσύ, Όστρια;»

Η Όστρια κοίταξε τον Σιρόκο με στοργή. Οι δυο τους ήταν αναμφίβολα το πιο όμορφο ζευγάρι ανέμων, έτσι όπως περιφέρονταν μέσα στην χρυσαφιά αύρα τους, που ήταν φτιαγμένη από άμμο της ερήμου.

«Ούτε εμείς έχουμε νέα, κυρά μου. Οι άνθρωποί μας υποφέρουν, μα το χαμόγελο δε χάνεται από τα χείλη τους. Φυσά πολλή καλοσύνη εκεί κάτω, ανθρωπιά και ταλέντο».

Ο Σιρόκος κούνησε το κεφάλι συγκατανεύοντας. Εκείνη τη στιγμή έφτασε κι ο Λεβάντες, λαχανιασμένος και κατάκοπος.

«Με συγχωρείτε που άργησα. Οι άνθρωποί μου βρίσκονται σε πόλεμο και δέχτηκα πυρά. Βόμβες έσκαγαν πάνω μου, μα δεν κατάφερα να τις σταματήσω. Η τεχνολογία τους έχει ξεφύγει από τις δυνατότητές μας. Είδα μικρά παιδιά να σκοτώνονται. Είδα μανάδες να κλαίνε πάνω από τάφους. Άνθρωποι άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι να βρουν καταφύγιο κι άλλοι, που είχαν την εξουσία στα χέρια τους, φώναζαν κι ορκίζονταν πιο αιματηρή εκδίκηση από αυτή που τους βρήκε».

«Είναι κι οι δικοί μου στο παιχνίδι. Μόνο που πάντα στα δυτικά φυσά η ασφάλεια και οι σφαγές προορίζονται για την ανατολή» εξήγησε ο Ζέφυρος.

«Κατάλαβα» είπε θλιμμένα η Τραμουντάνα. «Δε θ’ αργήσει η στιγμή που θα επέμβουν κι οι δικοί μου. Υπέρμαχοι του πολιτισμού και της προόδου, μα όταν η εξουσία τους καλεί δυσκολεύονται ν’ αγνοήσουν στο κάλεσμα».

Ο Λεβάντες σωριάστηκε σ’ ένα σύννεφο και ίσιωσε το σαρίκι του. Τα λινά του ρούχα ήταν βρώμικα και ταλαιπωρημένα.

«Αν τα όπλα τους έχουν γίνει τόσο ισχυρά, ο ρόλος μας δυστυχώς μένει μονάχα στην παρατήρηση» διαπίστωσε με πικρία η Τραμουντάνα.

«Και θα τους αφήσουμε να σκοτωθούν;» επενέβη η Όστρια.

Μια φωνή ακούστηκε πίσω τους.

«Θεέ μου! Τι όμορφοι που είστε!»

Ήταν ένα μικρό παιδί. Φαινόταν να κατάγεται από τα μέρη της Τραμουντάνας.

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» το ρώτησε ο Ζέφυρος.

«Ε…δεν ξέρω. Έπεσα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ και μόλις έκλεισα τα μάτια μου, βρέθηκα εδώ. Ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε το αγόρι.

«Είμαστε οι Άνεμοι. Καλωσόρισες!» του απευθύνθηκε η Τραμουντάνα. «Πες μας, γνωρίζεις τίποτα για όσα γίνονται αυτήν τη στιγμή στον κόσμο;»

«Ναι. Δηλαδή, όχι πολλά. Ό,τι βλέπω στις ειδήσεις, όταν οι γονείς μου βάζουν τηλεόραση. Δεν έχω καταλάβει, αλλά νιώθω ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει. Άκουσα ότι κάπου σκοτώθηκαν πολλά παιδιά. Έπιασα τη μαμά μου να κλαίει κρυφά στην κουζίνα. Με πήρε χαμπάρι ότι κρυφοκοίταζα, σκούπισε γρήγορα τα μάτια της και με φώναξε να πάω κοντά της. Με έσφιξε στην αγκαλιά της και μου υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά. Καθησυχάστηκα λίγο, αλλά πώς μπορεί να πάνε όλα καλά, αν σκοτώνονται παιδιά;»

Οι Άνεμοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

«Εσύ τι έχεις να προτείνεις;» τον ρώτησε ο Σιρόκος.

«Εγώ; Τι να προτείνω εγώ; Να σταματήσει ο πόλεμος. Αλλά ξέρω πως δεν είναι εύκολο. Οι μεγάλοι είναι πολύ ξεροκέφαλοι. Και μετά λένε για εμάς τα παιδιά. Εμένα αν ένα άλλο παιδί μου πάρει το παιχνίδι θα νευριάσω και μπορεί και να του φωνάξω ή να το σπρώξω. Μετά ντρέπομαι γι’ αυτό που έκανα, αλλά χαίρομαι που έχω ξανά το παιχνίδι μου. Την άλλη μέρα μπορεί να το αφήσω να το πάρει και να μη με νοιάξει ή να παίξουμε και μαζί. Οι μεγάλοι είναι διαφορετικοί».

«Δηλαδή;» απόρησε ο Ζέφυρος.

«Να, οι μεγάλοι θέλουν τα πράγματά τους μόνο για τον εαυτό τους. Δεν ξέρουν να μοιράζονται κι ας απαιτούν από εμάς να το κάνουμε. Αλλά έχω παρατηρήσει και κάτι άλλο. Οι μεγάλοι κλέβουν κιόλας!»

«Τι εννοείς;» επενέβη η Όστρια.

«Δεν τους φτάνουν αυτά που έχουν. Πολλές φορές ζηλεύουν των άλλων κι αν δεν μπορούν να τα έχουν ή τους τα καταστρέφουν ή τα κλέβουν. Το έχω δει να γίνεται στη γειτονιά μας και η μαμά μου εξήγησε πως συμβαίνει καμιά φορά στους μεγάλους. Αυτό νομίζω ότι γίνεται τώρα στον κόσμο. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι».

Η Τραμουντάνα πλησίασε το αγόρι και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Όπως καταλαβαίνετε φίλοι μου, αν κάποιοι σ’ αυτόν τον κόσμο ψυχανεμίζονται τι συμβαίνει, αυτοί είναι τα παιδιά. Αφού, λοιπόν δεν μπορούμε να σταματήσουμε τους μεγάλους, ας προστατεύσουμε αυτά».

Το συμβούλιο λύθηκε. Ο κάθε άνεμος φύσηξε προς την κατεύθυνση που προοριζόταν και το μικρό αγόρι ξύπνησε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τι παράξενο όνειρο!

Το σμαραγδί φόρεμα

7 Μαρτίου, 2026

Κρατούσε ακόμα την κούκλα της σφιχτά. Η άγνωστη γυναίκα την είχε πιάσει από το μπράτσο κι έτρεχε σαν τρελή. Η μικρή Ροξάνα προσπαθούσε να την ακολουθήσει, αποφεύγοντας τις πέτρες που της έκοβαν τον δρόμο. Τα πόδια της πονούσαν κι οι γρατζουνιές στα χέρια της την έτσουζαν. Τούφες από τα μαύρα της μαλλιά έμπαιναν στα μάτια της και την εμπόδιζαν να δει. Δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει. Πριν λίγο, βρισκόταν στην αγορά με τη μητέρα της και κοιτούσαν πατρόν για το φόρεμα που θα φορούσε στα γενέθλιά της την επόμενη εβδομάδα. Ήταν τόσο χαρούμενη! Είχε διαλέξει ένα ύφασμα σε χρώμα σμαραγδί και καθώς η πωλήτρια το ακουμπούσε στον ώμο της για να δείξει πόσο της πήγαινε, εκείνη χαμογελούσε.

«Δε μου πηγαίνει τέλεια, μαμά;»

Η Παρίσα γέλασε με την αθώα κοριτσίστικη αυταρέσκεια κι έκανε να πάρει το ύφασμα από πάνω της, όταν ο κόσμος γέμισε καπνό, χώμα και συντρίμμια. Τι συνέβη; Πού πήγαιναν τώρα;

«Η μαμά μου» φώναξε, αλλά η γυναίκα φάνηκε να μην ακούει μέσα στον πανικό της. Ύστερα, η Ροξάνα θυμήθηκε. Δεν είχε καταλάβει γιατί η μαμά της έπεσε πάνω της και την έριξε στο έδαφος, όταν ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός θόρυβος. Πράγματα έσπαγαν τριγύρω κι η γη κουνιόταν από κάτω τους, σαν να επαναστατούσε γι’ αυτό που γινόταν. Μόλις σταμάτησε λίγο ο χαμός, ξέφυγε από την αγκαλιά της και την κοίταξε. Αίμα κυλούσε στο πρόσωπό της και τα ρούχα της ήταν καλυμμένα από σκόνη και πέτρες. Τα μάτια της; Οι μαύρες κόρες κι οι ίριδες από κεχριμπάρι, ακίνητοι καθρέφτες της απορίας της. Δεν πρόλαβε να της μιλήσει, να την κουνήσει, να τη ρωτήσει αν ήταν καλά. «Μαμά;» Η γυναίκα την άρπαξε. «Έλα. Πρέπει να τρέξουμε».

Επιτέλους έφτασαν. Η γυναίκα την είχε πάει στο νοσοκομείο. «Χρειαζόμαστε περίθαλψη! Η μικρή είναι χτυπημένη! Σας παρακαλώ!» Γιατροί και νοσοκόμες έτρεχαν πανικόβλητοι ν’ αναλάβουν περιστατικά που μόλις είχαν φτάσει. Άνθρωποι με κομμένα πόδια, λειψά χέρια, τραύματα στο κεφάλι και την κοιλιά. Η Ροξάνα κοιτούσε σαστισμένη. Η γυναίκα έπιασε το κεφαλάκι της μέσα στα δυο της χέρια και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.

«Άκουσέ με, μικρή μου. Έγινε μια επίθεση. Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν. Εμείς όμως είμαστε ακόμα ζωντανές. Κι όσο είμαστε ζωντανές, θα κάνω ότι περνά απ’ το χέρι μου για να είσαι καλά. Μ’ ακούς;»

Η μικρή ένευσε.

«Η μαμά μου;»

«Η μαμά σου… δυστυχώς δεν τα κατάφερε».

Η Ροξάνα έσκυψε το κεφάλι κι έσφιξε δυνατά την κούκλα της. Το φθαρμένο πανί ρουφούσε τα δάκρυα του κοριτσιού, όπως η οικειότητα τον πόνο.

Τις οδήγησαν σ’ έναν θάλαμο και μια γιατρός ανέλαβε να τις εξετάσει.

«Είσαι τυχερή, μικρή μου! Σε πήραν τα σκάγια, αλλά τη γλίτωσες με λίγες εκδορές. Ο φύλακας άγγελος σε προστάτεψε. Δόξα τον Αλλάχ!».

Η Ροξάνα δε μίλησε. Δεν είπε πως ο φύλακας άγγελός της λεγόταν «μαμά». Η Νασρίν το ήξερε. Το είχε δει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια της, όταν η Παρίσα έγινε ασπίδα για να γλιτώσει το κοριτσάκι της. Η Νασρίν ορκίστηκε με πλήρη αυτογνωσία πως, αν ζούσε, δε θα άφηνε τη θυσία αυτής της μάνας να πάει χαμένη. Θα το πρόσεχε εκείνη από εδώ και πέρα, σαν δικό της παιδί. Στη μνήμη της κόρης της, που έθαψε πριν λίγες μέρες, ανάμεσα σε 175 τάφους στη Μινάμπ. Όταν τη βρήκαν, η Λαλέχ φορούσε ένα σμαραγδί φόρεμα, με μπαλώματα στις τσέπες και τον γιακά.

Καλύτερα οι δυο μας

28 Φεβρουαρίου, 2026

«Εσύ πότε θα παντρευτείς;»

Άρχισε την επίθεση με το που μπήκε στο δωμάτιο.

«Ο κόσμος λέει πρώτα καλημέρα, μαμά…» πέταξε η Δώρα κουρασμένα κι ας είχε μόλις ξυπνήσει. Ούτε μια Κυριακή δε μπορούσε πια να ηρεμήσει. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παραπάνω κούπα καφέ. Ώστε η κυρα–Μαρία έφταιγε για την πρωινή ανάκριση.

«Είχες επισκέψεις;» ρώτησε τη μητέρα της βάζοντας το άδειο φλιτζάνι στον νεροχύτη.

«Η Μαρία. Ήρθε να μου φέρει το προσκλητήριο για το γάμο του γιου της».

Μπίνγκο!

«Μπα! Βρήκε γυναίκα ο Νικολάκης;»

«Εκείνος βρήκε γυναίκα και μάλιστα από καλή οικογένεια. Εσύ να δούμε πότε θα βρεις;»

«Γυναίκα;» το γύρισε στο χιούμορ μπας και γλίτωνε.

«Μμμ…εξυπνάδες. Ας έβρισκες και γυναίκα, ναι. Από το να μου μείνεις στο ράφι, καλύτερα. Σαράντα χρονών έφτασες πια! Πότε θα προλάβεις να κάνεις ένα παιδάκι; Εγγόνια δε θα δω εγώ;»

«Ωχ, ρε μαμά, πρωί πρωί!»

«Πρωί. Τι πρωί; 11 πήγε η ώρα! Αλλά βέβαια, την κουράσαμε την πριγκιπέσσα με τη γκρίνια μας. Να το βουλώσουμε, κυρία μου, να δούμε ποιος θα ενδιαφερθεί για την αφεντιά σας!» είπε η κυρα–Λενιώ και της γύρισε την πλάτη.

Η Δώρα ανακουφίστηκε, νομίζοντας πως το κήρυγμα είχε τελειώσει, αλλά το προσκλητήριο είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι υπολόγιζε. Η μάνα της το πήρε και το πέταξε μπροστά της στο τραπέζι, τη στιγμή που η Δώρα έβαζε την πρώτη γουλιά καφέ στο στόμα της.

«Πότε είναι;»

«Την επόμενη Κυριακή».

«Α δεν μπορώ. Έχω κανονίσει».

«Τι κανόνισες, μωρέ; Να βγεις με τον γκόμενο ή να πας βόλτα τη γάτα;» Η Λενιώ σήκωσε το φρύδι ίσα με τα μαλλιά της. Εκείνη την ώρα, σαν να το κατάλαβε, ο Κωστής πήδηξε πάνω στο τραπέζι και πήγε να τριφτεί στη Δώρα, τραβώντας την προσοχή της.

«Καλώς τον μου!»

«Ναι χάιδεψέ τον! Που περίμενα να φέρεις γαμπρό κι εσύ κουβάλησες γάτο!»

«Μην την ακούς, Κωστή μου! Εσένα αγαπάω μόνο! Τι να τους κάνω τους άντρες; Να μου ζαλίζουν το κεφάλι; Εσύ με καταλαβαίνεις και το μόνο που ζητάς είναι το πατεδάκι σου!»

Ο Κωστής τής νιαούρισε σαν να συμφωνούσε και κατέβηκε να κουρνιάσει στα πόδια της.

«Εμένα κανείς δε με σκέφτεται..»

«Αμάν, ρε μαμά! Όχι άλλο κάρβουνο!! Τι θέλεις δηλαδή; Τη δουλειά μου δεν την έχω; Δε συνεισφέρω στο σπίτι; Έχεις παράπονο; Θα προτιμούσες δηλαδή να μείνεις μόνη σαν τον κούκο απ’ όταν έφυγε ο μπαμπάς;»

Η Δώρα άγγιξε ευαίσθητη χορδή.

«Βρε κοριτσάκι μου, για σένα το λέω. Φυσικά και σε θέλω για παρέα μου! Αλλά δεν είναι φυσιολογικό όλο αυτό. Δε θες να έχεις κι εσύ μια οικογένεια; Μια σχέση; Να έχεις το σπίτι σου;»

«Θέλω, ρε μαμά, αλλά νομίζεις είναι εύκολο; Σ’το έχω πει εκατό φορές, δε γουστάρω να συμβιβαστώ σε μια σχέση, απλά και μόνο για να είμαστε συγκάτοικοι που μοιράζονται το ενοίκιο και τα έξοδα».

«Ο ρομαντισμός θα σε φάει!»

«Ναι, ρε μαμά! Γιατί δηλαδή, εσύ τον μπαμπά από έρωτα δεν τον πήρες;»

Ο κυρ–Στέφανος είχε έναν χρόνο που είχε φύγει. Η απώλειά του ήταν ακόμη νωπή. Η κυρά–Λενιώ αρνιόταν να βγάλει τα μαύρα. Αφού είχε φύγει ο Στέφανός της, θα τα φόραγε μια ζωή. Τι κι αν ήταν ακόμα εξήντα δύο χρόνων κι όλοι της έλεγαν πως θα μπορούσε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τι κι αν την καλοκοίταζαν στο ΚΑΠΗ, που την έπεισε η κυρα–Μαρία να γραφτεί για παρηγοριά και για τις εκδρομές. Η καρδιά της είχε κλείσει.

Η Δώρα μετάνιωσε για την ερώτησή της. Κι η δική της καρδιά είχε κλείσει μετά τον Λευτέρη. Δεν ήταν γεννημένη γεροντοκόρη. Είχε ερωτευτεί και μάλιστα με πάθος. Μα σαν τη μάνα της, δεν είχε μάτια γι’ άλλον. Οι φίλοι της έλεγαν πως θα το ξεπεράσει. Τη συμβούλευαν να προχωρήσει. Μα η εικόνα του μέσα στον θάλαμο, με τα σωληνάκια στο πρόσωπο και τα αίματα παντού, δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. «Δυστύχημα» είπαν στις ειδήσεις. Η νταλίκα τον είχε παρασύρει και παρά το κράνος που φορούσε, δεν είχε καμία ελπίδα. Η Δώρα ήταν δύο μηνών έγκυος. Εκείνο το βράδυ θα του το ανακοίνωνε. Μα η ζωή είναι αμίμητη στην ειρωνεία ώρες ώρες.

Αφού δεν το είπε σ’ εκείνον, δεν το είπε πουθενά. Μετά από τρεις μέρες, είδε αίμα. Ο Λευτέρης είχε πάρει μαζί και το παιδί τους. Δεν της είχε μείνει τίποτα πια. Γύρισε στο πατρικό της, πάλεψε με την κατάθλιψη, τη νίκησε και δε θέλησε να ξαναφύγει. Όταν έφυγε ο πατέρας της, στάθηκε βράχος. Έγινε εκείνη μάνα για τη μάνα της, γιατί ήξερε. Πού την έβρισκε τη δύναμη αυτό το παιδί; Η Λενιώ, χαμένη στο πένθος της, είχε σταματήσει το κήρυγμα. Μα μόλις πέρασε λίγο ο καιρός, θέλησε να ξεπληρώσει τη συμπαράσταση. Δε σκόπευε να σπαταλήσει τη ζωή της κόρης της. Το ‘νιωθε βάρος στη μητρική της συνείδηση. Προσπάθησε να την παρακινήσει. Άγαρμπα μεν, αλλά μήπως δεν είναι άχαρο ν’ αγγίζει κανείς τις πληγές; Κι η δική της πονούσε τώρα.

«Ο έρωτας…υπερεκτιμημένο πράμα. Θα ζήσουμε και χωρίς αυτόν».

Έτριψε με δύναμη έναν λεκέ στο πλακάκι πάνω από τον νεροχύτη, πήρε μια άπλυτη πετσέτα κι έφυγε με φούρια από την κουζίνα. Η Δώρα έσκυψε το κεφάλι και χάιδεψε τον Κωστή.

«Τι λες κι εσύ, ρε Κωστή;»

 «Νιααρ».

«Δίκιο έχεις. Καλύτερα οι δυο μας».

Στο μπαλκόνι, δυο λευκά περιστέρια ήρθαν και κάθισαν πάνω στην κουπαστή. Πέταξαν δυο φορές μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας κι έφυγαν ξανά για τον ουρανό τους.

Κατάδικος ή Κλόουν;

21 Φεβρουαρίου, 2026

Φέτος της το είχε υποσχεθεί. Θα πήγαιναν στο καρναβάλι. Η μικρή δεν πίστευε στ' αυτιά της. Έτρεξε αμέσως στη ντουλάπα της να ψάξει τι θα φορέσει. Δοκίμασε τις παλιές της στολές, αλλά καμία δεν της έκανε. Είχε γίνει πια ολόκληρη κοπέλα. Ο Μάνος την καθησύχασε πως θα πήγαιναν ν’ αγοράσουν καινούρια. Κάτι που δε σκόπευε, φυσικά, να κάνει για τον εαυτό του.

Ανέβηκε στο πατάρι και βρήκε το μικρό μπαούλο που φύλαγαν με τη Ναταλία τις στολές. Το κατέβασε κι έκατσε μπροστά του οκλαδόν, διστάζοντας να το ανοίξει. Έχουν ένα κακό συνήθειο τα παλιά μπαούλα, μαζί με τα πράγματα να φυλάνε μέσα τους κι αναμνήσεις. Κι όσο τα αντικείμενα παλιώνουν, τόσο εκείνες μένουν ζωντανές και απειλούν να πνίξουν όποιον ανοίξει το καπάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το σήκωσε. Πάνω πάνω, η στολή κλόουν της Ναταλίας. Η αγαπημένη της. Ούτε ντίσκο ντίβες, ούτε σέξι αστυνομικίνες, ούτε τίποτα «πολύ θηλυκό» δεν τις άρεσε. «Οι Απόκριες είναι για να σκορπάμε γέλιο, όχι για να επιδεικνύουμε τ' απωθημένα μας» δήλωνε με πάθος όποτε την πείραζε για τη στολή. Είχε πράγματι ταλέντο στο να κάνει τον κόσμο να γελάει. Ήταν η προσωποποίηση της χαράς. Μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε ν' αγοράσει άλλη περούκα. Στον Θεό σου! Φορούσε τα κοκκινα σγουρά μαλλιά του κλόουν το κατακαλόκαιρο και όσο τη βαστούσαν τα πόδια της, τριγύριζε μέσα στο νοσοκομείο κι έκανε αστείες γκριμάτσες σε ανυποψίαστους ασθενείς, προκαλώντας αυθόρμητα χαχανητά που γέμιζαν τον αποστειρωμένο χώρο με μαγικό ηχόχρώμα. Ακόμα κι όταν την επισκεπτόταν η Αριάδνη, μ’ αυτήν την υποδεχόταν.

«Η μαμά είναι κλόουν!» φώναξε την πρώτη φορά που την είδε στο κρεβάτι του θαλάμου. Στο μικρό της παιδικό μυαλό δεν έμειναν ούτε οι όροι στα χέρια, ούτε το λιπόσαρκο κορμί της μητέρας της που έλιωνε λίγο λίγο.

«Η μαμά με κάνει να γελάω τόσο πολύ που πονάει η κοιλίτσα μου!» έλεγε στον Μάνο στο γυρισμό για το σπίτι κι εκείνος κρατούσε τα δάκρυά του και της έσφιγγε το χέρι για να παίρνει δύναμη.
«Έτσι είναι η μαμά, αγάπη μου!»

Πιο κάτω, βρήκε τη στολή κατάδικου που είχε αγοράσει για να κάνει αντίθεση με τον κλόουν. Ήθελε να της πάει κόντρα και να ντυθεί κάτι σκοτεινό, κάτι βαρύ. Μα όσο κι αν προσπάθησε, όλοι το φως της πρόσεχαν. Εκείνος ήταν απλά άλλος ένας μασκαράς. Αυτή θα φορούσε. Ταίριαζε τόσο με την ψυχική του διάθεση.

Την επόμενη μέρα βγήκαν στα μαγαζιά για να ψωνίσει η μικρή. Τίποτα δεν της άρεσε. Το ένα της ξίνιζε, το άλλο της βρώμαγε. Ώσπου την είδε.

«Αυτή θέλω!» φώναξε.

Ο Μάνος έμεινε άφωνος.

«Αυτή τη στολή θέλω! Θα ντυθώ κλόουν, όπως η μαμά!!» δήλωσε η μικρή με σιγουριά.
Δεν της έφερε καμία αντίρρηση. Πήραν τη στολή και γύρισαν στο σπίτι να ντυθούν. Τη βοήθησε να βαφτεί, όπως βαφόταν η μαμά, μ’ ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο και δυο ρόμβους στα μάτια. Μόλις τελείωσαν, ο Μάνος έμεινε να την κοιτάζει.

«Μοιάζω με τη μαμά;»

«Ίδια!!» της είπε με καμάρι και την έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Σιγά θα μου χαλάσεις το μακιγιάζ!» του φώναξε κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα. Γέλασαν κι έφυγαν για το καρναβάλι. Εκεί συνάντησαν τους νονούς της μικρής. Η Ξένια κι ο Μιχάλης κοντοστάθηκαν όταν είδαν μια μικρογραφία της Ναταλίας να τρέχει κατά πάνω τους με τα χέρια ανοιχτά. Ο Μιχάλης τη σήκωσε στην αγκαλιά του.

«Να χαρώ εγώ έναν κλόουν!»

«Δεν είμαι ίδια η μαμά;» είπε καμαρωτά κάνοντας μια στροφή για να δείξει τη στολή της.

«Φτυστή!»

Όσο η Ξένια κι ο Μιχάλης γελούσαν με τις αστείες γκριμάτσες της Αριάδνης, ο Μάνος έσυρε την πλαστική μπάλα με την αλυσίδα στο πόδι του και στάθηκε με την πλάτη σε ένα δέντρο να κάνει ένα τσιγάρο. Ανάμεικτα συναισθήματα πάλευαν μέσα του.

«Α ρε Ναταλάκι... πέρασαν κιόλας τρία χρόνια» ψιθύρισε.

«Τη βλέπεις, άραγε, πώς καμαρώνει;»

Ο Μιχάλης τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

«Έλα βαρυποινίτη, πάμε! Θα κάψουν τον καρνάβαλο κι η Αριάδνη ανυπομονεί να το δει!»

Ο κουμπάρος, ντυμένος αστυνομικός, τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν πίσω από τα κορίτσια. Ο κόσμος ξεχυνόταν σαν χείμαρρος από κάθε στενό κι όλοι συγκεντρώνονταν στην πλατεία, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω από το κέντρο της. Εκεί, ο καρνάβαλος, άσχημος και τρομακτικός, βρισκόταν δεμένος πάνω σε ένα παλούκι, περιμένοντας καρτερικά τη μοίρα του. Ο δήμαρχος, ανέβηκε στο βάθρο κι έβγαλε έναν λόγο βαρετό, αλλά ευτυχώς σύντομο. Ύστερα πλησίασαν δυο τρεις μασκαράδες με δαδιά κι άναψαν τον πρωταγωνιστή της ημέρας. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν κι αγκάλιασαν το υφασμάτινο κορμί που έλιωνε με κάθε τσιτσίρισμα. Ο κόσμος χειροκροτούσε και χόρευε τριγύρω πανηγυρίζοντας το τέλος της Αποκριάς. Η Αριάδνη παρακολουθούσε ενθουσιασμένη.

«Κοίτα, μπαμπά, κοίτα!»

Ο Μάνος κοιτούσε αποχαυνωμένος τη φωτιά. Όσο θέριευε, τόσο καιγόταν μέσα του. Είχε γίνει ένα με τον δύσμοιρο καρνάβαλο, που όλοι είχαν βαλθεί να του στερήσουν το γέλιο. Πώς γίνεται το γέλιο να πεθαίνει; Γιατί; Πού θα ξανάβρισκε το δικό του;

«Μπαμπά!»

Γύρισε απότομα προς τον μικρό κλόουν δίπλα του.

«Γέλα, μπαμπά! Γέλα!»

Η μαύρη μάσκα

15 Φεβρουαρίου, 2026

Είχε καιρό ν’ ανέβει στο χωριό. Βγήκε στον κήπο κι έστριψε ένα τσιγάρο. Έψαξε για τον αναπτήρα του στην τσέπη του, πάνω στο τραπέζι. Πουθενά. Πάλι του τον είχε πάρει ο Κοσμάς. Ο αδερφός του είχε το κακό συνήθειο να σφετερίζεται τους αναπτήρες γνωστών και αγνώστων. Μόνο αναπτήρες όμως. Ζητούσε για ν’ ανάψει τσιγάρο και μόλις έπαιρνε την πρώτη ρουφηξιά, τους έβαζε στην τσέπη και δεν τους επέστρεφε ποτέ. Οι φίλοι του τον είχαν μάθει πια και του άναβαν οι ίδιοι το τσιγάρο, αλλά είχαν και δυο τρεις BIC καβάντζα καλού κακού.

Ο Χάρης έμεινε με το τσιγάρο σβηστό στο στόμα, σαν ζωγράφος που είχε παρασυρθεί από τη φωτιά της έμπνευσης κι είχε ξεχάσει να το ανάψει. Δε βαριέσαι. Μήπως κι ο Χάρης ζωγράφος δεν ήταν; Τι ήθελε κι ανέβηκε; Αφού ήξερε. Τίποτα δε θα κυλούσε απροσδόκητα. Άλλη μια Αποκριά στην πόλη, να χορεύουν όλοι σαν τρελοί, να πίνουν, να γλεντάνε και να χάνουν το νόημα μέσα από τα χέρια τους.

Μπήκε μέσα να ετοιμαστεί, σε λίγο θα ερχόταν ο Κοσμάς να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Φόρεσε τη μαύρη μάσκα. Το μόνο του καρναβαλικό αξεσουάρ. Κάθε χρόνο το ίδιο. Στην αρχή, την είχε πάρει για να μην τον αναγνωρίζουν μέσα στο πλήθος και ν’ αποφεύγει ανεπιθύμητες χαιρετούρες. Μετά από μερικά χρόνια, τον αναγνώριζαν χάρη σ’ αυτήν. Βαριόταν να ψάξει για καινούρια. Ο Χάρης και η μαύρη μάσκα του είχαν καταντήσει σήμα κατατεθέν της παρέλασης.

Το καρναβάλι είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Χάρης στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί. Τον Κοσμά τον έχασε γρήγορα από τα μάτια του. Σε λίγο τον είδε να παραμερίζει κόσμο για να τον πλησιάσει, φέρνοντας μαζί και την παρέα. Τον χαιρέτησαν όλοι με τη σειρά. Ο Σταμάτης σχολίασε ότι είχε παχύνει, ο Γιώργος ότι έκαναν μαύρα μάτια να τον δουν, να, σαν τη μάσκα του! Η Ντόρα δε μίλησε. Μόνο του χαμογέλασε. Η μικρή ήταν πάντα τσιμπημένη μαζί του. Είχε κόλλημα με τους καλλιτέχνες κι έψαχνε να βρει το άλλο της μισό σε μια ευαίσθητη μοναχική ψυχή. Γινόταν μοντέλο σε ζωγράφους, μούσα σε μουσικούς, πόζαρε για φωτογράφους. Κι αν της το ζητούσαν, παρείχε και περισσότερες «υπηρεσίες», μόνο και μόνο για να νιώσει την έμπνευση «μέσα της». Ο Κοσμάς, ο Γιώργος κι ο Σταμάτης την πείραζαν, αλλά την πρόσεχαν. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα σ’ αυτά τ’ αγόρια που την ήξεραν από κοριτσάκι. Για εκείνους κοριτσάκι θα έμενε πάντα κι αυτό της άρεσε.

Προχώρησαν ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τις κάμπιες στη σειρά, για να μη χαθούν μέσα στην κοσμοσυρροή και στάθηκαν στην πρώτη γραμμή για να δουν την παρέλαση. Μια ομάδα αρλεκίνων χόρευε ξέφρενα και πίσω τους ένα τσούρμο κλόουν κοπανούσαν ο ένας τον άλλον με τα τεράστια πλαστικά ρόπαλα. Το επόμενο άρμα πέρασε από μπροστά τους σαν κήτος που βουτούσε στον ωκεανό των μασκαρεμένων. Ο Χάρης το παρατήρησε. Τίποτα το αξιόλογο. Χρώματα έντονα, μακιγιάζ, καρικατούρες και αστεϊσμοί απλοϊκοί έως χυδαίοι. Μετά από μισή ώρα, η αδιαφορία του είχε χτυπήσει κόκκινο. Και τι δε θα έδινε να βρισκόταν στο αγαπημένο του καφέ στα Εξάρχεια και να σκιτσάρει με την ησυχία του ανυποψίαστους θαμώνες.

Το μαρτύριο –ευτυχώς– τελείωσε νωρίς. Με τον Κοσμά να ηγείται, βγήκαν από την παρέλαση και πήγαν για καφέ. Κάθισαν στρυμωγμένοι, με τη μουσική να χτυπάει στα μηνίγγια τους και να τους εμποδίζει ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα. Ο Χάρης ήπιε τον καφέ κι όπου φύγει φύγει. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο σπίτι. Την επόμενη αρνήθηκε να κατέβει στην πόλη. Θ’ ανέβαινε το μονοπάτι κατά το βουνό να βρει τοπίο να σκιτσάρει. Ο καλλιτέχνης μέσα του πεινούσε και δε θα χόρταινε με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο.

«Έλα, βρε αγόρι μου! Ήρθες εδώ για να κλειστείς πάλι μέσα; Απόκριες είναι. Γιορτή χαράς και γλεντιού! Βγες κι εσύ λίγο να χαρείς! Πού ξέρεις; Μπορεί να γνωρίσεις και καμιά καλή κοπέλα!»

«Πού θα βρω, ρε μαμά, κοπέλα της προκοπής; Στο καρναβάλι, ανάμεσα στις πειρατίνες και τις χαβανέζες;»

«Ε ποτέ δεν ξέρεις! Πήγαινε εσύ και βλέπεις. Μην είσαι προκατειλημμένος!»

«Να που θα μας βγάλει και προκατειλημμένους η κυρα-Θοδώρα! Άσε με, ρε μαμά. Είπα θα πάω στο βουνό!»

«Ξερό κεφάλι! Ίδιος ο πατέρας σου!» μουρμούρισε δυσαρεστημένη κι έφυγε για την κουζίνα της.

Ξερό κεφάλι, αλλά επηρεασμένος από τα παράπονά της, το σκέφτηκε για λίγο. Μήπως όντως να ξαναπήγαινε; Όχι για να βρει κοπέλα. Για να διασκεδάσει λίγο. Να το ρίξει έξω, βρε αδερφέ! Οι άλλοι πώς το κάνουν δηλαδή; Εκείνος γιατί να μην μπορεί; Λες να είχε δίκιο η κυρα-Θοδώρα; Μπορεί έτσι να του ξαναρχόταν κι η έμπνευση. Είχε δυο μήνες να κάνει ένα σκίτσο που να του αρέσει. Πάλι παρασύρθηκε. Έτσι τα κατάφερνε πάντα η μάνα του. Του έσπερνε την αμφιβολία κι έφευγε. Τι κι αν λένε ότι η γυναίκα που σε γέννησε σε ξέρει πιο καλά απ’ όλους. Ο Χάρης ένιωθε πως κανείς δε γνώριζε τι γινόταν μέσα του. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, αναμφίβολα. Με τις παραξενιές του και τις ευαισθησίες του. Τους εγωισμούς του και τις υποχωρήσεις του. Μα δεν μπορούσε να υποκριθεί. Κι αυτό ήταν που ενοχλούσε περισσότερο τους γύρω του. Δε χωρούσε σε μάσκες. Του προκαλούσαν αλλεργία.

Έφτιαξε την τσάντα του και την έριξε στην πλάτη. Θ’ ανέβαινε στο βουνό, όπως το είχε αποφασίσει. Δεν κάνουν όλοι οι άνθρωποι για καρναβάλι. Κάποιοι είναι προορισμένοι να ντύνονται μόνο την αλήθεια τους. 

Κοίταξε τον ουρανό και ξεκίνησε.

Η Χιονάτη, το μήλο κι ο γιατρός

7 Φεβρουαρίου, 2026


Η Λευκή έμενε με τα επτά αδέρφια της. Μαλλιά σαν τον έβενο, δέρμα κατάλευκο, μάτια γαλανά. Δεν ήταν παράξενο που της είχαν βγάλει το παρατσούκλι η «Χιονάτη» κι ας αναστέναζε κάθε φορά που το άκουγε. Μακάρι να ήμουν πριγκιποπούλα, να περιφερόμουν όλη μέρα στο δάσος και να μιλάω με τα ζώα, παραπονιόταν από μέσα της, μα ποτέ δεν το εξέφραζε. Πιο πολύ σαν Σταχτοπούτα αισθανόταν. Ήταν δεκαπέντε χρόνων όταν έχασαν τους γονείς τους κι έμειναν με τη θεία Ευτέρπη. Κανείς τους δεν τη συμπαθούσε. Γι’ αυτό και μόλις η Λευκή ενηλικιώθηκε, έγινε εκείνη ο κηδεμόνας τους κι επέστρεψαν στο πατρικό τους. Δούλευε όπου μπορούσε για να μην τους λείψει τίποτα. Είχε τρίψει σκάλες εταιρειών, είχε παραδώσει καφέδες σε γραφεία μεγαλοστελεχών, είχε τακτοποιήσει ρούχα σε ράφια μαγαζιών που δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί ν’ αγοράσει, είχε φορέσει παπούτσια σε πόδια καλών κυριών που καμάρωναν, λες και πρόβαραν το γυάλινο γοβάκι.

Απ’ όταν έφυγε ο πιο φιλόδοξος «νάνος» της οικογένειας -ο ένας από τα τρίδυμα- για να σπουδάσει στην Πάτρα κι οι άλλοι δυο έπιασαν δουλειά για να βοηθούν με τα έξοδα του σπιτιού, η Λευκή μπορούσε επιτέλους ν’ ανασάνει. Είχε ακόμη έξι άντρες να φροντίζει, αλλά ήταν όλοι τους συνεργάσιμοι κι επιμελείς κι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τη διευκολύνουν. Ο πατέρας τούς μιλούσε συχνά για τον επιμερισμό της εργασίας και τη σπουδαιότητά του, από όταν ήταν ακόμη πιτσιρίκια. Τους ορμήνευε να είναι τακτικοί και επαναλάμβανε κάθε τόσο πως η έξη είναι «δευτέρα φύσις», για να δικαιολογήσει το γιατί δεν τους άφηνε να βλέπουν κάθε μέρα τηλεόραση ή να τρώνε γλυκό. Η μητέρα ακολουθούσε τη φιλοσοφία του, αν και πού και πού τους έδινε κάνα απαγορευμένο σνακ στα κρυφά. «Παιδιά είναι! Άσ’τα να χαρούν» διαμαρτυρόταν, όταν ο πατέρας την έπιανε στα πράσα και τη μάλωνε. Και τι δε θα ‘δινε η Λευκή να έχει έστω τον πατέρα της. Μα η ζωή δεν είναι παραμύθι. Οι γονείς τους δεν υπήρχαν πια. Σκοτώθηκαν ακαριαία σ' εκείνη τη μοιραία σύγκρουση. Είχε περάσει πολλά βράδια αγκαλιά μ' ένα μαξιλάρι, να κλαίει για τον χαμό τους. Τουλάχιστον, δεν είχε πλέον καμιά «κακιά μητριά» πάνω από το κεφάλι της. Ήταν η κυρία του σπιτιού και τ’ αδέρφια της τη σέβονταν και την αγαπούσαν.

Εκείνη τη μέρα, μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά. Έφαγε κι έβαλε να καθαρίσει το ψυγείο. Ένα γιαούρτι είχε λήξει κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάει να πάρει γάλα. Τα μήλα είχαν σαπίσει. Πάλι δεν τα έφαγαν. Δε θα ξανάπαιρνε από τη λαϊκή κι ας λυπόταν εκείνη τη γριούλα που τα πουλούσε. Φαινόταν τόσο καλή, η καημένη. Ένα μήλο την ημέρα, λένε. Η Λευκή ξεφύσηξε. Μακάρι να έφευγαν κι οι στενοχώριες μ’ ένα μήλο... Πήρε τη σακούλα με τα σκουπίδια, έβαλε στα γρήγορα τα αθλητικά της και βγήκε να την πετάξει στον κάδο. Τελευταία ήταν πολύ χλωμή. Λευκή, όνομα και πράγμα. Τα αδέρφια της γκρίνιαζαν να πάει να κάνει εξετάσεις. Να δει το σίδηρο και τον αιματοκρίτη της. Θα το έκανε κάποια στιγμή.

Έριξε τη σακούλα στον κάδο κι έκανε να γυρίσει. Η νύχτα ήταν ήσυχη απόψε. Στάθηκε για λίγο να την απολαύσει, πριν χωθεί ξανά στις δουλειές. Πόσο θα ήθελε ένα ποτήρι μηλίτη! Να το πάλι το μήλο! Μπα σε καλό του! Πριν προλάβει να χαμογελάσει με τη σκέψη της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Σαν το αίμα να άδειασε από μέσα της, λιποθύμησε. Για καλή της τύχη, ένας περαστικός την είδε κι έτρεξε να βοηθήσει. Αφού τη συνέφερε, η Λευκή σηκώθηκε και τον ευχαρίστησε. Ο ξένος τη συνόδεψε ως την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι, για να βεβαιωθεί ότι κάποιος θα την παραλάβει και θα την προσέξει. Τα αδέρφια της ανησύχησαν.

«Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε…»

«Βασιλόπουλος. Είμαι γιατρός και έχω το παθολογικό ιατρείο, εδώ πιο κάτω» εξήγησε ο νέος.

Τα αδέρφια της Λευκής τον προσκάλεσαν μέσα και τον παρακάλεσαν να την εξετάσει. Είχε μαζί του την τσάντα του, μιας και επέστρεφε από κατ’ οίκον επισκέψεις. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, της πήρε τον σφυγμό και την πίεση, την ακροάστηκε και της σύστησε ξεκούραση. Της έδωσε και την κάρτα του για να τον επισκεφθεί στο ιατρείο του να της γράψει εξετάσεις. Τώρα δε θα είχε δικαιολογία ότι δεν προλάβαινε. Τα αδέρφια της δε θα την άφηναν σε ησυχία αν δεν πήγαινε.

Η Λευκή έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται τον γιατρό λίγο πριν κοιμηθεί. Ήταν νέος, όμορφος, επιτυχημένος. Και τον έλεγαν και Βασιλόπουλο! Σαν να της έκανε πλάκα η ζωή ή να προσπαθούσε να την πείσει να πιστέψει στα παραμύθια. Μα η Λευκή δεν ήταν πια μικρό κοριτσάκι. Απ’ όταν έπαψε ν’ αποκοιμιέται με τη γλυκιά φωνή της μαμάς της να της αφηγείται «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είχε συναντήσει πολλά επίδοξα βασιλόπουλα. Την είχαν φλερτάρει εν ώρα εργασίας, την είχαν παρενοχλήσει μέσα σε πέραν πάσης υποψίας γραφεία, της είχαν μιλήσει πρόστυχα ενώ γυρνούσε από τη δουλειά, την είχαν ακολουθήσει ως την πόρτα. Έφτασε σε σημείο να μη θέλει να δει άντρα στα μάτια της. Τους είχε σιχαθεί. Τους έβλεπε πώς θώπευαν αδιάκριτα το σώμα της με τα αδηφάγα μάτια τους, πώς ξερογλείφονταν μόλις περνούσε από δίπλα τους, πώς την άγγιζαν δήθεν τυχαία χωρίς τη συγκατάθεσή της. Για εκείνους ήταν απλά ένα άβουλο καλοσχηματισμένο κομμάτι κρέας, με το οποίο ποθούσαν να ικανοποιήσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους. Ακόμα και σε ευγενικούς νέους που την είχαν πλησιάσει, έκοβε αμέσως τον αέρα. Δεν περίμενε κανέναν πρίγκιπα με άσπρο άλογο να την βγάλει από τον λήθαργο της πραγματικότητας. Ό,τι έκανε, το έκανε με τις δικές της δυνάμεις, με τη δική της αξία και αξιοπρέπεια. Δεν ήθελε δεσμεύσεις. Προτιμούσε να πεθάνει, παρά να υποταχθεί σ’ έναν άντρα για ένα φιλί. 

Όμως, γιατί τον σκεφτόταν; Τι διαφορετικό είχε αυτός ο ξένος; Κάτι στα μάτια του, στο απαλό και διακριτικό του άγγιγμα, της έλεγε πως εκείνος δε θα της φερόταν ποτέ με αγένεια ή ασέβεια. Μπορούσε να εμπιστευθεί τη διαίσθησή της; Μα πόσο ανόητη ήταν! Ήταν απλά ένας γιατρός που την εξέτασε ως ασθενή. Γιατί η σκέψη της έτρεχε τόσο; Ή μήπως ήταν η καρδιά της που χτυπούσε πιο δυνατά;

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το πρωί, ήταν τόσο αφηρημένη που μπέρδεψε τα πρωινά, αναποδογύρισε μια κανάτα με χυμό και παραλίγο να κάψει μια μπλούζα που σιδέρωνε! Τι της συνέβαινε; Δε θυμόταν κανένα παραμύθι να μιλά για έρωτα. Ένα φιλί κι ύστερα γάμος με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν ο φτερωτός θεός να ήταν από άλλη ιστορία. Τον έβλεπε τώρα που την τριγυρνούσε, μα όχι για να της ρίξει το βέλος του. Κάτι άλλο έψαχνε. Το μήλο! Ήθελε να της πάρει το μήλο! Το καταραμένο μήλο που έδιωχνε την αγάπη από τη ζωή της. Η Λευκή άπλωσε το χέρι και του το έδωσε πρόθυμα.

Το απόγευμα πήγε από το ιατρείο. Αυτό το παραμύθι, ήταν αποφασισμένη να το ζήσει.

Φόνος “κατά λάθος”

1 Φεβρουαρίου, 2026

Το πτώμα βρέθηκε στην τουαλέτα. Ο εξηντατριάχρονος άντρας ήταν γυμνός, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα. Το τραύμα που έφερε στο πίσω μέρος του κρανίου του είχε αποβεί μοιραίο. Ο αστυνόμος Α εξέτασε τη σκηνή προσεκτικά. Τίποτα δε φαινόταν ύποπτο εκ πρώτης όψεως. Ο άτυχος θιασάρχης έπαιρνε το μπάνιο του, βγήκε, γλίστρησε κι έσκασε με το κεφάλι στο λευκό μάρμαρο. Πολύ θεατρικός θάνατος, σχεδόν κωμικός, σκέφτηκε.

Ήταν μια σχετικά «καθαρή» σκηνή θανάτου. Η λευκή πετσέτα που ήταν περασμένη στον σβέρκο του νεκρού είχε βαφτεί κόκκινη από το τραύμα, αφήνοντας μόνο ένα μικρό μπορντώ φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του άτυχου θιασάρχη. Ποιος να του ‘λεγε πως μαζί με το νερό του σίγουρα απολαυστικού ντους, η αγαπημένη του σιέλ πετσέτα θα απορροφούσε και τη ζωή του. Ο χώρος μύριζε ακόμα αφρόλουτρο με μια υποψία μεταλλικής μυρωδιάς. Ο υπαστυνόμος εξέτασε τα αντικείμενα στον νιπτήρα, τη μπανιέρα και την ξύλινη ιματιοθήκη. Πάνω στη βούρτσα υπήρχαν ξανθές μακριές τρίχες.

«Ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα, φίλτατε!» του απηύθυνε τον λόγο ο Ιάκωβος. Ο ιατροδικαστής είχε εξετάσει ήδη το πτώμα και πέρα από τα εμφανή, δε βρήκε τίποτα αξιοπρόσεκτο. «Με τόσες γυναίκες που μπαινόβγαιναν εδώ μέσα, αυτή η βούρτσα παίζει να έχει χτενίσει τον μισό γυναικείο πληθυσμό της Αθήνας».

Ο Αριστείδης συγκατάνευσε.

«Ας είμαστε όμως σίγουροι. Το λες και κωμικοτραγικό να πέθανε απλά από πέσιμο!» επισήμανε εύθυμα δείχνοντας τη βούρτσα στη σήμανση.

«Ε, τα ‘χε τα χρονάκια του ο συγχωρεμένος! Ή από πέσιμο θα πήγαινε ή... Αν με εννοείς δηλαδή!» συνέχισε στο ίδιο εύθυμο κλίμα ο Ιάκωβος, κλείνοντας το μάτι.

Ο Αριστείδης χαμογέλασε. Ήταν συνηθισμένος πια. Το χιούμορ ήταν πολύτιμος σύμμαχος σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην αρχή της καριέρας του, η θέα των πτωμάτων τον αναγούλιαζε. Ο Ιάκωβος ήταν αυτός που του έμαθε να μην τα παίρνει τόσο στα σοβαρά. «Κι οι νεκροί άνθρωποι είναι. Απλά συνήθως έχουν τα μέσα τους έξω τους! Σιγά το πράμα!» του είχε πει γελώντας, για να τον κάνει χαλαρώσει λίγο που είχε γίνει κίτρινος σαν το λεμόνι.

Του χρωστούσε πολλά του Ιάκωβου. Κι όπως συνήθως, είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν και πολλά να δει σ’ αυτό το δωμάτιο.

«Πρόσεξε πως θα βγεις από δω μέσα, μην έχουμε κι άλλη τραγωδία. Το πάτωμα γλιστράει σαν να το έχουν σφουγγαρίσει με λάδι! Δεν είναι παράξενο που γλίστρησε ο μακαρίτης» τον προειδοποίησε ο ιατροδικαστής που είχε ήδη περάσει στην κρεβατοκάμαρα.

Ο Αριστείδης κοντοστάθηκε. Έσκυψε, έβγαλε το γάντι κι άγγιξε το πάτωμα. Πράγματι, υπήρχε μια λιπαρή ουσία. Όμως, μύριζε απλώς σαπούνι. Θα τα έβαζαν τώρα και με τις εταιρείες των απορρυπαντικών; Άσε που μπορεί να του είχε πέσει του μακαρίτη καμιά από τις κρέμες που πάστωνε το δέρμα του μήπως τσιτώσει. Ήταν όλες παραταγμένες στον νιπτήρα με απόλυτη συμμετρία. Αποκλείεται να τις είχε πειράξει κανείς πέρα από τον ίδιο. Κι όμως, έπρεπε να σιγουρευτεί.  

«Ποιος καθαρίζει το διαμέρισμα, Γεωργίου;» ρώτησε τον υπαστυνόμο.

«Έχει δικιά του καθαρίστρια που έρχεται τις ώρες που εκείνος φεύγει για το θέατρο».

«Και πότε ήρθε τελευταία φορά;»

«Χθες το απόγευμα».

Ο Αριστείδης κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Γιατί ήθελε να βρει έστω κι ένα στοιχείο εγκλήματος; Ούτε εκείνος μπορούσε να καταλάβει γιατί όλο αυτό δεν του κολλούσε. Ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, που είχε προκαλέσει τόσα μίση και πάθη, να πεθαίνει ξαφνικά από ένα γλίστρημα. Ίσως τελικά να έπαιρνε ακόμα τον θάνατο στα σοβαρά. Και οι σπουδαίοι μπορούν να πεθάνουν χωρίς δράματα και υποψίες. Απλώς κατά λάθος.

Κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ευγενής θυρωρός βρισκόταν εκεί για να βεβαιωθεί πως το κλιμακοστάσιο και η είσοδος θα μείνει στη κατάσταση που ήταν πριν την επέλαση της αστυνομίας. Έπρεπε όλα να λάμπουν, αλλιώς θα τ’ άκουγε από τους επιφανείς ενοίκους, που άντεχαν τη βρωμιά στα προσωπικά τους, αλλά ποτέ στη σκάλα τους.

Ο Αριστείδης τον χαιρέτησε. Ένας θυρωρός πάντα ήξερε λιγότερα από όσα έδειχνε κι έλεγε περισσότερα από όσα του επιτρεπόταν.

«Τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούν οι καθαρίστριες των διαμερισμάτων ποιος τα αγοράζει;»

«Συνήθως οι ίδιες. Οι κύριοι δεν ασχολούνται με καθαριστικά. Εκτός από τον κύριο Θεοδωρόπουλο, Θεός σχωρέστον. Εκείνος ήταν απαιτητικός ως προς τα αρώματα και υποχρέωνε την καημένη την κυρά Καίτη να τα βρίσκει όλα με άρωμα μανόλιας».

«Μανόλιας;» επανέλαβε ο Αριστείδης με σηκωμένο φρύδι, προσπαθώντας να ταυτίσει τη μυρωδιά της λιπαρής ουσίας με αυτή του λουλουδιού. Μύριζε πράγματι μανόλια. Και πάλι τίποτε ύποπτο. «Το πάτωμα ήταν πολύ γλιστερό» πέταξε άδεια για να πιάσει γεμάτα.

«Μπορεί να της έπεσε λίγο παραπάνω βαζελίνη της καημένης» ανταποκρίθηκε αμέσως ο θυρωρός.

«Βαζελίνη;» επανέλαβε ο Αριστείδης ανέκφραστος, αν και η αδρεναλίνη του είχε χτυπήσει κόκκινο, θεωρώντας ότι πλησίαζε στη λύση του μυστηρίου.

«Ο συγχωρεμένος κύριος Θεοδωρόπουλος ήθελε τα μάρμαρα να γυαλίζουν λες κι ήταν καθρέφτες. Ε κι η κυρά Καίτη έβαζε λίγη βαζελίνη στο σφουγγάρισμα. Τόσο όσο δηλαδή. Είναι παλιό και φθηνό κόλπο των καθαριστριών. Εγώ δεν το χρησιμοποιώ ποτέ γιατί στις σκάλες, λίγο να μην προσέξω, μπορεί να πάρω καναν άνθρωπο στον λαιμό μου. Αλλά στο ίσιωμα δεν είναι τόσο επικίνδυνο. Λέτε να φταίει αυτό;»

«Ίσως» απάντησε ο Αριστείδης και η σκέψη του έτρεχε με χίλια.

«Δεν πιστεύω να βρει τον μπελά της η κυρά Καίτη;» ανησύχησε ο θυρωρός.

«Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει ούτε δόλος κι επομένως ούτε ύποπτος. Ήταν απλά ατύχημα» τον καθησύχασε ο αστυνόμος για να προλάβει τυχόν κουτσομπολιά κι έφυγε.

Ο Μανόλης, ο θυρωρός, επέστρεψε στο διαμέρισμα του στο ισόγειο. Τι διαμέρισμα δηλαδή! Μια τρύπα που είχαν για αποθήκη του είχαν δώσει, για να τον έχουν διαθέσιμο όποτε τον χρειάζονταν. Από όταν έχασε τη γυναίκα του και σπούδασε την κόρη του έμενε εκεί, ικανοποιημένος με τα λίγα και απεχθανόμενος τα πολλά που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από το κεφάλι του και καμιά φορά μπροστά στα μάτια του. Πόσα είχαν δει τα μάτια του! Πράγματα που δεν έπρεπε. Πράγματα που όποιος, έβλεπε έπρεπε να πάρει στον τάφο του, αν ήθελε να μείνει ασφαλής.

Ζέστανε ένα πιάτο σούπα που είχε φτιάξει το πρωί και κάθισε να φάει. Τα πόδια του τον πονούσαν πάλι. Έβαλε το κουτάλι στο στόμα και ρούφηξε κάνοντας θόρυβο. Μόνο έτσι το ευχαριστιόταν. Σκέφτηκε τον Θεοδωρόπουλο να τον λέει «άξεστο χωριάτη» και την ίδια στιγμή να ρίχνει τα λάγνα μάτια του στην κόρη του. Το κοριτσάκι του. Σήκωσε τα μάτια του από το πιάτο και το βλέμμα του έπεσε στο βαζάκι με τη βαζελίνη πάνω στο τραπέζι. Σηκώθηκε ανήσυχος και το πέταξε στη σακούλα με τα σκουπίδια. Την έδεσε κόμπο, βγήκε βιαστικά και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια λίγο πιο κάτω. Γύρισε στο σπίτι, έκλεισε στην πόρτα κι ακούμπησε λαχανιασμένος πάνω της. Παρά λίγο. Με δάκρια στα μάτια, κινήθηκε προς τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού. Το κοριτσάκι του. Κανένας γεροξεμωραμένος δε θα άπλωνε ξανά τα χέρια του πάνω της. Ήταν πια ασφαλής.

1 2 3 4