Tag

αλληλεγγύη

Οι βοηθοί των Χριστουγέννων

9 Δεκεμβρίου, 2023

Εκείνη την εποχή του χρόνου που όλα γαρνίρονται με στολίδια, φώτα και δώρα, υπάρχουν κάποιες ψυχές που μελαγχολούν. Σαν αυτή η χαρά τριγύρω ν'αδειάζει τις καρδιές τους, αντί να τις γεμίζει με ζεστασιά.

Είναι εκείνη η θλίψη της μοναξιάς που ποτέ δε χαμογέλασε πλάι σ'ένα πρασινοκόκκινο έλατο. Δεν αγωνιούσε για ένα δώρο έκπληξη κάτω από το δέντρο. Δεν έσκισε με τη μανία του ενθουσιασμού το περιτύλιγμα για να κραυγάσει από χαρά αντικρίζοντας αυτό που περίμενε. Δεν έζησε αγκαλιές γιορτινές και φιλιά αγάπης.

Αντί αυτών άκουσε φωνές τσακωμού. Είδε μπάλες χριστουγεννιάτικες να γίνονται κομμάτια από θυμό. Φοβήθηκε να ζητήσει το δώρο που πόθησε σε μια βιτρίνα. Ζήτησε από τον Αϊ Βασίλη ησυχία κι ένα ζεστό χάδι, αλλά δεν τα πήρε ποτέ. Έπαψε να πιστεύει στο πνεύμα των Χριστουγέννων, γιατί δεν έπαψε ποτέ να γεύεται την απογοήτευση και την απόλυτη, βαθιά μοναξιά εξαιτίας του.

Όμως εσύ, μελαγχολική ψυχή, ξέρεις κάτι; Το πνεύμα των Χριστουγέννων υπάρχει στ'αλήθεια! Δε ζει μέσα σ'αυτούς που σ' απογοήτευσαν ξανά και ξανά. Τριγυρνάει ανάμεσα σε ανθρώπους που, εκείνες τις μέρες του χρόνου, μετατρέπονται σε μικρά ξωτικά και σκορπούν χρυσόσκονη αγάπης σε όποιους συναντούν! Είναι εκείνοι που συντηρούν τα Χριστούγεννα, γιατί πιστεύουν στην καλοσύνη που αυτά εκπροσωπούν! Και χαίρονται, γιατί τότε τους δίνεται η ευκαιρία να κάνουν τον κόσμο λίγο καλύτερο. Για σένα. Κι ας μην τους ξέρεις.

Ψάξε να τους βρεις. Πώς; Από το χαμόγελο στα μάτια τους! Και κάπου εκεί, στην κορυφή του κεφαλιού τους, θα δεις ένα αόρατο σκουφί να κουδουνίζει, πασπαλίζοντας την ατμόσφαιρα με νότες αισιοδοξίας! Καμιά μελαγχολία δεν μπορεί να τους αντισταθεί!

Γιατί είμαι άνθρωπος

8 Αυγούστου, 2021

Χάιδεψα τα μαλλιά της κόρης μου. Γύρισε το κεφαλάκι της και με κοίταξε. Πόσο ήρεμη στην ασφάλειά της! Της χαμογέλασα αχνά, ενώ είχα ακόμα στα μάτια μου τις φλόγες που κατάπιναν τα ξένα σπίτια. Ξένα; Τίποτα δεν είναι ξένο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το σπίτι σου που έγινε συντρίμμια το νιώθω και δικό μου σπίτι. Δάκρυα κυλούν και στα δικά μου μάτια για τον όμορφο κήπο σου που έδινε ζωή και τώρα φιλοξενεί τον θάνατο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Σπαράζει κι η δική μου καρδιά για το παιδί σου που αναγκάστηκες να του πεις "Σήκω παιδί μου φεύγουμε", όχι για βόλτα, αλλά για το άγνωστο. Τι χειρότερο για έναν γονιό από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια; Όχι, δεν μπόρεσε να πάρει το αγαπημένο παιχνίδι του, γιατί δε χωρούσε, γιατί έπρεπε να τρέξετε, γιατί έπρεπε να σωθείτε. Σ' ένιωσα τη στιγμή που είδες το φόβο στα μάτια του να ψάχνει να βρει τη δική σου ανύπαρκτη σιγουριά για να πιαστεί. Σε νιώθω. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Έφυγες αποχαιρετώντας ό, τι πιο δικό σου. Δεν είναι "ντουβάρια", ούτε "αντικείμενα". Είναι κόποι, συναισθήματα, αναμνήσεις. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι πανώ από όλα και αυτή θα κοιτάξεις να σώσεις. Βλέπω όμως το αποτυπώματα σου σε όλα αυτά τα υλικά που αγάπησες και κατανοώ τη θλίψη σου. Αφήνεις πίσω τη ζωή σου που δε θα είναι πια ίδια. Σε κατανοώ. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το χωριό σου! Το όμορφο χωριό σου που έδινε απλόχερα δροσιά και χρώμα σε όποιον το επισκεπτόταν. Μαύρο πια στέκεται πάνω στ'αποκαΐδια του σαν νεκροταφείο. Τα δέντρα του, τα λουλούδια του, τα ζώα του φτιάχνουν τον δικό τους παράδεισο κάπου αλλού. Σοκάρομαι και θλίβομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Και τώρα; Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Δε σε προστάτεψαν. Νιώθεις προδομένος, οργισμένος, καταβεβλημένος, απελπισμένος. Άδειος. Σε συναισθάνομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Όμως, ξαφνικά, βλέπεις κάποιους να βρίσκονται από το πουθενά να σε βοηθήσουν, να σε αγκαλιάσουν, να σου πουν μια καλή κουβέντα, μήπως ξαναβρείς λίγο από το αδικοχαμένο θάρρος σου. Άλλοι πασχίζουν με τις φλόγες, αψηφώντας τα πάντα, μήπως και κάτι σωθεί. Άγνωστοι ή φίλοι ανοίγουν τα σπίτια τους και την καρδιά τους να προσφέρουν ό, τι μπορούν. Γιατί όλοι μπήκαμε στη θέση σου και θρηνούμε μαζί σου. Νοιαζόμαστε και θέλουμε να δεις ότι δεν είσαι μόνος.

Ακόμα κι αν αυτοί που έχουν χρέος να σε στηρίξουν, δεν το κάνουν, είμαστε εμείς εδώ. Είμαστε κοντά σου για να σε δούμε να σηκώνεις ξανά το κεφάλι κι όταν αντικρίσεις τον ουρανό να μη δεις καπνούς, αλλά ήλιο και τριγύρω σου πράσινο. Ίσως η αγάπη μας να μπορέσει να διώξει τον πόνο από τα μάτια και την ψυχή σου. Ίσως σε κάνουμε να χαμογελάσεις ξανά.

Είμαστε εδώ για να το προσπαθήσουμε.
Είμαστε εδώ.
Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Καταγγελία ενός βιασμού

18 Ιανουαρίου, 2021

Κατέβηκε τα σκαλιά τρεκλίζοντας. Το κεφάλι της ήταν ζαλισμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Έκανε δυο μετέωρα βήματα και κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο. Εκείνος, ατάραχος, κούμπωνε το παντελόνι του, ρεμβάζοντας. Κατέβασε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι της τα πέτα του παλτό της και το κράτησε σφιχτά σαν να μπορούσε να κρύψει την ντροπή της μέσα του. Επιτάχυνε το βήμα της. Δεν άντεχε να μείνει ούτε μια στιγμή ακόμα σ' εκείνη την κόλαση.

Άρχισε να τρέχει, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, αψηφώντας τη μανία του ανέμου να τα στεγνώσει. Ένιωσε μια σουβλιά στο πάνω χείλος. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Η πληγή από το χαστούκι που την είχε αφήσει αναίσθητη είχε ανοίξει από το κρύο και αιμορραγούσε. Το κράτησε όπως όπως με ένα χαρτομάντιλο και συνέχισε το δρόμο της. Πού να πήγαινε όμως; Ποιος θα την πίστευε;

Στους γονείς της δεν τολμούσε να μιλήσει. Φοβόταν πως ο πατέρας της θα έφτανε στο φονικό. Η μάνα της θα καταλάβαινε, αλλά ούτε εκείνη θα σιωπούσε. Έπρεπε πάση θυσία να μείνει κρυφό. Την είχε απειλήσει πως αν μαθευόταν, είχε κάθε μέσο να τη βγάλει ψεύτρα και να την κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη ζωή της.

Κατηγόρησε τον εαυτό της που τον εμπιστεύθηκε. Χιλιάδες «γιατί» πλημμύρισαν το μυαλό της κι ένας χείμαρρος τύψεων την έπνιξε για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Γιατί δεν κατάφερε να ξεφύγει, γιατί δεν πίστεψε ότι θα έφτανε ως εκεί, γιατί δεν είχε δει τα σημάδια, γιατί δεν είχε περισσότερο θάρρος να μιλήσει. Και τι να πει; Όχι. Η σιωπή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Κοίταξε γύρω της. Οι περαστικοί την κοιτούσαν εχθρικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι τα ήξεραν όλα. «Τα ήθελε και τα 'παθε», «Ας μην κούναγε την ουρά της», «Κάποιο θάρρος θα του έδωσε» κι ένα σωρό άλλες κατηγορίες εξαπολύονταν από τα στόματά τους. Έκλεισε τ' αυτιά της. Δε μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνα τα βλέμματα που την έκριναν ένοχη, επειδή οι ίδιοι εκ του ασφαλούς θα έπρατταν αλλιώς. Συνέχισε να τρέχει ξεσπώντας σε λυγμούς.

Ξαφνικά ένας φόβος πάγωσε την καρδιά της. Κι αν το επιχειρούσε ξανά; Τι θα έκανε; Έπρεπε να το πει σε κάποιον. Να προστατευθεί. Η σκέψη της έτρεχε σπρωγμένη από το φόβο πιο γρήγορα από τα πόδια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Δεν τη βαστούσαν άλλο. Είχε φτάσει μακριά από τον εφιάλτη της, μα δεν είχε φύγει ούτε βήμα.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά εκλιπαρώντας για μια απάντηση στο αδιέξοδο της. Μικροσκοπικές χιονονιφάδες άγγιξαν το πρόσωπό της. Δεχόταν πάνω της την αγνή καθαρότητα τους, επαναλαμβάνοντας μέσα της πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όλα ένα κακό όνειρο. Ήθελε απεγνωσμένα να πάψει να νιώθει σαν σπίτι που το λήστεψαν και το μαγάρισαν εγκληματίες υπεράνω υποψίας. Δεν τα κατάφερνε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε τον εαυτό της.

Θύμωσε. Με εκείνον και όσους είχαν παρόμοιες ορέξεις να ικανοποιούνται με κοπέλες που τους αρνούνταν την υποταγή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να τον σκότωνε ο πατέρας της. Θα γλίτωναν κι άλλες κοπέλες έτσι. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να τον καταδικάσει σε φυλακή επειδή εκείνη δεν τόλμησε να τον βάλει στη θέση του. Εκείνη έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραλογισμού. Υστέρα παραιτήθηκε. Δεν είχε άλλη δύναμη. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν συνήλθε βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Οι γονείς της στέκονταν δίπλα της ανήσυχοι.

«Κοριτσάκι μου! Τι συνέβη; Πώς είσαι;» ρώτησε η μητέρα της σαστισμένη.

«Άφησε τη να συνέλθει λίγο» την επέπληξε ο πατέρας της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείτε...» τους καθησύχασε.

«Πώς βρέθηκες εκεί; Πώς χτύπησες;» συνέχισε η μητέρα της.

«Μην την αγχώνεις, θα μας πει με την ησυχία της!» επενέβη και πάλι ο πατέρας.

«Σκόνταψα, χτύπησα κι από τη ζαλάδα μάλλον θα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι τίποτα μετά» βιάστηκε να προλάβει περαιτέρω ερωτήσεις.

Τα χρόνια πέρασαν. Το περιστατικό θάφτηκε. Κανείς δεν έμαθε πως το νεαρό κορίτσι κουβαλούσε ένα νεκρό κομμάτι του εαυτού της. Πώς έτρεμε κάθε φορά που καταλάβαινε ότι κάποιος ήθελε να την πλησιάσει ερωτικά. Οι μνήμες ξυπνούσαν και τη βάραιναν σαν τραχιές αλυσίδες που δεν άφηναν την καρδιά της να αφεθεί. Ο τρόμος την είχε επισκεφθεί πολύ πριν το πρώτο σκίρτημα. Φόβος και έρωτας είχαν το ίδιο αποτέλεσμα για εκείνη. Πονούσαν. Η μικρή ουλή στο χείλος που της είχε αφήσει το δαχτυλίδι του, ήταν η υπαρκτή απόδειξη.

Μια μέρα, έτυχε να περάσει ξανά έξω από το σπίτι του. Σήκωσε με πόνο τα μάτια στο ίδιο εκείνο παράθυρο. Μια νεαρή κοπέλα κοιτούσε τον δρόμο, παραδομένη στις σκέψεις της. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Άγγιξε το τζαμί σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια. Κάποιος τη φώναξε. Τρομαγμένη, γύρισε κι απομακρύνθηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στην υποψία πως η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια θέση μ' εκείνη. Ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, όταν εμφανίστηκε εκείνος, με το ίδιο απαθές ύφος κι έκλεισε την κουρτίνα. Την κατέβαλε πανικός. Ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να σωπάσει. Θα τον σταματούσε.

Χτύπησε τυχαία ένα κουδούνι για να της ανοίξουν την πόρτα της πολυκατοικίας. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και όρμησε με οργή στην πόρτα χτυπώντας τη με όλη της τη δύναμη. Όταν της άνοιξε του χίμηξε δίνοντας του ένα χαστούκι κι όπως ήταν σαστισμένος άρπαξε ό, τι βρήκε μπροστά της και του κατάφερε ένα γέρο χτύπημα στο κεφάλι. Μόλις σωριάστηκε αναίσθητος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Η μικρή, ημίγυμνη, κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου πάνω στο κρεβάτι, έκλαιγε βουβά. Την πήρε στην αγκαλιά της και την καθησύχασε. Τη βοήθησε να ντυθεί κι έφυγαν μαζί, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα και πέταξε τα κλειδιά στον πρώτο κάδο που συνάντησαν έξω από το κτίριο.

Αφού τακτοποίησε τη μικρή στο σπίτι που νοίκιαζε, κάλεσε την αστυνομία. «Η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρυσός για να πλουτίζουν τα βίτσια τους κτήνη σαν εκείνον. Φτάνει!» σκέφτηκε.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι. Χαμογελούσε αποφασισμένη.

«Καλησπέρα σας. Θέλω να καταγγείλω έναν βιασμό».

Προμηθέας περί τέχνης

14 Ιουνίου, 2020

Σε είδα να βασανίζεσαι στο έλεος των όρνιων. Δεμένος σαν κατάδικος, να σε παραφυλούν, λες και το κρίμα σου ήταν το χειρότερο όλων των κριμάτων. Λύγισα στη θέα της αδικίας που προσωποποιούνταν μπροστά μου. Σε ρώτησα «Γιατί μας υπερασπίστηκες; Δε βλέπεις την αχαριστία τώρα; Κανείς δεν έρχεται να σε βοηθήσει. Φωτιά μας έδωσες και φωτιά παίρνεις».

«Η προσφορά δε γίνεται για να εξαργυρωθεί, ακόμα κι αν το δώρο του φωτός γίνει φωτιά από τον αποδέκτη». Η απάντηση σου αινιγματική για το ανθρώπινο θνητό μυαλό μου. Η έκφραση του πόνου και της κούρασης στο πρόσωπό σου υψωνόταν σαν τείχος που δε με άφηνε να δω τα πραγματικά σου αισθήματα. Μάντεψα πως δεν είχες μετανιώσει. Δεν είχα άδικο.

«Αν δεν είχες φανεί τόσο γενναιόδωρος όμως, ίσως ο κόσμος μας να ήταν καλύτερος τώρα».

Η ανθρώπινη άγνοια οδηγεί συχνά στη βλασφημία κι εγώ είχα επιδοθεί και στα δυο εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνοντας την αχαριστία του είδους μου προς το αιώνιο δώρο. Έκλεισες τα μάτια σφιχτά, σαν να μάζευες δύναμη για να με κοιτάξεις σταθερά. Όταν τα άνοιξες, η αλήθεια του βλέμματός σου με ανάγκασε να γονατίσω από ντροπή. 

«Γνωρίζεις ποιο ήταν πραγματικά το δώρο που έδωσα στους ανθρώπους;» με ρώτησες με φωνή που φανέρωνε πως η ελπίδα ήταν κραταιή ακόμα μέσα σου. Σώπαινα. Μου ήταν αδύνατο να αποκριθώ οτιδήποτε μετά από το τελευταίο μου ατόπημα.

«Πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται, μα το υπηρετούν. Μερικοί το ερευνούν και το εξελίσσουν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι οι λίγοι που βρίσκουν ζωή χάρη σ’ αυτό». Σταμάτησες, δίνοντας μου την ευκαιρία να συμμετάσχω, όμως παρέμενα ακίνητος κι αμίλητος.

«Δεν ήταν η φωτιά που έδωσα στους ανθρώπους. Θα ήταν μάταιο να το κάνω, αφού μοιραία θα την ανακάλυπταν από μόνοι τους. Η φωτιά υπάρχει στη φύση. Εκείνο που ο άνθρωπος έπρεπε να ανακαλύψει ήταν πώς να παίρνει τα υλικά και να τα εξυψώνει σε κάτι ανώτερο. Σε κάτι που δεν μπορεί να βρει έτοιμο γύρω του. Αυτό είναι η τέχνη. Γι’ αυτήν τιμωρήθηκα και θα το έκανα ξανά αν χρειαζόταν». Οι τρομεροί φύλακες που παρακολουθούσαν το διάλογό μας κάγχασαν. Η λοιδορία τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος με πείσμωσε. Στάθηκα ξανά στα πόδια μου.

«Γιατί σ’ εμάς;» σε ρώτησα δαγκώνοντας τα χείλη μου με απόγνωση.

«Η τέχνη δεν ανήκει στους Θεούς. Χρειάζεται πόνο, μόχθο, ύλη και θάνατο για να πιάσει την ψυχή από την άβυσσο και να την ανεβάσει στα ουράνια. Θέλει σάρκα η τέχνη. Χέρια ροζιασμένα, κορμί αδύναμο και καρδιά ικανή για την υπέρβαση».

«Μα τη μολύναμε. Δε μας αξίζει πια» παραδέχτηκα φιλότιμα.

«Γι’ αυτό ακριβώς τη χρειάζεστε. Η τέχνη είναι η θεά της μετουσίωσης και η μητέρα της ελπίδας». Έγειρες το κεφάλι αποκαμωμένος. Ένιωσα ένα χρέος να αγκαλιάζει απαλά τις πλάτες μου. Μου είχες επιστρέψει το δώρο που προσπάθησα αχάριστα να αποτάξω. Μέσα σε λίγες λέξεις, με δίδαξες πως η αμφιβολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί τον εαυτό του. Μα και πως εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης του. Στην αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του.

Γυναίκα ενός άγνωστου Θεού

8 Μαρτίου, 2020

Σε είδα σήμερα μπροστά μου. Περνούσες διακριτικά δίπλα από τους λίγους ανθρώπους στο βαγόνι. Η φωνή σου ίσα που έβγαινε, δείχνοντας τον κόπο που έκανες για να σηκώσεις το βάρος των λόγων σου. Ζητούσες βοήθεια για να επιβιώσεις εσύ και το παιδί σου, πουλώντας χαρτομάντιλα. Αν δεν είχες μιλήσει, κανείς δε θα καταλάβαινε ότι έχεις ανάγκη. Η εμφάνισή σου ήταν αυτή μιας καθημερινής γυναίκας που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια. Όμως κάποιος στο στέρησε βίαια αυτό το δικαίωμα.

Ένιωσα την αύρα σου καθώς με προσπέρασες. Ο σταυρό που κουβαλούσες στους ώμους σου, μολύβι για την ψυχή σου. Ασυναίσθητα μπήκα στη θέση σου. Πόνεσα. Σε πλησίασα. Τα μάτια σου ίσα που σηκώθηκαν να συναντήσουν τα δικά μου την ώρα που μου έδινες τα χαρτομάντιλα. Το ίδιο και τα δικά μου. Λύγισα μπρος στον πόνο που βάραινε τα βλέφαρα σου. Χωρίς δάκρυα. Μια απόγνωση μπρος στην αδικία. Μα ήσουν εκεί και πάλευες με υπερηφάνεια. Κι ας μην ένιωθες υπερήφανη που έφτασες ως εκεί. Δεν ξέρω αν το χαμόγελο μου κατάφερε να σου δώσει μια αχτίδα ελπίδας. Το εύχομαι μέσα από την ψυχή μου. Ίσως αυτή να είναι η μόνη που μπορώ να σου δώσω τώρα πια. Σήμερα "μέρα που είναι" ελπίζω να πιάσει.

Σου εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες. Να ανατείλει ξανά το χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια σου. Να ζεσταθεί ξανά η καρδιά σου. Να νιώσει ξανά την ασφάλεια η ψυχή σου. Σου υπόσχομαι πως όσο η πένα κινεί το χέρι μου, θα παλεύω να ξυπνώ συνειδήσεις. Όχι μόνο για σένα, μα για όλες εκείνες που σήμερα θα "γιορτάσουν" τη θλίψη, την απόγνωση, τον θάνατο. Μόνο αν ξυπνήσουν οι συνειδήσεις από το βαθύ τους λήθαργο θα καταφέρουμε να γιορτάσεις κι εσύ αυτή τη μέρα. Να γίνει μέρα χαράς και θύμησης πως οι αγώνες είναι για να κερδίζονται. Όπως αυτοί που κέρδισαν τόσες και τόσες πριν από μας, διαπρέποντας για το μυαλό, τη φροντίδα, το θάρρος και τον ηρωισμό τους. Τέλος, εύχομαι τώρα που γράφω για σένα, ένα χαμόγελο από το παιδί σου να φτάσει να σου δώσει τη δύναμη να συνεχίσεις.

Έχουμε δρόμο μπροστά μας γυναίκα. Έχουμε πολλά να δώσουμε σ' αυτόν τον κόσμο. Μήπως και κάποτε γιορτάσουμε το θάνατο της θλίψης και φτιάξουμε εκείνον τον κόσμο που ονειρευόμασταν από παιδιά. Έναν κόσμο γεμάτο χαμόγελα για κάθε γυναίκα, άνδρα και παιδί. Ένα χαμόγελο για κάθε άνθρωπο.

Μονάχα με ψυχή

4 Μαρτίου, 2020

Πλαγιασμένη σε εμβρυακή στάση, πονούσε. Τα χέρια της, σταυρωμένα μπρος στο στήθος της, έσφιγγαν την πληγή που αιμορραγούσε στ’ αριστερά. Είχαν περάσει χρόνια απ’ όταν δέχτηκε τη μαχαιριά, μα κάθε που άλλαζε ο καιρός, άνοιγε. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Πώς θα κατάφερνε να προχωρήσει με ένα τραύμα που δεν έλεγε να κλείσει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Κειτόταν εκεί, σχεδόν λιπόθυμη και χωρίς κανέναν να βοηθήσει.

Ξάφνου, σαν από μηχανής Θεός, στάθηκε μπροστά της. Κάθισε δίπλα της. Την ανασήκωσε απαλά και την πήρε στην αγκαλιά του ευλαβικά σαν νεογέννητο. Δέχτηκε με ευγνωμοσύνη κάθε του κίνηση. Δε χρειαζόταν να γνωρίζει ποιός ήταν. Δεν νοιαζόταν καν για το τι μπορεί να ήθελε από εκείνη. Της έφτανε που μέσα στην αγκαλιά του σταματούσε ο πόνος. Μόλις συνήλθε λίγο, χαλάρωσε τα χέρια από το στήθος και κοίταξε την πληγή. Το αίμα είχε σταματήσει.

«Τι έκανες;» τον κοίταξε έκπληκτη.

«Απλά σε άγγιξα με αγάπη» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά.

«Σ' ευχαριστώ» είπε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ήταν δυο άγνωστοι που η αγάπη θέλησε να ενώσει.
Δίχως έρωτα. Δίχως ελπίδες.
Μονάχα με ψυχή.

Θυμήσου άνθρωπε

3 Μαρτίου, 2020

Έλα άνθρωπε. Πάμε από την αρχή. Γιατί φτιάχτηκες; Πέρασαν τόσες χιλιάδες χρόνια, θα μου πεις, πού να θυμάσαι; Συνήθισες να ζεις χωρίς πολλά πολλά. Ασχολείσαι μόνο με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον το δικό σου. Η ανθρωπότητα; Τι σε νοιάζει. Ελευθερία έχουμε. Ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει.
Μετά εξεγείρεσαι όμως που πλήττουν μειονότητες. Διαμαρτύρεσαι για τα προσωπικά δεδομένα. Έχεις προσωπική γνώμη. Δική σου. Διαμορφωμένη από αυτά που εσύ θες να δεις.

Όμως πάμε πάλι, σε παρακαλώ. Γιατί φτιάχτηκες; Θυμήσου. Φτιάχτηκες για ν’ αγαπάς, να δημιουργείς, να εξελίσσεσαι. Ν’ αγαπάς τον εαυτό σου και το συνάνθρωπο. Να δημιουργείς κοινωνίες και τέχνη. Να εξελίσσεσαι πολεμώντας το κακό μέσα σου και χτίζοντας έναν καλύτερο κόσμο. Όμως για να τα κάνεις όλα αυτά πρέπει να μάθεις δυο βασικά πράγματα. Να σέβεσαι και να προστατεύεις. Εκεί είναι η ισορροπία που πρέπει να κρατήσεις. Πρώτα μέσα σου και μετά στις πράξεις σου. Αυτό είναι η ευθύνη σου ως ενήλικας. Να προστατεύεις ό,τι χρειάζεται προστασία, είτε είναι δικό σου είτε ξένο. Να σέβεσαι εξίσου κάθε τι έμψυχο που αξίζει το σεβασμό σου.

Ίσως αυτά τα δυο να τα έχεις σκεφτεί. Το πρόβλημα σου είναι όταν πολεμάς. Για να προστατεύσεις μπορεί να χρειαστεί να πολεμήσεις όσους προσπαθήσουν να καταπατήσουν τα ιερά και τα όσιά σου. Τι γίνεται τότε; Γίνονται όλοι ανεξαιρέτως εχθροί σου; Βγαίνει η απανθρωπιά από μέσα σου με τη μορφή μένους; Κρατάς το ήθος σου ως σημαία να σου υπενθυμίζει πως όταν πολεμάς επειδή απειλείσαι, δε δικαιολογείσαι να εξισώνεσαι με τους βάναυσους τρόπους του όποιου καταπατητή; Θυμήσου Έλληνα. Κάποτε τιμούσες τους νεκρούς του εχθρού σου. Μην ξεχνάς τώρα να τιμάς τους ζωντανούς νεκρούς που χρησιμοποιεί για να σε βάλλει. Ποτέ δεν πολεμούσες γυναικόπαιδα.
Τώρα θυμήσου κάτι άλλο Έλληνα. Ναι, σε σένα μιλάω τώρα. Θυμήσου ποιός ήταν πάντα ο εχθρός σου. Αναρωτιέσαι; Η μνήμη σου ήταν. Γιατί συνεχίζεις να ξεχνάς όλα όσα πέρασαν, κέρδισαν ή έχασαν οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτόν τον τόπο πριν από σένα. Όταν ξεχνάς, σημαίνει πως δεν έμαθες. Κι όταν δε μαθαίνεις, κάνεις συνέχεια τα ίδια. Τσακώνεσαι με τον διπλανό σου για τις διαφορετικές γνώμες σας, σφάζεσαι με τον συγγενή για συμφέροντα και κλείνεις τα μάτια σε όσα δε συμβαίνουν σε σένα.

Σταματά πια! Δεν αντέχεσαι. Γίνε άνθρωπος ξανά όπως προοριζόσουν να είσαι. Τι νόημα έχει να έχεις τη γνώμη σου όταν ο κίνδυνος χτυπήσει την πόρτα όλων μας; Το σαρκίο δε μετράει σ’ αυτή τη ζωή. Η ψυχή μετράει Έλληνα. Η ψυχή κι η καθαρή συνείδηση. Για ένα φιλότιμο ζούμε γαμώτο. Για ένα φιλότιμο.

Θυμήσου άνθρωπε…
Θυμήσου.

Ένας καλός λόγος σε αυτόν που τον έχει ανάγκη, αξίζει όσο μια καλή πράξη

19 Φεβρουαρίου, 2020

Είναι κοινή αντίληψη και παραδοχή πως τα έργα μετρούν περισσότερο από τα λόγια. Στην καθημερινή ζωή, διαπιστώνουμε ότι είναι κυρίως τα έργα, είτε τα δικά μας, είτε των άλλων, που επηρεάζουν την πραγματικότητά μας. Μέσα από τις πράξεις μας πραγματοποιούμε τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις υποχρεώσεις μας, ενώ τα λόγια συχνά «τα παίρνει ο αέρας».

Η πράξη διδάσκει μεγαλύτερα και πιο αφομοιώσιμα μαθήματα από τη θεωρία. Βιώνουμε καταστάσεις κι αποκτούμε κριτήρια για να διαχωρίζουμε το ορθό από το λανθασμένο και το άξιο από το επιβλαβές. Ο τρόπος που πράττουμε και ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε, εν τέλει, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας.

Πόσες φορές, όμως, μια κουβέντα δε στάθηκε ικανή να μας πληγώσει ανεπανόρθωτα και να επηρεάσει τις πράξεις μας; «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» λέει η γνωστή παροιμία.

Τα λόγια είναι εκείνα που, χωρίς αυτό να είναι εμφανές, γίνονται πράξη μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας. Προκαλούν πόνο και προβληματισμούς πολύ πιο εύκολα από τις πράξεις, γιατί οι λέξεις έχουν την ιδιότητα να ερμηνεύονται πιο ξεκάθαρα. Φυσικά, είναι δική μας επιλογή το κατά πόσον θα τις αφήσουμε να εισβάλουν στον εσωτερικό μας κόσμο και να μας επηρεάσουν, αφού τα λόγια των άλλων, εμείς τα κάνουμε πράξη μέσα μας.

Υπάρχει όμως και κάτι που λειτουργεί ως βάλσαμο για τον πόνο της καρδιάς και ως σωσίβιο για το ναυάγιο μυαλού στις σκέψεις του. Αυτό δεν είναι άλλο από τον καλό λόγο, που κάνει άμεσα πράξη την καλοσύνη αυτού που τον εκφέρει.

Ένας καλός λόγος σε αυτόν που τον έχει ανάγκη, αξίζει όσο μια καλή πράξη. Είναι εκείνο το «όλα καλά θα πάνε» που έχεις τόσο πολύ ανάγκη να ακούσεις στις δύσκολες στιγμές. Εκείνη η αναγνώριση που εκφράζεται μ’ ένα «πιστεύω σε σένα» και σου υπενθυμίζει πως έχεις κάνει πολύ δρόμο και προσπάθεια για να τα παρατήσεις τώρα. Ένα χτύπημα στην πλάτη να σου λέει παράλληλα «Σε καταλαβαίνω μα θα τα καταφέρεις» κι ένα πολυπόθητο «μπράβο» που έρχεται μόλις έχεις επιτύχει τον στόχο σου.

Ο κάλος λόγος, όταν έρχεται από την καρδιά, εμπεριέχει αγάπη. Οι καλές πράξεις ξεκινούν από την ανάγκη μας να δώσουμε αγάπη και καταλήγουν να ξυπνούν την αγάπη στον αποδέκτη τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον καλό λόγο.

Εξαιρετικά σημαντικός είναι επίσης ο συγχρονισμός. Ένας καλός λόγος τη στιγμή που ο άλλος τον έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, μπορεί να τον προφυλάξει από πράξεις απελπισίας κι εν γένει πράξεις για τις οποίες θα μετάνιωνε σ' όλη του τη ζωή. Μπορεί να σου ανοίξει τα μάτια, να σου δώσει την ώθηση να πάρεις την απόφαση να αλλάξεις τη ζωή σου που έχει βαλτώσει ή να σε σώσει ακόμα κι από την αυτοκτονία.

Γι’ αυτό, έχε την καρδιά και τα μάτια ανοιχτά κι αν δεις κάποιον να έχει ανάγκη έναν καλό λόγο, πρόσφερε τον ανιδιοτελώς. Είτε πρόκειται για δικό σου άνθρωπο, είτε για ξένο. Δεν κοστίζει τίποτα. Λίγη αγάπη μόνο. Θα δεις πως θα σου επιστραφεί άμεσα με το χαμόγελο του ανθρώπου απέναντί σου. Κάνε, λοιπόν, την αρχή μ’ εκείνον που έχει την περισσότερη ανάγκη να ακούσει έναν καλό λόγο από καρδιάς. Μην ψάξεις γύρω σου για να τον βρεις. Αρκεί μόνο να κοιτάξεις στον καθρέφτη.